Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Galilei G.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Galilei G.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Φιλοσοφικοί διάλογοι: René Descartes, Μεταφυσικοί Στοχασμοί


Tο 1640 ο René Descartes έχει ολοκληρώσει το έργο του με τίτλο Meditationes de prima philosophia, πιο γνωστό με το όνομα Méditations métaphysiques (Μεταφυσικοί Στοχασμοί). Το έργο αυτό, γραμμένο στα λατινικά και άρα απευθυνόμενο σε λόγιους και διανοούμενους, είναι η δεύτερη, μετά το Discours de la methode (Λόγος περί της μεθόδου), «αφήγηση» στην οποία ο φιλόσοφος περιγράφει τη μεταφυσική του μάχη ενάντια στην αμφιβολία. 
Όμως, τον Descartes τον τρώει η ανησυχία ότι ένα τέτοιο έργο, στο οποίο εκτίθενται μεταξύ άλλων και οι αποδείξεις του για την ύπαρξη του Θεού, δεν θα γινόταν θετικά δεκτό, θέτοντας σε κίνδυνο και την προσωπική του ελευθερία. Γι’ αυτό, κοινοποιεί το χειρόγραφο σε διακεκριμένους σύγχρονούς του θεολόγους και φιλοσόφους, με σκοπό να δοκιμάσει την πειθώ των επιχειρημάτων του και να συγκεντρώσει τις αντιρρήσεις και τις υποδείξεις τους. Έτσι γεννιούνται οι Πρώτες Αντιρρήσεις, μερικές από τις οποίες αρκετά εκτεταμένες, τις οποίες ακολουθούν οι Πρώτες Απαντήσεις του Descartes. Με αυτόν τον τρόπο, το έργο ανοίγει έναν πρωτοφανή διάλογο στην ιστορία της Φιλοσοφίας.
Στη συνέχεια, ο Descartes, για να νιώσει ακόμα πιο ασφαλής –οι καταδίκες του Giordano Bruno και του Galileo Galilei είναι πολύ νωπές-, στέλνει το έργο του, μαζί με τις Πρώτες Αντιρρήσεις και τις Πρώτες Απαντήσεις, στον επιστήθιο φίλο του και ιερέα Marin Mersenne. Εκείνος αναζητεί για χάρη του κριτές και σε σύντομο χρονικό διάστημα συλλέγει επτά σειρές Αντιρρήσεων, οι οποίες διατυπώνονται κατά σειράν: από τον Δανό θεολόγο Johannes Caterus, από διάφορους θεολόγους μη κατονομαζόμενους, από τον Άγγλο φιλόσοφο και προτεστάντη στο θρήσκευμα Thomas Hobbes, από τον Γάλλο φιλόσοφο Antoine Arnauld, από τον Γάλλο φιλόσοφο και ιερέα Pierre Gassendi, από διάφορους μη κατονομαζόμενους φιλοσόφους, από τον Ιησουίτη Pierre Bourdin. Ο Descartes απαντά σε όλες αυτές με το ύφος που προσιδιάζει σε καθεμιά. Επιπλέον, ζητάει επίσημη επιδοκιμασία από τους θεολόγους της Σορβόννης, η οποία όμως δεν του δίνεται ποτέ.


Το έργο εκδίδεται για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1641 στο Παρίσι (και όχι στην Ολλανδία όπου κατοικεί ο φιλόσοφος) με τον πλήρη τίτλο Meditationes de prima philosophia, in qua Dei existentia et animae immortalitas demonstratur (Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας, όπου αποδεικνύεται η ύπαρξη του Θεού και η αθανασία της ψυχής). Σε αυτήν την έκδοση γίνεται ρητή αναφορά στις αντιλογίες και στις σχετικές απαντήσεις του Descartes, και μάλιστα με την παράκληση του φιλοσόφου προς τους αναγνώστες, στον πρόλογο της έκδοσης, να μελετήσουν και τις μεν και τις δε πριν βιαστούν να αξιολογήσουν το έργο του.
Το έργο είναι αφιερωμένο «στους Κυρίους Κοσμήτορες και Διδάκτορες της εκκλησιαστικής Σχολής Θεολογίας του Παρισιού»!

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Friedrich Nietzsche: αιώνια επιστρέφοντας


Ο Διαφωτισμός και η επιστημονική επανάσταση που εκπροσωπήθηκε από τρεις κορυφαίες μορφές: τον Nicolaus Copernicus, τον Isaac Newton και τον Galileo Galilei, αποτελούν την εισαγωγή στην περίοδο που ονομάζουμε νεωτερικότητα. Ο άνθρωπος αφήνεται τώρα εντελώς μόνος. Ούτε ο κόσμος, άπειρος πλέον και χαοτικός, ούτε ο Θεός μπορούν να του προσφέρουν καμία βοήθεια. Στο εξής ο άνθρωπος αναλαμβάνει ο ίδιος να κατασκευάσει νόμους για να δώσει νόημα στο απομαγεμένο σύμπαν και, ως εκ τούτου, η ηθική προσδιορίζεται ελεύθερα από την «καλή βούληση» του ανθρώπου/υποκειμένου, με προϋποτιθέμενους όρους την ανιδιοτέλεια και την καθολικότητα. Ο νέος χώρος συμβίωσης που δημιουργείται έχει, λοιπόν, τρία βασικά χαρακτηριστικά: την τυπική ισότητα, τον ατομικισμό και την πρόταξη της ιδέας της εργασίας. Όμως, αυτό που προκάλεσε τη μεγαλύτερη αμηχανία είναι το θέμα της σωτηρίας. Αν ο κόσμος δεν είναι πια μια αρμονική τάξη και αν ο Θεός είναι νεκρός (Gott is tot), για ποια σωτηρία μπορούμε να μιλάμε;
Ο Friedrich Nietzsche αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να συγκροτήσει μια πνευματικότητα μετανεωτερικής κοπής. Δεν υπάρχει, λέει λοιπόν ο εικονοκλάστης φιλόσοφος, τίποτα έξω και πάνω από τη ζωή και, επομένως, δεν υπάρχει καμιά αντικειμενική αξιολογική κρίση. «Δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά μόνον ερμηνείες». Δεν υπάρχει καμιά κανονικότητα και κάθε τέτοια ιδέα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση και αυταπάτη. Η μεταφυσική, η θρησκεία, ακόμα και η επιστήμη, ως «αντενεργές δυνάμεις», αποδομούνται ριζικά από τον Nietzsche και οι «ενεργές δυνάμεις» επιστρατεύονται για να ιεραρχηθούν τα πολλαπλά στοιχεία που απαρτίζουν τη ζωή. Η ηθική του είναι ακριβώς αυτή η ιεράρχηση και η εναρμόνιση, ο μη-αποκλεισμός ακόμα και των πιο αντιθετικών στοιχείων, όπως είναι η λογική και τα πάθη. Και η σωτηρία που προτείνει είναι επίγεια. Είναι το να μάθουμε να διακρίνουμε αυτό που αξίζει να βιωθεί και αυτό που αξίζει να χαθεί. Τις αποδυναμωμένες μορφές της ζωής από τις έντονες και τις μεγαλειώδεις. Ποιο είναι το κριτήριο αυτής της διάκρισης; Είναι το κριτήριο της αιώνιας επιστροφής. Τι θέλουμε να επανέρχεται αιωνίως, αν όχι οι βιωμένες στιγμές χαράς, αγάπης, διαύγειας και ηρεμίας; Να ελπίζεις κάπως λιγότερο, να μετανιώνεις κάπως λιγότερο, να αγαπάς κάπως περισσότερο: σε αυτές τις τρεις προτροπές συνοψίζεται η νιτσεϊκή διδασκαλία.

Edvard Munch, Friedrich Nietzsche (1906) 

Η μετά τον Nietzsche φιλοσοφία έπρεπε ή να συνεχίσει την αποδόμηση ή να την υπερβεί. Και οι δυο τάσεις εκδηλώθηκαν στο πέρασμα των χρόνων. Όμως, αυτό που έχει σημασία είναι αν ο ανθρωπισμός μπορεί εκ νέου να μας απασχολήσει μετά την αποδόμηση. Με άλλα λόγια, το ερώτημα είναι αν μπορούμε να μιλάμε για ανθρωπισμό και ταυτόχρονα να δεχόμαστε ότι τα είδωλα έχουν καταρρεύσει.

Πηγή για τις εικόνες: