Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hobbes Th.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hobbes Th.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Φιλοσοφικοί διάλογοι: René Descartes, Μεταφυσικοί Στοχασμοί


Tο 1640 ο René Descartes έχει ολοκληρώσει το έργο του με τίτλο Meditationes de prima philosophia, πιο γνωστό με το όνομα Méditations métaphysiques (Μεταφυσικοί Στοχασμοί). Το έργο αυτό, γραμμένο στα λατινικά και άρα απευθυνόμενο σε λόγιους και διανοούμενους, είναι η δεύτερη, μετά το Discours de la methode (Λόγος περί της μεθόδου), «αφήγηση» στην οποία ο φιλόσοφος περιγράφει τη μεταφυσική του μάχη ενάντια στην αμφιβολία. 
Όμως, τον Descartes τον τρώει η ανησυχία ότι ένα τέτοιο έργο, στο οποίο εκτίθενται μεταξύ άλλων και οι αποδείξεις του για την ύπαρξη του Θεού, δεν θα γινόταν θετικά δεκτό, θέτοντας σε κίνδυνο και την προσωπική του ελευθερία. Γι’ αυτό, κοινοποιεί το χειρόγραφο σε διακεκριμένους σύγχρονούς του θεολόγους και φιλοσόφους, με σκοπό να δοκιμάσει την πειθώ των επιχειρημάτων του και να συγκεντρώσει τις αντιρρήσεις και τις υποδείξεις τους. Έτσι γεννιούνται οι Πρώτες Αντιρρήσεις, μερικές από τις οποίες αρκετά εκτεταμένες, τις οποίες ακολουθούν οι Πρώτες Απαντήσεις του Descartes. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο ανοίγει έναν πρωτοφανή διάλογο στην ιστορία της Φιλοσοφίας.
Στη συνέχεια, ο Descartes, για να νιώσει ακόμα πιο ασφαλής –οι καταδίκες του Giordano Bruno και του Galileo Galilei είναι πολύ νωπές-, στέλνει το έργο του, μαζί με τις Πρώτες Αντιρρήσεις και τις Πρώτες Απαντήσεις, στον επιστήθιο φίλο του και ιερέα Marin Mersenne. Εκείνος αναζητεί για χάρη του κριτές και σε σύντομο χρονικό διάστημα συλλέγει επτά σειρές Αντιρρήσεων, οι οποίες διατυπώνονται κατά σειράν: από τον Δανό θεολόγο Johannes Caterus, από διάφορους θεολόγους μη κατονομαζόμενους, από τον Άγγλο φιλόσοφο και προτεστάντη στο θρήσκευμα Thomas Hobbes, από τον Γάλλο φιλόσοφο Antoine Arnauld, από τον Γάλλο φιλόσοφο και ιερέα Pierre Gassendi, από διάφορους μη κατονομαζόμενους φιλοσόφους, από τον Ιησουίτη Pierre Bourdin. Ο Descartes απαντά σε όλες αυτές με το ύφος που προσιδιάζει σε καθεμιά. Επιπλέον, ζητάει επίσημη επιδοκιμασία από τους θεολόγους της Σορβόννης, η οποία όμως δεν του δίνεται ποτέ.


Το έργο εκδίδεται για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1641 στο Παρίσι (και όχι στην Ολλανδία όπου κατοικεί ο φιλόσοφος) με τον πλήρη τίτλο Meditationes de prima philosophia, in qua Dei existentia et animae immortalitas demonstratur (Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας, όπου αποδεικνύεται η ύπαρξη του Θεού και η αθανασία της ψυχής). Σε αυτήν την έκδοση γίνεται ρητή αναφορά στις αντιλογίες και στις σχετικές απαντήσεις του Descartes, και μάλιστα με την παράκληση του φιλοσόφου προς τους αναγνώστες, στον πρόλογο της έκδοσης, να μελετήσουν και τις μεν και τις δε πριν βιαστούν να αξιολογήσουν το έργο του.
Το έργο είναι αφιερωμένο «στους Κυρίους Κοσμήτορες και Διδάκτορες της εκκλησιαστικής Σχολής Θεολογίας του Παρισιού»!

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 7 Απριλίου 2019

Game of Thrones (Μέρος Β΄): μαθήματα πολιτικής φιλοσοφίας


«Εμείς ακολουθούμε το παλιό έθιμο. Το αίμα των Πρώτων Ανθρώπων κυλά ακόμη στις φλέβες των Σταρκ, και εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως ο άντρας που αποφασίζει την καταδίκη πρέπει και να κρατά το σπαθί. Αν είναι να πάρεις τη ζωή ενός ανθρώπου, του το χρωστάς να τον κοιτάξεις στα μάτια και να ακούσεις τα τελευταία του λόγια». Έτσι εξηγεί ο άρχοντας του Βορρά Nedd Stark στον οκτάχρονο γιο του Bran το γιατί μόλις ο ίδιος αποκεφάλισε με σίγουρο χέρι τον άντρα που «λιποτάκτησε» από το Wall. Αυτό είναι το πρώτο μάθημα πολιτικής φιλοσοφίας που μας δίνει το Game of Thrones. Άποψη σκληρή αλλά έντιμη για όποιον διαθέτει εξουσία, για όποιον λαμβάνει αποφάσεις που θα έχουν συνέπειες στη ζωή των ανθρώπων.

Ο άρχοντας Eddard “Nedd” Stark
στην τηλεοπτική σειρά του
HBO

«Ένιωθε το μέταλλο να σκληραίνει ολοένα περισσότερο με το πέρασμα της ώρας και το οδοντωτό ατσάλι τον εμπόδιζε  να γείρει πίσω. Οι βασιλιάδες δεν πρέπει να κάθονται άνετα, είχε πει ο Αίγκον ο Κατακτητής και είχε προστάξει τους σιδηρουργούς του να φτιάξουν ένα μεγάλο θρόνο από τα σπαθιά που είχαν παραδώσει στα πόδια του οι εχθροί του … Ο Νεντ έσκυψε μπροστά κι ένιωσε τα χέρια του ν’ ακουμπούν στο παγωμένο ατσάλι. Ανάμεσα στα δάχτυλά του εξείχε κι από μια λεπίδα και οι αιχμές από τα πλεγμένα μεταξύ τους σπαθιά πετάγονταν σαν γαμψώνυχα από τα μπράτσα του θρόνου. Είχαν περάσει τρεις αιώνες, κι όμως μερικά έκοβαν ακόμη. Ο Σιδερένιος Θρόνος ήταν γεμάτος παγίδες για όποιον δεν είχε τον νου του. Τα τραγούδια έλεγαν πως χρειάστηκαν χίλια σπαθιά για να φτιαχτεί. Τα είχε πυρώσει σαν καμίνι η ανάσα του Μπαλήριον, του Μεγάλου Τρόμου. Η σφυρηλάτηση κράτησε πενήντα εννιά μέρες. Και το αποτέλεσμα ήταν τούτο το στρεβλό, μαύρο τερατούργημα, καμωμένο από κοφτερές λάμες και σουβλιά και ταινίες από αιχμηρό μέταλλο. Ένας θρόνος ικανός να σκοτώσει άνθρωπο. Και είχε όντως σκοτώσει, αν έδινε κανείς πίστη στα τραγούδια». Αυτό είναι το δεύτερο μάθημα πολιτικής φιλοσοφίας που μας δίνει το Game of Thrones. Καθόλου τυχαία δεν είναι η μεγάλη έκταση της περιγραφής αυτού του ιδιότυπου θρόνου, εφόσον όλη η δράση μπαίνει σε λειτουργία για την κατάκτησή του. Ο θρόνος, εκτός από άβολος, είναι και επικίνδυνος. Αυτό όμως σε τίποτα δεν εμποδίζει τους επίδοξους μνηστήρες να τον διεκδικούν με τίμημα συχνά ακόμα και τη ζωή τους. Εξάλλου, «Στο παιχνίδι του στέμματος, κερδίζει κανείς ή πεθαίνει» λέει κάποια στιγμή στον Nedd Stark η Cercei Lannister.  

Ο Σιδερένιος Θρόνος

«Ο μαύρος μάλλινος μανδύας του (του Nedd Stark) ήταν στερεωμένος στους ώμους του με την ασημένια πόρπη του αξιώματός του. Μαύρο, λευκό και γκρίζο, όλα αποχρώσεις της αλήθειας». Αυτό είναι το τρίτο μάθημα πολιτικής φιλοσοφίας που μας δίνει το Game of Thrones. Τον βοήθησε τον Nedd η εντιμότητα, η ευθύτητα, η ηθική του ευαισθησία. Καθόλου, είναι η απάντηση. Ο πιο ηθικός χαρακτήρας του έργου πεθαίνει στο πρώτο κιόλας βιβλίο. Και μάλιστα, η ηθικότητά του είναι όπλο στα χέρια των εχθρών του: ξέρουν με ποιον έχουν να κάνουν, ξέρουν τι πρέπει να περιμένουν, δολοπλοκίες και απάτες είναι πολύ μακριά απ’ αυτόν, οπότε κάθε σχεδιασμός των αντιπάλων του είναι βέβαιο ότι δεν θα σκοντάψει σε κατι απρόσμενο και μυστικό, σε κάτι σκοτεινό που σχεδιάζεται σε μυστικά δωμάτια με φαύλους συμβούλους. Το να βγάλουν από τη μέση τον Nedd είναι η πιο εύκολη υπόθεση για τους Lannister.
Δύναμη, εξουσία, ελευθερία, ισότητα, δικαιώματα, επανάσταση, αξίες και ηθική είναι οι κυρίαρχες πολιτικές ιδέες στο έργο του George R. R. Martin. Ρεαλισμός (ενδεικτικά στο πρόσωπο του Twyin Lannister που επιδιώκει να διατηρήσει και να σταθεροποιήσει την εξουσία του), μαρξισμός (δείτε τη φεουδαλική οργάνωση του κόσμου), αναρχισμός (στο πρόσωπο του Petyr Baelish)) φεμινισμός (στο πρόσωπο της Daenerys Targaryen και της Cercei Lannister που αγωνίζονται να κυβερνήσουν μέσα σε έναν κόσμο ανδρών), κονστρουκτιβισμός (προσέξτε ότι η πολιτική τάξη θεωρείται κοινωνική κατασκευή) είναι κάποιες από τις πολιτικές θεωρίες που αποτυπώνονται εκεί. Επιπλέον, ο οίκος των Stark είναι ο παράγοντας σταθερότητας στη γη της Westeros. Είναι ένας οίκος συντηρητικός, που προσπαθεί να διατηρήσει την ισορροπία σε ένα περιβάλλον σημαδεμένο από ανταρσίες και επαναστάσεις. Το σύνθημά του “Winter is coming” αντιστοιχεί σε έναν βίο λιτό, αποταμιευτικό. Και, από την άλλη, έχει τη διάθεση να επεκτείνει την «αυθόρμητη τάξη» (για να θυμηθούμε τον Hayek), η οποία καθορίζει τον τρόπο διανομής των αγαθών, ώστε να καλύπτει και τις αδύναμες τάξεις. Γιατί η απόσταση που χωρίζει «το σωστό από το λάθος, την αλήθεια από το ψέμα, τη ζωή από το θάνατο» είναι κοφτερή σαν την κόψη ενός στιλέτου από δρακοκόκαλο και βαλυριανό ατσάλι.

Η Cercei Lannister, ο Tyrion Lannister,
ο John Snow και η Daenerys Targaryen
στην τηλεοπτική σειρά του HBO

Και όλα αυτά τοποθετημένα σε έναν κόσμο που δεν έχει τίποτα το ρομαντικό, ούτε προκαλεί νοσταλγία για την τελειότητά του, αλλά είναι ασταθής και δυστοπικός, γεμάτος από πόλεμο, ίντριγκες, δολοφονίες και προδοσίες. Έναν κόσμο που είναι ταυτόχρονα χομπσιανός (στην οποία όλοι αγωνίζονται εναντίον όλων) και μακιαβελικός (ρεαλισμός και προσαρμοστικότητα στην υπηρεσία του σκοπού της εξουσίας). Ένα κόσμο που, σύμφωνα με τις συμβάσεις του είδους της φανταστικής λογοτεχνίας, δεν είναι ο δικός μας, αλλά τοποθετείται σε έναν απροσδιόριστο χρόνο (σε κάποιο ψευτομεσαιωνικό περιβάλλον) και βεβαίως σε έναν τόπο δημιουργημένο για τις ανάγκες του μυθιστορήματος. Αυτός ο κόσμος όμως είναι καθρέφτης του πραγματικού. Όσα ζουν οι ήρωες του Martin σε τούτο το παιχνίδι του στέμματος γειώνονται στη νομοτέλεια στου δικού μας εξωτερικού κόσμου, ξεκολλάνε από τον χώρο του φανταστικού και γίνονται α-χρονικά και α-τοπικά με την έννοια ότι είναι πάγια στοιχεία του παιχνιδιού της εξουσίας σε κάθε τόπο και κάθε χρόνο. Η πειστικότητα της «αλλότητας» και η έκταση της ιδιομορφίας του δημιουργημένου κόσμου βασίζονται ακριβώς στο γεγονός ότι υπάρχουν σ’ αυτόν χαρακτηριστικά πολύ κοντινά μας και άμεσα αναγνωρίσιμα.
   
Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Ατομικά δικαιώματα


«Ο άνθρωπος πρέπει να πράττει έτσι ώστε να μεταχειρίζεται πάντοτε όλους τους άλλους ανθρώπους –όπως και τον εαυτό του- ως σκοπούς και όχι μόνον ως μέσα για την επίτευξη των πράξεών του»: αυτή είναι η βασική αρχή της ηθικής φιλοσοφίας του Immanuel Kant και αυτήν έχουν ως βάση οι θεωρίες του Αμερικανοεβραίου φιλοσόφου και καθηγητή στο Harvard Robert Nozick.
Ο Nozick, στο σημαντικό έργο του Anarchy, State and Utopia (Αναρχία, κράτος και ουτοπία) που εκδόθηκε το 1974, περιγράφει τα άτομα ως ιδιοκτήτες του εαυτού τους (self-owners), μια έννοια που παραπέμπει στη φιλοσοφία του John Locke. Πρόκειται για την αντίληψη που θέλει τα άτομα να έχουν την ιδιοκτησία του εαυτού τους, πιο συγκεκριμένα του σώματος, των ταλέντων, των ικανοτήτων και της εργασίας τους και, κατά συνέπεια των προϊόντων που προκύπτουν από τα ταλέντα, τις ικανότητες και την εργασία τους. Κάθε άτομο έχει πάνω στον εαυτό του όλα τα προνόμια που ένας αφέντης έχει πάνω στον δούλο του. Και βέβαια, η ίδια αντίληψη που θέλει τον άνθρωπο δούλο του εαυτού του είναι τελείως αντίθετη με την υποδούλωση ενός ανθρώπου από κάποιον άλλο. Με άλλα λόγια, η σκλαβιά είναι κακή, επειδή ακριβώς ένας άνθρωπος νομιμοποιείται να υποτάσσεται μόνο στον εαυτό του.


Εάν όμως τα άτομα είναι, όπως τα περιγράφει ο Kant, σκοποί και ιδιοκτήτες του εαυτού τους, τότε –υποστηρίζει ο Nozick- έχουν δικαιώματα: το δικαίωμα της ζωής, της ελευθερίας και των καρπών του μόχθου τους. Το να έχεις κάτι σημαίνει πως έχεις μια δέσμη δικαιωμάτων –να κατέχεις αυτό το κάτι, να το διαθέτεις, να αποφασίζεις τι να το κάνεις. Αυτό σημαίνει ιδιοκτησία. Επομένως, το να είσαι ιδιοκτήτης του εαυτού σου, σημαίνει πως έχεις δικαιώματα πάνω σε ότι συγκροτεί αυτό που ονομάζουμε εαυτό και αυτά τα δικαιώματα λειτουργούν ως περιορισμοί για τον τρόπο που οι άλλοι ενεργούν και συμπεριφέρονται απέναντί σου.  
Το επόμενο βήμα για τον Nozick είναι, πάνω στις προηγούμενες αντιλήψεις, να στηρίξει την άποψή του ότι η φορολόγηση, ως μηχανισμός αναδιανομής προκειμένου οι σύγχρονες κοινωνίες να χρηματοδοτήσουν κρατικά προγράμματα πρόνοιας, είναι ανήθικη. Η φορολόγηση ισοδυναμεί με ένα είδος καταναγκαστικής εργασίας, εφόσον, όταν εσύ εργάζεσαι, το προϊόν της εργασίας σού αφαιρείται δια της βίας μέσω της φορολόγησης. Γίνεσαι τότε μερικώς υπόδουλος, εφόσον το κράτος σού παρέχει πρόσβαση σε ορισμένα κοινωνικά αγαθά, τα οποία στην ουσία χρηματοδοτούνται από τους φόρους που εξασφαλίζονται από την εργασία σου. Έτσι, κάθε πολίτης του κράτους γίνεται κατά κάποιον τρόπο ιδιοκτήτης σου (ιδιοκτήτης του μόχθου σου), πράγμα αντίθετο με την αρχή της ιδιοκτησίας του εαυτού.


Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Nozick, τα κοινωνικά προγράμματα των σύγχρονων κρατών είναι ανήθικα, όχι μόνον επειδή είναι ανεπαρκή και κακοδιοικούμενα, αλλά γιατί μετατρέπουν τους πολίτες σε δούλους. Συνεπώς, μόνο το ελάχιστο κράτος μπορεί να δικαιολογηθεί, υποστηρίζει ο φιλόσοφος, εννοώντας ένα κράτος το οποίο, όπως το είχε διατυπώσει ο Locke, παίζει τον ρόλο του «νυχτοφύλακα», στον οποίο ανατίθενται τρεις κύριες λειτουργίες: η διατήρηση της τάξης στο εσωτερικό, η τήρηση των συμβολαίων και η προστασία από εξωτερικές επιθέσεις. Ένα τέτοιο κράτος δεν νομιμοποιείται να ελέγξει τι τρώνε οι πολίτες του ή τι πίνουν (είναι το δικαίωμα στο σώμα τους), τι δημοσιεύουν ή τι διαβάζουν (είναι το δικαίωμα στον μόχθο τους), ούτε μπορεί να επιβάλει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση ή τη δημόσια παιδεία (είναι το δικαίωμα στους καρπούς του μόχθου τους). Και βέβαια, δεν μπορεί να ρυθμίσει την οικονομική ζωή, μέσω π.χ. του προσδιορισμού του κατώτατου μισθού, του ελέγχου της τιμής του ενοικίου κ.λπ., επειδή, εάν το κάνει, κινδυνεύει να προκαλέσει συνέπειες όπως η ανεργία, η καταβύθιση του πεδίου των ακινήτων κ.λπ.
Υποστηρίζει ο Nozick μια αναρχική κοινωνία; Η απάντηση είναι όχι, ακριβώς επειδή μια τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει. Ακόμα και σε αυτήν, ισχυρίζεται ο φιλόσοφος, το ελάχιστο δυνατό κράτος που θα απαιτηθεί μπορεί επίσης να υποδουλώσει τους πολίτες του, ενώ, επιπλέον, οι ανάγκες των ανθρώπων θα οδηγούσαν αναπόφευκτα στη λειτουργία αγοράς, της οποίας η αναγκαιότητα για νόμους θα κατέληγε στη νόμιμη χρήση βίας, που και αυτή θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να χρηματοδοτηθεί –η φορολόγηση θα ήταν το πιο πρόσφορο μέσον.
Η πολιτική φιλοσοφία του Nozick κινείται στη μεγάλη παράδοση του κοινωνικού συμβολαίου, όπως διαμορφώθηκε από τον Hobbes, τον Locke και τον Rousseau, με τη διαφορά ότι γι’ αυτόν τα ατομικά δικαιώματα δεν έπονται αλλά προηγούνται του κοινωνικού συμβολαίου, και μάλιστα θέτουν περιορισμούς στον σχεδιασμό του.
Ο Robert Nozick πέθανε το 2002, σε ηλικία 64 χρονών.

Πηγές:

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Οικονομικές θεωρίες: Adam Smith


Όταν το 1776 κυκλοφόρησε το πεντάτομο έργο με τίτλο An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations (Μια έρευνα της φύσης και των αιτιών του πλούτου των εθνών), κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι επρόκειτο να γίνει το έργο σταθμός της πολιτικής οικονομίας.


Συγγραφέας του ήταν ο σαραντατριάχρονος Σκωτσέζος οικονομολόγος και ηθικός φιλόσοφος Adam Smith και το βιβλίο του, που είναι πιο γνωστό με τον συνεπτυγμένο του τίτλο The Wealth of Nations (Ο πλούτος των εθνών), έθεσε τις βάσεις της κλασικής οικονομικής θεωρίας της ελεύθερης αγοράς.
Τη χρονιά που εκδόθηκε το βιβλίο η Ευρώπη (ηπειρωτική και νησιωτική) ζει στην αυγή της νεωτερικότητας: βιομηχανική επανάσταση, διαφωτισμός, γαλλική επανάσταση, ρομαντισμός.


Τα ερωτήματα που αντιμετωπίζονται από τον Adam Smith, τα οποία έχουν και μια σημαίνουσα ηθική διάσταση, είναι: πώς ευημερούν οι ανθρώπινες κοινωνίες, πώς, με άλλα λόγια, είναι δυνατόν μια κοινωνία, στην οποία καθένας φροντίζει το προσωπικό του συμφέρον, να μην διαλύεται από φυγόκεντρες δυνάμεις, αλλά να διατηρεί τη συνοχή της. Και περαιτέρω: πώς κατορθώνει η κοινωνία να επιβιώνει δίχως κάποια αρχή κεντρικού σχεδιασμού. Μέχρι τότε κυρίαρχη ήταν η απαισιόδοξη χομπσιανή αντίληψη, όπως είχε καταγραφεί στον Λεβιάθαν,  ότι οι άνθρωποι στη φυσική τους κατάσταση είναι αδίστακτοι και σκληροί και, άρα, έχουν ανάγκη από μια πολιτική εξουσία η οποία να μπορεί να ελέγξει αυτή τη φυσική βαρβαρότητα. Ο Adam Smith δεν διαφωνεί ως προς το πρώτο μέρος: οι άνθρωποι είναι, ναι, αδίστακτοι και σκληροί και κινούνται από αισθήματα ιδιοτέλειας. Διαφωνεί όμως ως προς τη θεραπεία αυτού του ανθρώπινου ελλείμματος. Αντίθετα με τον Hobbes που υποστηρίζει την αναγκαιότητα εξωτερικού ελέγχου, ο Smith πιστεύει ότι η ευπρέπεια μπορεί να είναι το αποτέλεσμα ελέγχου των φυσικών τους ροπών από τους ίδιους τους ανθρώπους. Κι αν αυτός ο εσωτερικός έλεγχος δεν είναι αρκετός, αφού οι άνθρωποι επιζητούν εκ φύσεως τον εξωτερικό έλεγχο, τότε καταφεύγουν σε έναν αμερόληπτο θεατή (impartial spectator) για να τους δώσει την έγκρισή του.
Τα παραπάνω αναπτύσσονται από τον Smith στο έργο του A Theory of Moral Sentiments (Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων), που είχε κυκλοφορήσει 17 χρόνια νωρίτερα από τον Πλούτο των Εθνών. Σε αυτό το έργο εισάγεται και η έννοια της συμπάθειας, βάσει της οποίας οι άνθρωποι, παρατηρώντας τη συμπεριφορά των άλλων, αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους και εξάγουν συμπεράσματα για την ηθική της δικής τους συμπεριφοράς.


Αυτές οι ηθικές αντιλήψεις του Smith βρίσκονται στη βάση και των οικονομικών του αντιλήψεων, που μπορούν να συνοψιστούν στο εξής: καθένας ευλόγως επιδιώκει το ατομικό του συμφέρον, επιδιώκει να αξιοποιεί το κεφάλαιό του με τρόπο ώστε το προϊόν του να έχει τη μεγαλύτερη δυνατή αξία, όμως, επιδιώκοντας τη δική του ασφάλεια και κέρδος, κινείται από ένα «αόρατο χέρι» (invisible hand) ώστε να προωθεί ακούσια το συλλογικό καλό. Εάν, λοιπόν, έτσι έχουν τα πράγματα, καθένας πρέπει να είναι ελεύθερος να επιδιώξει το δικό του συμφέρον με τον δικό του τρόπο και να εξοβελιστεί κάθε κρατική παρέμβαση, καθώς οι χιλιάδες ατομικές αποφάσεις για αποδοτική χρήση των πόρων διαθέτουν περισσότερη σοφία από οποιαδήποτε μεμονωμένη γνώση.
Με άλλα λόγια, ο Smith υποστηρίζει την ιδέα της ελεύθερης –αυτορυθμιζόμενης- αγοράς, στο πλαίσιο της οποίας ο ιδιοτελής ανταγωνισμός θα ωφελήσει την κοινωνία στο σύνολό της διατηρώντας, αφενός, χαμηλά τις τιμές λόγω του ανταγωνισμού και χτίζοντας, αφετέρου, κίνητρα για μια μεγάλη ποικιλία αγαθών και υπηρεσιών. Ο ανταγωνισμός, κατά συνέπεια, παίζει, ρυθμιστικό ρόλο έχοντας ως αποτέλεσμα την παραγωγή εκείνων ακριβώς των αγαθών που επιθυμεί η κοινωνία, και βέβαια σε τιμές που η κοινωνία είναι διατεθειμένη να πληρώσει. Πώς ακριβώς θα γίνει κάτι τέτοιο;
Πρώτον, διότι το προσωπικό συμφέρον κατευθύνει τους ανθρώπους να εκτελέσουν τις εργασίες που η κοινωνία χρειάζεται και μπορεί να πληρώσει. Δεύτερον, διότι ο ανταγωνισμός θα αποτρέψει τη φυσική απληστία των ανθρώπων για μεγαλύτερο κέρδος (καθένας που θα υπερβεί τα όρια θα βρει τους ανταγωνιστές να καραδοκούν για να του κλέψουν τη δουλειά). Τρίτον, διότι οι παραγωγοί θα υποχρεωθούν να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της κοινωνίας αναφορικά με την ποσότητα των παραγόμενων αγαθών (αλλιώς τα κέρδη τους θα μειώνονται). Τέλος, διότι η αγορά θα ρυθμίσει τα εισοδήματα όσων συνεργάζονται για την παραγωγή των αγαθών (υψηλά κέρδη σε έναν τομέα θα δημιουργήσουν συρροή ανταγωνιστών και αντιστρόφως).
Με δυο λόγια, η αγορά, το πεδίο της ατομικής οικονομικής ελευθερίας, είναι συνάμα και το πιο σκληρό αφεντικό. Οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει οτιδήποτε στην αγορά, αν όμως κάνει κάτι που η αγορά αποδοκιμάζει, τότε η οικονομική καταστροφή θα είναι το τίμημα της ατομικής ελευθερίας.
Το κράτος, από την πλευρά του έχει τις δικές του υποχρεώσεις: να επιβλέπει την εθνική άμυνα, να οργανώνει την εσωτερική ασφάλεια και να επενδύει σε δημόσιες υποδομές, ασύμφορες λόγω της μεγάλης τους κλίμακας για τους ιδιώτες επενδυτές. Είναι, επίσης, σημαντικό το ότι ο Smith αντιτάχθηκε στα μονοπώλια, θεωρώντας ότι η ενίσχυση των επιχειρηματικών τους συμφερόντων είναι πιθανόν να να τους οδηγήσει στην επιδίωξη πολιτικής και νομοθετικής ισχύος.
Μια άλλη πρωτοπόρα ιδέα που διατύπωσε ο Adam Smith (και σημειώνεται πάνω στο χαρτονόμισμα των 20 λιρών) είναι ο καταμερισμός της εργασίας, αναγκαίος εφόσον ενδιαφερόμαστε για τη γενική ευημερία. Με τον καταμερισμό, κάθε εργάτης γίνεται πιο επιδέξιος στο έργο που αναλαμβάνει, εξοικονομείται χρόνος και ενθαρρύνεται ο σχεδιασμός μηχανών για να διευκολυνθεί η παραγωγή. Το ίδιο ισχύει και για τις χώρες: χρειάζεται να εξειδικεύονται σε ό,τι ξέρουν να κάνουν καλύτερα και, άρα, μπορούν να το διαθέσουν σε χαμηλότερη τιμή.


Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Και φυλακισμένοι και σε δίλημμα (Μέρος Γ΄)


Το δίλημμα του φυλακισμένου (prisoner’s dilemma), έτσι όπως παρουσιάστηκε στις δύο προηγούμενες αναρτήσεις, διατυπώθηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του ’50 από δύο κοινωνικούς επιστήμονες: τον Merrill M. Flood και τον Melvin Dresher, και είναι ένα κλασικό πρόβλημα της θεωρίας των παιγνίων. Σύμφωνα με αυτήν, κριτήριο προτίμησης αποτελεί η ωφέλεια που θα προκύψει από κάποια ενέργεια και κανέναν ρόλο δεν παίζει το εάν το δρων υποκείμενο είναι εγωιστής ή αλτρουιστής, καλλιεργημένος ή όχι, συντηρητικός ή φιλελεύθερος.


Το δίλημμα του φυλακισμένου επηρέασε όμως και το πεδίο της ηθικής φιλοσοφίας, αφού η ωφέλεια ως κριτήριο προτίμησης αποτελεί κεντρική θέση της ηθικής θεωρίας του ωφελιμισμού, η οποία σαφώς διαφοροποιείται από την καντιανή αρχή της κατηγορικής προσταγής.
Έχει, επιπλέον, εφαρμογή και στην πολιτική φιλοσοφία. Η λύση στο δίλημμα, στην υποθετική περίπτωση που εσείς και ο συγκρατούμενός σας θα ήταν δυνατόν να φτάσετε σε κάποια συμφωνία, προϋποθέτει το γεγονός ότι αυτή η συμφωνία θα ήταν ικανή να επιβληθεί. Να, επομένως, ακόμα ένα επιχείρημα υπέρ του κοινωνικού συμβολαίου, όπως τουλάχιστον το συλλαμβάνει ο Hobbes: ως κοινωνία, επιθυμώντας να αποφύγουμε τη φυσική κατάσταση του πολέμου όλων εναντίον όλων, ακολουθούμε ορισμένους κανόνες στους οποίους όλοι συναινούμε και τους οποίους έχουμε τρόπους να επιβάλλουμε, είτε με τη διαμεσολάβηση του νόμου είτε με τους κοινωνικά επιβεβλημένους κανόνες.
Πάντως, το πιο ενδιαφέρον σημείο στο δίλημμα είναι το γεγονός ότι οι δύο φυλακισμένοι, εάν ενεργήσουν ορθολογικά (εάν δηλαδή ομολογήσουν) θα βρεθούν σε χειρότερη μοίρα απ’ ό,τι εάν ενεργήσουν ανορθολογικά (εάν δηλαδή δεν ομολογήσουν), εφόσον στη δεύτερη περίπτωση θα εκτίσουν ποινή μόλις ενός χρόνου. Έτσι φαίνεται. Είναι όμως έτσι πραγματικά; Είναι άραγε ορθολογικό να ομολογήσουν, αφού εκ των προτέρων ξέρουν καλά ότι είναι προτιμότερο γι’ αυτούς να σιωπήσουν από το να ομολογήσουν;

Πηγή για την εικόνα:

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Για τον Λεβιάθαν του Hobbes (Μέρος Β΄)


Είναι αναγκαία η ύπαρξη πολιτικής εξουσίας; Ποιος νομιμοποιείται να την κατέχει; Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχει; Αυτά είναι τα τρία βασικά ερωτήματα που απασχολούν τον Thomas Hobbes, τον Άγγλο πολιτικό φιλόσοφο του 17ου αιώνα.
Για να απαντήσει, επινοεί μια υποθετική κατάσταση, τη φυσική κατάσταση, δηλαδή μια μορφή συμβίωσης των ανθρώπων στην οποία δεν υφίσταται πολιτική εξουσία. Σε αυτήν δεν υπάρχουν νόμοι και, κατ’ επέκταση, δεν προβλέπονται ποινές σε περιπτώσεις αδικίας. Πώς ζουν οι άνθρωποι στη φυσική κατάσταση; Ζουν μέσα στη διαμάχη, σε έναν συνεχή πόλεμο όλων εναντίον όλων (Bellum omnium contra omnes). Τρεις είναι οι βασικές αιτίες αυτού του αλληλοσπαραγμού. Ο ανταγωνισμός, που ενισχύεται λόγω της σπανιότητας των αγαθών, η δυσπιστία, που εξαναγκάζει τους ανθρώπους να δρουν βίαια για λόγους προληπτικούς, καθώς δεν μπορούν να είναι σίγουροι για τις προθέσεις των άλλων, και η δόξα, η επιθυμία των ανθρώπων να αποκρούσουν την περιφρόνηση και την υποτίμηση εκ μέρους των άλλων.
«Και μόνο το υπέρτατο κακό έχει θέση, δηλαδή ο διαρκής φόβος κι ο κίνδυνος του βίαιου θανάτου. Ο ανθρώπινος βίος είναι μοναχικός, ενδεής, βρωμερός, κτηνώδης και βραχύς», διαπιστώνει ο Hobbes στον Λεβιάθαν σε σχέση με τη φυσική κατάσταση (κεφ. ΧΙΙΙ).


Ο Hobbes είναι οπωσδήποτε απαισιοδόξος. Θεωρεί τους ανθρώπους αδίστακτους και σκληρούς, σε αντίθεση με τον Rousseau που, στη φυσική κατάσταση, νομίζει πως οι άνθρωποι είναι ευγενείς και πως η διαφθορά τους οφείλεται στον πολιτισμό. Και οι δυο όμως καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: η πολιτική εξουσία είναι αναγκαία.
Αυτός ο φοβερός και τρομερός μονάρχης, ο οποίος εικονίζεται στο εξώφυλλο του βιβλίου του, είναι αναγκαίος. Η πολιτική εξουσία, η οποία περιγράφεται με το όνομα του βιβλικού Λεβιάθαν, είναι αναγκαία. Αυτό ισχυρίζεται ο Hobbes. Είναι η απάντηση που ο φιλόσοφος δίνει στο πρώτο από τα τρία ερωτήματα τα οποία διατυπώθηκαν στην αρχή. Έχοντας απαντήσει θετικά σε αυτό, του μένει, στη συνέχεια, να βρει τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει όποιος νομιμοποιείται να κατέχει την πολιτική εξουσία και με με ποιον τρόπο επέρχεται αυτή η νομιμοποίηση.


Πηγή για την εικόνα: