Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Arendt H.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Arendt H.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Μαΐου 2018

Προσδιορίζοντας την έννοια την πολιτειότητας


«Η πολιτική ακουμπά πάνω σε ένα δεδομένο: στην ανθρώπινη πολλαπλότητα [...] Η πολιτική ασχολείται με την κοινότητα και την αμοιβαιότητα διαφορετικών όντων», υποστηρίζει η Hannah Arendt, εξειδικεύοντας και επεξηγώντας την απάντηση που έχει δώσει στο ερώτημα «τι είναι η πολιτική». Πολιτική, σύμφωνα με την Arendt, είναι το inter homines esse, δηλαδή ένας τρόπος ύπαρξης που προϋποθέτει την ανθρώπινη κοινότητα και απορρίπτει ως συνώνυμο του θανάτου το inter homines desinere. Και ο Pierre Manent, ακολουθώντας την πολιτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη, του Rousseau, του Kant, του Constant, του Tocqueville, του Weber και του Aron και συνομιλώντας με το έργο του Leo Strauss, συμφωνεί ότι  η ανθρώπινη κατάσταση έχει ως καταστατική αρχή την πολιτική.
Στη νεωτερικότητα η έννοια της πολιτειότητας σχετίζεται γενικά με την ιδιότητα του πολίτη μέσα σε μια πολιτειακά συντεταγμένη κοινωνία. Ειδικότερα, λαμβάνει τρεις διαστάσεις. Στην πρώτη ορίζεται ως νομικό status με το οποίο συνδέονται τα αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα: καθένας είναι ελεύθερος να ενεργεί σύμφωνα με τον νόμο και μπορεί να ζητήσει νομική προστασία για την προάσπιση των δικαιωμάτων του. Στη δεύτερη διάστασή της, καθένας θεωρείται πολιτικός παράγων, ενεργά συμμέτοχος στους πολιτικούς θεσμούς της κοινωνίας. Στην τρίτη της διάσταση, η πολιτειότητα αναφέρεται ως συμμετοχή σε μια πολιτική κοινότητα που εξασφαλίζει στα μέλη της την ταυτότητά τους.
Οι τρεις αυτές διαστάσεις διασυνδέονται μεταξύ τους με πολύπλοκες σχέσεις. Για παράδειγμα, τα δικαιώματα που ένας πολίτης απολαμβάνει καθορίζουν ως έναν βαθμό το εύρος των πολιτικών δραστηριοτήτων που είναι ενδεχόμενο να αναλάβει, ενώ, επιπλέον, ενδυναμώνουν τον αυτοσεβασμό, πράγμα που εξηγεί το γιατί η πολιτειότητα μπορεί, σύμφωνα με τον John Rawls, να αποτελέσει πηγή ταυτότητας. Επίσης, μια ισχυρή αστική ταυτότητα μπορεί να κινητοποιήσει τους πολίτες ώστε να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική ζωή της κοινότητάς τους.  Τέλος, το ότι διαφορετικές ομάδες μέσα σε ένα κράτος δεν μοιράζονται την ίδια αίσθηση ταυτότητας μπορεί να αποτελέσει λόγο για τη διεκδίκηση ενός διαφορετικού τρόπου κατανομής των δικαιωμάτων.
Από την οπτική της φιλοσοφίας, η πολιτειότητα αποκτά μία ακόμη αναφορά. Γίνεται ένα κανονιστικό ιδεώδες: οι αρχόμενοι πρέπει να είναι πλήρως και ισότιμα συμμετέχοντες στην πολιτική διαδικασία. Με αυτήν την έννοια, η πολιτειότητα είναι ένα κρίσιμο δημοκρατικό ιδεώδες, και πολλοί φιλόσοφοι θεωρούν τη θεωρία της πολιτειότητας ως μια επέκταση της δημοκρατικής θεωρίας. Όπως χαρακτηριστικά το αποδίδει ο Kymlicka, «η δημοκρατική θεωρία εστιάζει στους πολιτικούς θεσμούς και στις πολιτικές διαδικασίες. H θεωρία της πολιτειότητας επικεντρώνεται στις ιδιότητες των μεμονωμένων συμμετεχόντων».

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 1 Μαΐου 2018

Αρχαϊκή εποχή (Μέρος Γ΄)


Στην αρχαϊκή εποχή το άτομο αποκτά υπαρκτική ταυτότητα και δικαιώνεται εντασσόμενο σε μια ευρύτερη κοινότητα. Και το ατομικό του βίωμα μετασχηματίζεται καλλιτεχνικά, με αποτέλεσμα, στα ποιήματα και στα γλυπτά, να αποτυπώνονται γνωρίσματα όπως: η έκρηξη του ονόματος, η έκρηξη του συναισθήματος (φαινόμενο το οποίο ανεπαισθήτως μόνον είναι παρόν στο ομηρικό σύμπαν), η αναφορά στο παρόν (αντί στο παρελθόν, κατ’ αποκλειστικότητα αξιομνημόνευτο σε προηγούμενους χρόνους), ο ρυθμός (ως κανόνας που συνέχει το παν), ο κόσμος (ως κόσμημα), η ελευθερία (ως κατάκτηση της πολιτικής κοινωνίας). Αυτά τα γνωρίσματα συνδυάζονται με το περιβάλλον της νέας μονάδας πολιτικής συμβίωσης, της πόλεως, και, υπ’ αυτήν την έννοια, η αρχαϊκή εποχή αναγγέλλει την πολιτική κοινωνία της κλασικής εποχής. Ο Έλληνας δηλώνει την ταυτότητά του την ίδια εποχή που γίνεται πολίτης, αποκτώντας έτσι σημαίνουσα θέση στον κοινό χώρο και εισερχόμενος προοδευτικά σε μια περιπέτεια που τον υποχρεώνει να αποδεχθεί την ανθρώπινη ετερότητα ως αναγκαίο όρο συμβίωσης μέσα στο σύμπαν της πόλεως.

Henry O. Walker, Lyric Poetry (1896)
Washington D.C., Library of Congress

Όπως αργότερα θα παραδεχθεί ο Αριστοτέλης, η ανθρώπινη ικανότητα για πολιτική οργάνωση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τη φυσική ένωση που έχει ως επίκεντρο την οἰκίαν. Η εμφάνιση της πόλεως στην Αρχαία Ελλάδα, υποστηρίζει η Arendt, σημαίνει ότι ο άνθρωπος, εκτός από την ιδιωτική του ζωή, παραδέχεται και μια δεύτερη ζωή: τον πολιτικό του βίο. Το ιδιωτικό αποκτά ύπαρξη αποκτώντας δημοσιότητα. μέσω αυτής, γίνεται πολιτικό, αφού δημοσιότητα έχουν όλες οι δραστηριότητες εντός της πόλεως. Όλα είναι ορατά, γι’ αυτό και η όραση ως αίσθηση σταδιακά αναβαθμίζεται. Το αφανές και το απρόσιτο γίνεται «μορφή και θέαμα», γράφει ο Jean- Pierre Vernant. Στην πολιτική κοινωνία της αρχαϊκής περιόδου, το φαινόμενο –το ορατό και ακουστό- είναι εκείνο που αποτελεί την πραγματικότητα. Σε σύγκριση με αυτήν την πραγματικότητα, τα πάθη, η διάνοια, οι αισθήσεις δεν έχουν «ουσιώδη» ύπαρξη. Την αποκτούν αμέσως μόλις μετασχηματίζονται και γίνονται κατάλληλα για να παρουσιαστούν δημόσια.
Δημοσιότητα είναι το κοινό σημείο ανάμεσα στη λυρική ποίηση και στη γλυπτική. Δημοσιότητα με τη δήλωση του ονόματος του καλλιτέχνη. δημοσιότητα με τη ανάδειξη των σκέψεων και των συναισθημάτων του που κυριολεκτικά απευθύνονται σε κάποιον (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ελεγειακή ποίηση) και αναφέρονται σε κάποιον, φίλο, πελάτη ή τον ίδιο του τον εαυτό. δημοσιότητα του έργου του που αποκτά καλλιτεχνική αξία όταν οι άλλοι ομολογήσουν τη χάρη και την πρωτοτυπία του. Το αρχαϊκό «εγώ», ποιητικό ή εικαστικό, δεν εκφράζεται σε προσωπική απομόνωση, αλλά ζει κοινωνικά. «Ο υποκειμενικός του χώρος είναι ουσιαστικά αντικειμενικός», σύμφωνα με τον Αριστόξενο Σκιαδά. Ακόμη και στην εξομολογητική ποίηση του Αρχιλόχου, όταν ο ποιητής τολμηρά και απροσδόκητα απευθύνεται στην ψυχή του.
Δημοσιότητα είναι και το κεντρικό χαρακτηριστικό της πολιτικής οργάνωσης στην αρχαϊκή περίοδο. Η πόλις οργανώνεται οριζόντια και κυκλικά, γύρω από έναν μέσο χώρο, η εξουσία παραδίδεται ἐς μέσον και οι «μέσοι» επιλέγονται για τη διάσωσή της. «Η Πόλη παρουσιάζεται ως ένα ομοιογενές σύμπαν, χωρίς ιεραρχία, χωρίς ορόφους, χωρίς διαφοροποίηση. Η αρχή δεν είναι πια συγκεντρωμένη στα χέρια ενός μοναδικού προσώπου που βρίσκεται στην κορυφή της κοινωνικής οργάνωσης. Κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλη την έκταση της δημόσιας ζωής, στον κοινό αυτό χώρο όπου η πόλη βρίσκει το κέντρο της, το μέσον της», θα πει ο Vernant.
Η λυρική ποίηση και η γλυπτική δημιουργούν, λοιπόν, έναν επιπλέον «πολιτικό» δεσμό ανάμεσα στους ανθρώπους, εφόσον πράγματα της ανθρώπινης ζωής, εκτοπισμένα πριν στον ιδιωτικό χώρο, εκτίθενται πλέον δημόσια, γίνονται κοινό κτήμα της αναδυόμενης πολιτικής κοινωνίας. Να σημειώσω παρενθετικά ότι αυτή η εξέλιξη σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από μια καλλιτεχνική ή –ακόμα και- πολιτική μεταβολή. Σημαίνει πως μεγαλώνει η βεβαιότητα της ανθρώπινης γνώσης για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Μια και υπάρχει μια αντιστρόφως ανάλογη σχέση ανάμεσα στην ατομικότητα και στη γνωστική βεβαιότητα: όσο ενισχύεται η πρώτη, τόσο υποχωρεί η δεύτερη, και αντιστρόφως.
Είναι μετά η τάση, που συνδέεται με τη δημοσιότητα, τόσο της αρχαϊκής ποίησης όσο και της αρχαϊκής γλυπτικής, προς μια ελευθερία αξεχώριστα δεμένη με έναν ρυθμό, ανάλογη με την ελευθερία που αποκτά ο άνθρωπος ως πολιτικόν ὄν.
Ελευθερία που ανιχνεύεται στη θεματική αλλά και στην εσωτερική ευελιξία και πολυμορφία των λυρικών ποιημάτων. Ο ρεαλισμός και η σκωπτικότητα του Αρχιλόχου, η βαθιά ευαισθησία του Σιμωνίδη, η πνευματικότητα του Αλκμάνος και της Σαπφούς, η προτρεπτική διάσταση στην ποίηση του Τυρταίου και του Καλλίνου, η σοβαρότητα του Σόλωνος, ο ρυθμός και η ισορροπία του Μίμνερμου, η οξεία αμφισβήτηση του Ξενοφάνη, η ωριμότητα του Πινδάρου: είναι μερικά μόνον παραδείγματα. Ελευθερία επίσης από τις ακλόνητες αξίες του επικού παρελθόντος, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αρχίλοχος να χλευάζει δηκτικά τον φιλάρεσκο και κορδωμένο μέγαν στρατηγόν, και να δικαιολογεί τον ριψάσπιδα. Η ζωή είναι για τον ποιητή η ύψιστη αξία, κάτι που μάλλον αργά, μετά θάνατον, ανακάλυψε ο κατεξοχήν ήρωας του ομηρικού κλέους, ο Αχιλλέας. Αλλά και ελευθερία να εφράζει κανείς την προτίμησή του χωρίς καμία δέσμευση, όπως το διατυπώνει η Σαπφώ με τη φράση ὄττω τις ἒραται.

Sir Lawrence Alma-Tadema, Sappho and Alcaeus (1881)
Βαλτιμόρη, Walters Art Museum

Η τέχνη της ποίησης και της γλυπτικής γίνεται στα αρχαϊκά χρόνια ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη. Μολονότι το θεϊκό και το μυθικό στοιχείο εξακολουθούν να είναι παρόντα, η τέχνη απευθύνεται στους ανθρώπους και μιλάει τη γλώσσα τους. Πλάι στη χάριν, την ιδιότητα των Χαρίτων, η πιο εγκόσμια ἀγλαΐα. Κι αντίθετα με τη θεϊκή έμπνευση ή την έμπνευση των Μουσών, ο έπαινος για τον τεχνίτη-δάσκαλο και τα αυτοπαινέματα. Αλλά και η σύγκριση με άλλα έργα της ίδιας τέχνης, για να αναδειχθεί η ανωτερότητα του δικού του έργου για τον ποιητή και τον γλύπτη.
Τούτη η ελευθερία δένεται και με την αναζήτηση του ρυθμού. Ἀλλοτε δ’ ἄλλος ἔχει τόδε. νῦν μέν ἐς ἡμέας ἐτράπεθ’ αἱματόεν δ’ ἕλκος ἀναστένομεν, ἐξαῦτις δ’ ἑτέρους ἐπαμείψεται, θα πει ο Αρχίλοχος, για να καταλήξει, παρακολουθώντας σε αυτό τους φιλοσόφους, στον ρυθμό, αποτέλεσμα της εναλλαγής μεταξύ ευτυχίας και δυστυχίας: Γίγνωσκε δ’ οἷος ῥυσμός ἀνθρώπους ἔχει.
Η γλυπτική δημιουργεί κι εκείνη έναν ρυθμό, κάτι σαν «το δεσπόζον μοτίβο στη μουσική», επαναλαμβάνοντας επίμονα τον τύπο του Κούρου και της Κόρης σε όλη την αρχαϊκή περίοδο. Ένας νόμος μορφοποιεί τα αγάλματα, σε μια εποχή που, το είπαμε ήδη, λατρεύει την ευνομία. Κι όμως, ενώ τα σχήματα φαίνονται κοινά και νομίζει κανείς ότι οι καλλιτέχνες δουλεύουν έχοντας στον νου τους έναν απαρασάλευτο κανόνα, αποδεικνύεται στην πράξη πως η αρχαϊκή τέχνη παρουσιάζει ρευστότητα και μεταβολές, καθώς καλείται να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη σταθερότητα, που την έχει ξεπατικώσει από το αιγυπτιακό της πρότυπο, και την απαίτηση για ζωντάνια.
Στα αρχαϊκά αγάλματα στριμώχνονται αντιθέσεις. Αυτά τα «υλικά “σήματα” θανάτου» κατά τον Boardman, οι Κούροι και οι Κόρες, ακίνητοι, πιστοί στον νόμο της απόλυτης μετωπικότητας και της συμμετρίας, με τα χέρια σφιχτά κολλημένα στις πλευρές, προβάλλουν το αριστερό πόδι, έτοιμοι να φύγουν μπροστά, ενώ την ίδια στιγμή ανεπαίσθητες αποκλίσεις και αδιόρατες μετατοπίσεις τινάζουν στον αέρα τόσο τη συμμετρία όσο και τη φαινομενική ακινησία τους. Στο αρχαϊκό άγαλμα συνυπάρχουν αξεδιάλυτα η ακινησία με την κίνηση, το πάγωμα του χρόνου στη σημαίνουσα στιγμή. Ώσπου, τα τελευταία χρόνια της αρχαϊκής εποχής, τα ακίνητα αγάλματα όλο και περισσότερο μοιάζουν με «τεντωμένες χορδές», έτοιμες να εξακοντιστούν και να ελευθερωθούν κατά την κλασική περίοδο.

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 24 Απριλίου 2018

Αρχαϊκή εποχή (Μέρος Β΄)


Τα έργα της αρχαϊκής γλυπτικής έχουν προφανέστατη σύνδεση με τις οικονομικο-πολιτικές συνθήκες της εποχής. Η Κόρη της Ακροπόλεως (γύρω στο 500 π.Χ.) ήταν το δίχως άλλο ανάθημα από κάποιον αριστοκράτη, ενώ οι Κούροι του Σουνίου (γύρω στο 590 π.Χ.) θα πρέπει να ήσαν αφιερωμένοι από κάποιους καραβοκυραίους που πλούτισαν από το εμπόριο και καλόπιαναν με τα δώρα τους τον θεό της θάλασσας.



Ο πολιτικός χαρακτήρας των αρχαϊκών γλυπτών εκδηλώνεται στη χρήση τους πρώτα-πρώτα –αναθήματα ή σήματα, κατά τον John Boardman- αλλά και στην οπτική γλώσσα που χρησιμοποιείται: ιδεατότητα και ταυτόχρονα λεπτομερής, σχεδόν ρεαλιστική, σπουδή των ανθρώπινων χαρακτηριστικών, μετωπικότητα, συμμετρία και ακινησία και ταυτόχρονα βραχύνσεις, αποκλίσεις, ελαχιστότατες μετατοπίσεις, ρευστότητα και ζωντάνια. Τα αρχαϊκά γλυπτά εικονοποιούν τις αντιφάσεις της εποχής τους: αυστηρότητα και μαζί μια πρωτόγνωρη ελευθερία. Και, πάντως, παρουσιάζουν μια εξωστρέφεια παρόμοια με την πολιτική εξωστρέφεια –την ψυχολογική ελευθερία του Forrest- η οποία εκείνη την εποχή εγκαινιάζεται.   
Επιπλέον, οι δημιουργοί των αρχαϊκών γλυπτών έχουν, όπως και οι δημιουργοί των λυρικών ποιημάτων, ταυτότητα. Δειλά στην αρχή, πιο τολμηρά στη συνέχεια, βγαίνουν από το σκοτάδι της ανωνυμίας και τολμούν να υπογράψουν τα έργα τους, αναγνωρίζοντας έτσι και αποκτώντας συνείδηση της αξίας τους. Ευθυκαρτίδης είναι το όνομα του γλύπτη, χαραγμένο στον Κούρο της Δήλου που χρονολογείται μεταξύ του 600 και του 525 π.Χ. Επίσης, στην επιτύμβια στήλη του Αριστίωνος αναγράφει το όνομά του, όχι χωρίς κάποια διάθεση αυτοπροβολής για λόγους ίσως διαφημιστικούς, ο γλύπτης Αριστοκλής. Αναγράφουν το όνομά τους ποιοι; Οι «καλλιτέχνες» λέμε σήμερα, ξεχνώντας ότι στην εποχή τους έλειπε το πρώτο συνθετικό της λέξης. Τεχνίτες ήσαν, άνθρωποι με θέση χαμηλή στην κοινωνική ιεραρχία, για τους ευπατρίδες απλοί δημιουργοί, χαρακτηρισμός αυτός ο τελευταίος που μόνο στα νεότερα χρόνια πήρε το πλούσιο νόημα που ακόμα έχει.


Και όπως οι λυρικοί ποιητές έτσι και οι γλύπτες, μαζί με το όνομα, φανερώνουν κι αυτοί τα αισθήματά τους. Ορισμένοι όχι μόνον αποφασίζουν να υπογράψουν, αλλά, μαζί με την υπογραφή, κάποια σύντομη συνήθως φράση δηλώνει τη στάση τους έναντι της τέχνης τους. Ἄγαλμα είναι η λέξη που χρησιμοποιείται ήδη από τον Όμηρο για να αποδώσει την οπτική απόλαυση που προκαλείται στον θεατή αλλά και στον θεό στον οποίο αφιερώνεται περικαλλές και καλόν είναι τα επίθετα που την συνοδεύουν και φανερώνουν τον δημιουργό ταυτόχρονα και ως κριτή της τέχνης του, να επιδιώκει και να προκαλεί τον θαυμασμό εκ μέρους των θεατών.
Πρόκειται για το ἀριστεύειν, δηλαδή, για τη συνειδητή επιλογή της αθανασίας μέσω της αθάνατης φήμης. Με πόσο όμως διαφορετικό περιεχόμενο από τα ομηρικά χρόνια. Οι ομηρικοί ήρωες με την αριστεία συνοψίζουν τη ζωή τους σε ένα μοναδικό κατόρθωμα, όπως ωραία το διατυπώνει η Hannah Arendt. Στην αρχαϊκή περίοδο, οι θνητοί δημιουργοί αφήνουν κι αυτοί πίσω τους άφθαρτα ίχνη, καθώς η τέχνη είναι που τούς καταξιώνει στα μάτια των άλλων.
«Πρέπει να ένιωσα μέσα στον κούρο την υπερηφάνεια, ότι είναι απλώς άνθρωπος: όχι ένα άτομο με καθημερινές διαστάσεις, όχι ένας χαρακτήρας με τα ελαττώματα και τα ιδιαίτερα προσόντα του, αλλά ήδη, μέσα στην ευγένεια του αρχαϊσμού, ένας πολίτης που αποδέχεται τους κανόνες και αντλεί, από αυτήν την αποδοχή, τη δύναμή του –και αυτό είναι η απαρχή εκείνου που αργότερα θα επιτρέψει όλες τις κατακτήσεις», γράφει για τη στιγμή που πρωταντικρίζει τους αρχαϊκούς Κούρους η Jacqueline de Romilly.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Και τα δύο έργα (Κούρος του Σουνίου και Επιτύμβια Στήλη Αριστίωνος) φυλάσσονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Πηγή για τις εικόνες:

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Ποιος μιλάει;


Αναφερόμενοι στο θέμα του αφηγητή στη λογοτεχνία, αναφερόμαστε στην πραγματικότητα σε μια παρουσία και επιχειρούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα «ποιος μιλάει;» (ή, αν θέλετε, «ποιος λέει;» κατά Genette). Η αντωνυμία (ποιος) υποδεικνύει την παρουσία ενός αγνώστου ο οποίος οφείλει να μας συστηθεί. Στη λογοτεχνία ο αφηγητής είναι, ας πούμε, ένας νεοφερμένος που μας συστήνεται πρώτα ο ίδιος μέσω της ομιλίας του. Ακόμα κι όταν πρόκειται για κάποιον ήρωα, δρώντα μέσα στο πλαίσιο της αφηγούμενης ιστορίας (ομοδιηγητικός αφηγητής, κατά Genette), η δράση του διευκρινίζεται με τον λόγο. Η Hannah Arendt υποστηρίζει ότι το ερώτημα «ποιος είσαι;», το οποίο συνοδεύει κατ’ ανάγκην κάθε ανθρώπινη πράξη, απαντάται καλύτερα με τα λόγια απ’ ό,τι με τα έργα. Υπάρχει, λέει, μεγαλύτερη συνάφεια ανάμεσα στην ομιλία και στην αποκάλυψη. Η λογοτεχνία επιβεβαιώνει στο μάξιμουμ αυτήν την αντίληψη. Σε αυτήν δεν υπάρχει πράξη παρά μόνον ως αφηγημένη πράξη. Άρα, η ομιλία όχι απλώς διευκρινίζει και αποκαλύπτει το νόημα της πράξης, αλλά αποτελεί συστατικό στοιχείο ύπαρξής της. Ούτως ή άλλως, στη λογοτεχνία, η ταυτότητα δεν μπορεί να αποδοθεί με μόνη τη φυσική παρουσία, ακριβώς επειδή φυσική παρουσία δεν υπάρχει. Το σχήμα του σώματος, ο μοναδικός ήχος της φωνής, και μαζί οι ιδιότητες, τα χαρίσματα, οι φυσικές ικανότητες, ακόμα και τα ελαττώματα που μπορεί να διαθέτει κάποιος –ο αφηγητής, ο αφηγητής/ήρωας, ο ήρωας– δηλώνονται με τον λόγο: αποτελούν, δηλαδή, αντικείμενο, και μάλιστα το κατεξοχήν, της αφήγησης. Ακόμα και στην περίπτωση του τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή, παρά την έλλειψη οποιασδήποτε άλλης πράξης, αρκεί η πράξη της αφήγησης, με άλλα λόγια το ενέργημα του ομιλείν, για την ταυτοποίησή του. Εν τέλει, μέσα στο ιδιαίτερο λογοτεχνικό σύμπαν, ανυπαρξία σημαίνει απόλυτη σιωπή, πλήρης και εντελής αλαλία. Και, ειδικά στην περίπτωση της τριτοπρόσωπης αφήγησης, παρουσιάζει ενδιαφέρον το ότι συχνά ο αφηγητής, αφηγούμενος και νομίζοντας πως αποκαλύπτει μόνον την ταυτότητα των ηρώων, αποκαλύπτει τελικά ταυτόχρονα και τη δική του ταυτότητα. Και, αν στη ζωή η ανωνυμία είναι δυνατή, εφόσον κάποιος παραμείνει έξω από τα όρια της ανθρώπινης επικοινωνίας, στη λογοτεχνία κανείς δεν μπορεί να διαθέτει πλήρη ανωνυμία δεδομένου ότι η λογοτεχνία αποτελεί προνομιακό πεδίο επικοινωνίας. Στο ερώτημα, λοιπόν, «ποιος μιλάει» στη λογοτεχνία, υπάρχει σύμπτωση του ενεργήματος (του ομιλείν) με τον ενεργούντα (ποιος). Το ενέργημα γενικά, και το ενέργημα του ομιλείν ειδικότερα, υπερβαίνει την επιτελεστική του λειτουργία και αποκτά τον ειδικό του χαρακτήρα με την αποκάλυψη του υποκειμένου του ενεργήματος.


Πηγή για την εικόνα:
http://www.aproposdecriture.com/10-etapes-pour-devenir-meilleur-ecrivain

Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

Αριστεία και κλέος


Σύμφωνα με τον Όμηρο, στον μυκηναϊκό κόσμο, η αρετή που επιδιώκει ο άνθρωπος δεν είναι η αφηρημένη ιδέα μιας ηθικής τελειότητας, όπως αυτή εξαντικειμενοποιείται με την αναγωγή της σε μια (πλατωνική ή άλλη) υπερβατική σταθερά. Η σημασία που παίρνει το να είναι κανείς ἄριστος (λέξη ετυμολογικά συγγενής με τη λέξη ἀρετή) συμπυκνώνεται στο ομηρικό αἰέν ἀριστεύειν καί ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων (=να είσαι πάντα πρώτος κι ανώτερος απ’ όλους), που παραπέμπει στην ιδέα της ανωτερότητας στα πλαίσια μιας ιεραρχικής κατάταξης (ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων). Η ιδέα της υπεροχής σε σχέση με τους άλλους ταιριάζει απόλυτα με την προτεραιότητα των ατομικών κατορθωμάτων. Όλοι, λοιπόν, προστατεύουν αυτό που είναι τόσο με τους αγώνες τους όσο και με τις καυχησιές τους, από τις οποίες η ομηρική Ιλιάδα είναι γεμάτη.

Πατρόκλου Άθλα, 
Δίνος (6ος π.Χ. αιώνας)

Ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν τα δύο προνομιακά πεδία του πολιτικού και μπορούν να προσδιοριστούν ως διαφορετικοί βαθμοί έντασης της ίδιας θεμελιώδους αγωνιστικής σχέσης. Κοινό συστατικό τους στοιχείο είναι το αριστοκρατικό (αντα-)αγωνιστικό πρότυπο της ατομικής αρετής με τη μορφή της ἀριστείας  (η ζωή να συνοψίζεται σε ένα μοναδικό κατόρθωμα, όπως το περιγράφει η Hannah Arendt ), που προϋποθέτει δύο πράγματα: από τη μια, την ευταξία ενός κόσμου που μόλις απαλλάχθηκε από την τερατώδη του πλευρά  (αν και η αταξία πάντοτε παραμονεύει, αφού ο πόλεμος είναι πατήρ πάντων) και, από την άλλη, τον συνδυασμό ανάμεσα στη θεατή ιδιότητα του φυσικού κάλλους και στη δύναμη, στη γενναιότητα, στην επιτηδειότητα, στην ευστροφία. Και όλα αυτά μέσα σε έναν κόσμο προ-πλατωνικό, ο οποίος δεν γνωρίζει ακόμα τον δυισμό, που, για να χρησιμοποιήσουμε μια διατύπωση του  Gilles Deleuze, δεν έχει ακόμα τίποτα με χαρακτήρα ουσιακό να χωρίσει. 

Μονομαχία Μενελάου και Έκτορα, 
Πινάκιο (7ος π.Χ. αιώνας)

Ταυτόχρονα, «ο πόλεμος και ο αθλητισμός εγκλείουν μορφές σύγκρουσης συνυφασμένες με μορφές αλληλεξάρτησης, συνεργασίας και συγκρότησης μιας ομάδας», όπως παρατηρεί ο Eric Dunning. Στον πόλεμο και στους αθλητικούς αγώνες του ομηρικού κόσμου αυτοπροσδιορίζεται η αριστοκρατική ελίτ της «ηρωικής» περιόδου με αξιώσεις κοινωνικής ενότητας και συνοχής. Το σύμπαν μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται είναι αυτό της τιμής, της μεγαλοπρέπειας, του κομπασμού, της πρόκλησης και, οπωσδήποτε, δεν είναι ο καθημερινός κόσμος του μόχθου και της μέριμνας.   

Μονομαχία Αχιλλέα και Μέμνονα, 
Υδρία (6ος π.Χ. αιώνας)

Πόλεμος, λοιπόν, οι ομηρικοί αθλητικοί αγώνες; Και βέβαια. Με άλλα μέσα, αλλά πόλεμος, μάχη, βία, εξαπάτηση. Σύγκρουση τελετουργική οι αγώνες, με δοκιμασίες που προέρχονταν από τη στρατιωτική εκπαίδευση. Εξάλλου, στο ομηρικό έργο θεμελιώδης είναι η ατομική αρετή, και όταν πρόκειται για τον πόλεμο, που παίρνει τη μορφή ενός «μωσαϊκού μονομαχιών όπου συγκρούονται οι πρόμαχοι», αλλά και στους αγώνες, όπου και πάλι λαμβάνουν μέρος μόνον οι αρχηγοί με έπαθλα πολλά και πολύτιμα, αλλά με έπαθλο σπουδαιότερο την προσωπική τους δόξα. 

Μνηστηροφονία, 
Σκύφος (5ος π.Χ. αιώνας)

Οι Έλληνες, από την εποχή κιόλας του Ομήρου, ενδιαφέρονταν πάνω από όλα για το κλέος και για την αθανασία που αυτό χαρίζει. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να πετύχει την αιωνιότητα, αρκείται στην αθανασία. Και βέβαια η αθανασία είναι το αποτέλεσμα της πράξης και εκδηλώνεται με τον τρόπο ζωής του ανθρώπου μέσα στη δημόσια σφαίρα, ενώ η αιωνιότητα θα χρειαστεί να περιμένει την πλατωνική θεωρίαν (όπως θα συμπληρωθεί και από τη χριστιανική παράδοση), που σημαίνει απόσπαση από τη δημόσια σφαίρα και τον πολιτικό βίο. Από την άλλη, ό,τι χαρακτηρίζεται ως «αγωνιστικό πνεύμα» των Ελλήνων, ως μόνιμη και συνεχής επιθυμία για αναμέτρηση με τους άλλους, θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως επιλογή θανάτου. Η πράξη του ήρωα τερματίζεται με τον θάνατό του που τον επιλέγει εκούσια, γιατί μόνον έτσι δεν αφήνει κανένα περιθώριο στην ανατροπή, στο μη προβλέψιμο, αφήνοντας μόνο στη διακριτική ευχέρεια του ποιητή το να αφηγηθεί την πράξη της οποίας ο ήρωας τού έχει παραδώσει την πλήρη σημασία. Το κλέος και η ποιητική του εξύμνηση ως θεραπεία (προ-πολιτική/προ-φιλοσοφική λύση) της ευπάθειας των ανθρώπινων  πραγμάτων (της πράξης και της ομιλίας) θα δώσουν τη θέση τους στην πολιτική «φαρμακεία» της πόλεως στα κλασικά χρόνια  και αυτή στην απολιτική πλατωνική ουτοπία της ευδαίμονος θεωρίας.

Πηγή για τις εικόνες:

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Περί του κακού (Μέρος Β΄)


Μετά τον καταστροφικό σεισμό της Λισαβόνας (δες προηγούμενη ανάρτηση), το κακό αρχίζει να εξετάζεται όχι πια υπό τη θεολογική, αλλά υπό την κοινωνική του διάσταση. Ο Γερμανός φιλόσοφος Immanuel Kant προσπαθεί πρώτος να διαχωρίσει τα μεταφυσικά από τα λογικά επιχειρήματα περί του κακού.


Βασικός άξονας της σκέψης του Kant είναι το χάσμα ανάμεσα στο είναι και στο δέον. Τρομακτικά πράγματα συμβαίνουν στον κόσμο, λέει ο φιλόσοφος, όμως αυτός καταστατικά πρέπει να λειτουργεί. Έτσι, η ύπαρξη του κακού σημαίνει ότι εμείς οι άνθρωποι δεν ακολουθούμε τον ηθικό νόμο εντός μας (the moral law within). Σημαίνει ότι ενεργούμε ενάντια στη λογική, ότι κάνουμε κατάχρησή της.
Από τον Kant και μετά αρχίζει να αναπτύσσεται μια σαφής αντίληψη του καλού και του κακού συνδεδεμένη με τη λογική. Άλλωστε, έτσι κι αλλιώς, η νεωτερικότητα σημαδεύεται από την ανάδυση της λογικής. Η ανθρώπινη συμπεριφορά αποτιμάται βάσει της πίστης μας στη λογική, ενώ και στις κοινωνικές επιστήμες κυριαρχεί η έννοια της έλλογης επιλογής, καθώς και η ιδέα του homo economicus, του ανθρώπου που λαμβάνει ατομικές αποφάσεις υπολογίζοντας τη μέγιστη ωφέλεια που προκύπτει από αυτές.
Το Auschwitz, κατά τον 20ό αιώνα, αποτελεί ορόσημο για τη μεταβολή αυτής της αντίληψης. Τρία εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν εκεί εξαιτίας της συνεπούς εφαρμογής της λογικής και της επιστήμης. Το κακό όχι μόνο δεν είναι αντίθετο προς τη λογική, αλλά βρίσκεται πολύ πιο κοντά της απ’ ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε: αυτό υποστηρίζει η Γερμανοεβραία φιλόσοφος Hannah Arendt, χαρακτηρίζοντας το κακό κοινότοπο και εξηγώντας ότι δεν χρειάζεται να έχει κάποιος κακές προθέσεις για να το διαπράξει, όπως ισχυριζόταν ο Kant. Ούτε διαθέτει δαιμονική πλευρά, αλλά εξαπλώνεται και καταλαμβάνει τον χώρο σαν μύκητας.


Κατά τον 20ο αιώνα, οι διανοούμενοι αρχίζουν να αμφισβητούν τη δύναμη της λογικής στον τομέα της λήψης απόφασης σε ατομικό επίπεδο. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και οι δύο ολοκληρωτισμοί που εμφανίστηκαν αποτελούν τις αιτίες αυτής της αμφισβήτησης. Η μετανεωτερικότητα είναι ακόμα πιο ριζοσπαστική: η πρόοδος στην ανθρώπινη ιστορία αποσυνδέεται από τη λογική. Το κακό παύει να είναι το αντίθετο της λογικής και της προόδου. 
Αντιθέτως, η λογική και η πρόοδος το ενισχύουν.

Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Η κοινοτοπία του κακού


Το 1959, η ισραηλινή Μοσάντ κατάφερε να εντοπίσει στην Αργεντινή τον Γερμανό αντισυνταγματάρχη Adolf Eichmann, τον άνθρωπο που είχε χαρακτηριστεί αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος, της μαζικής δολοφονίας 6 εκατομμυρίων Εβραίων. Ο Eichmann μεταφέρθηκε στο Ισραήλ και μετά από 9 μήνες, στις 11 Απριλίου 1961, άρχισε εκεί η δίκη του. Κατηγορήθηκε για 15 εγκλήματα, ανάμεσα στα οποία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα εναντίον του εβραϊκού λαού, συμμετοχή σε εκτός νόμου οργάνωση.


Η ισραηλινή κυβέρνηση φρόντισε ώστε η δίκη να καλυφθεί ευρέως από τα μεγαλύτερα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Το περιοδικό The New Yorker έστειλε στη δίκη τη ρεπόρτερ Hanna Arendt. Επρόκειτο για τη σπουδαία Γερμανοεβραία φιλόσοφο, μαθήτρια και ερωμένη στο παρελθόν του Martin Heidegger, η οποία από το 1950 είχε αποκτήσει αμερικανική υπηκοότητα, ενώ το 1951 είχε ταράξει τα νερά διερευνώντας τις ομοιότητες μεταξύ ναζισμού και σταλινισμού στο κλασικό έργο της Les origins du totalitarisme (Πηγές του ολοκληρωτισμού).
Η Arendt παρατηρούσε τον Eichmann σε όλη τη διάρκεια της απολογίας του: κλεισμένος μέσα σε ένα γυάλινο αλεξίσφαιρο κλουβί, ίδρωνε και ξεΐδρωνε, σκούπιζε διαρκώς τη μύτη του, υποστηρίζοντας πως με ό,τι έκανε ωφελούσε τη Γερμανία. Δεν επρόκειτο για το ναζιστικό τέρας που είχε φανταστεί η Arendt, αλλά για ένα ανθρωπάκι, για έναν ασήμαντο και μικρό άνθρωπο, όμοιο με πολλούς από αυτούς που μας περιτριγυρίζουν, ο οποίος, στερημένος από λογική σκέψη, ενεργούσε ως γραφειοκράτης και δικαιολογούσε τα εγκλήματά του ως καθήκον, ως την υποχρέωσή του να συμμορφωθεί με τους κανόνες.  


Αυτή η εμπειρία της Arendt ήταν η αφορμή για το διάσημο έργο της Eichmann à Jerusalem (Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ) και τον ακόμη πιο διάσημο υπότιτλό του La banalité du mal (Η κοινοτοπία του κακού).
Ο χαρακτηρισμός του κακού ως κοινότοπου στόχευε στο να αμφισβητήσει την κυρίαρχη αντίληψη ότι οι θηριωδίες των Ναζί προέρχονταν από την κακόβουλη θέλησή τους να κάνουν το κακό. Ο Eichmann, ισχυρίζεται η Arendt, συμμετείχε στην «τελική λύση» όχι επειδή ήταν ένα διεστραμμένο τέρας, αλλά επειδή δεν διέθετε ούτε σκέψη ούτε κρίση. Δεν επρόκειτο για την παρουσία του μίσους σε αυτόν, αλλά για την απουσία της ικανότητας εκείνης που θα τον έκανε να δει τις πράξεις του ως κάτι απτό. Ο Eichmann δεν ήταν σε θέση να συνομιλήσει εσωτερικά με τον εαυτό του, πράγμα που θα του επέτρεπε να αποκτήσει αυτογνωσία και να αντιληφθεί τον σατανικό χαρακτήρα τον πράξεών του.


Τι ήταν, όμως, αυτό που του στερούσε τη σκέψη και τη κρίση; Εγκλωβισμένος σε έναν ορισμένο τρόπο σκέψης, στην ιδεολογία του ναζισμού εν προκειμένω, και βλέποντας τα πράγματα μέσα από παραμορφωτικό φακό, ο Eichmann ό,τι έκανε το θεωρούσε προφανές και κανονικό. Οι πιο ειδεχθείς πράξεις μπορούν με αυτόν τον τρόπο να γίνουν «κοινότοπες». «Έτσι συμβαίνουν τα πράγματα»: αυτή είναι η φράση που αιτιολογεί, αλλά καθόλου δεν δικαιολογεί, πολλές από τις ανήθικες πράξεις μας, συχνά προκαλώντας δεινά πολύ μεγαλύτερα από το εσκεμμένο κακό.
Αρνείται η Arendt την ενοχή του Eichmann; Προφανώς όχι. Απλώς του αποδίδει περιορισμένη δυνατότητα ηθικού προβληματισμού για τις πραγματικές συνέπειες της θέσης του. Σύμφωνα με τη φιλόσοφο, δεν ήταν ο εγγενής αντισημιτισμός του, αλλά η ευσυνειδησία και η προσήλωση στο καθήκον, που τον έκαναν να διαπράξει τις αποτρόπαιες πράξεις του.
Το κακό δεν προέρχεται, λοιπόν, μόνον από κάποιους υπερ-κακούς σαν αυτούς που πρωταγωνιστούν στις ταινίες του Batman, για τους οποίους είναι συνειδητή επιλογή, αλλά από ανθρώπους «της διπλανής πόρτας», όπως είμαστε όλοι εμείς, που μπορεί να εγκληματήσουμε δίχως καν την επίγνωση ότι διαπράττουμε έγκλημα, πάσχοντας από την ασθένεια της τυφλής υπακοής σε ιδεολογίες και ενεργώντας ως γρανάζια ενός μηχανισμού, αγνοώντας την ατομικότητα και τη λογική μας κρίση.


Και έτσι γίνονται επίκαιρες οι προτροπές του Immanuel Kant “Sapere aude” (=να έχεις το θάρρος να μεταχειρίζεσαι τον δικό σου νου) και του Ralph Waldo Emerson “Trust thyself” (=πίστεψε στον εαυτό σου). Η συμμόρφωση και η ομοιομορφία είναι ο εχθρός. Η γλυκύτητα και η ανεξαρτησία της μοναξιάς είναι το φάρμακο.
Ο Eichmann καταδικάστηκε σε απαγχονισμό. Η ποινή του εκτελέστηκε μέσα στα πρώτα λεπτά της πρώτης ημέρας του Ιουνίου 1962 στη φυλακή της Ramla. Η σορός του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της σκορπίστηκαν στα διεθνή ύδατα της Μεσογείου από ένα ισραηλινό περιπολικό σκάφος.

Πηγές: