Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πλάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πλάτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

Οι Επικούρειοι και ο θάνατος


Μαζί με τη ζωή, ο θάνατος είναι το ερώτημα που απασχολεί πιο συχνά τη Φιλοσοφία. Κυρίως την απασχολεί ο φόβος του θανάτου και η αγωνία για τη μεταθανάτια ζωή και διαρκώς ψάχνει να βρει τρόπους οι άνθρωποι να απαλλαγούν από αυτές τις δυο έγνοιες.
Πριν από περίπου 2300 χρόνια, οι Επικούρειοι, μαθητές του φιλοσόφου Επίκουρου που ίδρυσε τη φιλοσοφική σχολή του Κήπου, υποστήριξαν ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι σημαντικό και, πάντως, δεν χρειάζεται κανείς να τον φοβάται. Οι Επικούρειοι ήσαν υλιστές και πίστευαν ότι το σύμπαν αποτελείται από άφθαρτα άτομα. Τα άτομα αυτά σχηματίζουν σώματα και μετά, αποσπώμενα από αυτά και συνενωμένα με διαφορετικό τρόπο, σχηματίζουν νέα σώματα. Ο θάνατος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η διάσπαση των ατόμων που ενωμένα σχημάτιζαν προηγουμένως την ψυχή.
Αυτό οδηγεί σε δύο συμπεράσματα.
Πρώτα-πρώτα στο ότι η ψυχή, αντίθετα με τις πλατωνικές απόψεις, είναι θνητή. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Επίκουρο, η ψυχή είναι κι αυτή σώμα, διότι, για να είναι κάτι ζωντανό, πρέπει να έχει την ικανότητα να δρα και να υφίσταται τη δράση κάποιου εξωτερικού ποιητικού αιτίου. Ως σώμα η ψυχή δεν μπορεί να είναι αθάνατη. Επομένως, μετά τον θάνατο, όπως όλα τα σώματα, έτσι κι αυτή αποσυντίθεται.
Εάν τα πράγματα είναι έτσι, τότε –έλεγαν οι Επικούρειοι- ο θάνατος είναι μία διαδικασία ανάμεσα σε τόσες άλλες και, επομένως, όσοι γνωρίζουν τη φύση των πραγμάτων δεν υπάρχει κανένας λόγος να τον φοβούνται. Εξάλλου, γιατί να μας βασανίζει ο φόβος, εφόσον, όταν μεν υπάρχουμε, ο θάνατος δεν είναι παρών, όταν δε είναι παρών, εμείς έχουμε πάψει να υπάρχουμε;
Το δεύτερο συμπέρασμα σχετίζεται με τη μετά θάνατον ζωή. Όταν μιλούμε για μετά θάνατον ζωή, στην πραγματικότητα αυτό που μας απασχολεί είναι εάν θα απολαύσουμε μια αιωνιότητα ευτυχίας επειδή ζήσαμε ως δίκαιοι άνθρωποι ή μια αιωνιότητα δυστυχίας επειδή ζήσαμε ως άδικοι. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι θεοί είναι αυτοί που μοιράζουν με δικαιοσύνη τη μεταθανάτια ευτυχία ή δυστυχία στους ανθρώπους. Όμως, αυτές οι αντιλήψεις, που έχουν επίσης την πηγή τους στον Πλάτωνα, είναι κεναί δόξαι  και δουλειά του φιλοσόφου είναι να τις ανασκευάσει. Αφού η ψυχή μας ως συνένωση ατόμων δεν επιβιώνει μετά τον θάνατο, είναι ανόητο να μιλούμε καν για μεταθανάτια επιβράβευση ή τιμωρία. Για ποιον λόγο, λοιπόν, αναρωτιόταν ο Επίκουρος- φορτώνουμε τη ζωή μας με μια περιττή αγωνία;
Ένας δεύτερος λόγος, εκτός από τις κενές δόξες, που μας κάνει να έχουμε ή όχι τον φόβο του θανάτου είναι, όπως έλεγε ο Επίκουρος, η αντίληψή μας για την ηδονή.

Hieronymus Bosch, The Garden of Earthly Delights (1500-1505)
Μαδρίτη, Museo del Prado

Ηδονή καθόλου δεν σημαίνει, όπως εσφαλμένα πίστεψαν ορισμένοι, την παράδοση σε διασκεδάσεις και τέρψεις (σε κενές ηδονές, μη φυσικές και μη αναγκαίες), αλλά την προσπάθεια του ανθρώπου να μεγιστοποιήσει τις χαρές και να ελαχιστοποιήσει τους πόνους, σωματικούς και διανοητικούς. Για τον Επίκουρο, στόχος μιας καλής ζωής είναι η αποφυγή του σωματικού και του διανοητικού πόνου και η κατάκτηση της απονίας και της αταραξίας αντίστοιχα. Ο φόβος του θανάτου και η ανησυχία για τη μετά θάνατον ζωή ταξινομούνται στους διανοητικούς πόνους και αποστολή του σοφού είναι να βρει φάρμακο εναντίον τους.
Ζώντας περισσότερο ή επ’ άπειρον απολαμβάνουμε περισσότερη ηδονή; Η απάντηση του Επίκουρου είναι αρνητική, αφού η ηδονή δεν συνδέεται με την ποσότητα αλλά με την ποιότητα της ζωής μας. Κατά συνέπεια, ο θάνατος, ως τέλος της ζωής, δεν πρόκειται να μας στερήσει ηδονές, επειδή αυτές τις έχουμε ήδη γευτεί. Υπ’ αυτήν την έννοια, ο θάνατος δεν είναι κάτι κακό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι κάτι καλό. Είναι απλώς κάτι αδιάφορο.
Ἀνύποπτον ὁ θάνατος, καταλήγει ο Επίκουρος στην περίφημη Τετραφάρμακο.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

O Willard Van Orman Quine και το κυνήγι του gavagai


Στο έργο του Two Dogmas of Empiricism (Τα δύο δόγματα του Εμπειρισμού), που κυκλοφόρησε το 1951, ο Αμερικανός αναλυτικός φιλόσοφος Willard Van Orman Quine επικρίνει τη διάκριση μεταξύ αναλυτικών και συνθετικών δηλώσεων, υποστηρίζοντας ότι μια σαφής αντίληψη της αναλυτικότητας είναι ανέφικτη, και προτείνει μια μορφή σημασιολογικού ολισμού.
Αυτή η θέση αποτέλεσε τη βάση για ένα μεταγενέστερο έργο του ίδιου φιλοσόφου με τίτλο Word and Object (Λέξη και αντικείμενο), το οποίο κυκλοφόρησε το 1960. Σε αυτό, ο Quine διατυπώνει την άποψή του περί του «απροσδιόριστου της μετάφρασης» (indeterminacy of translation), την οποία ο Crispin Wright και ο Hilary Putnam θεωρούν ως μία από τις πιο συζητημένες –και αμφιλεγόμενες- απόψεις στη μοντέρνα αναλυτική φιλοσοφία.
Ο Quine βλέπει τρία πεδία απροσδιοριστίας. Το πρώτο είναι ο «υποπροσδιορισμός της επιστημονικής θεωρίας» (underdetermination of scientific theory), δηλαδή  η αντίληψη ότι σε εμπειρικό έλεγχο πρέπει να υποβάλλονται όχι μεμονωμένες υποθέσεις, καθώς αυτές δεν έχουν εμπειρικά συνεπακόλουθα, αλλά ολόκληρη η θεωρία, ολόκληρο το σύστημα της γνώσης μας. Τα άλλα δύο πεδία, τα οποία συνδέονται περισσότερο με τη μετάφραση, είναι: α) το «ανεξιχνίαστο της αναφοράς» (inscrutability of reference) των γλωσσικών εκφράσεων, δηλαδή η απροσδιοριστία στην ερμηνεία μεμονωμένων λέξεων, που προκύπτει από το γεγονός ότι ο τρόπος που μιλάμε για τα αντικείμενα σχετίζεται με το γλωσσικό μας σύστημα και δεν προϋποτίθενται κάποια αρχέτυπα αντικειμένων και β) η «ολοφραστική απροσδιοριστία» (holophrastic indeterminacy), δηλαδή η απροσδιοριστία στη μετάφραση πιο εκτεταμένων τμημάτων λόγου.


Στην ουσία, ο Quine υποβάλλει σε κριτική τις παραδοσιακές έννοιες του νοήματος και της συνωνυμίας, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στη δυτική παράδοση από τον Πλάτωνα, τον Gottlob Frege και τον Edmund Husserl. Κατά την άποψή του, η μετάφραση δεν αποτελεί μια διαδικασία απεικόνισης της ιδέας και, άρα, τα νοήματα δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως απόλυτα κριτήρια συνωνυμίας. Ο Quine, θεωρώντας την έννοια της συνωνυμίας πλασματική, ισχυρίζεται ότι παραμένει απροσδιόριστο με ποια έννοια διαφορετικά σημεία πρέπει να είναι συνώνυμα ή ακόμη με ποια έννοια το ίδιο σημείο πρέπει να έχει το ίδιο νόημα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές χρήσης του.
Μπορεί να καταλάβει κανείς τι σημαίνει η θεωρία του Quine για το «απροσδιόριστο της μετάφρασης» παρακολουθώντας το νοητικό του πείραμα της «ριζικής μετάφρασης» (radical translation). Στο πείραμά του, ο Quine υποθέτει ότι υπάρχει μια άγνωστη γλώσσα, την οποία ονομάζει jungle και για την οποία θέλει να δημιουργήσει ένα εγχειρίδιο προκειμένου να αποδώσει τη μετάφρασή της στη δική του γλώσσα.
Σκοπός του πειράματός του είναι να δείξει ότι η συμπεριφοριστική περιγραφή της σημασίας (δηλαδή η παρατηρήσιμη συμπεριφορά και τα ερεθίσματα, που είναι τα μόνα δεδομένα στα οποία μπορεί να βασίζεται ένας μεταφραστής) δεν επιτρέπει τη δημιουργία ενός και μοναδικού σωστού εγχειριδίου για τη μετάφραση μιας γλώσσας σε άλλη, καθώς δεν υπάρχει τέτοιο εγχειρίδιο μεμονωμένης μετάφρασης και, άρα, το ιδεώδες της καθολικής γλώσσας δεν υπάρχει. Υπ’ αυτήν την έννοια, δύο μεταφραστές που θα συντάξουν δύο εντελώς διαφορετικά εγχειρίδια για τη γλώσσα jungle είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν τη γλωσσική συμπεριφορά όλων των ομιλητών, χωρίς ωστόσο στο τέλος να μπορούμε να πούμε ποιο από τα δύο είναι το ορθό.
Στο πλαίσιο του πειράματός του, μία από τις λέξεις που πρέπει να μεταφραστεί, όπως περιγράφεται σε μια πολύ χαριτωμένη ιστορία, είναι η λέξη gavagai,.
Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν, ένας γλωσσολόγος πηγαίνει για κυνήγι μαζί με κάποιον ιθαγενή. Ξαφνικά ξεπηδάει μπροστά τους ένας λαγός. Ο ιθαγενής ξεφωνίζει gavagai. Είναι σωστό ο γλωσσολόγος να συμπεράνει ότι gavagai σημαίνει λαγός; Ο Quine απαντά αρνητικά. Άμεσες συγκρίσεις δεν μπορούν να γίνουν. Το μόνο για το οποίο μπορεί να είναι σίγουρος ο γλωσσολόγος είναι ότι μόλις είδε κάτι που στη δική του γλώσσα ονομάζεται λαγός. Δεν μπορεί όμως να ξέρει αν η λέξη gavagai, την οποία χρησιμοποίησε ο ιθαγενής, αναφέρεται σε ολόκληρο το ζώο ή –ας πούμε- στα αυτιά του. Ούτε μπορεί να ξέρει αν η λέξη αναφέρεται στο γεγονός της εμφάνισης του λαγού ή –γιατί όχι;- σε μια γενική οντότητα. Τα συμπεριφοριστικά δεδομένα που ο γλωσσολόγος μπορεί να συλλέξει από τον ιθαγενή θα ήταν τα ίδια σε κάθε περίπτωση ή, αλλιώς, πολλές μεταφραστικές υποθέσεις θα μπορούσαν να βασιστούν στα ίδια αισθητήρια ερεθίσματα.
Υπάρχει, όμως, και ένα απώτερο συμπέρασμα από αυτήν την ιστορία. Ότι η γλωσσική απροσδιοριστία δεν είναι ζήτημα απλώς γνωστικό, αλλά οντολογικό. Το εννοιολογικό σύστημα που συνδέεται με τη γλώσσα εν τέλει καθορίζει την οντολογία μας.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020

Ο Θαλής και η πρακτική φιλοσοφία


Για τον φιλόσοφο Θαλή από τη Μίλητο, που γεννήθηκε περίπου το 630 π.Χ., παραδίδονται διάφορες ιστορίες.
Η πρώτη από αυτές εξιστορείται από τον ιστορικό Ηρόδοτο ο οποίος έζησε δύο αιώνες αργότερα. Ο Θαλής, λοιπόν, λέει ο Ηρόδοτος, προέβλεψε με επιτυχία την έκλειψη ηλίου του 585 π.Χ.  Την ημέρα της έκλειψης δύο τρομεροί στρατοί είχαν παραταχθεί ο ένας απέναντι από τον άλλο: ο στρατός της Λυδίας και ο στρατός της Μηδίας. Η έκλειψη τους κατατρόμαξε, επειδή την θεώρησαν ως θεϊκή προειδοποίηση. Οι στρατιώτες εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης. Στα νεότερα χρόνια οι αστρονόμοι κατέληξαν ότι αυτή η έκλειψη έλαβε χώρα στις 28 Μαΐου. Και τι παράξενο! Μπορούμε με ακρίβεια να χρονολογήσουμε μια μάχη που δεν έγινε! Ο Θαλής, πάντως, σε αυτήν του την πρόβλεψη αξιοποίησε τις γνώσεις αστρονομίας που μόλις είχε αποκτήσει από το εκπαιδευτικό ταξίδι του στην Αίγυπτο.
Τη δεύτερη ιστορία την εξιστορεί ο Πλάτων στον Θεαίτητο. Ο Θαλής περπατούσε ένα όμορφο έναστρο βράδυ μελετώντας τα αστέρια. Απορροφημένος όπως ήταν, έπεσε σε ένα πηγάδι! Μια νεαρή Θρακιώτισσα δούλη, που τον άκουσε να φωνάζει, παρατήρησε κοροϊδευτικά ότι ο φιλόσοφος ήταν ικανός να μελετάει τα αστέρια, αγνοούσε όμως τι γίνεται κάτω από τα πόδια του!


Η τρίτη ιστορία, που την αφηγείται ο Αριστοτέλης, έρχεται να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Ο Θαλής δεν ήταν κανένας ονειροπαρμένος, αλλά ένας πολύ πρακτικός άνθρωπος. Η ίδια η φιλοσοφία έχει μια απολύτως πρακτική διάσταση, γι’ αυτό καλό είναι οι άνθρωποι να την μελετούν. Όταν, λοιπόν, έφτασαν στα αυτιά του Θαλή οι κατηγορίες των συμπολιτών του ότι η φιλοσοφία είναι μια άχρηστη γνώση κι αυτός ένας άχρηστος φτωχός, εκείνος πείσμωσε. Εντάξει, οι φιλόσοφοι δεν παραενδιαφέρονται για το χρήμα και τα υλικά αγαθά, αλλά ανόητοι δεν είναι. Αν ήθελαν, θα μπορούσαν να γίνουν μεγάλοι και τρανοί. Έτσι, αξιοποιώντας όσα ήξερε, προέβλεψε ότι την επόμενη χρονιά η παραγωγή λαδιού θα ήταν άφθονη. Η πρόβλεψή του επαληθεύτηκε και ο Θαλής πλούτισε, αφού είχε προηγουμένως  είχε φροντίσει να αγοράσει κοψοχρονιά όλα τα ελαιοτριβεία της Μιλήτου.
Ο φιλόσοφος, που έχει τιμηθεί με την κατάταξή του στον κατάλογο των Επτά Σοφών και έχει θεωρηθεί ιδρυτής της επιστήμης και της δυτικής φιλοσοφίας, ανάγει την αρχή του κόσμου σε ένα μοναδικό στοιχείο, στο νερό. Τουλάχιστον έτσι αναφέρει ο Αριστοτέλης στις περίφημες τρεις επιγραμματικότατες θέσεις που τις αποδίδει στον Θαλή (αν και καθόλου δεν είμαστε βέβαιοι ότι πράγματι αυτός τις διατύπωσε έτσι): α) τα πάντα γεννιούνται από το νερό, β) το νερό είναι αρχή των πάντων και γ) η γη επιπλέει πάνω στο νερό.  
Ο Θαλής πέθανε στα 78 του χρόνια από θερμοπληξία την ώρα που παρακολουθούσε έναν αθλητικό αγώνα.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Ο "ξερόλας" Pico della Mirandola


Ξερόλα  τον χαρακτηρίζουν ο Blaise Pascal και ο Voltaire.  Είναι πράγματι ο Giovanni Pico della Mirandola ένας «ξερόλας»;
Το 1473, στα 10 του χρόνια, αυτός ο γόνος πλούσιας οικογένειας που ανήκε στην υψηλή ιταλική αριστοκρατία, ήξερε τέλεια ελληνικά και λατινικά. Λίγο αργότερα έμαθε εβραϊκά, αραβικά και αραμαϊκά. Βρήκε την κλίση του όταν ακόμα ήταν πολύ νεαρός: αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στη φιλοσοφία και, για χάρη της, στα ταξίδια. Όταν είχε διασχίσει ολόκληρη την αναγεννησιακή Ευρώπη, είχε σπουδάσει και εξοικειωθεί με τα σημαντικότερα ρεύματα σκέψης της εποχής του, ο Pico συνέλαβε ένα πολύ φιλόδοξο σχέδιο: να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση με τους μεγαλύτερους φιλοσόφους, θεολόγους και επιστήμονες που να καλύπτει τα πεδία της φιλοσοφίας, της ηθικής, της θεολογίας, της φυσικής, της μαγείας. Συντάσσει, λοιπόν, 900 Θέσεις και έναν συνοδευτικό λόγο για την παρουσίασή τους με τίτλο De hominis dignitate (Περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου). Οι Θέσεις του δεν είχαν καλή τύχη ούτε όταν γράφτηκαν ούτε σε μεταγενέστερο χρόνο. Αντίθετα, το De hominis dignitate διαβάστηκε και εκτιμήθηκε τόσο πολύ, ώστε θεωρείται το «Μανιφέστο της Αναγέννησης».
Στο έργο του ο ουμανιστής Pico επιχειρεί δύο εξόχως δύσκολα πράγματα. Πρώτα-πρώτα, να συμβιβάσει τις ιδέες του Πλάτωνα, τις οποίες και ο ίδιος υιοθετούσε, με τις ιδέες του Αριστοτέλη, τις οποίες σεβόταν πολύ. Κι έπειτα, να συμφιλιώσει τον παγανισμό με τον χριστιανισμό, επιτυγχάνοντας και τη μεταστροφή των Εβραίων σε αυτόν. Έτσι, ενσωματώνει στα γραπτά του διάφορες φιλοσοφικές, θεολογικές και μυστικιστικές παραδόσεις, με πιο χαρακτηριστική την εβραϊκή παράδοση της Καβάλα. Το παρωνύμιο «Princeps Concordiae» (Πρίγκιπας της Συμφιλίωσης) που κυκλοφορούσε γι’ αυτόν του ταίριαζε γάντι.

Raphael, Detail from The School of Athens (1509-1511)
Vatican Museums
Πιθανόν εικονίζεται ο Pico della Mirandola

Το 1486 ο Pico βρίσκεται στη Ρώμη, δημοσιεύει τα δύο του έργα και απευθύνει πρόσκληση σε όλους τους σοφούς του καιρού του να έρθουν στην Αιώνια Πόλη, με πληρωμένα τα έξοδά τους από τον ίδιο, προκειμένου να οργανωθεί δημόσιο debate!
Πάπας ήταν τότε ο Innocenzo VIII, ο οποίος ορίζει μία επιτροπή για να εξετάσει εάν οι 900 Θέσεις του Pico είναι αιρετικές ή όχι. Το πόρισμα είναι θετικό και, κατά συνέπεια, η δημόσια συζήτηση εμποδίζεται και ο Pico απειλείται με αφορισμό. Ο νεαρός φιλόσοφος το σκάει για τη Γαλλία, όπου όμως συλλαμβάνεται κατ’ απαίτηση του διαπιστευμένου εκπροσώπου του Βατικανού και φυλακίζεται στη Vincennes. Απελευθερώνεται τελικά από τον στενό του φίλο Lorenzo de’ Medici και επιστρέφει στη Φλωρεντία, όπου συναντιέται και συμφιλιώνεται με έναν άλλο παλιό του φίλο, τον μοναχό Savonarola, σφοδρό πολέμιο του ουμανισμού. Ο Pico επιθυμεί να ζήσει μακριά από αντιπαραθέσεις και διαμάχες και αποφασίζει να μοιράσει την περιουσία του στους φτωχούς και να γίνει μοναχός. Τον προλαβαίνει ο θάνατος. Πεθαίνει από δηλητηρίαση στα 31 του χρόνια μαζί με τον φίλο του Angelo Poliziano. Οι συνθήκες δεν εξιχνιάστηκαν, αλλά το 2007, μετά από εκταφή των οστών τους και ιατροδικαστική έρευνα, φάνηκε ότι οι δύο φίλοι δολοφονήθηκαν με αρσενικό.
Λοιπόν, τι λέτε; Είναι ο Pico «ξερόλας» ή ένας γοητευτικός ευρυμαθής στοχαστής;

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 14 Απριλίου 2019

Η γλώσσα ως "εργαλείο μαγείας": ιδέα


Ιδέα ήταν στα αρχαία ελληνικά η μορφή ή το είδος. Θέμα ιδ-, από τον αόριστο β΄ του ρήματος ὁρῶ. Η λέξη έλαβε εξέχουσα φιλοσοφική σημασία στον Πλάτωνα, όπου δήλωσε την αληθινή ουσία των όντων, της οποίας ο αισθητός κόσμος αποτελεί απλώς θολή αντανάκλαση. Οι Ιδέες ήσαν ουσίες αντιληπτές μέσω της όρασης. Να τονίσουμε επίσης ότι για τους Έλληνες μονάδα γνώσης ήταν η εικόνα. Μπορούμε να θυμηθούμε τις λέξεις εἶδος, εἴδωλον, θεῶμαι. Επίσης το ρήμα οἶδα, από όπου και η λέξη ἱστορία. Οι φιλόσοφοι για τον Πλάτωνα ήσαν τῆς ἀληθείας φιλοθεάμονες και για τον Έλληνα ο άνθρωπος, ζώντας στα όρια της μικρής αντικριστής πόλεως, ήταν από τη φύση του βλέμμα. Για να υπάρξει έπρεπε να στραφεί προς τον έτερο και σε αυτόν να καθρεφτιστεί.


Στα λατινικά το ρήμα ὁρῶ έγινε video. Από εκεί προέρχονται τα ρήματα που στις ευρωπαϊκές γλώσσες σημαίνουν βλέπω. Η λέξη «ιδέα» χρησιμοποιείται στις ευρωπαϊκές γλώσσες από το λατινικό επίθετο idealis: αγγλικά idea, γαλλικά idée, γερμανικά Idee. Σημαίνει την παράσταση των αισθητών αντικειμένων που σχηματίζεται στον νου, την αντίληψη καταστάσεων ή ιδιοτήτων. Ακόμα, ιδέα είναι κάθε αφηρημένη έννοια, η υποψία, όπως επίσης η εντύπωση που δημιουργείται σε κάποιον, χωρίς να έχει εξακριβωθεί η εγκυρότητά της. Η λέξη έχει και τη σημασία της γνώμης, της άποψης ή της κρίσης που δημιουργείται ή διατυπώνεται από κάποιον. Η σκέψη ή γνώμη που διατυπώνεται ως πρόταση, η στιγμιαία σκέψη την οποία κάνει κανείς ή το υψηλό ιδανικό είναι ακόμα κάποιες από τις σημασίες της λέξης. Η γνώση είναι το αποτέλεσμα συλλογιστικών μηχανισμών και θεμελιωμένων νοητικών αποδείξεων που αποδεικνύουν την αυτονόμηση της ανθρώπινης λογικής. Είναι ό,τι ονομάζουμε Ορθολογισμό. Είναι ενδεικτικό ότι η ίδιας ρίζας ελληνικές  λέξεις «ιδεαλισμός» και «ιδεολογία», δηλαδή ένα σύνολο ιδεών παγιωμένο σε σύστημα, αποτελούν μεταγραφή των αντίστοιχων ξενικών όρων. Η πρώτη μαρτυρείται στα ελληνικά από το 1840 και η δεύτερη από το 1782.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

Η γλώσσα ως "εργαλείο μαγείας": ποίηση


Στα αρχαία ελληνικά το ρήμα ποιεῖν διαστέλλεται από το πράττειν. Το δεύτερο δεν απαιτεί όπως το πρώτο την παραγωγή ενός εξωτερικού αντικειμένου, αλλά είναι μια φυσική δραστηριότητα που κατευθύνεται στην ίδια την άσκηση και την εκπλήρωσή της. Ενδιαφέρει, δηλαδή, το αποτέλεσμα της προσπάθειας. Στα γαλλικά θα το μεταφράζαμε ως achever, accomplir, ενώ θα μεταφράζαμε το ποιεῖν ως fabriquer, produire. Το πράτττειν προϋποθέτει, λοιπόν, τη χρεία και είναι χαρακτηριστικό ότι το ρήμα πέρ-νη-μι (από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *per, του οποίου η συνεσταλμένη βαθμίδα είναι πρ-), από το οποίο προέρχεται, σημαίνει πουλώ. Να σημειώσουμε επίσης ότι ομόρριζη είναι η λέξη «πόρνη». Η ποίησις, αντίθετα, μολονότι συνδέεται με την παραγωγή έργου, δεν αναφέρεται στο αποτέλεσμα της προσπάθειας, αλλά είναι το εξωτερικό κίνητρο που ενώνει την ύλη με τη μορφή. Χαρακτηριστικός είναι ο ορισμός του Πλάτωνα για την ποίησιν στο Συμπόσιο: ἡ ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό ὄν ἰόντι ὁτωοῦν αἰτία. Είναι, λοιπόν, η ποίησις η αιτιώδης δυνατότητα που μετατρέπει την ανυπαρξία σε ύπαρξη και, άρα, είναι συνώνυμη της δημιουργίας. Η σημασία αυτή διατηρήθηκε και στη χριστιανική παράδοση. Ο Θεός-δημιουργός του κόσμου είναι ποιητής.

William-Adolphe Bouguereau, Homer and his Guide (1874)
Μιλγουόκι, Milwaukee Art Museum

Ποίηση, poetry, poésie, Poesie (στη νεοελληνική και στις ευρωπαϊκές γλώσσες) είναι η τέχνη της παραγωγής ποιημάτων, σε αντιδιαστολή προς την πεζογραφία. Είναι ακόμα το σύνολο των ποιητικών έργων, της ποιητικής παραγωγής. Λέμε, για παράδειγμα, η ποίηση του 19ου αιώνα. Επίσης, σημαίνει ορισμένη κατηγορία ποίησης, π.χ. επική, μοντέρνα, και, τέλος, οτιδήποτε φέρει αρετές που συχνά αποδίδονται στην ποίηση, όπως η αρμονία, η ομορφιά, η φαντασία. Η ποίηση στα νεότερα χρόνια τείνει να μεταβληθεί σε ένα παιχνίδι μεταμφίεσης. Ένας εσωτερικός μονόλογος, μια παραμυθία, ένα όνειρο, ένας εφιάλτης ή μια αποδοτική επένδυση. Με λίγα λόγια, μια παρδαλή ποικιλία ατομικών πεποιθήσεων, χωρίς καμιά ανταπόκριση με την πραγματική ζωή και το πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή το πρόβλημα του τι και με ποιον τρόπο αληθεύει. 
Να προσθέσουμε εδώ τη σύνθετη λέξη «ηθοποιός», η οποία αντικατέστησε την αρχαία λέξη ὑποκριτής. Η λέξη αρχικά σήμαινε αυτόν που διαπλάθει χαρακτήρα, ενώ στη συνέχεια ονομάστηκε έτσι αυτός που παριστάνει χαρακτήρα.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019

Πλατωνισμός VS Αριστοτελισμός


Στη Δυτική Ευρώπη από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη προήλθαν δύο διακριτές παραδόσεις που ανάμεσα στον 12ο και στον 14ο αιώνα εξέβαλαν στις ενδοακαδημαϊκές διαφωνίες γύρω από την πραγματικότητα των καθολικών εννοιών.
Ο Augustin of Hippo (354-430) ήταν η κύρια πηγή μέσω της οποίας οι πλατωνικές θέσεις, κατάλληλα προσαρμοσμένες από τους Νεοπλατωνικούς, επηρέασαν τη χριστιανική Δύση. Με τον Augustin η πλατωνική μεταφυσική εντάχθηκε σε χριστιανικό πλαίσιο. Στην πράξη αυτό σήμαινε πως οι φιλόσοφοι, μέχρι τον 12ο αιώνα που η μεσαιωνική θεολογία και φιλοσοφία ήσαν κατ’ ουσίαν πλατωνικές, πίστευαν ότι η υπέρτατη αλήθεια βρίσκεται πέραν του υλικού κόσμου, στις καθαρές ουσίες ή Ιδέες, ενώ ο υλικός κόσμος δεν είναι παρά μια σκιά της ανώτερης πραγματικότητας των Ιδεών. Ο άνθρωπος αποτελεί μια ατελή αντανάκλαση του δημιουργού του, του Θεού, ο οποίος είναι μια άυλη και καθαρή μορφή. Στη χριστιανική θεολογία, η έκφραση αυτής της ιδέας ονομάζεται πραγματισμός. Για τους πραγματιστές οι ιδέες εμπεριέχουν μια πραγματικότητα ανεξάρτητα από την ύλη. Η αντίθετη θέση, ότι δηλαδή οι καθολικές ιδέες ήσαν απλά ονόματα, διατυπώθηκε οριστικά πολύ αργότερα, τον 14ο αιώνα, και ονομάστηκε νομιναλισμός.

Ο Augustin από τον Sandro Botticelli (1480
Φλωρεντία, Chiesa di Ognissanti

Η διαμάχη αυτή για την πραγματικότητα των καθολικών εννοιών είχε όμως ξεσπάσει στη Δύση νωρίτερα, στην καρολίγγεια περίοδο, σε σχέση με το ζήτημα της θείας ευχαριστίας. Στα τέλη του 11ου αιώνα, ο Berengario di Tours, εφαρμόζοντας τις αριστοτελικές κατηγορίες της ουσίας και του συμβεβηκότος στα στοιχεία της λειτουργίας, είπε ότι εφόσον το υλικό φαινόμενο (συμβεβηκός) δεν παρουσίαζε μεταβολές και παρέμενε άρτος και οίνος, έτσι και η ουσία (παρουσία του Χριστού) δεν μπορούσε παρά να μείνει αμετάβλητη. Ο Lanfranc of Bec, προκάτοχος του Anselm στην αρχιεπισκοπή του Canterbury, διατύπωσε τις αντιρρήσεις του στα προηγούμενα με βάση τις πραγματιστικές θέσεις.
Εν τω μεταξύ, από τον 12ο ως τον 14ο αιώνα έχει σημειωθεί μεταστροφή στη στάση της Δυτικής Ευρώπης απέναντι στην κλασική παράδοση, μεταστροφή που σχετίζεται με την ενσωμάτωση του Αριστοτέλη σε ένα καθαρά χριστιανικό πρόγραμμα σπουδών. Από τον 12ο αιώνα και μετά, ο Αριστοτέλης, αν και λιγότερο γνωστός από τον Πλάτωνα, αρχίζει να μεταφράζεται και να μελετάται. Όμως, και ο 13ος αιώνας δεν είναι ακόμα έτοιμος να γίνει αριστοτελικός. Απόδειξη ότι το 1270 δεκατρείς προτάσεις του Thomas d’ Aquin, που συμφωνεί με τον Augustin για την πραγματικότητα των αρχετύπων και την πρωταρχικότητα των Ιδεών αλλά υποστηρίζει, καταφεύγοντας στον Αριστοτέλη, ότι η ψυχή αποκτά γνώση των αρχετύπων μέσω της αισθητηριακής αντίληψης, καταδικάζονται ως αιρετικές από τον Επίσκοπο του Παρισιού.

Fra Angelico, Thomas d’ Aquin (1420)
Αγία Πετρούπολη, Heremitage

Πάντως, η σοβαρή αυτή σύγκρουση ανάμεσα στην πλατωνική και στην αριστοτελική παράδοση στη Δυτική Ευρώπη σχετίζεται με την επιστημολογία. Η αυγουστίνεια παράδοση, στα χνάρια του Πλάτωνα, υποστήριζε ότι η γνώση μας για τη μορφή είναι εμφυτευμένη μέσα μας από τον Θεό με τη μορφή των Ιδεών. Ο άνθρωπος ερευνά τον κόσμο της ύλης με το ατελές εργαλείο της λογικής, στηριγμένος στην προγενέστερη γνώση αυτών των μορφών. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι ο άνθρωπος αποκτά γνώση –και γνώση της μορφής- μέσω της αισθητηριακής αντίληψης και όχι χάρη σε μια έμφυτη ή εντυπωμένη στη μνήμη γνώση -ή μέσω της θείας φώτισης, όπως θα το διατύπωναν οι αυγουστίνειοι κύκλοι. Απλουστευτικά διατυπώνοντάς το, οι διαφορετικές αυτές στάσεις κατέληξαν σε δύο διακριτά ρεύματα στους νεότερους χρόνους: στον ορθολογισμό και στον εμπειρισμό και στη μέση τους οδό, στον καντιανό κριτικισμό.
Η ελληνική λέξη θεός, λέει ο W. K. C. Guthrie, (στον Πλάτωνα για παράδειγμα) επέχει θέση κατηγορουμένου. Δηλαδή οι Έλληνες, αντίθετα με τους Χριστιανούς ή τους Εβραίους που χρησιμοποιούν τη λέξη ως υποκείμενο, δεν βεβαιώνουν πρώτα την ύπαρξη του Θεού και μετά να προχωρήσουν στην απαρίθμηση των ιδιοτήτων του. Ο Έλληνας λέει: «η αγάπη είναι θεός». Ο Χριστιανός λέει: «ο Θεός είναι αγάπη». Αυτές οι φράσεις αποτυπώνουν τη διαφορά ανάμεσα στα δύο κοσμοείδωλα, αλλά και την εξυπνάδα και τους συμβιβασμούς που ήσαν αναγκαίοι ώστε ο Πλάτων να εκχριστιανιστεί από τον Augustin, η αριστοτελική αισθησιοκρατία να χωρέσει στον χριστιανικό ορθολογισμό του Thomas d’ Aquin. Με απώτερη συνέπεια εμείς ακόμα σήμερα να μην έχουμε αποφασίσει αν είμαστε πλατωνικοί ή αριστοτελικοί ή να μην έχουμε ακόμα αποφασίσει αν και τα δύο αυτά συστήματα έχουν πια  χρεοκοπήσει.

Πηγές για τις εικόνες:

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

Πολιτικές ουτοπίες (Μέρος Α΄)


Η πλατωνική ουτοπία βρήκε συνεχιστές. 
Ο Θεόπομπος ο Χίος, τον 4ο αιώνα, περιγράφει μια παράδοξη χώρα, τη Μεροπίδα Γη, σ’ ένα κεφάλαιο του έργου του που φέρει τον τίτλο «Θαυμάσια». Ο Εκαταίος περιγράφει την Κιμμερίδα πόλη και στην Ιεράν Αναγραφήν ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος, ο φίλος του Κασσάνδρου, διηγείται για ένα νησί των Παγχαίων στον Ινδικό Ωκεανό. Τον Ιάμβουλο, που γράφει στην αυτοκρατορική περίοδο της Ρωμαϊκής ιστορίας, οι περιπέτειές του τον φέρνουν μέσω της Αιθιοπίας σ’ ένα μακρινό νησί, κάπου στον Νότο, όπου οι άνθρωποι ζουν σ’ ένα παραμυθένιο περιβάλλον. Η κοινοκτημοσύνη είναι ένα μόνον από τα στοιχεία που θυμίζουν την πλατωνική ουτοπία του ιδανικού κράτους.
Με ένα άλμα φτάνουμε στον 16ο αιώνα. Το 1516 ο Άγγλος ουμανιστής Thomas More, αφού πρώτα περιγράφει με τα πιο σκοτεινά χρώματα τη δυστυχία της εποχής του, πλάθει τη δική του ουτοπία, όμοια σε πολλά σημεία με την αριστοφανική Νεφελοκοκκυγία και την πλατωνική Καλλίπολη. Πρόκειται για ένα φανταστικό νησί στο οποίο η ευδαιμονία έχει επιτευχθεί, και μάλιστα χωρίς τις διαφοροποιήσεις των τάξεων του πλατωνικού προτύπου. Ο More υποστηρίζει την αξίωση όλων των πολιτών για ισότητα και η κατάργηση της ιδιοκτησίας, που εμφανίζεται ως μέσο για την περιστολή του εγκλήματος, στηρίζεται στην αρχή πως όλοι οι πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα για συμμετοχή στη συνολική περιουσία. 

Χάρτης της Ουτοπίας του Thomas More
από τον Abraham Ortelius

Ανάλογη αισιοδοξία, η οποία όμως έχει διαφορετικό σημείο εκκίνησης, εκφράζει και ο Άγγλος φιλόσοφος και πολιτικός Francis Bacon. Γι’ αυτόν, οι διαγνωσμένες αδυναμίες της κοινωνικής ζωής θα μπορούσαν να εξαλειφθούν με την υλική άνοδο του πολιτισμού, που με τη σειρά της θα στηριζόταν στην επιστήμη. Είναι φανερό ότι οι εντυπωσιακές εφευρέσεις εκείνων των χρόνων οδήγησαν στην ουτοπία της κυριαρχίας πάνω στη φύση με τη βοήθεια των δυνατοτήτων που προσέφερε η επιστήμη, κυριαρχία η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα μια ζωή απαλλαγμένη από φροντίδες και μέριμνες, γεμάτη χαρά και ευδαιμονία. Έτσι, ο Bacon οραματίζεται τον λαό ενός μικρού νησιού, της Νέας Ατλαντίδας, να ζει απομονωμένος αλλά πληροφορημένος για τις προόδους στην έρευνα και στις επιστημονικές ανακαλύψεις. Το κλειδί της ευτυχίας τους δεν είναι η πολιτειακή οργάνωση –την οποία ο Bacon μόνον πρόχειρα περιγράφει- αλλά η ικανοποίηση των πρακτικών αναγκών μέσα από την κυριαρχία στη φύση με επιστημονικά μέσα.


Αντίθετα με τον Bacon, ο Ιταλός Tommaso Campanella, πρόδρομος του Διαφωτισμού, σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια το σοσιαλιστικό κράτος του μέλλοντος στη δική του Πολιτεία του Ήλιου. Είναι ενδιαφέρον ότι (προφητικά;) περιγράφει τις πολιτειακές δομές ενός κράτους που δεν διστάζει να παραβιάσει κατάφωρα τις ατομικές ελευθερίες χάριν του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Περιγράφει ακόμα (προφητικά;) ένα σύνθετο γραφειοκρατικό σύστημα, που βασίζεται στην κλιμάκωση της γνώσης. Σκοπός και αυτής της ουτοπικής κατασκευής είναι η άρση των κοινωνικών αδυναμιών. Βέβαια, υπάρχουν και αντιρρήσεις, με σημαντικότερες εκείνες του άλλου Ιταλού, του Gerolamo Cardano, ο οποίος δεν ενδιαφέρεται για την ουτοπία, αλλά στρέφει το ενδιαφέρον του στα πραγματικά ιστορικά κράτη με σκοπό να κατανοήσει την αναγκαιότητα που τα γεννά και τα διαμορφώνει.
Στην περίοδο του Διαφωτισμού η ουτοπία αναβιώνει, περισσότερο ως λατρεία του πρωτόγονου και του εξωτικού. Τώρα, αυτά τα πρότυπα, τα οποία αντιμετωπίζονται ως ενσαρκώσεις της καθαρής φύσης, επιστρατεύονται για να χτυπηθεί το κατεστημένο, που χαρακτηρίζεται ως παράλογο επειδή θεωρείται α-φύσικο. Είναι τυπική, στην ποίηση, στο θέατρο και στην πολιτική, η περίπτωση του «ευγενούς αγρίου», ο οποίος έχει οργανώσει αρμονικές κοινωνίες –ζει δηλαδή μια «πολιτισμένη βαρβαρότητα- και προβάλλεται έτσι ως πρότυπο αντίθετο προς την ανηθικότητα και τη διαφθορά της αριστοκρατίας. Ο Jean-Jacques Rousseau είναι ένας από τους Γάλλους Διαφωτιστές στον οποίο τέτοιες αντιλήψεις άσκησαν εξαιρετικά μεγάλη επίδραση. Ζητούμενο στην εποχή του Διαφωτισμού ήταν να βρεθεί τρόπος ώστε να συμφιλιωθεί ο πολιτισμός με τη φύση, έτσι ώστε και ο πρώτος να εξυγιανθεί και η φύση να διευρυνθεί για να ταυτιστεί με τον λόγο και την ηθική όπως αυτά πραγματώθηκαν στη διαδικασία του πολιτισμού. Κάτι τέτοιο αποδεικνύεται με το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Rousseau. Δεν θα υπήρχε ανάγκη κοινωνικού συμβολαίου, αν δεν γινόταν καταρχήν αποδεκτός ο πολιτισμός, όμως υπό τον όρο ότι καθετί αφύσικο θα εξοβελιζόταν.

Πηγή για τις εικόνες:

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Πλατωνική ουτοπία


Το 374 π.Χ. ο Πλάτων, ώριμος πια, γράφει την Πολιτεία του. Ο φιλόσοφος σχεδιάζει εκεί την Καλλίπολή του, μια πολιτική ουτοπία αρμονικής και δίκαιης συνύπαρξης. Αποκλείει και ενσωματώνει. Έτσι κι αλλιώς, κάθε ουτοπική σύνθεση συνδέεται με αποκλεισμούς και ενσωματώσεις, με τις πρώτες να καθορίζουν τις δεύτερες –το ίδιο δεν έκανε και ο αριστοφανικός Πεισθέταιρος; Χωρίζει λοιπόν ο Πλάτων τους ανθρώπους σε τάξεις (άρχοντες – φύλακες – δημιουργούς), τάξεις που αποτυπώνουν την τριμερή διάκριση της ψυχής (λογιστικό – θυμοειδές – επιθυμητικό) και προσδιορίζονται από τις αντίστοιχες αρετές (σοφία – ανδρεία – σωφροσύνη). Μια τέταρτη, η βασικότερη, αρετή, η δικαιοσύνη, συγκρατεί την αρμονία του συνόλου. Σκοπός είναι να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία για όλους. Στην πρώτη θέση της ιεραρχικής κλίμακας τοποθετείται ο φιλόσοφος/βασιλιάς. Εφαρμόζεται εδώ η θεωρία του Πλάτωνα, την οποία ωστόσο η πράξη απέδειξε απραγματοποίητη (ή ακόμα και επικίνδυνη), ότι για να φτάσουν οι άνθρωποι στην ευτυχία μέσα στις οργανωμένες κοινότητες που ιδρύουν μία είναι η λύση: να κυβερνήσουν οι φιλόσοφοι ή να φιλοσοφήσουν οι κυβερνήτες.


Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Οδηγός πλοήγησης στον κυβερνο-χώρο του Πλάτωνος


Νέα κυκλοφορία: Ζωή Αντωνοπούλου-Τρεχλή, www.platon.org. Οδηγός πλοήγησης στον κυβερνο-χώρο του Πλάτωνος, Αθήνα: Αρμός, 2018.


Τα κείμενα του Πλάτωνος συγκροτούν τα ίδια έναν ιστό από μοτίβα, θέσεις και προβλήματα, αλλά επίσης κληρονομούν έναν ιστό από μοτίβα, θέσεις και προβλήματα από ολόκληρη την προγενέστερη φιλοσοφική παράδοση, τα οποία είτε αναπαράγουν σχεδόν αυτούσια είτε τροποποιούν είτε, το πιο συχνό, εξοβελίζουν. Υπάρχουν, θα λέγαμε, κάποιες πλατωνικές «εμμονές», που δια-πλέκονται, συμ-πλέκονται, και συχνά περι-πλέκονται, σε μια προσπάθεια να καταγραφούν οι φιλοσοφικές προϋποθέσεις οι οποίες σκοπό έχουν να δημιουργήσουν εν τέλει μια συνεκτική νοηματική ολότητα. Από αυτήν την πυκνή ύφανση, στην παρούσα εργασία επιλέγουμε και ανασύρουμε ορισμένα θέματα, κατά τη γνώμη μας κεντρικά για τη συνολική κατανόηση του πλατωνικού έργου. Ως οδηγητικό νήμα χρησιμοποιείται το παρεχόμενο από τον ίδιο τον Πλάτωνα, όπως αυτό σχηματοποιείται στους ύστερους διαλόγους του εκ των οποίων ο τελευταίος δεν πρόλαβε καν να γραφτεί: σοφιστής (Σοφιστής), πολιτικός (Πολιτικός), φιλόσοφος. Η πλατωνική φιλοσοφία αντιμετωπίζεται ως όλον, ως ένας ιστός με πολλά επιμέρους συμπλεκόμενα νήματα. Ο Πλάτων, σαν την αράχνη, έχει στήσει τον ιστό του και μας έχει παγιδεύσει στην τυραννική του γοητεία. Στην τυραννική γοητεία της δικής του φιλοσοφίας, αλλά και της φιλοσοφίας γενικά (σημείωμα οπισθοφύλλου).

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

Martha Nussbaum και κειμενική ηθική


Ο Πλάτων εξόρισε ακόμη και τον Όμηρο από την ιδεώδη πολιτεία του ακριβώς επειδή τον υποληπτόταν υπερβολικά. Πίστευε ότι η ηθική δύναμη της ποίησής του (με τον όρο, ας εννοούμε τη «λογοτεχνία» εν γένει) είναι τόσο μεγάλη ώστε μπορεί να διαφθείρει το πνεύμα των ανθρώπων. και ο Πλάτων ήθελε να κρατήσει τους φύλακες της πολιτείας του μακριά από τέτοιες επιρροές. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η πλατωνική επίθεση στην ποίηση δεν οφείλεται σε ελαττώματα σχετικά με τη σύνθεσή της, αλλά στο γεγονός ότι η επίδρασή της στους ανθρώπους είναι επιβλαβής: προκαλεί τον ενθουσιασμό αντί να τους κάνει να στοχάζονται, δημιουργεί στους αδαείς την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουν.
Η Martha Nussbaum  συμφωνεί με τον Πλάτωνα για την ισχυρή επίδραση που ασκεί η λογοτεχνία στους ανθρώπους, διαφωνεί όμως με εκείνον υποστηρίζοντας ότι η επιρροή της είναι τέτοια ώστε να μας κάνει ηθικότερους. Πρόκειται γι’  αυτό που άλλοι θα ονομάσουν «κειμενική ηθική» (textual ethics) και είναι ένα ζήτημα που άνοιξε με την έκδοση, από τον Ralph Cohen το 1983, ενός τεύχους του περιοδικού New Literary History το οποίο έφερε τον τίτλο “Literature and/as Moral Philosophy”. Η Nussbaum, καταπιάνεται με το θέμα παραπέμποντας παραδειγματικά στους δύο αγαπημένους της συγγραφείς, τον Henry James και τον Marcel Proust. Εξηγεί, λοιπόν, ότι αυτοί και οι υπόλοιποι σχολικοί της σύντροφοι λειτούργησαν γι’ αυτήν ως πηγές ηθικού στοχασμού πολύ πριν έρθει σε επαφή με τον δομημένο φιλοσοφικό λόγο.
Το κρίσιμο επιχείρημα της Nussbaum είναι ότι η ηθική αντίληψη σχηματίζεται βασισμένη όχι αποκλειστικά στη διανοητική δραστηριότητα (στην επίκληση, με άλλα λόγια, γενικών αρχών), αλλά εμπλέκει και τα συναισθήματα. Σε τούτο το σημείο η λογοτεχνία υπερέχει της φιλοσοφίας, ισχυρίζεται η Nussbaum, καθώς τα συναισθήματα (πρωτίστως ο έρωτας που κινείται εναλλακτικά μεταξύ έκστασης και οδύνης) και η φαντασία οξύνονται μέσω αυτής. η ενσυναίσθηση ενδυναμώνεται. Επιπλέον, η λογοτεχνία μας παρέχει τη δυνατότητα να εξερευνήσουμε βαθιά ποικίλες ηθικές θέσεις (σαν να ζούμε πολλές ζωές), όμως να τις εξερευνήσουμε από μακριά, από απόσταση ασφαλείας, διατηρώντας την ουδετερότητά μας. Τα μυθιστορήματα είναι έτσι μια πρόβα πριν από τη ζωντανή παράσταση.


Αν νοιαζόμαστε για την ανάδειξη των κοινωνικών αδικιών, ο Immanuel Kant ή ο John Stuart Mill είναι πιο κατάλληλοι και αποτελεσματικοί από –ας πούμε- τον Charles Dickens, καθώς οι πρώτοι χειρίζονται καλύτερα τα φιλοσοφικά επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία για να θεμελιώσουν την θέση τους, υποστηρίζουν κάποιοι φιλόσοφοι. Η Nussbaum διαφωνεί με αυτό, και φαίνεται ότι η θέση της επιβεβαιώνεται και από τα πράγματα, αν λάβουμε υπ’ όψιν την επίδραση που είχε, παραδείγματος χάριν, το έργο της Harriet Beecher Stowe Uncle Tom’s Cabin για τη μεταστροφή των Αμερικανών στο ζήτημα της δουλείας.  Έτσι, η Nussbaum σπάζει το νήμα του καντιανισμού και του ωφελιμισμού που εξοστρακίζουν τα συναισθήματα από τη σφαίρα της ηθικής φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία περιγράφει τα συναισθήματα είτε ως τυφλές, άλογες παρορμήσεις χωρίς καμιά σχέση με τη γνώση, καθώς χρειάζεται να ελεγχθούν από τη λογική, είτε θεωρεί ότι, ακόμη κι αν έχουν κάποια γνωστική αξία, το παραγόμενο από αυτά γνωστικό προϊόν είναι ψευδές. Η Nussbaum, αντίθετα, ισχυρίζεται ότι τα βιώματα, τα συναισθήματα και η φαντασία έχουν γνωστική αξία (περίπου ισοδύναμη με την παραγωγική και επαγωγική λογική του ανθρώπινου νοείν) και, άρα, είναι μέρος του υποστρώματος που θα αξιοποιήσει ο συλλογισμός (η προτεραιότητά του παραμένει αναμφισβήτητη) ώστε να καταλήξει στο τι πρέπει να πράξουμε και να υποστηρίξει τη συνεπόμενη ηθική πράξη.
Με την παραδοχή της αυτή η φιλόσοφος ξαναφέρνει στο προσκήνιο την παλιά συζήτηση για την αντίθεση μεταξύ περιεχομένου και φόρμας στην προσέγγιση του λογοτεχνικού έργου. Αν και δίχως διάθεση πολεμικής, η θέση της αποτελεί υπέρβαση του φορμαλισμού (μολονότι η  Nussbaum δεν αρνείται την ερμηνευτική δύναμη της μορφής, εφόσον, επιπλέον, αποφαίνεται ότι ορισμένες φόρμες είναι καταλληλότερες από άλλες στο να μεταφέρουν το περιεχόμενο) και στοίχιση στην άποψη εκείνη που θέλει τη λογοτεχνία φορέα μηνυμάτων, και μάλιστα μηνυμάτων με επίκεντρο τον κόσμο και τον άνθρωπο. Με τον κίνδυνο, πάντως, η λογοτεχνία να υποταχθεί σε εξωτερικές ως προς τη φύση της επιδιώξεις.


Επίσης, η Nussbaum επαναφέρει και μια άλλη συζήτηση, ιδιαιτέρως προσφιλή στη μετα-Barthes εποχή, για τον ρόλο του συγγραφέα. Μιλάμε για την ηθική διάσταση της λογοτεχνίας με τρόπο απρόσωπο, θεωρώντας ότι ο συγγραφέας είναι νεκρός, όπως μας το ανήγγειλε ο Roland Barthes.  Πριν, όμως, από την αναγγελία θανάτου του, ο συγγραφέας ήταν μια σεβάσμια πατριαρχική φιγούρα επιφορτισμένη να κηρύσσει το δέον. Αρκεί μάλιστα να βρεθεί ένας Staline για να τον παρουσιάσει ως «μηχανικό των ανθρώπινων ψυχών», και τότε, αιφνίδια, η ηθική διάσταση της λογοτεχνίας θα βρεθεί πολύ κοντά στον ηθικισμό ή σε κάτι ακόμα χειρότερο. Πώς, λοιπόν, να δεχτούμε ότι η λογοτεχνία είναι ηθική, χωρίς να διερευνήσουμε την πρόθεση του συγγραφέα; Και αν χρειάζεται να μάθουμε την πρόθεση συγγραφέα; Και αν χρειάζεται να μάθουμε την πρόθεση του συγγραφέα, τότε μήπως αυτός νεκρανασταίνεται και η θεωρία του λογοτεχνικού κειμένου ως ανοιχτού σε διαρκείς επανερμηνείες είναι εσφαλμένη; Αλλά, ας σκεφτούμε κι αυτό: εάν το νόημα είναι πράγματι, όπως υποστηρίζουν οι σύγχρονες αναγνωστικές θεωρίες, υπόθεση του αναγνώστη, μήπως χρειάζεται να εξετάσουμε και τη δική του ευθύνη στην ηθική του κειμένου;


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγές για τις εικόνες: