Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδακτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδακτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

P4C ή Philosophy for Children


Τα χρόνια που η Αμερική συγκλονιζόταν από τον πόλεμο του Βιετνάμ, ο φιλόσοφος και παιδαγωγός Matthew Lipman διαπίστωνε ότι οι συμπατριώτες του, ακόμα και οι πιο καλλιεργημένοι, είχαν δυσκολία να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με το εάν υπάρχει σοφία ή ηθική στον πόλεμο. Μα και οι φοιτητές του, όχι μόνο δεν ήσαν σε θέση να επιχειρηματολογήσουν για οποιοδήποτε ζήτημα, αλλά ούτε για τον εαυτό τους δεν μπορούσαν να μιλήσουν με τρόπο οργανωμένο και συστηματικό.


Ο  Lipman τότε σκέφτηκε κάτι εντελώς ριζικό: την εισαγωγή της φιλοσοφίας στο προσχολικό κιόλας στάδιο και τη διδασκαλία της μέχρι το τέλος της εκπαιδευτικής διαδρομής των ανθρώπων.
Η ιδέα του αντιμετωπίστηκε με επιφυλάξεις από δύο πλευρές. Από τους θεωρητικούς της εκπαίδευσης, όπως ο Jean Piaget, οι οποίοι υποστήριξαν ότι τα παιδιά έως τα δώδεκα χρόνια τους δεν έχουν αναπτύξει την απαιτούμενη για τη διδασκαλία της φιλοσοφίας μεταγνωστική σκέψη. Αλλά και από τους δασκάλους, οι οποίοι δυσφόρησαν για την εισαγωγή ενός ακόμη μαθήματος στο ήδη επιβαρυμένο σχολικό curriculum.


Όμως ο Lipman δεν το έβαλε κάτω. Εγκαταλείποντας το Πανεπιστήμιο Columbia για το Montclair State College, είχε βρει τη μέθοδο, αυτήν που σήμερα ονομάζουμε P4C, δηλαδή Philosophy for Children. Ίδρυσε, λοιπόν, το Institute for the Advancement of Philosophy for Children (IAPC)και δημοσίευσε το πρώτο του φιλοσοφικό μυθιστόρημα για παιδιά με τίτλο Harry Stottlemeier’s Discovery.


Η πρόταση του Lipman γνώρισε μεγάλη επιτυχία, κυρίως στις αγγλοσαξωνικές χώρες, αλλά και σε ορισμένες γαλλόφωνες, ενώ παρόμοιες θέσεις ανέπτυξαν ο σπουδαίος Gareth Matthews, ο Michel Tozzi, που κατατάσσεται στο γαλλικό «δημοκρατικο-φιλοσοφικό» ρεύμα, ο Oscar Brenifier, ο οποίος εισηγήθηκε τη σωκρατική μέθοδο διδασκαλίας κ.ά.

Πηγές για τις εικόνες:
http://tempopieno.altervista.org/p4c.htm

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Η διδασκαλία της ιστορίας: Fernand Braudel


Το 1985 πεθαίνει, σε ηλικία ογδόντα τριών ετών, ο πιο γνωστός και δημοφιλής από την παρέα των Annales, o Fernand Braudel. Λίγο μόλις καιρό πριν είχε κληθεί να διδάξει την πολιορκία της Toulon του 1707 στους μαθητές της τέταρτης τάξης του Collège d’ Enseignement Secondaire (CES) της ομώνυμης πόλης. Η διδασκαλία του γίνεται μπροστά στις κάμερες. Ο Braudel αναλαμβάνει το μεγάλο ρίσκο να πείσει ότι η διδασκαλία της ιστορίας μπορεί να είναι επιστημονική αλλά και ελκυστική συνάμα. Μπορεί επίσης να επιμείνει στα γεγονότα, αλλά και να τα υπερβεί.


Με τον Braudel η ιστορία διέρχεται μια νέα φάση. Από χρονικό ηγεμόνων, ιστορία των μαχών και καθρέφτης των πολιτικών γεγονότων, που ήταν κάποτε, καταπονώντας τη μνήμη με χρονολογίες και ονόματα, γίνεται ιστορία της μέσης και της μακράς διάρκειας. Στοχεύει στον βραδύ χρόνο και στις αργές μεταβολές. Μετά, με τον Braudel η ιστορία ανοίγει την πόρτα στις «γειτονικές επιστήμες»: τη γεωγραφία, τη δημογραφία, την οικονομία, την κοινωνιολογία, την ανθρωπολογία, την ψυχολογία. Κι έτσι η ματιά της διευρύνεται. Τέλος, με τον Braudel η ιστορία, κάνοντας βουτιά στο παρελθόν, αντιλαμβάνεται καλύτερα το παρόν και μπορεί, ορισμένες φορές και ως ένα σημείο, να προβλέψει και το μέλλον.
Παραδοσιακή vs Νέα Ιστορία;
Σε επίπεδο ερευνητικό ίσως. Όμως, σε επίπεδο διδακτικό, από το πυροτέχνημα του γεγονότος στο οκνό περπάτημα των πολιτισμών, αυτές οι φάσεις της ιστοριογραφίας είναι σαν τα σκαλοπάτια μιας σκάλας και, όπως λέει ο Braudel, κανένα σκαλοπάτι δεν πρέπει να θυσιάζουμε. 


Πηγές:
   

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Οι δύο ιστορίες


Όσο περισσότερο ασχολούμαι με την ιστορία, τείνω να πιστέψω πως, παρόλο που η αγωνιστική διάθεση έχει υποχωρήσει, εξακολουθούν να υπάρχουν δύο «ιστορίες».

               Leopold von Ranke

Η μια, με την σφραγίδα των Γερμανών, είναι καρπός του 19ου αιώνα. Σκληρός πυρήνας της είναι τα γεγονότα, ιερά και από μόνα τους εύγλωττα. Αυτή η ιστορία ονομάζεται συμβαντολογική (histoire événementielle), όνομα που τονίζει τον επιφανειακό της χαρακτήρα. Νοιάζεται και μελετά το γεγονός, το ξεχωριστό, το εξαιρετικό, το ανεπανάληπτο. Πολιτική πρώτα και, κατά προέκταση, διπλωματική και στρατιωτική, περιγράφει πολιτικές ενέργειες, διπλωματικές συνωμοσίες και μάχες, μάχες, μάχες ... τόσο που οι Γάλλοι την ονομάζουν ειρωνικά histoire bataille. Παράλληλα με τα γεγονότα, και οι μεγάλοι άνδρες, πολιτικοί και στρατιωτικοί. Ο ιστορικός επιχειρεί να αναπαραστήσει τις σκέψεις και τις επιδιώξεις τους, αφού τα πάντα εξαρτώνται από τους χειρισμούς τους, από τις αδυναμίες τους, τα πάθη ή τις αρετές τους. Τα αρχεία μελετώνται για να προστεθούν κι άλλα νέα γεγονότα πάνω στα ήδη γνωστά, να συνδεθούν, να ταξινομηθούν, να δοθούν ως μια σειραϊκή συνέχεια. Η ερμηνεία είναι αιτιακή και ξεπηδάει από τη σχέση προηγούμενου-επόμενου ανάμεσα στα γεγονότα. Αυτή η ιστορία είναι περιγραφική ως προς τον άξονά της, ιδεαλιστική ως προς τη θεωρία της, θετικιστική ως προς τη μέθοδό της. 
Τα μειονεκτήματά της; Πρώτα-πρώτα περιορίζεται στο μερικό, αγνοώντας το σύνολο της κοινωνίας και τις ανθρώπινες μάζες που την αποτελούν. Έπειτα, θέλει να είναι ιστορική αφήγηση χωρίς να κάνει ιστορική ανάλυση. Ακόμα περισσότερο, της καταλογίζουν σύνδρομο μεταφυσικής σύλληψης της όλης ιστορικής πορείας (για παράδειγμα, η αιτιακή αλυσίδα των γεγονότων οδηγεί σε μια αυστηρή εσχατολογία) και δογματικό γνωσιολογισμό (εφόσον τα γεγονότα είναι γυμνά και μιλούν από μόνα τους, τότε είναι όλα το ίδιο αληθινά). Στη διδακτική πρακτική η παραδοσιακή ιστορία, δούλη της αφήγησης των γεγονότων, ενοχοποιείται για την καταπόνηση της μνήμης, αφού την τροφοδοτεί ασταμάτητα με ημερομηνίες, ονόματα ηρώων και κατορθώματα σπουδαίων ανδρών.
Τον 20ό αιώνα η ιστορία γίνεται υπόθεση των Γάλλων και είναι επηρεασμένη τόσο από τη μαρξιστική, νεομαρξιστική και μεταμαρξιστική σκέψη όσο και από την ανάπτυξη των άλλων επιστημών του ανθρώπου, κυρίως της κοινωνιολογίας, της πολιτικής οικονομίας και της ανθρωπολογίας. Αυτή η «νέα ιστορία» ξεπερνά τα γεγονότα της στιγμής και ενδιαφέρεται για τη συγκυρία και τη «μακρά διάρκεια». Γι’ αυτήν ο πολιτισμός είναι ολικός και η ιστορία ενιαία και γι’  αυτό ο ιστορικός μελετά πώς το κοινωνικό αρθρώνεται πάνω στο οικονομικό και το πολιτιστικό πάνω στο κοινωνικό. 
Ο François Simiand το 1903, ο Lucien Febvre από το 1910 και το περιοδικό Annales από το 1929 σηματοδοτούν αυτήν την καινούρια αντίληψη. Τώρα το ιστορικό ενδιαφέρον μετατίθεται από την πολιτική και διπλωματική ιστορία, από τη μελέτη των προσωπικοτήτων και των μαχών, στο καθημερινό, το οικονομικό, το κοινωνικό, τις νοοτροπίες, τις συλλογικές αντιλήψεις, ενώ παράλληλα ο Claude Lévi-Strauss, με τις δικές του έρευνες, ανοίγει τον δρόμο για να απαλλαγεί η ιστορία από την ευρωκεντρική της αντίληψη. 

  François Simiand

                       Lucien Febvre

Η νέα ιστορία εγκαταλείπει το μοναδικό, το εξαιρετικό, το ξεχωριστό, και στρέφεται προς το επαναλαμβανόμενο, προς αυτό που μένει ακίνητο-ή σχεδόν ακίνητο- για μια μακρά χρονική περίοδο. Η μεγάλη της αντίθεση με την παραδοσιακή ιστορία είναι ακριβώς αυτή η άλλη σύλληψη του χρόνου. Η παραδοσιακή είναι η ιστορία της βραχείας διάρκειας (του στιγμιότυπου χρόνου των γεγονότων, των μαχών, των συνθηκών), ενώ η νέα είναι η ιστορία της μεσαίας και της μακράς διάρκειας. Για τη νέα ιστορία ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, μια αδιάσπαστη συνέχεια, αλλά είναι μια συνέχεια από ασυνέχειες. Πίσω από τον γοργό, κινηματογραφικό χρόνο του γεγονότος (μικρο-ιστορία) υπάρχει ο μέσος χρόνος των επεισοδίων,που περιγράφει το παρελθόν σε πλατιά τεμάχια (ιστορία των συγκυριών) και ο βραδύς, οκνός χρόνος των πολιτισμών (στρουκτουραλιστική ιστορία). Είναι χαρακτηριστικό ότι η ιστορία ακολούθησε την πορεία της γλωσσολογίας. Όπως αυτή απελευθερώθηκε από τη λέξη (τη σχέση της λέξης με το πράγμα κ.λπ.) και άρχισε να ενδιαφέρεται για τα φωνήματα και τις δομές, έτσι και η ιστορία απελευθερώθηκε από το γεγονός και άρχισε να παρατηρεί τις ιστορικές μεταβολές στο επίπεδο της δομής. 
Κι όταν στην ιστορία μιλούμε για δομές, εννοούμε πλέγματα ορίων και εμποδίων τα οποία δεν επιτρέπουν τις μεταβολές. Εφόσον όμως τα όρια και τα εμπόδια αρθούν μέσα σε μια βραδυκίνητη, σχεδόν ανεπαίσθητη, διαδικασία (τόσο ανεπαίσθητη ώστε ίσα-ίσα που αντιλαμβανόμαστε την κίνηση) και οι μεταβολές συμβούν, τότε μιλάμε για ρήξη της συνέχειας: η υπάρχουσα δομή ανατρέπεται και εμφανίζεται μια νέα.

                                   Claude Lévi-Strauss

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Αθηνά Κακούρη, η ιστορία σαν μυθιστόρημα


Πριν από λίγες μόνο ημέρες εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πατάκη το νέο βιβλίο της Αθηνάς Κακούρη, με τίτλο 1821. Η αρχή που δεν ολοκληρώθηκε. Πότε και πώς δημιουργήθηκε το κράτος όπου ζούμε σήμερα. Από τον τίτλο είναι φανερό πως πρόκειται για ένα ιστορικό βιβλίο. Πράγμα που δεν προκαλεί έκπληξη σε όποιον έχει παρακολουθήσει τη συγγραφική δραστηριότητα της Κακούρη. Από τα ιστορικά της μυθιστορήματα (Της τύχης το μαχαίρι και Η σπορά του ανέμου, που γράφτηκαν ως αποτέλεσμα της προτροπής του Άλκη Αγγέλου να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα, Με τα φτερά του Μαρίκα) και τα μυθιστορήματα που δεν είναι μεν ιστορικά αλλά το ιστορικό πλαίσιο είναι κυρίαρχο (Πριμαρόλια για την Πάτρα την εποχή της ακμής και της κρίσης της σταφίδας, Ο χαρταετός για τη χρηματιστηριακή τρέλα που προκάλεσε ο δήθεν μυθικός πλούτος του Λαυρίου, Θέκλη για τις κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις των πολέμων 1912 και 1913, Ξιφίρ Φαλέρ για τους κατασκόπους και τις δολοπλοκίες που εξυφαίνονταν στην Αθήνα το 1916, λίγο πριν η Ελλάδα εισέλθει στον α΄ παγκόσμιο πόλεμο) μόνον ένα βήμα είναι μέχρι την καθαρή ιστορία. Εξάλλου, το ενδιαφέρον της Κακούρη για την ιστορία είναι γνωστό και πολλαπλά εκδηλωμένο, σε συνεντεύξεις, άρθρα, συζητήσεις, παρεμβάσεις. Επιπλέον, το ενδιαφέρον της είναι στέρεο, εφόσον φαίνεται πως έχει μελετήσει με ευσυνειδησία και ανοιχτό μυαλό τις πηγές.


Τι είναι αυτό που την ώθησε να γράψει ένα ιστορικό βιβλίο μπορώ μόνο να το εικάσω από το ίδιο το βιβλίο: η ανάγκη να ξαναγυρίσουμε στο παρελθόν, να ξαναδούμε πράγματα που μας μοιάζουν γνωστά με άλλο μάτι, να γνωρίσουμε ποιοι είμαστε και να χτίσουμε το μέλλον μας πάνω σε αυτήν τη γνώση. Τι είναι αυτό που την ώθησε να γράψει ένα ιστορικό βιβλίο για το 1821 πάλι να το εικάσω μόνον μπορώ: τα γεγονότα αυτής της δύσκολης εποχής είναι εκείνα που έδωσαν υπόσταση στην πατρίδα μας και καθόρισαν τη μελλοντική της πορεία, επηρεάζοντας τις ζωές όλων μας μέχρι σήμερα και σημαδεύοντας την ιστορική μας μνήμη.
Η Κακούρη, σε αυτό το βιβλίο, δίνει το χέρι της στον αναγνώστη –κυρίως στον νεαρό αναγνώστη- και αρχίζει να τον ξεναγεί στα μονοπάτια της ιστορίας, βοηθώντας τον να θαυμάσει τις λαμπρές στιγμές, να γυρίσει την πλάτη στις κακοτοπιές, να αναρωτηθεί, να σκεφτεί, να αμφιβάλει, να οργιστεί, να προβληματιστεί, να ονειροπολήσει. Κι αυτό επειδή η ξενάγησή της δεν είναι ψυχρή και διεκπεραιωτική, αλλά είναι ζεστή, ζωντανή, ζωηρή. Διαβάζοντας το βιβλίο, ξεχνάς την ιδιότητα της συγγραφέως και φτάνεις να πιστέψεις πως είναι γραμμένο από κάποιον πεπειραμένο δάσκαλο, που μπορεί να ξυπνάει το ενδιαφέρον και να σε σπρώχνει να ρουφήξεις τη συνέχεια σαν να διάβαζες ένα καλό μυθιστόρημα.


Η Κακούρη φαίνεται να πιστεύει ότι μπορεί κανείς να εξηγήσει και να βοηθήσει τους αναγνώστες να οικειωθούν τα πιο σπουδαία πράγματα χωρίς εξεζητημένη ορολογία και χωρίς πομπώδη γλώσσα. Το αίσθημα που έχεις όταν τελειώνεις το βιβλίο αποδεικνύει περίτρανα πόσο δίκιο έχει. Και τότε, έρχεται στον νου απρόσκλητη η ανάμνηση της σχολικής ιστορίας που συχνά, αν δεν τη διδάσκει κάποιος χαρισματικός δάσκαλος, κάνει τους μαθητές να χασμουριούνται και, πάντως, να λησμονούν την επόμενη ό,τι διδάχτηκαν την προηγούμενη μέρα. Εδώ δεν υπάρχει καμιά υποχρέωση για απομνημόνευση, δεν χρειάζεται να κρατάει κάποιος σημειώσεις, ούτε υπάρχει η απειλή της εξέτασης. Μπορεί εκείνος που διαβάζει το βιβλίο να χαλαρώσει και να απολαύσει, κρατώντας όμως πάντοτε το μυαλό του σε εγρήγορση. Το βιβλίο είναι απολαυστικό, δεν είναι όμως καθόλου επιφανειακό.
Στο πρώτο επίπεδο στέκονται τα γεγονότα και οι πρωταγωνιστές τους. Γνωστά και παλαιά τα γεγονότα, εδώ μοιάζουν νέα και αρυτίδωτα, καθώς η Κακούρη τα ανασύρει από τον χρόνο και τα φωτίζει με νέο φως. Καταλαβαίνεις πώς ξεκίνησαν και πώς συνεχίστηκαν, ποια ήταν η αιτία και ποιο το αποτέλεσμα, καταλαβαίνεις γιατί συνέβη κάτι έτσι κι όχι αλλιώς, διαβλέπεις πίσω από τα γεγονότα τις προθέσεις και τα συμφέροντα αυτών που τα δημιούργησαν, τα γεγονότα χρωματίζονται από την ευγένεια, την παλικαριά, την ιδιοτέλεια, τη μικροψυχία των δημιουργών τους. Και οι πρωταγωνιστές αποκτούν σάρκα και αίμα. Η κορμοστασιά τους, η φωνή τους, το βάδισμά τους, αλλά και οι σκέψεις τους, διατυπωμένες ή μη, να επηρεάζουν την πορεία της επανάστασης με τρόπο καταλυτικό.


Και ο αναγνώστης, σε ένα δεύτερο επίπεδο, να ανακαλύπτει ομοιότητες και διαφορές, συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες γραμμές, με όσα συμβαίνουν σήμερα και με όσους σήμερα διαχειρίζονται την τύχη μας. Τι παραμένει ίδιο, κληρονομιά εκείνων των καιρών, τι άλλαξε, άλλοτε για καλό κι άλλοτε για κακό, από πού ξεκινήσαμε, πού έχουμε φτάσει, τι άλλο επιδιώκουμε να πετύχουμε.
Μια αφήγηση ιστορικά νηφάλια, αλλά μυθιστορηματικά πλούσια και μεστή. Η Κακούρη δεν είναι απλώς μια φωνή που αφηγείται, αλλά είναι η ίδια, μέσα στο βιβλίο, παρουσία ολοζώντανη, που χαίρεται για τα καλά και θλίβεται με τα κακά, που μιλάει, λέει αλήθειες, αποκαλύπτει ψευτιές, επαινεί ή κατακρίνει, δείχνει ποιοι ήσαν οι παππούδες μας, οι απλοί Έλληνες και οι ηγέτες, εκείνοι που κατάφεραν τις πιο ένδοξες πράξεις, και μας βάζει πάντοτε να μετράμε την απόσταση που μας χωρίζει από αυτούς. Μας δείχνει τις αρετές, αλλά και την ανοησία, και εμείς, καθώς διαβάζουμε, καταλαβαίνουμε πόσο μας χρειάζονται οι πρώτες και πόσο πρέπει να αποφεύγουμε τη δεύτερη και στους καιρούς που ζούμε. Γιατί η Κακούρη γράφει το βιβλίο της για το σήμερα και για τους συγκαιρινούς της. Για να τους πει πως αυτό το παρελθόν, θέλουν δεν θέλουν, το κουβαλάνε και γι’ αυτό καλό είναι να το γνωρίσουν, αν θέλουν στ’ αλήθεια να γνωρίσουν τον εαυτό τους.
Γράφει επίσης το βιβλίο για τους νεαρούς μαθητές, για να τους δείξει στην πράξη ότι η μελέτη της ιστορίας είναι δυνατόν να είναι και μια ευχάριστη αναζήτηση. Γράφει, τέλος, το βιβλίο για τους δασκάλους, για να τους υπενθυμίσει ότι η διδασκαλία της ιστορίας είναι δυνατόν να είναι για τους μαθητές –αλλά και για τους ίδιους- μια γοητευτική περιπέτεια. Και αν πειστούμε γι’ αυτό, τότε μπορεί να σκεφτούμε πως η διδασκαλία κάθε μαθήματος είναι δυνατόν να είναι, και για μας και για τους μαθητές μας, μια γοητευτική περιπέτεια. 

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

25η Μαρτίου 1821


Για την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821, έχω για σας ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο της Αθηνάς Κακούρη με τίτλο 1821. Η αρχή που δεν ολοκληρώθηκε. Πότε και πώς δημιουργήθηκε το κράτος όπου ζούμε σήμερα, το οποίο μόλις εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πατάκη.


«Αυτά τα δύο χρόνια (σημ.: 1821-1822) φανέρωσαν περίλαμπρα πως κάτι πράγματι ένωνε μεταξύ τους αυτούς τους οπλαρχηγούς και τους προκρίτους, από τη Μακεδονία μέχρι την Κύπρο. Γεννημένοι σε διαφορετικά μέρη ο καθένας, με διαφορετικό χαρακτήρα, διαφορετική διαδρομή ζωής και ιδιοσυγκρασία, για δυο λαμπρά χρόνια έδρασαν φανερώνοντας πως οι Ρωμηοί είχαν συντηρήσει μέσα στους αιώνες τη συναίσθηση της ενότητος –δηλαδή του έθνους, που ολοένα αναφέρει ο Κολοκοτρώνης. Λες και υπήρχε ήδη κράτος –που σχεδίαζε τις κινήσεις στεριανών και ναυτικών, και που υπαγόρευε και καθόριζε τις προτεραιότητες-, έπιασαν ο καθένας το πόστο του και θυσιάστηκαν πολεμώντας πρώτα για να ελευθερώσουν όλη την Πελοπόννησο και μετά, όταν αυτή είχε πια απαλλαγεί από τον Τούρκο, για να κρατήσουν ελεύθερη αυτήν την καρδιά της Επανάστασης, αποκόβοντας τους δρόμους απ’ όπου θα περνούσε ο εχθρικός στρατός, δηλαδή αφ’ ενός οι Τούρκοι και Τουρκαλβανοί διά ξηράς, μέσα από τη Μακεδονία και την Ήπειρο, και αφ’ ετέρου τα ασιατικά στρατεύματα διά θαλάσσης.



            Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται γενναία το Μεσολόγγι. 
                      Τοιχογραφία στο Μέγαρο της Βουλής

                                 Η μάχη στα Δερβενάκια

Πενήντα και πλέον χιλιάδες ο τουρκικός στρατός, τα πλούτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το μεγάλο της ναυτικό, το ελεύθερο να σφάζουν κατά δεκάδες χιλιάδες αμάχους για να τους εξανδραποδίζουν –αυτά από τη μια. Και από την άλλη, 500 παλληκάρια εδώ, 300 εκεί, αριθμοί μικρότατοι. και ως μέσα, μοναχά οι μικρές ή έστω κάπως μεγαλύτερες, αλλά πάντως πενιχρές εμπρός στα Ταμεία του Σουλτάνου, ατομικές περιουσίες των Ρωμηών και οι δωρεές Φιλελλήνων.
Είναι σπάνιες τέτοιες ώρες –σπανιότατες στην παγκόσμια Ιστορία- και σε θαμπώνουν με τη λάμψη τους.

                         Οδυσσέας Ανδρούτσος. 
         Σε έγχρωμη λιθογραφία του Adam Friedel


Τα χρόνια που ακολούθησαν έχουν λίγες ανάλογες δόξες και πλήθος πράξεις θλιβερές, ταπεινές, αξιοκατάκριτες, έχουν ανοησίες καταστροφικές  και εξοργιστικά πάθη. Αυτά όμως είναι πράγματα κοινά, τα βρίσκεις σε όλους τους αιώνες και όλους τους πολιτισμούς. Γι’ αυτό θα τα πω συνοπτικά, και τούτο όχι επειδή προκρίνω να τα κρύψω αλλά επειδή δεν το αξίζουν.
Πες πως μπαίνεις σ’ ένα πλούσιο Μουσείο. Πού θα σταθείς περισσότερο; Φυσικά στα δυο τρία απόλυτα αριστουργήματα που θα δεις εκεί μέσα. Και τι θα γυρέψεις να πάρεις καλά δεμένο στον νου σου φεύγοντας; Τα πολυάριθμα σημαντικά μεν αλλά δευτερότερα εκθέματα, αντικείμενα που παρόμοιά τους βρίσκεις και σε πλήθος άλλα Μουσεία; Όχι βέβαια. Αυτά μπορείς να τα δεις ως ένα σύνολο και να τα μισοξεχάσεις, ενώ τα άλλα, τα δυο τρία απόλυτα αριστουργήματα, αυτά θα θέλεις να σε συνοδεύουν σ’ όλη τη ζωή σου, πηγή θαυμασμού, απόλαυσης και παρηγοριάς.
Και γι’ αυτό γυρίζει και ξαναγυρίζει ο νους μας στο Δραγατσάνι, την Αλαμάνα, τη Γραβιά το Βαλτέτσι, τα Βασιλικά, την Ερεσσό, την Τρίπολη, τη Νάουσα, τη Χίο με τον Τσεσμέ, τα Δερβενάκια, το Μεσολόγγι».



Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Ρομαντισμός


Ο Ρομαντισμός είναι ένα επαναστατικό πνευματικό κίνημα, το οποίο εμφανίστηκε στη Δυτική Ευρώπη κατά τα τέλη του 18ου αιώνα. Εξαπλώθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και επηρέασε όλες τις τέχνες (λογοτεχνία, μουσική, ζωγραφική). Στην κυριαρχία της λογικής, την οποία πρότεινε ο Διαφωτισμός, ο Ρομαντισμός απάντησε αναδεικνύοντας το συναίσθημα. Στην ψυχρότητα του κλασικισμού, ο Ρομαντισμός αντέταξε τη θέρμη της φαντασίας. Συγχρόνως, επηρεάστηκε πολύ από τα ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης και τοποθετήθηκε στο πλευρό όλων των φιλελεύθερων επαναστατικών κινημάτων που είχαν ξεσπάσει στην Ευρώπη. Η ροπή του για τη μελαγχολία και την ονειροπόληση έφτασε πολλές φορές στην υπερβολή, σε ένα συνεχές φλερτάρισμα με τον θάνατο. Η φύση υπήρξε επίσης πηγή έμπνευσης για τον Ρομαντισμό, και το ίδιο υπήρξε το παράδοξο, το μυστηριώδες και το υπερφυσικό.

(Το λήμμα είναι προϊόν ομαδικής εργασίας
των μαθητών του Α4 τμήματος του 1ου ΓΕΛ Αιγίου)