Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Baudelaire Ch.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Baudelaire Ch.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021

Οι δίκες της λογοτεχνίας: Ernest Pinard

 

Ο Ernest Pinard γεννήθηκε το 1822 στην Auton, σπούδασε Νομική στο Παρίσι, έγινε δικηγόρος, κατόπιν μπήκε στο δικαστικό σώμα και στη 1 Μαΐου 1849 διορίστηκε αναπληρωτής εισαγγελέας στην Tonnere. Παρότι η δικαστική διαδρομή του υπήρξε λαμπρή και ο Pinard εθεωρείτο σπουδαίος ρήτορας, πιθανόν εμείς δεν θα είχαμε κανέναν λόγο να τον γνωρίζουμε αν δεν είχε εκφωνήσει, το 1857, το κατηγορητήριο για προσβολή των χρηστών ηθών εναντίον δύο πολύ σπουδαίων συγγραφέων: του Gustave Flaubert για το παρθενικό του έργο με τίτλο Madame Bovary (Μαντάμ Μποβαρί) και του Charles Baudelaire για την ποιητική συλλογή του Les Fleurs du mal (Τα άνθη του κακού).

«Τέχνη που δεν τηρεί κανόνες, δεν είναι πια τέχνη. Μοιάζει με γυναίκα που ξεγυμνώνεται εντελώς. Το να επιβάλλουμε στην τέχνη τον έναν κανόνα της δημόσιας αξιοπρέπειας δεν γίνεται για να την υποτάξουμε, αλλά για να την τιμήσουμε». Με αυτά τα λόγια ο Pinard έκλεισε την επίθεσή του στον «σοκαριστικό» ρεαλισμό και στην «αισχρότητα» του Flaubert, ο οποίος στο μυθιστόρημά του αφηγείται μια ιστορία μοιχείας χωρίς -φευ!- ρητά να καταδικάζει τη μοιχαλίδα. Το δικαστήριο επέκρινε τον συγγραφέα για την αυθάδειά του να μιλήσει για ένα τόσο ιταμό θέμα, του τόνισε ότι «η τέχνη πρέπει να είναι γνήσια και καθαρή όχι μόνο στη μορφή αλλά και στην έκφρασή της», δεν τον καταδίκασε όμως. Άλλωστε, οι σημαντικότεροι πολιτικοί και καλλιτέχνες εξέφρασαν την πλήρη υποστήριξή τους στον συγγραφέα. Όσο για το μυθιστόρημα, εν μέρει και λόγω της δίκης, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Ο Flaubert, που φαίνεται ότι ήξερε από marketing, γράφει στον αδελφό του: «Ο δημόσιος κατήγορος έχει την αμέριστη συμπάθειά μου. Εάν το βιβλίο μου είναι κακό, η δίκη θα το κάνει να φανεί καλύτερο. Εάν, αντίθετα, αντέξει στον χρόνο, η δίκη αυτή θα είναι το θεμέλιό του». Επιπλέον, ο Flaubert, που φαίνεται ότι δεν ήταν καθόλου αγνώμων, αφιερώνει το βιβλίο στον δικηγόρο του σε αυτήν τη δίκη, στον εντιμότατο Antoine Marie Jules Sénard. Μάλλον δεν είχε τόσο χιούμορ ώστε να το αφιερώσει στον δημόσιο κατήγορο!

Η υπόθεση Flaubert εισήχθη στο δικαστήριο τον Ιανουάριο. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς ο Pinard ρητόρευσε εναντίον του Baudelaire, τον οποίο κατηγόρησε για ανηθικότητα. Αυτήν τη φορά κέρδισε τη δίκη. Ο Baudelaire καταδικάστηκε να πληρώσει πρόστιμο 300 φράγκων και 7 από τα ποιήματα της συλλογής του απαγορεύτηκαν, απαγόρευση που παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1948.

Ο Pinard στη συνέχεια τα έβαλε με έναν ακόμα συγγραφέα, τον Eugène Sue για το έργο του Les mystères du peuple (Τα μυστήρια του λαού). Όταν έγινε η δίκη, ο Sue είχε πια πεθάνει και έτσι η καταδικαστική απόφαση στράφηκε εναντίον του εκδότη και του τυπογράφου του.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι επικριτικοί λόγοι του Pinard, υπό τον όρο ότι θα ξεχάσουμε τον ρόλο του λογοκριτή που επεφύλαξε στον εαυτό του, ανέδειξαν τις μεγάλες αρετές του εισαγγελέα: ήταν σπουδαίος γνώστης της λογοτεχνίας, έξυπνος αναγνώστης και λογοτεχνικός κριτικός (τις ερμηνευτικές του προτάσεις για το έργο του Flaubert τις ασπάζονται οι αναγνώστες μέχρι σήμερα). Ο Pinard φαίνεται πως ήταν αρκετά οξυδερκής για να καταλάβει τις λεπτότατες αποχρώσεις της λογοτεχνίας και την ανατρεπτική ισχύ της παρά την ήρεμη και ανέφελη επιφάνειά της. 

Αυτές οι δίκες της λογοτεχνίας, εκτός από την ανάδειξη του δημόσιου κατήγορου, του κυρίου Ernest Pinard, ανέδειξαν επίσης την ύπαρξη μιας σιωπηλής έντασης ανάμεσα στη λογοτεχνία και στις κοινωνικές προσδοκίες και συμβάσεις. Κάποιες φορές η ένταση μεγαλώνει και γίνεται σύγκρουση. Αυτό είναι με λίγα λόγια το χαρακτηριστικό της λεγόμενης «νεωτερικής» λογοτεχνίας, η οποία μόλις αρχίζει να γεννιέται: η άρνησή της να συμμορφωθεί με τα κοινωνικά πρότυπα, η αποτύπωση της σύγκρουσης ανάμεσα σε υψηλές και εξίσου ισχυρές αξίες, ανάμεσα στην ομορφιά, στην αλήθεια και στη δικαιοσύνη. Το πιστοποιεί ο ίδιος ο Flaubert ο οποίος, μετά την αθώωσή του, λέει: «ο αγώνας που έδωσα ήταν ένας αγώνας της ίδιας της σύγχρονης λογοτεχνίας».

Ο Ernest Pinard έλαβε πολλές διακρίσεις και ανήλθε σε υψηλότατες δημόσιες θέσεις. Πέθανε στις 12 Σεπτεμβρίου 1909.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Pinard,_Ernest.jpg


Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Η παρέα των "άτακτων αγοριών"


Στις 14 Ιανουαρίου 1869 ανέβηκε στο Παρίσι, στο θέατρο Odéon, το έργο του François Coppée με τίτλο Le Passant. Η επιτυχία, ενισχυμένη και από μια παρεούλα κλακαδόρων που σε όλη τη διάρκειά του χειροκροτούσαν ασταμάτητα, ήταν μεγάλη. Ο Victor Cochinat, χρονικογράφος της εφημερίδας Le Naine Jaune, έγραψε τότε μια φράση για την παράσταση που έδωσε το όνομά της σε  μια καλλιτεχνική συντροφιά η οποία σχηματίστηκε εκείνη τη χρονιά: “Ah! C’était une belle réunion composée des bien vilains bonshommes” («Α! Ήταν μια ωραία επανένωση άτακτων αγοριών»).  
Ο Paul Verlaine, ο Léon Valade, ο Albert Mérat, ο Charles Cros και τα αδέλφια του Henry και Antoine, ο Camille Pelletan, ο Émile Blémont, ο Ernest d’Hervilly και ο Jean Aicard  ήσαν τα ιδρυτικά μέλη των Vilains Bonshommes (άτακτα αγόρια). Μαζί τους ήταν ο ίδιος ο François Coppée, ο ζωγράφος Henri Fantin-Latour, ο συγγραφέας Paul Bourget, οι καρικατουρίστες André Gill και Félix Régamey και οι παρνασσιστές Léon Dierx, Catulle Mendès, Théodore de Banville και Stéphane Mallarmé. Και ένας φωτογράφος: ο Étienne Carjat. Με πρόσκληση του Verlaine, στο δείπνο του Σαββάτου της 30ης Σεπτεμβρίου 1871, κατέφθασε στην παρέα, για να διαβάσει το “Bateau Ivre” («Μεθυσμένο Καράβι») και να αποθεωθεί, ο Arthur Rimbaud.
Ο Carjat, ο φωτογράφος της παρέας, που ήταν επίσης συγγραφέας, σκιτσογράφος, συνιδρυτής  του περιοδικού Le Diogène και εκδότης του Le Boulevard, δεν έχασε την ευκαιρία να φωτογραφίσει μερικά από τα διάσημα μέλη της συντροφιάς. Με την ικανότητά του να καθοδηγεί τα μοντέλα του σε φυσικές πόζες, χωρίς να τα ταλαιπωρεί όπως συνηθιζόταν σε εκείνη την πρώιμη φωτογραφική εποχή, αλλά και χωρίς να χρησιμοποιεί εκκεντρικά φόντα και εφέ, δημιούργησε έργα που διακρίνονται από ρεαλισμό και απλότητα.
   
Καρικατούρα του Alexandre Dumas από τον Étienne Carjat

Η περίφημη φωτογραφία του Charles Baudelaire από τον Étienne Carjat

Τον Ιανουάριο του 1872, στη διάρκεια ενός δείπνου, ξέσπασε σφοδρός καυγάς μεταξύ του Rimbaud και του Carjat. Ο πρώτος τον απείλησε με ξίφος και ο δεύτερος κατέστρεψε όλες τις φωτογραφικές πλάκες με τα πορτραίτα του Rimbaud. Επιβίωσαν μόνον 8 εκτυπώσεις από τις πρωτότυπες φωτογραφίες. Αυτή ήταν η τελευταία εμφάνιση του Rimbaud στα δείπνα των Vilains Bonshommes, που και αυτών η ιστορία δεν κράτησε πολύ: την ίδια χρονιά διαλύθηκαν.

Ο Arthur Rimbaud φωτογραφημένος από τον Étienne Carjat

Πηγή για τις εικόνες:

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

Hypocrite lecteur, - mon semblable, - mon frère!


Όταν το 1977 κυκλοφορεί το δοκίμιο του Roland Barthes «The Death of the Author»,  η εκατοντάχρονη κυριαρχία του συγγραφέα τερματίζεται. Η μεταμοντέρνα κριτική σκέψη ευνοεί την ανάδυση ενός άλλου υποκειμένου, του αναγνώστη. Δύο φιλοσοφικές θεωρίες διευκολύνουν αυτήν τη μετάβαση.


Πρώτα-πρώτα, η φαινομενολογία του Edmund Husserl,  ο οποίος συνδέει την ύπαρξη των πραγμάτων με την αντίληψή τους από την ανθρώπινη συνείδηση στην οποία αποδίδει προθετικότητα/αποβλεπτικότητα (intentionality). Η φαινομενολογία θεωρεί τα λογοτεχνικά έργα κοινωνικές και πολιτισμικές οντότητες, οι οποίες, ως καθαρά προθεσιακά ενεργήµατα, οφείλουν την ύπαρξή τους στην ανθρώπινη νόηση/συνείδηση. Ο Roman Ingarden  αξιοποιεί –με ορισμένες παραλλαγές- αυτήν τη θέση στη μελέτη της λογοτεχνίας, εισάγοντας την έννοια της συγκεκριµενοποίησης (concretization) και καθιστώντας τον αναγνώστη υπεύθυνο για τη δημιουργία του λογοτεχνικού έργου ως αισθητικού γεγονότος.
Η δεύτερη θεωρία είναι η ερμηνευτική του Hans-Georg Gadamer,  ο οποίος αμφισβητεί την ανάγνωση ως αναγνώριση ενός προϋπάρχοντος νοήματος, καθώς και τη δυνατότητα ανάκτησης από τον σύγχρονο αναγνώστη του αρχικού συγκειμένου. Το λογοτεχνικό έργο δεν εξαντλείται ποτέ στις προθέσεις του συγγραφέα, αλλά νοηματοδοτείται εκ νέου από κάθε ιστορικό αναγνώστη περνώντας από το ένα κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο στο άλλο. Πρόκειται για τη λεγόμενη θεωρία της «συγχώνευσης των οριζόντων» (Horizontverschmelzung) κειμένου και αναγνώστη που μόνον υποθετικά είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους, αφού ο ορίζοντας του κειμένου δεν μπορεί να οριοθετηθεί χωρίς τη συμβολή του αναγνωστικού παρόντος το οποίο είναι φορτισμένο με τις δικές μας προ-ιδεάσεις/προ-αντιλήψεις/προ-κατανοήσεις. Με αποτέλεσμα, ο συν-καθορισμός του νοήματος από τους συγκεκριμένους χρονικούς και προσωπικούς ορίζοντες του εκάστοτε αναγνώστη να μην επιτρέπει την ύπαρξη μιας ερμηνείας, αλλά το νόημα του κειμένου να ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό µε το νόημα που αυτό έχει για τον αναγνώστη στον εκάστοτε χωροχρονικό ορίζοντα της ανάγνωσης.


Η θεωρία της πρόσληψης (reception theory), που εμφανίζεται στο τέλος της δεκαετίας του ’60, εμπνέεται από την ερμηνευτική και η θεωρία της αναγνωστικής ανταπόκρισης (theory of aesthetic response), στην αρχή της δεκαετίας του ’70, από τη φαινομενολογία. Ο Hans Robert Jauss,  βασικός εκπρόσωπος της θεωρίας της πρόσληψης, εστιάζει στο ζήτημα της ιστορικότητας που κατέχει κεντρική θέση στον Gadamer. Ο Jauss αναγνωρίζει τον αναγνώστη ως υποκείμενο και από αυτόν εξαρτά τις συνθήκες της πρόσληψης του λογοτεχνικού κειμένου. Ο «ορίζοντας προσδοκιών» (horizon of expectations) του αναγνώστη, διαμορφωμένος από τις λογοτεχνικές και τις προσωπικές του εμπειρίες, καθορίζει την ετοιμότητά του να επικοινωνήσει με ένα λογοτεχνικό έργο. Ο Wolfgang Iser,  βασικός εκπρόσωπος της θεωρίας της αναγνωστικής ανταπόκρισης, εμπνέεται περισσότερο από τη φαινομενολογική θέση, την οποία όμως αναθεωρεί όσον αφορά στην περιγραφή της αναγνωστικής εμπειρίας. Ο Iser υποστηρίζει πως η ανάγνωση δεν είναι μια απλή γραμμική εμπειρία και ότι η πορεία που διατρέχει ο αναγνώστης δεν προκαθορίζεται από το κείμενο. Αντίθετα, είναι μια συνεχής διαδικασία παλινδρόμησης, στο πλαίσιο της οποίας αναθεωρούνται παρελθόντα πορίσματα και αναδύονται νέες προσδοκίες.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Αντιγράφοντας τον Corot


Το έργο «αυτού του ρομαντικού κληρονόμου του Watteau είναι ένα θαύμα της καρδιάς και του μυαλού», θα πει ο Charles Baudelaire και στο Salon του 1845 θα επαναλάβει: «Ο Corot είναι ο κορυφαίος της νεότερης τοπιογραφικής σχολής».  
Παρόμοια γνώμη εκφράζει και ο Émile Zola, το 1868, στο έργο του Les Paysagistes (=Οι τοπιογράφοι): «Ο Corot είναι ένας ζωγράφος πολύ προσωπικός, πολύ λόγιος και πρέπει να του αναγνωρίσουμε ότι υπήρξε ο αρχηγέτης του νατουραλισμού [...] έχει την αληθινή αίσθηση της φύσης και, κυρίως, την ακρίβεια και την αρμονία των αξιών, χαρακτηριστικά που τον καθιστούν έναν από τους δασκάλους του σύγχρονου νατουραλισμού».
Και ο Edgar Degas: « Είναι ο μεγαλύτερος, ο πιο πρωτοπόρος».
Τέλος, ο Claude Monet: «Υπάρχει ένας μόνον δάσκαλος: ο Corot. Είμαστε ένα τίποτα αν συγκριθούμε μαζί του».
Ποιος είναι αυτός ο ζωγράφος που προκαλεί τέτοιο παραλήρημα ενθουσιασμού;

Tivoli, les jardins de la Villa d’Este (1843)
Παρίσι, Musée du Louvre

Ο Jean-Baptiste Camille Corot (1796-1875) είναι ένας Γάλλος ζωγράφος που ειδικεύτηκε στις τοπιογραφίες. Εκτός όμως από τοπία, φιλοτέχνησε με επιτυχία πορτραίτα και ιστορικούς πίνακες, και φαίνεται πως κέρδισε πολύ μεγάλη αναγνώριση. Επιπλέον, το στυλ του, ιδιαιτέρως στα ύστερα έργα του, ήταν μάλλον εύκολο να αντιγραφεί, ενώ, τέλος, φαίνεται ότι και ο ίδιος όχι μόνον δεν απέτρεπε τους επίδοξους μιμητές του, αλλά, αντιθέτως, με τη χαλαρή του στάση, μάλλον ενθάρρυνε την αντιγραφή και καμιά φορά έβαζε κιόλας την υπογραφή του σε έργα που είχαν φιλοτεχνήσει οι μαθητές του.  

Ville d’Avray avec sa mère (1867)
Ουάσινγκτον, National Gallery of Art

Ανάμεσα στο 1870 και στο 1939, παρατηρήθηκε μια πραγματικά μεγάλη αύξηση της παραγωγής απομιμήσεων του έργου του. Τόσο μεγάλη ώστε ο René Huyghe, αποτυπώνοντας χιουμοριστικά την κατάσταση, είπε το περίφημο: «Ο Corot ζωγράφισε τρεις χιλιάδες έργα, από τα οποία τα δέκα χιλιάδες πουλήθηκαν στην Αμερική». Και είναι χαρακτηριστικό ότι μόνον η συλλογή Jousseaume περιλαμβάνει 2.414 έργα του Corot.

La femme à la perle (1869)
Παρίσι, Musée du Louvre

Γνήσια ή αντίγραφα είναι τα έργα που βλέπετε σε αυτήν την ανάρτηση; Μπορούμε να είμαστε σίγουροι;
Όμορφα, πάντως, σίγουρα είναι.

Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

C. Auguste Dupin: Το μυστήριο της Μαρί Ροζέ


Κάθε ντετέκτιβ που σέβεται τον εαυτό του χρειάζεται έναν ικανό βιογράφο. Ο Ιππότης C. Auguste Dupin βιογραφείται από τον ανώνυμο φίλο και συγκάτοικό του, όπως ο Sherlock Holmes βιογραφείται από τον επίσης αφοσιωμένο φίλο και συγκάτοικό του Dr. John Watson και ο Hercule Poirot από τον ελαφρώς αφελή συνεργάτη και φίλο του Captain Arthur Hastings.


Αυτήν την φορά ο ανώνυμος βιογράφος διηγείται την επιτυχία του Dupin να αποκαλύψει τις λεπτομέρειες ενός εγκλήματος που έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων ως «η δολοφονία της Μαρί Ροζέ». Ο Dupin, μετά την εξιχνίαση των φόνων της οδού Morgue, επέστρεψε στη μοναχική καθημερινότητά του. Όμως, η Αστυνομία δεν τον ξέχασε, μολονότι, ανίκανη να παρακολουθήσει τη συλλογιστική που τον οδήγησε στη λύση του μυστηρίου, απέδωσε την επιτυχία του σε ένα είδος μαγείας και ερμήνευσε τις αναλυτικές του ικανότητες ως απλή διαίσθηση.
Όταν έγινε γνωστή η δολοφονία της νεαρής κομψευόμενης Marie, μετά από δύο μυστηριώδεις εξαφανίσεις της, κι ενώ το Παρίσι ήταν ανάστατο και η έρευνα φαινόταν να έχει βαλτώσει παρά το υψηλό ποσόν της προκήρυξης που ανακοινώθηκε, ο ίδιος ο αστυνομικός διευθυντής G- ζήτησε τη βοήθεια του Ιππότη Dupin. Εκείνος δέχτηκε και το κομπλιμέντο και τη γενναιόδωρη προσφορά του αστυνομικού, και ανέθεσε στον φίλο του να συγκεντρώσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία.
O Dupin εξέτασε τα στοιχεία που του δόθηκαν και τις ατεκμηρίωτες υποθέσεις των αρχών και του τύπου, υποβάλλοντάς τα στην πιο σκληρή και μεθοδική λογική ανάλυση, αξιοποιώντας ταυτόχρονα τα πιο σύγχρονα επιστημονικά πορίσματα. Βασισμένος στο ρεπορτάζ των εφημερίδων, με τη χρήση της αναλυτικής μεθόδου και με εμμονή σε εκείνες που έμοιαζαν να είναι οι πιο ασήμαντες λεπτομέρειες, ο ερασιτέχνης ντετέκτιβ κατάφερε να εισχωρήσει στο μυαλό του δολοφόνου και οδηγήθηκε στη λύση του μυστηρίου (που, ως προφανής ή ως αδιάφορη, δεν αποκαλύπτεται), απολαμβάνοντας έτσι τα πλεονεκτήματα της συμφωνίας που είχε κάνει με τον αστυνομικό διευθυντή.
Ο Poe δημοσίευσε αυτήν τη σύντομη ιστορία μυστηρίου το 1842, στο Snowden’s Ladies’ Companion, σε τρεις συνέχειες, δημιουργώντας, κατά κάποιον τρόπο, ένα sequel της πρώτης του αστυνομικής ιστορίας που είχε ήρωα τον Ιππότη C. Auguste Dupin. Βασίστηκε στα πραγματικά περιστατικά μιας υπόθεσης δολοφονίας που έλαβε χώρα στη Νέα Υόρκη με θύμα τη Mary Cecilia Rogers. Ο Dupin, προσωπείο του συγγραφέα σε αυτήν την ιστορία, είναι το άλλοθι για να εκθέσει ο Poe τη δική του εκδοχή σχετικά με τη μυστηριώδη δολοφονία της νεαρής κοπέλας, ο ένοχος της οποίας στην πραγματική ζωή παρέμεινε άγνωστος. Μάλιστα, ο Poe, έπεισε τους εκδότες να δημοσιεύσουν την ιστορία του διαβεβαιώνοντάς τους πως είχε εξιχνιάσει το έγκλημα.


Περισσότερο δοκίμιο ή διάλεξη και λιγότερο λογοτεχνική αφήγηση χαρακτήρισαν το διήγημα οι επικριτές του. Ακόμα κι έτσι όμως, παραμένει το γεγονός πως ήταν η πρώτη φορά που ένα αληθινό έγκλημα ενέπνευσε μια μυθιστορηματική αφήγηση μυστηρίου. Εξάλλου, εκτός από επικριτές, η ιστορία είχε και φανατικούς θαυμαστές, μεταξύ των άλλων τον Charles Baudelaire, ο οποίος εκτιμούσε πως επρόκειτο για αριστούργημα.


Πηγές:
Έντγκαρ Άλλαν Πόε (2005). Τρία αστυνομικά προβλήματα για τον Αύγουστο Ντυπέν. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας. Αθήνα: Ερατώ.

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Spleen


Στο έργο του Fleurs du mal (Άνθη του κακού), που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1857, και στη θεματική ενότητα με τίτλο “Spleen et Idéal”, ο Charles Baudelaire δημοσιεύει τέσσερα ποιήματα με τον τίτλο “Spleen”. Το ένα από αυτά είναι το εξής:

Je suis comme le roi d’un pays pluvieux,
Riche, mais impuissant, jeune et pourtant très vieux,
Qui, de ses précepteurs méprisant les courbettes,
S’ennuie avec ses chiens comme avec d’autres bêtes.

Rien ne peut l’égayer, ni gibier, ni faucon,
Ni son people mourant en face du balcon.
Du bouffon favori la grotesque ballade
Ne distrait plus le front de ce cruel malade;

Son lit fleurdelisé se transforme en tombeau,
Et les dames d’atour,pour qui tout prince est beau,
Ne savent plus trouver d’impudique toilette
Pour tirer un souris de ce jeune squelette.

Le savant qui lui fait de l’or n’a jamais pu
De son etre extirper l’élément corrompu,
Et dans ces bains de sang qui des Romains nous viennent,
Et don’t sur leurs vieux jours les puissant se souviennent,
Il n’a su réchauffer ce cadavre hébété
Où coule au lieu de sang l’eau verte du Léthé.

Και η μετάφρασή του από τον Νίκο Φωκά, όπως τραγουδήθηκε από τους Πυξ Λαξ:


Είμαι ένας βασιλιάς σε ομιχλώδη χώρα
Βαθύπλουτος μα ανίσχυρος και γερασμένος πρόωρα
Που αηδιάζει με των αυλικών του τα παιχνίδια
Βαριέται γάτες και σκυλιά και τ’ άλλα κατοικίδια.

Ούτε τραγούδι ή γιορτή το πνεύμα χαλαρώνει
Ούτε ο λαός του που πεθαίνει αντίκρυ απ’ το μπαλκόνι
Στου αγαπημένου του τρελού την πρόστυχη μπαλάντα
το μέτωπό του δε γελά σκληρό και γκρίζο πάντα.

Τάφος το απέραντό του γίνεται κρεβάτι
Ενώ οι πουτάνες της αυλής τού κλείνουνε το μάτι
[...................................................................................]

Ο άγγελός του δεν μπορεί παρ’ όλη τη σοφία
Να βγάλει απ’ το είναι του τη χαλασμένη ουσία
Κι αυτά τα αιμάτινα λουτρά γνωστά μας απ’ τη Ρώμη
Που στα στερνά τους οι ισχυροί θυμούνται τώρα ακόμη
Δεν το γιατρεύουν το κορμί του ηλίθιου τούτου αρρώστου
Που αντί για αίμα ένα νερό πράσινο τρέχει εντός του.


Η λέξη spleen, συνδεδεμένη με την ελληνική λέξη «σπλήνα», σημαίνει τη μελαγχολία ή τη μαύρη χολή, η οποία, σύμφωνα με τη μεσαιωνική θεωρία των χυμών του οργανισμού, εθεωρείτο μία έκκριση της σπλήνας.
Στην ποιητική του Baudelaire, η λέξη σημαίνει περίπου ό,τι και η λέξη “ennui”, η οποία ήταν πολύ της μόδας ολόκληρο τον 19ο αιώνα στη Γαλλία και στην Αγγλία. Αόριστη θλίψη, μελαγχολία, πλήξη, ανία, δηλώνουν την απόδραση από τις συμβάσεις, από την καθημερινότητα, από τη ρουτίνα.  

                               Albert Furié, Madame Bovary. 

Η Emma Bovary, η ηρωίδα του Gustave Flaubert, θεωρεί ως στυλ το να είναι μελαγχολική και πλήττει θανάσιμα, τόσο που δεν μπορεί να αντέξει τον άβουλο και άχρωμο Charles και την άχαρη ζωή που ζει στη μικρή επαρχιακή πόλη, γι’ και αυτό βρίσκει εραστή. Αυτός είναι ο τρόπος του Flaubert να σχολιάσει, να επικρίνει και να χλευάσει την banalité της αστικής κοινωνίας. Όμως ο Flaubert σταματά εδώ: ανατέμνει, περιγράφει τον κόσμο, προσέχοντας, από την άλλη, να μην μολυνθεί από τα μικρόβια που θριαμβεύουν σε αυτόν. Η δυσφορία του εκδηλώνεται ως μια εκκεντρική και εκλεπτυσμένη αδιαφορία. Εξάλλου, αυτόν τον ενδιαφέρει μόνο «να κάνει τη δουλειά του Θεού: να δημιουργήσει τον κόσμο» -φυσικά μέσα από την τέχνη του!  Τόση μετριοφροσύνη!
Ο Baudelaire κρατάει μια εντελώς διαφορετική στάση. Η μελαγχολία και η πλήξη τον κάνουν να βουτήξει στον κόσμο, να τον γευθεί και στο τέλος κυριολεκτικά να μολυνθεί από τη σαπίλα και τον θάνατο που παραμονεύει. Επιπλέον, το spleen δεν είναι γι’ αυτόν μόνον απόγνωση και βάσανο, αλλά και έμπνευση και δημιουργία.
Ο Baudelaire εκδίδει τα Άνθη του Κακού το 1857, ταυτόχρονα με τη μεγαλειώδη αλλαγή που συντελείται στο Παρίσι: την αρχιτεκτονική μεταμόρφωσή του από μια μεσαιωνική πόλη σε αστικό κέντρο. Υπεύθυνος γι’ αυτήν την αλλαγή είναι ο Georges Eugène Haussmann, πιο γνωστός ως Baron Haussmann, Préfet de la Seine μεταξύ των ετών 1853 και 1870. Μέσα σε αυτά τα δεκαεπτά χρόνια, οι στενοί, σκοτεινοί και βρώμικοι δρόμοι της πρωτεύουσας, κατοικημένοι από πλήθη εξαθλιωμένων ανθρώπων και με κρυμμένη σε κάθε γωνιά την πανώλη, γίνονται μεγάλες λεωφόροι, ενώ δημιουργούνται τεράστια τετράγωνα, τα οποία απελευθερώνουν τη ροή ανθρώπων και εμπορευμάτων. Ο Haussmann, με απόλυτη εμμονή στη «λατρεία του άξονα», δεν διστάζει να ακρωτηριάσει τον Κήπο του Λουξεμβούργου και να κατεδαφίσει κτήρια «άχρηστα», όπως η Αγορά των Αθώων και η Εκκλησία Saint-Benoit, όπως δεν διστάζει να ξεσπιτώσει χιλιάδες φτωχούς σπρώχνοντάς στα προάστια. “Paris embellie, Paris aggrandie, Paris assainie” («Παρίσι όμορφο, Παρίσι μεγάλο, Παρίσι υγιές») είναι το σύνθημα, αλλά και Παρίσι προστατευμένο από τις εξεγέρσεις, σαν αυτές που το συντάραξαν το 1830 και το 1848.

              Gustave Caillebotte ( 1877), Paris Street .Rainy Day.
                Λάδι σε καμβά. Σικάγο, Art Institute of Chicago.

O Baudelaire γράφει ποίηση ζώντας σ’ αυτό το ανανεωμένο Παρίσι, με τον πολύχρωμο κόσμο να συνωστίζεται στους δρόμους, να πηγαινοέρχεται νωχελικά στους μεγάλους περιπάτους, να μεταφέρει εμπορεύματα, να μεθοκοπάει, να ζητιανεύει. Είναι ένας από αυτούς ή και όλοι μαζί. Είναι ένας flâneur (ένας αργόσχολος), που μετατρέπει την περιπλάνησή του σε ποίηση. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο αποστρέφει τα μάτια του από τη συμβατικότητα και την ηθικολογία και συναντάει απρόσμενες ηδονές, βλέπει ανθρώπους «μακιγιαρισμένους», βλέπει «αθώα τέρατα» κι όλα αυτά είναι τα ποιητικά του θέματα. Μαγεύεται και αηδιάζει.
  
           Gustave Caillebotte (1876), Le Pont de l’Europe.
            Λάδι σε καμβά. Γενεύη, Musée du Petit Palais.

Εκτός από τα Fleurs du Mal, η λέξη spleen και το αίσθημα που αυτή περιγράφει κάνει την εμφάνισή της σε ένα έργο του Baudelaire που εκδόθηκε δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, το Le spleen de Paris (Η μελαγχολία του Παρισιού). Πρόκειται για 51 πεζά ποιήματα, δηλαδή για μια ποίηση ελάχιστα συμβατική, για ένα υβρίδιο, που αποτυπώνει όλη την ένταση της σύγχρονης αστικής κοινωνίας με τις δυνατότητες που αυτή ανοίγει. Ο Baudelaire ζει αυτές τις δυνατότητες στην πιο ακραία τους όψη. Μαγεύεται και αηδιάζει και πεθαίνει, το 1867, περνώντας μέσα από τα ναρκωτικά και τον έρωτα, χτυπημένος από σύφιλη.