Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

Robert Burton ή, αλλιώς, Δημόκριτος ο Νεότερος


Στα τέλη της Αναγέννησης, και πιο συγκεκριμένα το 1621, κυκλοφορεί μια περιβόητη, ογκωδέστατη (900 σελίδες στην πρώτη έκδοση) πραγματεία με τον περιγραφικότατο και εντελώς αντιεμπορικό τίτλο (κρατήστε την ανάσα σας!) The Anatomy of Melancholy, What it is: with all the Kinds, Causes, Symptomes, Prognostickes, and Several Cures of it. In Three Maine Partitions with their several Sections, Members, and Subsections. Philosophically, Medicinally, Historically, Opened and Cut Up (Η ανατομία της μελαγχολίας, τι είναι: με όλα τα είδη, αίτια, συμπτώματα, προγνώσεις, και αρκετές θεραπείες της. Τρεις κύριες διαμερίσεις με αρκετές ενότητες, τμήματα, και υποενότητες, φιλοσοφικά, ιατρικά, ιστορικά, ανοιγμένα και τετμημένα).

Συγγραφέας της είναι ο Robert Burton, σπουδαίος λόγιος του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και εκκλησιαστικός αξιωματούχος. Πρόκειται, όπως το λέει και ο τίτλος, για ιατρική πραγματεία. Στην ουσία, όμως, πρόκειται για εγκυκλοπαίδεια, ιδιότυπο λογοτεχνικό έργο, φιλοσοφικό δοκίμιο, όλα αυτά μαζί. Εκτός από το βασικό του θέμα, που είναι η μελαγχολία (θρησκευτική, ερωτική κ.λπ.), αντιμετωπίζει και θέματα όπως: η χώνεψη, οι καλικάντζαροι, η γεωγραφία της Αμερικής κ.ά.. Ψυχολογία, φυσιολογία, αστρονομία, μετεωρολογία, θεολογία, αστρονομία, μέχρι και δαιμονολογία, είναι οι επιστήμες που αξιοποιούνται. Επίσης, αποφθέγματα και εξαντλητικές αναφορές σε παλαιότερους φιλοσόφους είναι συχνά στο έργο. Σοβαρότητα και αστεϊσμοί εναλλάσσονται

Το αστείο ξεκινά ήδη από πρόλογο, όπου ο Burton χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Democritus Junior (Δημόκριτος ο Νεότερος), και συνεχίζεται στην εισαγωγή όπου υπάρχει σημείωμα του συγγραφέα με τίτλο: “Democritus Junior to the Reader” («Ο Δημόκριτος ο Νεότερος προς τον αναγνώστη»), ένα ποίημα στα λατινικά με τίτλο: “Democritus Junior to his Book” («Ο Δημόκριτος ο Νεότερος προς το βιβλίο του») και μια προειδοποίηση προς “The Reader who Employs his Leisure Ill” («Τον αναγνώστη που χρησιμοποιεί τον χρόνο του απερίσκεπτα»).

Πού βρίσκεται, όμως, το αστείο; Στο γεγονός ότι ο συγγραφέας ενός βιβλίου για τη μελαγχολία, ο οποίος μάλιστα εξομολογείται ότι επιλέγει το θέμα για να αποφύγει να νιώθει ο ίδιος μελαγχολικός, προτιμά ως ψευδώνυμο το Democritus Junior (Δημόκριτος ο Νεότερος. Σκεφτείτε ότι ο αρχαίος Δημόκριτος, από την εποχή του Κικέρωνα και του Ορατίου, είχε το προσωνύμιο «Γελαστός Φιλόσοφος» για να διακρίνεται έτσι από τον «κλαψιάρη» Ηράκλειτο!

Ο Robert Burton έγραψε ο ίδιος το επίγραμμα που θα κοσμούσε τον τάφο του: “Paucis notus, paucioribus ignotus, hic jacet Democritus Junior, cui vitam dedit et mortem Melancholia” («Ελάχιστα γνωστός, λιγότερο άγνωστος, εδώ κείτεται ο Δημόκριτος ο Νεότερος, ο οποίος αφιέρωσε την ζωή και τον θάνατό του στη μελαγχολία»). 

Πέθανε στις 25 Ιανουαρίου 1640.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/The_Anatomy_of_Melancholy#/media/File:Robert_Burton's_Anatomy_of_Melancholy,_1626,_2nd_edition.jpg


Τετάρτη 7 Απριλίου 2021

Η καρέκλα του Van Gogh και ένα οντολογικό ερώτημα

 

Τι είναι ένα αντικείμενο; Να ένα ερώτημα που έχει πολύ απασχολήσει τη Φιλοσοφία.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την καρέκλα που υπήρχε στο λιτό δωμάτιο του Vincent Van Gogh, στην Arles της Νότιας Γαλλίας. Έχει τέσσερα πόδια, είναι ξύλινη, ρουστίκ και κίτρινη.

Τι είναι, λοιπόν, αυτή η καρέκλα; Είναι ένα αντικείμενο με τέσσερα πόδια, ξύλινο, ρουστίκ και κίτρινο; Είναι, δηλαδή, το άθροισμα των ιδιοτήτων του; Ναι, αλλά πώς οι ιδιότητες συγκροτούν κάτι, αν δεν υπάρχει κάτι που να τις έχει; Και μετά, ας πούμε ότι αφαιρούμε μία από αυτές; Ας πούμε ότι αφαιρούμε το κίτρινο χρώμα. Το αντικείμενο εξακολουθεί να είναι η ίδια καρέκλα του Van Gogh που τόσο παραστατικά ζωγράφισε ή αλλάζει; Με άλλα λόγια, η ιδιότητα του κίτρινου είναι για το αντικείμενο «καρέκλα» (βεβαίως αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι το συγκεκριμένο αντικείμενο, αλλά το αντικείμενο «καρέκλα» γενικότερα) αναγκαία ή όχι; Το αντικείμενο παύει να είναι καρέκλα αν δεν είναι χρωματισμένο κίτρινο. Δηλαδή, μια κόκκινη καρέκλα δεν είναι καρέκλα; Νομίζω ότι συμφωνούμε πως πρόκειται για προφανή παραλογισμό.

Επομένως, μήπως είναι καλύτερα να πούμε ότι υπάρχει κάτι που από μόνο του δεν έχει ιδιότητες και στο οποίο αυτές οι παραπάνω ιδιότητες ενσωματώνονται; Υπάρχει, με άλλα λόγια, ένα αντικείμενο που το θεωρούμε και το ονομάζουμε καρέκλα και που μπορεί να έχει τέσσερα ή τρία πόδια, να είναι ξύλινο ή μεταλλικό, ρουστίκ ή μοντέρνο, κίτρινο ή φούξια. Αλλά και από την άλλη, αν υπήρχε και μια δεύτερη καρέκλα με τις ίδιες ακριβώς ιδιότητες (τέσσερα πόδια, από ξύλο, ρουστίκ και σε κίτρινο χρώμα) θα ήταν η ίδια καρέκλα του Van Gogh ή θα είχαμε δύο καρέκλες; Και για να συνεχίσουμε τη σκέψη μας, αυτή η υποκείμενη υπόσταση δεν θα έπρεπε να είναι αυτή που θα είχε την ιδιότητα να έχει όλες τις ιδιότητες; Κι αν ήταν έτσι, δεν θα έπρεπε να υπάρχει και γι’ αυτήν μία άλλη υποκείμενη υπόσταση με το σύνολο των ιδιοτήτων της προηγούμενης συν τον εαυτό της; Και πού θα μας οδηγήσει η συνεχής αναγωγή;

Μήπως ίσως η λύση θα ήταν να υποθέσουμε ότι οι ιδιότητες, το κίτρινο χρώμα για παράδειγμα, υπάρχουν από μόνες τους, καθεαυτές; Υπάρχει, δηλαδή, η κιτρινότητα ανεξάρτητα από τα αντικείμενα αναφοράς της; Φοβάμαι ότι έτσι θα πολλαπλασιάζονταν, χωρίς να είναι αναγκαίες, οι πιθανές οντότητες και αυτό είναι κάτι που το κόβει σύριζα το ξυράφι του Ockham.

Η καρέκλα του Van Gogh ζωγραφίστηκε το 1888 και σήμερα βρίσκεται στο Λονδίνο, στη National Gallery.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/Van_Gogh%27s_Chair#/media/File:Vincent_Willem_van_Gogh_138.jpg


Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

Οὐδέν κακόν ἀμιγές κακοῦ: μιλώντας για τους αρχαίους Σκεπτικούς

 

Οὐδέν κακόν ἀμιγές κακοῦ, έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Αυτή η φράση, που κι εμείς την επαναλαμβάνουμε σήμερα, περιγράφει σε έναν βαθμό τις θεωρίες των Σκεπτικών.

Ως γνωστόν, οι Σκεπτικοί ονομάστηκαν έτσι επειδή ήσαν Σκεπτικιστές. Οι νεότεροι Σκεπτικιστές, από διαφορετικές αφετηρίες ο καθένας και με διαφορετικά παραγόμενα αποτελέσματα, ισχυρίζονται ότι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε. Αντιμετωπίζουν, δηλαδή, τον σκεπτικισμό ως ένα θεωρητικό ζήτημα που σχετίζεται κυρίως με την αμφισβήτηση της ύπαρξης του υλικού κόσμου. Οι αρχαίοι Σκεπτικοί, αντίθετα, έβλεπαν τον Σκεπτικισμό στην εφαρμοσμένη του ηθική διάσταση και τον συνέδεαν με την επιδίωξη για καλή ζωή. Γι’ αυτούς, λοιπόν, ο Σκεπτικισμός ήταν τρόπος βίου.

Σύμφωνα με την άποψή τους, οι άνθρωποι δεν ευτυχούν επειδή ανησυχούν για όσα είναι ενδεχόμενο να συμβούν. Μήπως οι στόχοι μας είναι εσφαλμένοι; Μήπως είναι ανέφικτοι; Μήπως χάσουμε όσα επιθυμούμε; Μήπως χάσουμε κι αυτά που έχουμε; Όλες αυτές οι σκέψεις και οι έγνοιες μας επιβαρύνουν τόσο πολύ που μας κάνουν να υποφέρουμε. Πώς θα απαλλαγούμε από τη θλίψη; Απλούστατα, απέχοντας (ἐποχή είναι η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Σκεπτικοί) πλήρως από τις κρίσεις. Αφού κανένας δεν ξέρει αν στο μέλλον θα προκύψει κάτι καλό ή κάτι κακό, αφού ένα κακό μπορεί να αποδειχθεί καλό, και το αντίθετο, γιατί να ανησυχούμε; Με απλά λόγια, οι αρχαίοι Σκεπτικοί ούτε αποδέχονται ούτε αρνούνται, αλλά παραμένουν σιωπηλοί, σε θέση αναμονής, χωρίς να παίρνουν θέση. Οδηγούνται έτσι σε αυτό που  ονόμαζαν «αταραξία».

Ο σημαντικότερος ανάμεσα στους Σκεπτικούς, ο Πύρρων, επιβάτης σε ένα πλοίο που παραλίγο να το καταπιεί η φουρτουνιασμένη θάλασσα, ενώ όλοι οι άλλοι ήσαν τρομοκρατημένοι, τους έδειξε ένα γουρούνι που έτρωγε αμέριμνο πάνω στο κατάστρωμα και ισχυρίστηκε ότι έτσι έπρεπε να συμπεριφέρονται και οι άνθρωποι. Τρόμαξε λιγάκι μόνον όταν ένα αγριόσκυλο τον δάγκωσε άγρια, αλλά δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι είναι αδύνατο ένας άνθρωπος να αποβάλει καθετί ανθρώπινο.  

Διατηρώ το δικαίωμα του Σκεπτικισμού αναφορικά με το εάν ο αρχαίος Σκεπτικισμός μπορεί πράγματι να σώσει τον άνθρωπο από τη δυστυχία. Το βέβαιο είναι ότι Πύρρων πέθαινε στα 90 του χρόνια! Είναι άραγε αυτό μια ένδειξη;

 

Πηγή για την εικόνα:

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/a/aa/Pyrrho_in_Thomas_Stanley_History_of_Philosophy.jpg


Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Το τρίλημμα του Münchhausen

 

Μία από τις πολλές εξωφρενικές ιστορίες που διηγήθηκε ο Münchhausen είναι εκείνη στην οποία ο επινοητικός βαρόνος σώζεται από ένα τέλμα, όπου έχει πέσει μαζί με το άλογό του, τραβώντας τον εαυτό του από τα μαλλιά.

Το όνομα του περίφημου βαρόνου έδωσε ο Γερμανός φιλόσοφος Hans Albert σε ένα τρίλημμα που αλλιώς είναι γνωστό ως «τρίλημμα του Αγρίππα» και συνδέεται με τους λογικά δυνατούς τρόπους δικαιολόγησης/τεκμηρίωσης των πεποιθήσεών μας. Θα θυμάστε, εξάλλου, από προηγούμενη ανάρτηση ότι η δικαιολόγηση είναι μία από τις αναγκαίες συνθήκες της γνώσης. Από τον Πλάτωνα κιόλας ο ορισμός της γνώσης είναι ο εξής: ἀληθής δόξα μετά λόγου.

Πώς, λοιπόν, μπορούμε να δικαιολογήσουμε τις πεποιθήσεις μας; Υπάρχουν, σύμφωνα με τους φιλοσόφους, τρεις δυνατότητες. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει και μια τέταρτη: η παρατήρηση, η οποία, όμως, έπαψε να απασχολεί τη φιλοσοφία μετά την κατάρρευση του λογικού θετικισμού. Οι τρεις αυτές δυνατότητες προϋποθέτουν δικαιολόγηση των προτάσεων με βάση άλλες προτάσεις και όχι με βάση γεγονότα, επειδή αυτά ανήκουν στην πραγματικότητα και όχι στο οντολογικό επίπεδο των προτάσεων.

Η πρώτη δυνατότητα είναι να δικαιολογούμε κάθε λόγο αναζητώντας έναν νέο λόγο, «αναδρομή στο άπειρο» δημιουργώντας ένα επιχείρημα το οποίο ονομάζεται «παλινδρομικό» (regressive argument). Η μορφή του είναι: μια πρόταση Α μπορεί να στηριχτεί σε μια πρόταση Β, η οποία να στηριχτεί σε μια Γ, η οποία σε μια Δ ... επ' άπειρον (ad infinitum).

Η δεύτερη είναι, δικαιολογώντας, να οδηγηθούμε κάποια στιγμή στον λόγο από τον οποίο ξεκινήσαμε, επιχειρηματολογώντας όπως λέμε «κυκλικά» (circular argument). Η μορφή αυτού του επιχειρήματος είναι: μια πρόταση Α να στηριχτεί σε μια πρόταση Β η οποία με τη σειρά της να στηριχτεί σε μια πρόταση Γ η οποία να στηριχτεί πάλι στην πρόταση Α.

Η τρίτη είναι, κάποια στιγμή, αναζητώντας λόγους, να φτάσουμε σε έναν τελευταίο λόγο τον οποίο δεν δικαιολογούμε, οδηγούμενοι συνεπώς στον δογματισμό (dogmatic argument). Η μορφή του επιχειρήματος είναι: η πρόταση Α ισχύει επειδή ισχύει η πρόταση Β, η οποία ισχύει επειδή ισχύει η πρόταση Γ κ.λπ. μέχρι να φτάσουμε σε μια πρόταση Ν η οποία ισχύει επειδή έχει τεθεί αξιωματικά.

Στο τρίλημμα του Münchhausen οι δύο πρώτες περιπτώσεις δεν μοιάζουν ικανοποιητικές. Περισσότερες εφαρμογές έχει το δογματικό επιχείρημα, παρότι πρέπει να ομολογήσουμε ότι η επίκληση της αυθεντίας ή της κοινής αίσθησης, περιορίζει την αξίωση για επαρκή τεκμηρίωση.

Καταλήγουμε, επομένως, ότι και οι τρεις δυνατότητες δεν μας λύνουν το πρόβλημα της δικαιολόγησης. Συνεπώς, η έννοια της γνώσης παραμένει ασαφής.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/M%C3%BCnchhausen_trilemma#/media/File:Muenchhausen_Herrfurth_7_500x789.jpg


Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Το πρόβλημα της γνώσης: Gettier Problem

Τι είναι γνώση; Αυτό το ερώτημα απασχόλησε για πολλά χρόνια πολλούς φιλοσόφους. Δόθηκαν διάφορες απαντήσεις, αλλά εκείνη που είναι η πιο πλήρης μεθοδολογικά είναι αυτή η οποία περιγράφει τη γνώση με τη βοήθεια τριών όρων (οι οποίοι θεωρούνται ατομικά αναγκαίοι και συνολικά επαρκείς): πεποίθηση, αληθής και δικαιολογημένη. Αν βάλουμε τους τρεις όρους στη σειρά, θα έχουμε τον εξής ορισμό της γνώσης: δικαιολογημένη αληθής πεποίθηση. Και ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Πρώτα-πρώτα, για να γνωρίζει κάποιος πρέπει να έχει μία πεποίθηση. Γνωρίζει, ας πούμε, ότι μέσα στην ντουλάπα υπάρχει ένα καμηλό παλτό, εάν πιστεύει ότι πράγματι μέσα στην ντουλάπα υπάρχει το καμηλό παλτό που αγόρασε στις πρόσφατες εκπτώσεις. Αρκεί αυτό για να γνωρίζει με βεβαιότητα; Προφανώς όχι, αφού μπορεί να κάνει λάθος και, αντί για τη ντουλάπα, να κρέμασε το καμηλό παλτό στον καλόγερο της εισόδου. Επομένως, αν στη ντουλάπα δεν υπάρχει καμηλό παλτό, παρά την πεποίθησή του, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αυτός ο κάποιος έχει γνώση. Συνεπώς, για να γνωρίζει, πρέπει η πεποίθησή του να είναι και αληθής, δηλαδή πρέπει πράγματι να τοποθέτησε το καμηλό παλτό στην ντουλάπα και αυτό να βρίσκεται εκεί. Μήπως τώρα αυτός ο κάποιος έχει γνώση; Και πάλι η απάντηση είναι όχι. Διότι είναι πιθανόν η πεποίθησή του να είναι αληθής από τύχη. Να βρίσκεται, δηλαδή, το παλτό στην ντουλάπα, επειδή η γυναίκα του το τοποθέτησε εκεί για να μην σκονίζεται κρεμασμένο στην κρεμάστρα του υπνοδωματίου όπου εκείνος το παράτησε μετά την αγορά του. Οπότε, ο τρίτος όρος είναι η αληθής πεποίθησή του να είναι και δικαιολογημένη. Με άλλα λόγια, ο εν λόγω κύριος πρέπει να μπορεί να δικαιολογήσει την αληθή του πεποίθηση. Πρέπει να θυμηθεί ότι, μόλις επέστρεψε από τα ψώνια, κρέμασε το καινούριο του καμηλό παλτό στην ντουλάπα και το άφησε εκεί για να το φορέσει στο πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν, και να είναι βέβαιος ότι ούτε ο ίδιος ούτε κανείς άλλος το μετακίνησε.   

Και σε αυτό το σημείο κάνει την εμφάνισή του ο Αμερικανός φιλόσοφος Edmund Gettier, ο οποίος αμφισβητεί αυτόν τον κοινώς αποδεκτό ορισμό, επινοώντας κάποια παραδείγματα. “Is Justified True Belief Knowledge?” («Είναι η δικαιολογημένη αληθής πεποίθηση γνώση;»), λέγεται το τριών σελίδων δοκίμιο του 1963 στο οποίο ο Gettier εκθέτει τις αντιρρήσεις του.

Στο πιο γνωστό από αυτά ο κ. Smith και ο κ. Jones κάνουν και οι δύο αίτηση για μια δουλειά. Ο κ. Smith έχει πολλούς λόγους να πιστεύει ότι στη δουλειά θα προσληφθεί ο κ.  Jones. Είναι που ο διευθυντής έμμεσα του έδωσε να το καταλάβει. Επιπλέον, ο κ. Smith πιστεύει ότι ο αντίπαλός του έχει στην τσέπη του δέκα κέρματα. Μετά από σκέψη, ο κ. Smith συμπεραίνει ότι αυτός που θα προσληφθεί έχει στην τσέπη του δέκα κέρματα. Να, όμως, που το πράγμα στραβώνει και ο διευθυντής τελικά αποφασίζει να προσλάβει τον κ. Smith, ο οποίος -τι παράξενο!- ανακαλύπτει ότι έχει κι αυτός στην τσέπη του δέκα κέρματα. Συνεπώς, αυτός που προσλαμβάνεται έχει μεν δέκα κέρματα στην τσέπη του και η πρόβλεψη του κ. Smith βγαίνει αληθινή, όμως δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο κ. Smith γνώριζε. Έκανε απλώς μια μαντεψιά που βγήκε αληθινή.

Πώς λύνεται το πρόβλημα που έκτοτε ονομάστηκε Gettier problem;

Ένας τρόπος, που τον ακολούθησε ο Roderick Chisholm, είναι να ισχυροποιηθεί η δικαιολόγηση ώστε να αποκλειστούν περιπτώσεις σαν αυτές που περιγράφει ο Gettier. Δύσκολο εγχείρημα, αφού, αυτή η απαίτηση περιορίζει δραματικά τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι τεκμηριωμένες πεποιθήσεις μπορούν να χαρακτηριστούν γνώσεις.

Ο Alvin Goldman έχει μια άλλη πρόταση. Αυτός θεωρεί ότι πρέπει να υπάρχει κατάλληλη αιτιακή σύνδεση ανάμεσα στην πεποίθηση και στο γεγονός. Στο παράδειγμα του Gettier η πεποίθηση ότι αυτός που θα προσληφθεί έχει δέκα κέρματα στην τσέπη του δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συνδεθεί με το γεγονός ότι ο άνθρωπος που προσλήφθηκε είχε δέκα κέρματα στην τσέπη του. Λύνεται έτσι το πρόβλημα; Φαίνεται πως όχι, εφόσον ούτε μπορεί να προσδιοριστεί τι σημαίνει αιτιακή σύνδεση με κατάλληλο τρόπο ούτε όλες οι γνώσεις βασίζονται σε αιτιακές αλυσίδες (π.χ., γεγονότα που δεν συνέβησαν σε πραγματικό χρόνο).

Ακολούθησαν πολλές άλλες προτάσεις, από σπουδαίους φιλοσόφους, χωρίς να καταφέρουν να εξουδετερώσουν το παράδειγμα του Gettier. Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά; Ότι οι φιλόσοφοι έχουν ακόμη πολλή δουλειά να κάνουν εάν θέλουν να ορίσουν τη γνώση!

 

Πηγή για την εικόνα:

https://pixabay.com/el/illustrations/%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%83%CF%89%CF%81%CF%8C%CF%82-%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%83%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF-2492009/


Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

Για έναν ωραίο θάνατο: Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος


Συνηθίζουμε στην καθημερινότητά μας να μιλάμε για «ωραίο θάνατο». Όμως, ποιος θάνατος μπορεί να είναι ωραίος; Ή μάλλον … μπορεί ο θάνατος να είναι ωραίος; Δύσκολη η απάντηση. Τουλάχιστον, ίσως μπορεί ο θάνατος να μην είναι και τόσο άσχημος.

Ο Εμπεδοκλής, ένας από τους σημαντικότερους Προσωκρατικούς φιλοσόφους, έδειξε τι πραγματικά σημαίνει ένας άσχημος -όμως, εξόχως θεαματικός- θάνατος.

Ο Εμπεδοκλής, λοιπόν, ο Ακραγαντίνος εισηγήθηκε τέσσερα κοσμογονικά ριζώματα: γη, νερό, φωτιά και αέρας, τα οποία ενώνονται και χωρίζονται με την επενέργεια δύο αντιθετικών δυνάμεων που τις ονομάζει φιλότης (=συμφιλίωση) και του νεῖκος (=διαμάχη). Το έμμετρο φιλοσοφικό του έργο ήταν υψηλότατης ποιότητας και στον ίδιο τον φιλόσοφο αποδίδονταν μεγάλες τιμές. Κυκλοφορούσαν, επίσης, πολλές ιστορίες περί μετενσάρκωσής του. Ο Εμπεδοκλής είχε μάλλον πάρει στα σοβαρά τους μύθους γύρω από τον εαυτό του, αφού φαινόταν να πιστεύει πως ήταν πεπτωκώς θεός που θα ξανάβρισκε, ωστόσο, κάποτε, μετά από πολλούς κύκλους, την αρχική θεϊκή του φύση.

Ως άνθρωπος ήταν ταπεινός (δεν συμφωνούν βέβαια όλοι σ’ αυτό) και οι υπερβολές στον δημόσιο βίο του δεν ήσαν τεκμήρια κακού χαρακτήρα, αλλά οφείλονταν πιθανότατα στην ειλικρινή του πίστη πως ήταν πλάσμα εξαιρετικό. Κυκλοφορούσε πορφυροντυμένος, με χρυσό ζωνάρι, μπρούτζινα σανδάλια (αυτό ήταν το σημαντικότερο αξεσουάρ του και θα μάθετε πιο κάτω γιατί) και δάφνινο στεφάνι. Τον φρόντιζαν πρόθυμοι νεαροί οι οποίοι τον ακολουθούσαν παντού. Τα πυκνά του μαλλιά ανέμιζαν καθώς περπατούσε.

Και ιδού τώρα πώς τερματίστηκε αυτή η χαρισάμενη ζωή. Ο Εμπεδοκλής, που πίστευε ότι θάνατος επέρχεται όταν το αίμα χάσει τη θερμότητά του, αποφάσισε και να εξακριβώσει την ορθότητα αυτής της άποψης, αλλά και να αποδείξει τη θεϊκή του φύση. Θέλοντας, λοιπόν, να πετύχει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, ντύθηκε με τα καλά του ρούχα και ρίχτηκε από μόνος του στο ηφαίστειο της Αίτνας. Κι έτσι αποδείχτηκε περίτρανα ότι ούτε η ζέστη είναι φορέας της ζωής ούτε εκείνος αθάνατος. Το ηφαίστειο τι σκανδαλώδες!- άφησε άθικτο και έφτυσε στην πλαγιά μόνον το ένα από τα μπρούτζινα σανδάλια του.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον περιέλαβε και ο Λουκιανός στους Νεκρικούς διαλόγους του, παρουσιάζοντας τον να κατεβαίνει μισοκαμένος στον Άδη για να λουστεί τις προσβολές του Μένιππου που τον κατηγορεί για ματαιοδοξία και έπαρση.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Empedocles_in_Thomas_Stanley_History_of_Philosophy.jpg


Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

Αναδιανέμοντας τον πλούτο: η περίπτωση του Robin Hood

 

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μεγαλώσει με τον μύθο του Robin Hood. Δηλαδή, με τον μύθο ενός ευγενούς παράνομου, ο οποίος ζούσε στο δάσος Sherwood στο Nottingham και ο οποίος, μαζί με τους πρόσχαρους συντρόφους του, άρπαζε χρήματα από τους πλούσιους και τα μοίραζε στους φτωχούς. Δεν θέλω να καταστρέψω τη ρομαντική ιδέα που έχουμε για τον γεροδεμένο νεαρό, συνδεδεμένο στο μυαλό μας με το παρουσιαστικό του Errol Flynn, του Kevin Costner, του Sean Connery, του Russell Crowe και πολλών άλλων γοητευτικών χολιγουντιανών αρσενικών. Το ζήτημα, όμως, που με ενδιαφέρει είναι εάν, με βάση τις ηθικές θεωρίες που έχουν διατυπωθεί, ο Robin είχε το δικαίωμα να κάνει αναδιανομή πλούτου.

Καμία αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου δεν είναι επιτρεπτή, θα υποδείκνυαν οι φιλελεύθεροι, αυτοί που στην μεν Ευρώπη ονομάζονται liberals, στις δε Ηνωμένες Πολιτείες libertarians. Το να υποστηρίζονται οι φτωχοί από τους εύπορους είναι προφανώς επιθυμητό. Όμως, το αν θα το κάνουν είναι μια πρωτοβουλία για την οποία πρέπει να αποφασίζει το ίδιο το άτομο. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να την επιβάλουμε, εφόσον καθένας έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί με όποιον τρόπο θέλει όσα κατέχει. Σε αυτήν τη λογική, ο πατριάρχης του φιλελευθερισμού, ο Friedrich Hayek, τονίζει ότι η προσπάθεια να επιτύχουμε οικονομική ισότητα μπορεί να είναι θεάρεστη, αλλά κοινωνικά είναι καταστροφική και καταπιεστική.

Κι ακόμα περισσότερο: αυτήν την αναδιανομή δεν έχει δικαίωμα να την επιχειρεί ούτε το κράτος. Με απλά λόγια, το κράτος δεν μπορεί να υποχρεώνει τους εύπορους να χρηματοδοτούν τη στέγη, την ιατρική περίθαλψη ή την εκπαίδευση των απόρων. Εάν το κάνει, για παράδειγμα μέσω της φορολογίας, τότε το κράτος απλούστατα κλέβει, και μάλιστα χωρίς καν να είναι τόσο χαριτωμένο όσο ο Robin Hood. Ο Milton Friedman, ο άλλος γκουρού του φιλελευθερισμού, υποστηρίζει ότι πολλές κρατικές δραστηριότητες, που αποσκοπούν στην οικονομική εξίσωση των ανθρώπων, αποτελούν ωμές παραβιάσεις των ατομικών δικαιωμάτων όσων υποχρεώνονται να συνεισφέρουν σε αυτό το εγχείρημα δίχως να το έχουν ελεύθερα επιλέξει.

Ο Robert Nozick, τέλος, ακόμα πιο προωθημένα, υποστηρίζει ότι το κράτος καλύτερα να μην κάνει τίποτα και ότι πολύ πιο ωφέλιμο είναι να έχουμε ένα κράτος όσο γίνεται πιο περιορισμένο, με αρμοδιότητα μόνον την επιβολή των συμβολαίων και την προστασία των ανθρώπων από τη βία, την κλοπή και την απάτη. Η παρέμβασή του σε οποιονδήποτε άλλο τομέα απλούστατα δεν είναι νόμιμη. Επιπλέον, ισχυρίζεται ο Nozick, πρέπει να απαλλαγούμε από την αντίληψη ότι η ανισότητα των πόρων είναι άδικη και ότι οι πλούσιοι βαρύνονται με κάποιο είδος ενοχής, αρκεί να ισχύει μία κρίσιμη προϋπόθεση: να έχουν νομίμως αποκτήσει τα αγαθά τους. Και θα μπορούσε να δεχτεί τη φορολογία ως επανορθωτική για αδικίες που διαπράχθηκαν στην προσπάθεια απόκτησης περιουσίας, σε καμία περίπτωση, όμως, ως αναδιανεμητική για την εξασφάλιση μεγαλύτερης ισότητας.

Μετά από όλα αυτά, καταλήγουμε υποχρεωτικά στο συμπέρασμα ότι η ζωή είναι πιο πολύπλοκη από τη μυθοπλασία και ότι ο Robin Hood είναι –θα το πω ωμά- ένα κοινός λωποδύτης. Κι αυτό επειδή η φιλανθρωπία του δεν είναι ατομική, αλλά λειτουργεί οργανωμένα και συστημικά, σε μια προσπάθεια να υποκαταστήσει την κρατική αναδιανομή.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BD_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94%CE%B1%CF%83%CF%8E%CE%BD#/media/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Robin_shoots_with_sir_Guy_by_Louis_Rhead_1912.png


Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2021

Η "boo-hurrah" ηθική θεωρία

 

«Είναι κακό να κλέβεις χρήματα». Φαντάζομαι θεωρείτε ότι αυτή η ηθική δήλωση έχει νόημα. Θα μπορούσατε να υποστηρίξετε ότι διατυπώνετε με αυτά τα λόγια μια αντικειμενική αλήθεια, μια αλήθεια την οποία συμμερίζονται και πολλοί άλλοι άνθρωποι.

Δεν θα συμφωνούσαν, όμως, μαζί σας οι ηθικοί φιλόσοφοι που συνηθίζουμε να τους ονομάζουμε υποκειμενιστές. Οι αξίες, θα σας έλεγαν, δεν βρίσκονται «κάπου εκεί έξω» στον κόσμο, δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από τους ανθρώπους που τις παραδέχονται. Επιπλέον, κοιτάξτε γύρω σας πόσες διαφωνίες υπάρχουν, μέσα στο ίδιο ή σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια, για τις ηθικές αξίες. Μπορείτε να διαβεβαιώσετε ότι υπάρχουν ηθικές αξίες με αντικειμενικό και παγκόσμιο κύρος; Όχι, βέβαια.

Γι’ αυτό, μην γελιέστε. Η φράση «είναι κακό να κλέβεις χρήματα» δεν είναι ούτε αληθής, ούτε αναληθής, επειδή της λείπουν δύο χαρακτηριστικά: α) δεν είναι εξ ορισμού αληθής και β) δεν είναι εμπειρικά επαληθεύσιμη. Ως εκ τούτου, η φράση είναι άνευ νοήματος (α-νόητη). Δεν δηλώνει ένα αντικειμενικό ηθικό γεγονός, αλλά είναι μια έκφραση συναισθηματική, συγκινησιακή. Είναι σαν να λέτε: «Μην κλέβεις χρήματα!!!». Με αυτήν τη φράση, που συνοδεύεται από τα τρία θαυμαστικά, δεν προσπαθείτε να εξετάσετε αντικειμενικά την ηθικότητα της κλοπής, εκφράζετε απλώς την ηθική σας αποδοκιμασία απέναντί της. Το συναίσθημά σας είναι που εκφράζει ό,τι νιώθετε για τη συγκεκριμένη πράξη, ενώ δεν μπορείτε στην ίδια την πράξη να ανακαλύψετε αμαρτία ή ανηθικότητα. Το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις άλλες πράξεις τις οποίες εξετάζει η ηθική. Αντικειμενικά ηθικά γεγονότα δεν υπάρχουν, λένε οι υποκειμενιστές. Επομένως, σε διλημματικές ηθικές περιπτώσεις, δεν μπορούμε να καταλήξουμε ποιο στρατόπεδο έχει δίκιο. Όλα τα επιχειρήματα που διατυπώνονται είναι στην πραγματικότητα ένας εκλεπτυσμένος τρόπος για να εκφραστεί η επιδοκιμασία ή η αποδοκιμασία μας. Εμείς νομίζουμε ότι επιχειρηματολογούμε, ενώ το μόνο που κάνουμε είναι να αναφωνούμε είτε «κάτω!» (“boo”) είτε «ζήτω!» (“hurrah”). Γι’ αυτό, αυτή η ηθική θεωρία ονομάζεται “boo-hurrah theory” («κάτω-ζήτω θεωρία»).

Ο Σκωτσέζος εμπειριστής φιλόσοφος David Hume και η άποψή του ότι η «συμπάθεια» (δηλαδή, η ικανότητα να μοιραζόμαστε με τους άλλους τα συναισθήματα της ευτυχίας ή της δυστυχίας), και όχι η λογική, προσφέρει το κίνητρο για τις ηθικές μας πράξεις, είναι η βάση του υποκειμενισμού στην ηθική. Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ο Άγγλος Sir Alfred Jules “Freddie” Ayer, φιλόσοφος και πράκτορας της MI6, επανέρχεται και επεκτείνει αυτήν την αντίληψη στο έργο του Language, Truth and Logic (Γλώσσα, αλήθεια και λογική) και έτσι γίνεται ο εισηγητής του συγκινησιασμού στην ηθική.

Η θεωρία του υποκειμενισμού ή συγκινησιασμού πέφτει, όμως, στην ίδια παγίδα που έστησε για τις άλλες θεωρίες. Πώς είναι βέβαιο ότι είναι εξ ορισμού αληθής; Ποια εμπειρική παρατήρηση θα μπορούσε να την επαληθεύσει ή ανασκευάσει; 

 

Πηγή για την εικόνα:

Φωτογραφία από <a href="https://pixabay.com/el/users/clker-free-vector-images-3736/?utm_source=link-attribution&amp;utm_medium=referral&amp;utm_campaign=image&amp;utm_content=310474">Clker-Free-Vector-Images</a> από το <a href="https://pixabay.com/el/?utm_source=link-attribution&amp;utm_medium=referral&amp;utm_campaign=image&amp;utm_content=310474">Pixabay</a>


Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

Τα διλήμματα του Robert E. Lee

 

Ο Robert E. Lee ήταν αρχιστράτηγος του συνομοσπονδιακού στρατού (Confederate States Army), ο οποίος συγκροτήθηκε από τους Νότιους προκειμένου να αντιμετωπίσουν, στη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφύλιου Πόλεμου, τον ορμητικά επερχόμενο στρατό των Yankees με επικεφαλής τον William Sherman.

Συνοπτικά, τα γεγονότα είναι τα εξής: λίγο πριν από την εκλογή του Προέδρου Abraham Lincoln, οι νότιες πολιτείες, εύρωστες οικονομικά με τις μεγάλες φυτείες βαμβακιού και τους πολλούς μαύρους δούλους, απαίτησαν την απόσχισή τους από την Ένωση. Ο Βορράς, πυκνοκατοικημένος και βιομηχανικός, ανταπάντησε με πόλεμο. Φυσικά, οι λόγοι της σύγκρουσης δεν ήσαν μόνον οικονομικοί. Ήσαν και πολιτικοί και σχετίζονταν με τον βαθμό εξάρτησης των πολιτειών από την κεντρική εξουσία, με το μέγεθος και την έκταση της δύναμής της, δεδομένου ότι αυτή διαχειριζόταν τη φορολογία.

Την περίοδο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ο Lincoln ζήτησε από τον Lee, ο οποίος ήταν τότε αξιωματικός του στρατού της Ένωσης και πολέμιος της δουλείας, να ηγηθεί των δυνάμεων της Ένωσης. Ο Lee αρνήθηκε, θεωρώντας ότι, παρά την πίστη του στην Ένωση και παρά τις πεποιθήσεις του περί δουλείας, ήταν υποχρεωμένος να υπηρετήσει την πολιτεία της Virginia και να μην «υψώσει το χέρι του ενάντια στους συγγενείς, στα παιδιά και στο σπίτι του». Δεν σταμάτησε όμως εκεί. Όπως έγραψα στην αρχή, ηγήθηκε κιόλας του στρατού των Νοτίων και πολέμησε γενναιότατα για μια υπόθεση που δεν την πίστευε. Πολέμησε, μεταξύ των άλλων, και για τη διατήρηση της δουλείας, την οποία υποστήριζε ο Νότος, όχι όμως και ο ίδιος.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν σε ηθικό επίπεδο είναι πολλά. Πρέπει να θαυμάζουμε ή όχι τον Lee για την πίστη του στη Virginia; Έχει άραγε η πίστη στην κοινότητα ηθική βαρύτητα; Μήπως πρέπει (ή δεν πρέπει) να τον κατηγορήσουμε, καθώς πολέμησε για μια άδικη υπόθεση όπως είναι η δουλεία;

Τα ερωτηματικά δεν θα πάψουν να μας βασανίζουν. Ούτε θα πάψουν να συζητούνται.

Το συμπέρασμα, πάντως, που εξάγεται από την περίπτωση Lee είναι ότι καθένας μας στη ζωή του αντιμετωπίζει συγκρουόμενα βάρη και ανταγωνιστικές απαιτήσεις. Υποχρεώνεται, λοιπόν, να επιλέξει. Μάλλον όχι με γενικούς, αφηρημένους κανόνες, αλλά με αρχές που σχετίζονται με τη συγκρότηση του χαρακτήρα του. Ενδεχομένως αυτές οι διλημματικές συνθήκες είναι αυτές που χτίζουν τον χαρακτήρα του.

Ο Lee, παρά τις προσπάθειες και τη γενναιότητά του, ηττήθηκε από τον ιδιοφυή στρατηγό των Βορείων William Sherman. Ο Lee υπέγραψε την παράδοση των Νοτίων στις 26 Απριλίου 1865.   

 

Πηγή για την εικόνα:  

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:American_Civil_War_Montage_2.jpg


Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2021

Είναι δίκαιη η ζωή;

 

Είναι δίκαιη η ζωή; Σε αυτό το ερώτημα ο σπουδαίος Αμερικανός οικονομολόγος Milton Friedman απαντά «όχι», προσθέτοντας ότι, αντί να γκρινιάζουμε για την αδικία, είναι σκόπιμο να παραδεχτούμε ότι επωφελούμαστε από αυτήν. Επιχειρηματολογεί, μάλιστα, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του Cassius Clay, γνωστότερου με το όνομα Muhammad Ali. Ο Friedman, φλογερός θαυμαστής του laissez-faire και απολύτως επικριτικός στις εξισωτικές ιδέες, παραδέχεται, ωστόσο, ότι δεν είναι δίκαιο έναντι όλων των υπόλοιπων το ότι ο Muhammad Ali γεννήθηκε με την ικανότητα εκείνη που του επέτρεψε να γίνει μεγάλος πυγμάχος. Επιπλέον, ο Cassius Clay κέρδιζε σε μια νύχτα εκατομμύρια δολάρια, πολλά περισσότερα από όσα μπορεί να κερδίσει για τον ίδιο χρόνο εργασίας ένας λιμενεργάτης. Θα το λέγαμε αυτό δίκαιο; Αν η πρώτη απάντηση που σας έρχεται στο μυαλό είναι «όχι», ίσως θα συμφωνούσα μαζί σας, μόνο που πρέπει να σκεφτείτε και κάτι ακόμα: θα θεωρούσατε δίκαιο αν, στο όνομα ενός αφηρημένου ιδεώδους δικαιοσύνης, απαγορεύαμε στον Cassius Clay να αγωνίζεται και να κερδίζει εκατομμύρια δολάρια, στερώντας όμως έτσι από τους ανθρώπους την απόλαυση να τον παρακολουθούν;

Μήπως, λοιπόν, εάν εξαλείφαμε αυτό που στην αρχή θεωρήσαμε ως αδικία (το ξεχωριστό χάρισμα του Cassius Clay που του εξασφάλιζε κέρδος εκατομμυρίων), διαπράτταμε μια άλλη αδικία απέναντι τους οπαδούς του; Μα, θα μου πείτε, θα μπορούσαμε να υποχρεώσουμε τον Cassius Clay να αγωνίζεται με αμοιβή ίση προς εκείνη του λιμενεργάτη, διασώζοντας έτσι και την απόλαυση των ανθρώπων. Ποιος, όμως, θα υποστήριζε στα σοβαρά ότι η αγωνιστική δεινότητα του Cassius Clay θα ήταν ίδια αν οι απολαβές του ήσαν τόσο πενιχρές;

Εν τέλει, δεν είναι η οικονομία της ελεύθερης αγοράς που καθορίζει την αξία των αγαθών; Μπορείτε να επεκτείνετε το παράδειγμα και σε άλλες κατηγορίες ταλαντούχων ανθρώπων: τραγουδιστών, ηθοποιών κ.λπ.. Μπορείτε να το επεκτείνετε και σε διάφορες κατηγορίες, κατά γενική ομολογία «άχρηστων», αγαθών. Πιστεύετε πως είναι άδικο να αγοράζονται, παρόλο που καλύπτουν τις, έστω και «φανταστικές» ανάγκες των ανθρώπων; Μήπως θα έπρεπε να υπάρχουν συστάσεις ή επιβολή (από μια αδιευκρίνιστη κρατική ή ιδιωτική αυθεντία) για το τι αξίζει να αγοράζουμε; Δεν σας περνάει από το μυαλό ότι κάτι τέτοιο, όπου έχει συμβεί, συνδέεται με αυταρχικότητα και ολοκληρωτισμό;

Πάντως, ο  Milton Friedman, στο βιβλίο του με τίτλο Free to Choose (Ελεύθεροι να διαλέγουμε), το οποίο έγραψε μαζί με τη σύζυγό του, υπερασπίζεται με πάθος την ελεύθερη αγορά. Το βιβλίο του κυκλοφόρησε στην Αμερική το 1980, όταν υποψήφιος για την προεδρία ήταν ο Ronald Reagan. Έτσι κι αλλιώς, ο Milton Friedman εκτιμούσε ιδιαιτέρως την οικονομική πολιτική του προεδρικού υποψήφιου και μετέπειτα Προέδρου.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/Muhammad_Ali#/media/File:Zbigniew_Pietrzykowski_and_Muhammad_Ali_1960.jpg


Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

George Berkeley: κλωτσώντας μια πέτρα

 

“Esse est percipi” («η ύπαρξη είναι αντίληψη»). Αυτή η φράση, της οποίας η πατρότητα ανήκει στον George Berkeley, Ιρλανδό φιλόσοφο και Επίσκοπο του Cloyne που έζησε τον 18ο αιώνα, είναι ένα από τα διασημότερα φιλοσοφικά αποφθέγματα.

Ο Berkeley ήταν ιδεαλιστής. Πίστευε, δηλαδή, ότι υλικά πράγματα δεν υπάρχουν. Υπάρχουν μόνο σύνολα ιδεών που τα αντιλαμβανόμαστε με τον νου. Ένα αντικείμενο είναι ένα τέτοιο σύνολο ιδεών, δικών μου και των άλλων. Αν κανείς δεν βλέπει ή δεν ακούει τα αντικείμενα, τότε αυτά παύουν να υπάρχουν, εφόσον δεν είναι παρά οι ιδέες που έχουμε γι’ αυτά. Να, λοιπόν, γιατί η ύπαρξη είναι αντίληψη.

Αυτή η θέση του Berkeley έρχεται σε πλήρη αντίθεση με ό,τι πιστεύουμε οι περισσότεροι άνθρωποι, έρχεται σε αντίθεση με την κοινή λογική. Οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι ο κόσμος υπάρχει πραγματικά και δεν υπάρχει απλώς στο μυαλό μας. Με άλλα λόγια, ό,τι υπάρχει εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα κι όταν εμείς δεν είμαστε εκεί για να πιστοποιούμε την ύπαρξή του. Ένα δέντρο που πέφτει στο δάσος κάνει θόρυβο ακόμα κι όταν κανείς δεν υπάρχει εκεί για να το ακούσει. Η κάμαρά μας μένει στη θέση της ακόμα κι όταν εμείς κλείνουμε την πόρτα της πίσω μας. Το φως του ψυγείου σβήνει παρότι εμείς δεν βλέπουμε ότι αυτό πράγματι συμβαίνει. Η σοκολάτα που έχω ακουμπισμένη στο γραφείο μου παύει να υπάρχει μόνο αν την φάω κι όχι όταν απλώς βγω από το δωμάτιο και δεν μπορώ πλέον να την δω.

Όταν ο πολύς Samuel Johnson ρωτήθηκε τι πιστεύει για τη θεωρία του Berkeley, τι νομίζετε ότι έκανε; Κλώτσησε μια μεγάλη πέτρα και είπε ειρωνικά: «αρνούμαι ό,τι έγινε», τρίβοντας συγχρόνως το πόδι του που τον πέθαινε από τον πόνο! Όμως, ο Berkeley, που δεν ήταν καθόλου ανόητος και γι’ αυτό παραδεχόταν την εμπειρία, θα μπορούσε να απαντήσει: «ο πόνος που προκάλεσε η πέτρα στο πόδι του δόκτορα Johnson αποδεικνύει μόνον την ύπαρξη της ιδέας μιας σκληρής πέτρας, όχι την ύπαρξη των υλικών αντικειμένων». Πραγματική πέτρα που να προκαλεί πόνο στο πόδι μας δεν υπάρχει, υπάρχει απλώς μια αίσθηση πόνου που έχουμε.

Παρέμενε, όμως, ακόμα ένα πρόβλημα που έπρεπε να λύσει ο ιδιόρρυθμος αυτός Επίσκοπος. Είναι δυνατόν τα αντικείμενα να εισέρχονται και να εξέρχονται συνεχώς από την εμπειρία μας; Είναι, δηλαδή, δυνατόν, ένα δέντρο να πέφτει με θόρυβο όταν είμαστε παρόντες και εντελώς αθόρυβα όταν απουσιάζουμε; Μια κάμαρα ή μια σοκολάτα να βρίσκονται στη θέση τους όταν είμαστε εκεί και να εξαφανίζονται όταν χάνονται από τα μάτια μας; Ο Berkeley το σκέφτηκε καλά και κατέληξε ότι ποτέ τα αντικείμενα δεν μένουν χωρίς κάποιον να τα παρακολουθεί. Συνεπώς, αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν χωρίς διακοπή. Ποιος είναι αυτός ο κάποιος που έχει τα μάτια του πάντοτε στραμμένα προς τα αντικείμενα; Μα φυσικά, ο Θεός. Ο Θεός κάνει αντικειμενικά όλα τα σύνολα ιδεών που εμείς οι άνθρωποι ονομάζουμε πράγματα.

Κι ενώ ο Berkeley απέτυχε να πραγματοποιήσει το όνειρό του και να ιδρύσει ένα Κολέγιο στο νησί των Βερμούδων για την εκπαίδευση δημόσιων λειτουργών και ιεραποστόλων, ωστόσο, μετά τον θάνατό του, το διασημότερο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών πήρε το όνομα του: το Berkeley στην Καλιφόρνια!

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:John_Smibert_-_Bishop_George_Berkeley_-_Google_Art_Project.jpg


Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2020

Το δικράνι του Hume

 

Το δικράνι, όπως ξέρετε, έχετε δύο ωραιότατα μυτερά δόντια. Ένα καλό δικράνι πρέπει να μπορεί να καρφώσει και με τα δύο του αυτά δόντια. Τι να καρφώσει; Μα … προτάσεις! Γιατί να τις καρφώσει; Διότι αυτός είναι ένας αξιόπιστος τρόπος για να ξέρουμε αν οι ισχυρισμοί τους είναι αληθείς ή αναληθείς και, επομένως, αν η πρόταση θα διασωθεί ή θα καταλήξει στον σκουπιδοτενεκέ.

Το πρώτο δόντι πρέπει να μπορεί να καρφώσει τις προτάσεις που ονομάζουμε αναλυτικές. Οι προτάσεις αυτές βασίζονται στη Λογική, είναι κυρίως οι μαθηματικές και είναι αυτοαναφορικές, δηλαδή δεν εξαρτώνται από τίποτα το οποίο υπάρχει στο σύμπαν. Υπ’ αυτήν την έννοια, αυτές οι προτάσεις περιγράφουν στην ουσία σχέσεις μεταξύ ιδεών. Μια τέτοια πρόταση είναι, για παράδειγμα, το «1+1=2». Κι αυτό, επειδή ο ανθρώπινος νους αναγνωρίζει ότι η ιδέα «2» αντιστοιχεί με την ιδέα «1+1» και, συνεπώς, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πρόταση «1+1=2» είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση βέβαιη. Γενικά μιλώντας, οι αναλυτικές προτάσεις είτε είναι ταυτολογικές, του τύπου το χ είναι χ, είτε είναι αντιφατικές, του τύπου το χ δεν είναι χ.

Το δεύτερο δόντι πρέπει να μπορεί να καρφώσει τις προτάσεις που ονομάζουμε συνθετικές. Δηλαδή, τις προτάσεις που περιγράφουν γεγονότα και οι οποίες θεωρούνται αληθείς με βάση τα τεκμήρια που μας παρέχουν οι αισθήσεις μας ή οι εμπειρίες μας. Το μεγαλύτερο μέρος της σκέψης ή της ομιλίας μας αποτελείται από τέτοιες προτάσεις. «Οι Βρυξέλλες είναι η πρωτεύουσα του Βελγίου», «το χιόνι είναι λευκό», «το καινούριο μου φόρεμα είναι στην ντουλάπα» κ.λπ.. Μπορούν αυτές οι προτάσεις να αποδειχθούν με βεβαιότητα; Όχι. Διότι, ακόμα κι αν τις απορρίψουμε, δεν δημιουργείται καμία αντίφαση. Μπορώ να σκεφτώ ότι το καινούριο φόρεμά μου είναι πράγματι στην ντουλάπα, αλλά εξίσου μπορώ να σκεφτώ ότι δεν είναι. Πώς ξέρω αν μια τέτοια πρόταση είναι βέβαιη; Όχι συσχετίζοντας ιδέες, αλλά απλούστατα ανοίγοντας την ντουλάπα μου και υπό την προϋπόθεση ότι εμπιστεύομαι τα μάτια μου που μου λένε ότι το καινούριο μου φόρεμα είναι εκεί. Επομένως, κάθε συνθετική πρόταση είναι είτε αληθής, όταν περιγράφει ορθά μια κατάσταση στον εμπειρικό κόσμο, είτε αναληθής, αν δεν περιγράφει ορθά μια κατάσταση στον εμπειρικό κόσμο.   

Ο Σκωτσέζος φιλόσοφος David Hume υποστήριξε ότι μόνον αυτές οι δύο κατηγορίες προτάσεων, δηλαδή οι αναλυτικές και οι συνθετικές, έχουν νόημα. Όλες οι άλλες είναι απλώς α-νόητες. Επομένως, αν μια πρόταση δεν μπορεί να την καρφώσει ούτε το ένα ούτε το άλλο δόντι του δικρανιού, αν δηλαδή δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι: α) ταυτολογία ή αντίφαση και β) εμπειρικά αληθής ή αναληθής, τότε πρόκειται απλούστατα για ανοησία, για σοφιστεία και ψευδαίσθηση, οπότε χάνουμε την ώρα μας όταν ασχολούμαστε με αυτήν.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:DavidHume.jpg


Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

Όταν ο Immanuel Kant συνάντησε τον David Hume

 

Ο σπουδαίος Γερμανός φιλόσοφος Immanuel Kant ήταν ένας άνθρωπος με πολύ απλές συνήθειες. Σε αντίθεση με τις εκκεντρικότητες πολλών άλλων φιλοσόφων, εκείνος ζούσε μια ζωή ήσυχη, της οποίας τη ρουτίνα για κανένα λόγο δεν διατάρασσε.

Γεννήθηκε και έζησε ολόκληρη τη ζωή του στο Königsberg της Ανατολικής Πρωσίας, απ’ όπου ουδέποτε απομακρύνθηκε περισσότερο από 15 χιλιόμετρα. Κάθε απόγευμα, την ίδια πάντοτε ώρα, διέκοπτε τη μελέτη του και έβγαινε για έναν περίπατο. Μόνο μία φορά εγκατέλειψε αυτή την υγιεινή του συνήθεια: όταν έφτασε στα χέρια του ένα αντίτυπο από το έργο Treatise of Human Nature (Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση) του David Hume, στο οποίο ο Σκωτσέζος φιλόσοφος, σε μάλλον δυσνόητο και επιτηδευμένο ύφος, επιχειρεί να εισαγάγει την εμπειρική μέθοδο αιτιολόγησης στα ηθικά ζητήματα, ενώνοντας έτσι τη φυσική με την ηθική φιλοσοφία, τη γνώση με την πράξη.

Ο ίδιος ο Hume παραδέχτηκε ότι το πρώτο αυτό φιλοσοφικό του εγχείρημα δεν ήταν ιδιαιτέρως επιτυχημένο. «Το βιβλίο βγήκε θνησιγενές από το τυπογραφείο», έγραψε. Και η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε ήταν εξόχως χλιαρή. Κανένα ενδιαφέρον δεν προκάλεσε, κι ακόμα περισσότερο καμία αντιπαράθεση. 

Φαίνεται πως μόνον ο  Kant μπόρεσε να διακρίνει τις αρετές του έργου και την πρωτοτυπία του φιλοσοφικού συστήματος του Hume. Απορροφήθηκε, μάλιστα, τόσο πολύ από τη μελέτη του που εκείνο το απόγευμα δεν το κούνησε από το σπίτι του. Όσο για τον Hume, σε όλη την υπόλοιπη ζωή του και σε όλα τα μεταγενέστερα έργα του, επαναδιατύπωνε, με τρόπο απλούστερο και πιο ελκυστικό, εκείνες τις ιδέες που είχε αναπτύξει στο πρώτο του έργο.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:A_Treatise_of_Human_Nature_by_David_Hume.jpg


Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2020

Mary Shelley, Frankenstein


Το βιβλίο της Mary Shelley Frankenstein, or the Modern Prometheus (Φρανκενστάιν ή ο σύγχρονος Προμηθέας), που γράφτηκε υπό τις συνθήκες που παρουσίασα σε προηγούμενη ανάρτηση και εκδόθηκε ανώνυμα το 1818, θα μπορούσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη να το κατατάξουμε στην κατηγορία του «υψηλού».

Πρώτα απ’ όλα  το κεντρικό θέμα του είναι υψηλό: ένα νεαρός, παθιασμένος με την επιστήμη, δημιουργεί ένα τερατώδες έλλογο ον, το οποίο στη συνέχεια επιχειρεί να καταστρέψει, μόλις αντιλαμβάνεται πόσο επίφοβο και επικίνδυνο για τον ίδιο αλλά και για την κοινωνία είναι το δημιούργημά του.

Στο πλαίσιο αυτής της αφηγηματικής γραμμής ξεπηδούν ένα σωρό άλλα μείζονα και περίπλοκα θέματα. Ο νεαρός Frankenstein που κυριολεκτικά πουλάει την ψυχή του στον διάβολο για την απαγορευμένη και ανόσια γνώση. Τα όρια της επιστήμης και η ευθύνη όποιου την υπηρετεί. Η σχέση του δημιουργού με το δημιούργημά του. Ποιος από τους δύο ελέγχει τη συμπεριφορά του άλλου; Ποιος δικαιώνεται στους εκτεταμένους μονολόγους που ανταλλάσσουν; Πόσο ανθρώπινο είναι το πλάσμα που τόσο φρικτά δημιουργήθηκε από μέλη περισυλλεγμένα από τάφους και οστεοφυλάκια; Ποια είναι η ταυτότητά του (αν έχει κάποια); Πόσο διαφορετικός είναι ο δημιουργός από το δημιούργημά του; Μήπως ο ένας είναι Doppelgänger (σωσίας) του άλλου; Πώς εξηγείται η περιφρόνηση του δημιουργού για το δημιούργημά του; Πώς εξηγείται η σταθερή, σχεδόν εμμονική, προσήλωση του τέρατος στον δημιουργό του; Πώς το καλό και αγαθό μπορούν να γίνουν τα αντίθετά τους; Πώς ο ιδεαλισμός και ο ρομαντισμός μπορούν να μετατραπούν σε ανοσιότητα και φρίκη; Πώς η ανιδιοτέλεια και ο μεσσιανισμός μπορούν να γίνουν βεβήλωση και εφιάλτης; Ποιον κίνδυνο γεννάει η προμηθεϊκή «στάση» και η απόσταση από τον κόσμο; Ποια είναι η στιγμή της πτώσης και πότε ο παράδεισος έχει πλέον απολεσθεί; Ποιος, στο τέλος της παρτίδας, είναι ο άμεμπτος και ποιος ο πεπτωκώς;

Ο Boris Karloff ως Frankenstein
στην ταινία The Bride of Frankenstein (1935)

Τι είναι ο Frankenstein της δεκαεννιάχρονης Mary Shelley; Είναι απλώς μια μυθοπλασία που συνδυάζει στοιχεία γοτθικού και ρομαντικού μυθιστορήματος και εκμεταλλεύεται την τεχνική της αφήγησης μέσα στην αφήγηση, και μάλιστα σε επιστολική μορφή; Ή είναι ένας παραισθητικός άχρονος μύθος, που, πέρα από κατασκευαστικά τεχνάσματα και χαρακτηριστικά ρεύματος και είδους, ξεχωρίζει, επειδή συναντιέται με τις ανομολόγητες επιθυμίες και τους βαθύτερους φόβους μας; Ή, ίσως, είναι μια τραγική παρωδία με δύναμη να οραματίζεται και να προβλέπει το μέλλον;

Σήμερα, το όνομα Frankenstein έχει ξεκολλήσει από το μυθιστορηματικό του πλαίσιο και έχει βρει μια θέση στη συλλογική μας πολιτισμική συνείδηση. Όταν το χρησιμοποιούμε, αναφερόμαστε σε κάτι αφύσικο, τερατώδες, φρικιαστικό. Να σας προλάβω. Frankenstein, στο μυθιστόρημα, δεν είναι το όνομα του δύσμορφου πλάσματος, αλλά το όνομα του δημιουργού του.  Έτσι κι αλλιώς, το έργο δεν έχει χαρακτήρες, όπως έχουμε συνηθίσει να τους βρίσκουμε σε άλλα μυθιστορήματα. Έχει μόνον τις φωνές τους. Ούτε καν έχει σκηνικό, παρότι οι περιγραφές της ελβετικής κοιλάδας και των αρκτικών πάγων είναι άκρως ποιητικές και μεγαλοπρεπείς. Έχει μόνον τις αντανακλάσεις του στην ψυχή και στη διάθεση των ηρώων.

Μοιάζει σαν ένα μοναδικό ερώτημα να απασχολεί τη συγγραφέα, καθώς ξεδιπλώνει την αποτρόπαια ιστορία: ποιος από τους δύο, ο Frankenstein ή το «αβάπτιστο» πλάσμα που δημιούργησε, είναι τελικά το τέρας! Άραγε μήπως αυτά τα δυο είναι ένα: ο φυσικός και ο σκιώδης εαυτός συγχωνευμένοι επιτήδεια;  


Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/Frankenstein#/media/File:Frankenstein's_monster_(Boris_Karloff).jpg


Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

Alasdair MacIntyre: αφηγούμενοι τη ζωή μας


Κάποιος κραυγάζει, κυριολεκτικά βγάζει αφρούς, όταν θυμώνει. Ένας άλλος παραμένει πιο ήρεμος και κατευναστικός. Κάποια συνηθίζει να καλοδιπλώνει το φουλάρι γύρω από τον λαιμό της το καταχείμωνο, ψάχνοντας τα πιο εκκεντρικά δεσίματα. Μια άλλη το στριφογυρίζει μια-δυο φορές γύρω από τον λαιμό της, αφού νοιάζεται μόνο για το πώς θα την προστατεύσει από το κρύο.
Μπορεί άραγε κάποιος, που λατρεύει να παρατηρεί τους ανθρώπους, να βγάλει συμπεράσματα για τον «αληθινό» χαρακτήρα τους από τον τρόπο που συμπεριφέρονται, από τον τρόπο που ντύνονται, από τον τρόπο που χαμογελούν ή κλαίνε; Βεβαίως ναι, θα ισχυριστούν μερικοί. Αυτοί άλλο δεν κάνουν από το να βλέπουν και να υποθέτουν. Βεβαίως όχι, θα αντιτάξουν κάποιοι άλλοι. Νομίζουμε ότι μπορούμε να καταλάβουμε τους άλλους από τις εξωτερικές τους αντιδράσεις. Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να τους καταλάβουμε από τέτοια σημάδια, επειδή έτσι οι άλλοι καθίστανται προβλέψιμοι –και, άρα, ακίνδυνοι. Αυτό εξυπηρετούν οι «ταμπέλες» που βάζουμε στους ανθρώπους, οι οποίες, όμως, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, καθόλου δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αλλά αποτελούν αυθαίρετες γενικεύσεις. Εξάλλου, υπάρχει ένας ακόμα λόγος για να μην δίνουμε σημασία στα εξωτερικά σημάδια, ένας λόγος που σχετίζεται με τη δική μας εικόνα. Η δική μας αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά μάς ξεχωρίζει από τους άλλους, μας κάνει απρόβλεπτους, μυστηριώδεις, άρα, και ενδιαφέροντες.


Ένας σπουδαίος Σκωτσέζος νεοαριστοτελικός ηθικός φιλόσοφος, ο Alasdair MacIntyre, το σκέφτηκε ως εξής. Ο άνθρωπος, είπε, στη φαντασία του αλλά και στη ζωή του, είναι ένα ζώο αφηγηματικό (a story-telling animal). Στο ερώτημα «τι κάνω;» μπορεί να απαντήσει μόνον αφού προηγουμένως έχει σκεφτεί «ποιας ιστορίας είμαι κομμάτι». Κακές μητριές, εγκαταλελειμμένα παιδιά, όλα όσα ακούνε τα πιτσιρίκια στα παραμύθια δεν είναι παρά μια άσκηση για να αντιληφθούν τη σημασία ορισμένων ρόλων και να βάλουν τάξη σε έναν χαοτικό κόσμο. Ως υποκείμενα, είμαστε συγγραφείς της δικής μας ζωής και συγχρόνως ηθοποιοί στη ζωή των άλλων. Μόνο στη φαντασία μας ζούμε σύμφωνα με την αφήγηση που προτιμούμε. Στην πραγματική ζωή, ανεβαίνουμε στη σκηνή όχι από την αρχή του έργου, αλλά σε κάποιο σημείο του με βάση έναν σχεδιασμό που δεν είναι αποκλειστικά δικός μας. Ό,τι λέμε και κάνουμε επηρεάζεται σοβαρά και από τον ρόλο που οι άλλοι μάς αναθέτουν. Καθένας μας αφηγείται τη ζωή του, με πρωταγωνιστή τον εαυτό του, αλλά, επίσης, του ανατίθεται κάποιος ρόλος και από τους άλλους, πράγμα που εμπλουτίζει και τροποποιεί τον αρχικό του ρόλο. Ζούμε με τους άλλους σε παράλληλες αφηγήσεις, που κάποιες φορές συναντιούνται. Κι έτσι ξεδιπλώνεται ο εαυτός μας μέσα σε μια αφηγηματική ενότητα η οποία κρατάει μια ζωή. Η προσωπική ταυτότητα δεν είναι υπόθεση συνέχειας ή ασυνέχειας του ψυχολογικού εγώ, αλλά ενότητας του αφηγηματικού χαρακτήρα, υποστηρίζει ο MacIntyre.
Τίποτα δεν αποδεικνύει τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό του, είναι το τελικό συμπέρασμα του MacIntyre. Το πώς μια κυρία δένει το φουλάρι στον λαιμό της δεν αποδεικνύει τίποτα για τον χαρακτήρα της, αποδεικνύει μόνον τον τρόπο με τον οποίο δένει το φουλάρι στον λαιμό της. Καμία λογική σχέση δεν υπάρχει μεταξύ των δύο. Ως εκ τούτου, από μια βαθύτερη αιτία, που σχετίζεται με το πώς οι ίδιοι αφηγούμαστε τη ζωή μας και το πώς αυτή καθορίζεται από τις αφηγήσεις των άλλων, καθένας μας παραμένει άλυτο αίνιγμα για τους υπόλοιπους.
Ο άνθρωπος είναι ζώο αφηγηματικό. Και, όπως όλοι οι αφηγητές, λέει αλήθειες και ψέματα. Για τον εαυτό του, για τη ζωή του. Είμαστε αυτό που θέλουμε να δείξουμε ότι είμαστε και είμαστε αυτό που οι άλλοι βλέπουν σ’ εμάς.  

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

Οι Επικούρειοι και ο θάνατος


Μαζί με τη ζωή, ο θάνατος είναι το ερώτημα που απασχολεί πιο συχνά τη Φιλοσοφία. Κυρίως την απασχολεί ο φόβος του θανάτου και η αγωνία για τη μεταθανάτια ζωή και διαρκώς ψάχνει να βρει τρόπους οι άνθρωποι να απαλλαγούν από αυτές τις δυο έγνοιες.
Πριν από περίπου 2300 χρόνια, οι Επικούρειοι, μαθητές του φιλοσόφου Επίκουρου που ίδρυσε τη φιλοσοφική σχολή του Κήπου, υποστήριξαν ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι σημαντικό και, πάντως, δεν χρειάζεται κανείς να τον φοβάται. Οι Επικούρειοι ήσαν υλιστές και πίστευαν ότι το σύμπαν αποτελείται από άφθαρτα άτομα. Τα άτομα αυτά σχηματίζουν σώματα και μετά, αποσπώμενα από αυτά και συνενωμένα με διαφορετικό τρόπο, σχηματίζουν νέα σώματα. Ο θάνατος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η διάσπαση των ατόμων που ενωμένα σχημάτιζαν προηγουμένως την ψυχή.
Αυτό οδηγεί σε δύο συμπεράσματα.
Πρώτα-πρώτα στο ότι η ψυχή, αντίθετα με τις πλατωνικές απόψεις, είναι θνητή. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Επίκουρο, η ψυχή είναι κι αυτή σώμα, διότι, για να είναι κάτι ζωντανό, πρέπει να έχει την ικανότητα να δρα και να υφίσταται τη δράση κάποιου εξωτερικού ποιητικού αιτίου. Ως σώμα η ψυχή δεν μπορεί να είναι αθάνατη. Επομένως, μετά τον θάνατο, όπως όλα τα σώματα, έτσι κι αυτή αποσυντίθεται.
Εάν τα πράγματα είναι έτσι, τότε –έλεγαν οι Επικούρειοι- ο θάνατος είναι μία διαδικασία ανάμεσα σε τόσες άλλες και, επομένως, όσοι γνωρίζουν τη φύση των πραγμάτων δεν υπάρχει κανένας λόγος να τον φοβούνται. Εξάλλου, γιατί να μας βασανίζει ο φόβος, εφόσον, όταν μεν υπάρχουμε, ο θάνατος δεν είναι παρών, όταν δε είναι παρών, εμείς έχουμε πάψει να υπάρχουμε;
Το δεύτερο συμπέρασμα σχετίζεται με τη μετά θάνατον ζωή. Όταν μιλούμε για μετά θάνατον ζωή, στην πραγματικότητα αυτό που μας απασχολεί είναι εάν θα απολαύσουμε μια αιωνιότητα ευτυχίας επειδή ζήσαμε ως δίκαιοι άνθρωποι ή μια αιωνιότητα δυστυχίας επειδή ζήσαμε ως άδικοι. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι θεοί είναι αυτοί που μοιράζουν με δικαιοσύνη τη μεταθανάτια ευτυχία ή δυστυχία στους ανθρώπους. Όμως, αυτές οι αντιλήψεις, που έχουν επίσης την πηγή τους στον Πλάτωνα, είναι κεναί δόξαι  και δουλειά του φιλοσόφου είναι να τις ανασκευάσει. Αφού η ψυχή μας ως συνένωση ατόμων δεν επιβιώνει μετά τον θάνατο, είναι ανόητο να μιλούμε καν για μεταθανάτια επιβράβευση ή τιμωρία. Για ποιον λόγο, λοιπόν, αναρωτιόταν ο Επίκουρος- φορτώνουμε τη ζωή μας με μια περιττή αγωνία;
Ένας δεύτερος λόγος, εκτός από τις κενές δόξες, που μας κάνει να έχουμε ή όχι τον φόβο του θανάτου είναι, όπως έλεγε ο Επίκουρος, η αντίληψή μας για την ηδονή.

Hieronymus Bosch, The Garden of Earthly Delights (1500-1505)
Μαδρίτη, Museo del Prado

Ηδονή καθόλου δεν σημαίνει, όπως εσφαλμένα πίστεψαν ορισμένοι, την παράδοση σε διασκεδάσεις και τέρψεις (σε κενές ηδονές, μη φυσικές και μη αναγκαίες), αλλά την προσπάθεια του ανθρώπου να μεγιστοποιήσει τις χαρές και να ελαχιστοποιήσει τους πόνους, σωματικούς και διανοητικούς. Για τον Επίκουρο, στόχος μιας καλής ζωής είναι η αποφυγή του σωματικού και του διανοητικού πόνου και η κατάκτηση της απονίας και της αταραξίας αντίστοιχα. Ο φόβος του θανάτου και η ανησυχία για τη μετά θάνατον ζωή ταξινομούνται στους διανοητικούς πόνους και αποστολή του σοφού είναι να βρει φάρμακο εναντίον τους.
Ζώντας περισσότερο ή επ’ άπειρον απολαμβάνουμε περισσότερη ηδονή; Η απάντηση του Επίκουρου είναι αρνητική, αφού η ηδονή δεν συνδέεται με την ποσότητα αλλά με την ποιότητα της ζωής μας. Κατά συνέπεια, ο θάνατος, ως τέλος της ζωής, δεν πρόκειται να μας στερήσει ηδονές, επειδή αυτές τις έχουμε ήδη γευτεί. Υπ’ αυτήν την έννοια, ο θάνατος δεν είναι κάτι κακό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι κάτι καλό. Είναι απλώς κάτι αδιάφορο.
Ἀνύποπτον ὁ θάνατος, καταλήγει ο Επίκουρος στην περίφημη Τετραφάρμακο.

Πηγή για την εικόνα: