Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Picasso P.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Picasso P.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Η Guernica και ο πόλεμος


Στις 26 Απριλίου 1937 (σαν σήμερα), η Γερμανική αεροπορία, εξυπηρετώντας τον Αρχιστράτηγο Francisco Franco, βομβάρδισε τη βασκική πόλη Guernica στη βόρεια Ισπανία. Ένας μαζικός βομβαρδισμός χωρίς προηγούμενο, που κράτησε πάνω από τρεις ώρες. Ο άμαχος πληθυσμός, γυναίκες και παιδιά, χτυπήθηκαν ανελέητα. Η πόλη φλεγόταν για τρεις ημέρες, αφήνοντας χιλιάδες πολίτες νεκρούς και τραυματίες στα καπνισμένα συντρίμμια της. Οι οργανωτές του βομβαρδισμού γνώριζαν ότι η Guernica δεν είχε στρατηγική αξία, ήταν όμως το πολιτισμικό και θρησκευτικό κέντρο των Βάσκων. Η καταστροφή της είχε ως στόχο τον εκφοβισμό και την αποδυνάμωση της βασκικής αντίστασης. Ο βομβαρδισμός της Guernica είχε τεράστιο αντίκτυπο στον παγκόσμιο τύπο, με τους Times του Λονδίνου να τον χαρακτήρισαν ως σύμβολο της φασιστικής βαρβαρότητας.


Το ασπρόμαυρο έργο του Pablo Picasso, με τίτλο Guernica, βασίζεται στην ιδέα του τρίπτυχου, δηλαδή ένα μεσαίο ορθογώνιο παραλληλόγραμμο πλαισιωμένο από δύο μικρότερα. Δεν αποτυπώνονται σε αυτό αεροπλάνα ή βόμβες, αλλά η διακοπή της σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο.


Στην κορυφή, η λάμπα πετρελαίου που κρατά η γυναίκα μοιάζει με αέτωμα αρχαίου ναού. Μία  λάμπα πάνω από όλη τη σύνθεση, ηλεκτρική, σαν μάτι, είναι η βόμβα. Ο ταύρος είναι σύμβολο της Ισπανίας. Το λογχισμένο άλογο  που κραυγάζει είναι σύμβολο του βασανισμένου ισπανικού λαού. Ο νεκρός στρατιώτης με τα χέρια ανοιχτά παραπέμπει στον Εσταυρωμένο. Μια μητέρα θρηνεί το χαμένο παιδί της που το κρατά νεκρό στην αγκαλιά της. Μια άλλη γυναίκα υψώνει λάμπα πετρελαίου για να φωτίσει το σκοτάδι. Μια τρίτη γυναίκα είναι τυλιγμένη στις φλόγες. Μια ακόμα γυναίκα, λαβωμένη, σέρνεται πριν πέσει. Υπάρχει ένα παράθυρο κι έξω φως.
Η Guernica βρίσκεται σήμερα στη Μαδρίτη, στο Reina Sofia Museo.

Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

Το φθινόπωρο του Godward


«Ο κόσμος δεν είναι αρκετά μεγάλος για να χωρέσει και εμένα και τον Picasso»: αυτά τα λίγα λόγια απελπισίας έγραψε στο σημείωμα που συνόδευε την αυτοκτονία του το 1922 ο Άγγλος νεοκλασικιστής ζωγράφος John William Godward. Κανένα άλλο γραπτό του ή εικόνα του δεν έχει σωθεί. Η οικογένειά του ποτέ δεν συγχώρησε την αυτοκτονία του, όπως και ποτέ δεν του συγχώρησε την επιλογή του να γίνει ζωγράφος: έκαψε γι’ αυτό όλα του τα έγγραφα και κατέστρεψε όλες του τις φωτογραφίες που υπήρχαν στα οικογενειακά άλμπουμ.

Waiting for an answer (1889), Ιδιωτική συλλογή
Πιθανόν ο ζωγράφος απεικονίζει στα δεξιά τον εαυτό του

Τα ροδαλά κορίτσια του Godward με την πλούσια κόμη, ντυμένα με ρούχα σε έντονα χρώματα και γεμάτα πτυχές, μερικά από αυτά αέρινα και διάφανα που αφήνουν το λευκό κάλλος των σωμάτων να διαγράφεται ελεύθερα, σε πόζες αφύσικες αλλά ερωτικές, αναπνέουν μέσα σε ένα περιβάλλον αυστηρό, στατικό, στυλιζαρισμένο. Ένας αρχαίος (ελληνορωμαϊκός) πολιτισμός, φωτεινός, εξιδανικευμένος, ξαναζεί στους πίνακές του. Τι να πουν τα έργα του Godward, αυτού του προστατευόμενου του Sir Lawrence Alma-Tadema, σε μια εποχή που η μοντέρνα τέχνη αρχίζει να κερδίζει έδαφος; Οι δυο ζωγράφοι, «βικτωριανοί με τήβεννο» όπως τους χαρακτηρίζουν, κουβαλούν τη γεύση και το άρωμα ενός άλλου καιρού που όλο και περισσότερο υποχωρεί παραχωρώντας τη θέση του στη νέα εποχή του μηδενισμού και της θραυσματικότητας. Η τέχνη του Godward παύει να είναι δημοφιλής, ενώ ο ντανταϊσμός και ο υπερρεαλισμός εισβάλλουν κατακλύζοντας τα πάντα.
Όμως, την πιο γήινη εποχή του χρόνου την θέλουμε ρομαντική. Στον πίνακα που ο Godward ζωγράφισε το 1900 με τίτλο (Autumn) (Φθινόπωρο) μια μελαχρινή κόρη κόβει σταφύλι, το φρούτο του φθινοπώρου, από μια κληματαριά που την στεφανώνει.  


Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2016

Κι όμως ... κινείται!


Τον Ιανουάριο του 1912, μέσα στη γενικευμένη παράκρουση που επικρατούσε και που καλλιέργησε το έδαφος για τον πρώτο μεγάλο πόλεμο, ο Marcel Duchamp ζωγραφίζει ένα ιδιαίτερο έργο: Nu descendant un escalier No 2 (Γυμνό που κατεβαίνει τη σκάλα Νο 2). Το έργο, που εκτέθηκε την επομένη χρονιά στο πρώτο Armory Show της Νέας Υόρκης, προκάλεσε αίσθηση και πολλές συζητήσεις. Ο Duchamp ζωγραφίζει μια μηχανόμορφη φιγούρα (αντρική ή γυναικεία, ποιος ξέρει;) να κατεβαίνει τη σκάλα, κι εμείς βλέπουμε την κίνησή της σαν να πρόκειται για διαδοχικά ενσταντανέ. Οι γραμμές και οι φόρμες αλληλοκαλύπτονται. Με αυτό το έργο ο Duchamp πετυχαίνει μια νίκη, ικανοποιώντας την επιθυμία που καίει την ψυχή κάθε ζωγράφου: να αιχμαλωτίσει την κίνηση πάνω στον καμβά.


Οι κυβιστές διαμαρτύρονται. Μια φιγούρα που την βλέπουμε να κινείται και γίνεται αντιληπτή από μία οπτική γωνία δεν είναι του γούστου τους. Αυτοί προτιμούν μια φιγούρα ακίνητη την οποία μπορούμε να την δούμε από διάφορες οπτικές γωνίες. Ο εμβληματικότερος από όλους τους κυβιστές, ο Pablo Picasso, έχει δώσει το στίγμα. Ζωγραφίζει ένα σύνολο από διάσπαρτες φόρμες, ελλείποντα ή διπλοζωγραφισμένα στοιχεία και άλλα που αιωρούνται δίχως να έχουν αποφασίσει σε ποια πλευρά του αντικειμένου ανήκουν.  Μια ανησυχητική ακαταστασία, κι όμως μια ισορροπία. Ένα κρυφοκοίταγμα του θεατή από διάφορες γωνίες, κατάργηση, με άλλα λόγια, του σταθερού σημείου θέασης: αυτή είναι η πρότασή του.


 «Εδώ και πολύ καιρό πάψαμε να υποστηρίζουμε πως παριστάνουμε τα πράγματα όπως τα βλέπουμε. Ήταν μια οφθαλμαπάτη που δεν υπάρχει λόγος να την επιδιώκουμε. Δεν θέλουμε ν’ αποτυπώσουμε στο μουσαμά τη φανταστική εντύπωση μιας φευγαλέας στιγμής […] Γιατί να μην είμαστε συνεπείς ώστε ν’ αποδεχθούμε το γεγονός πως ο πραγματικός σκοπός μας είναι περισσότερο να κατασκευάσουμε παρά να αντιγράψουμε κάτι; Όταν σκεφτόμαστε ένα αντικείμενο […], δεν εμφανίζεται μπροστά στα μάτια του νου μας όπως θα το βλέπαμε με τα φυσικά μας μάτια. Μπορούμε –και αυτό κάνουμε- να σκεφτούμε τις διάφορες όψεις του την ίδια στιγμή. Μερικές από αυτές προβάλλουν τόσο καθαρά, που νομίζεις πως μπορείς να τις αγγίξεις και να τις ψηλαφίσεις. άλλες είναι κάπως σβησμένες. Κι όμως, αυτό το παράξενο συνονθύλευμα από εικόνες αντιπροσωπεύει “το αληθινό” αντικείμενο περισσότερο απ’ όσο μια φωτογραφία ή ένας λεπτομερειακός πίνακας». Αυτός υποθέτει ο E.H. Gombrich ότι θα ήταν ο συλλογισμός του Picasso που τον οδήγησε να συνθέσει τους περίφημους κυβιστικούς του πίνακες.
Και για το τέλος ένα ταξίδι στο παρελθόν, πιο συγκεκριμένα γύρω στο 1470. Ένας νεαρός ζωγράφος, γνωστός ως Liberale da Verona, ζωγραφίζει έναν πίνακα με αρχαιοελληνικό θέμα: την αρπαγή της Ευρώπης από τον μεταμορφωμένο σε ταύρο Δία. Σε αυτό το έργο, ο μύθος εκτυλίσσεται σε δύο διαδοχικές φάσεις, με την καθεμία να καταλαμβάνει από μία άκρη του πίνακα. Στα δεξιά, η Ευρώπη ετοιμάζεται να ανέβει στην πλάτη του ταύρου και, στα αριστερά, ταξιδεύει προς τη νέα της πατρίδα, στην οποία θα δώσει το όνομά της.






Χρειάστηκαν σχεδόν πεντακόσια χρόνια για να αποδοθεί ζωγραφικά η κίνηση, αρχίζοντας από την αναγεννησιακή διαδοχή διαφορετικών χρονικών στιγμών μέχρι την ταυτόχρονη απόδοση διαδοχικών εικόνων του χρόνου μέσα στον χώρο. Ενδιαμέσως, η κυβιστική πρόταση που θέλει τον χρόνο να γίνεται υποκειμενική υπόθεση του παρατηρητή, για τον οποίο δέχεται προϋποθετικά ότι είναι αυτός που κινείται στον χώρο. Ο φουτουρισμός, οι χρονοφωτογραφίες και ο κινηματογράφος διευκολύνουν την εξέλιξη.

Eadweard Muybridge, 
Woman Walking Downstairs (1887) 
Χρονοφωτογραφία.

Η χρονική στατικότητα, που καταστατικά συνδέεται με τη ζωγραφική, βρίσκεται εν τέλει τρόπος να υπερβαθεί. 

Πηγές:
Gombrich, E.H (1994) Το χρονικό της τέχνης. Μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ., σ. 574.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Γκαλερί 291


Το 1902, ένας Αμερικανός φωτογράφος ονόματι Alfred Stieglitz ιδρύει, μαζί με άλλους φωτογράφους, μια ομάδα με το όνομα Photo-Secession. Σκοπός τους είναι να προβάλουν τις μάλλον αιρετικές απόψεις τους για τη φωτογραφία, αποσπώντας την από την υποταγή της στη ζωγραφική και επιδιώκοντας να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον στην απόδοση της λεπτότητας λόγω της επενέργειας τους φωτός. Δουλεύοντας πάνω στην άμεση φωτογραφία και στην αρετουσάριστη εικόνα, αυτή η παρέα των φωτογράφων σπάζει, λοιπόν, τους δεσμούς με την παραδοσιακή φωτογραφική αντίληψη.


Αναζητώντας έναν χώρο προκειμένου να εκτεθούν τα έργα της ομάδας, ο Stieglitz καταλήγει σε τρία μικρά δωμάτια που βρίσκονταν απέναντι από το διαμέρισμα όπου έμενε ο καλός του φίλος, επίσης φωτογράφος, Edward Steichen. Εκεί, δημιουργείται ένας χώρος με το όνομα The Little Galleries of the Photo-Secession,  o οποίος ανοίγει τις πόρτες του στις 24 Νοεμβρίου του 1905 και κερδίζει γρήγορα μεγάλη φήμη, καθώς σε αυτόν εκθέτουν τα έργα τους πρωτοπόροι φωτογράφοι, όπως ο Edward Steichen, ο Alvin Langdon Coburn, η Gertrude Käsebier και ο Clarence H. White, αποκτώντας αναγνώριση από το κοινό και από τους κριτικούς. Όμως, το 1907 φτάνει το τέλος για τον χώρο που δημιούργησε ο Stieglitz. Ο ιδιοκτήτης διπλασιάζει το ενοίκιο, το οποίο η ομάδα δεν είναι σε θέση να πληρώσει. Και τότε, ξαφνικά, εμφανίζεται ένας από μηχανής θεός.


Ο εύπορος φωτογράφος Paul Haviland, μέλος της ομάδας, βάζει τα χρήματα και υπογράφει ένα τριετές συμβόλαιο για έναν μικρό χώρο απέναντι ακριβώς από τις προηγούμενες αίθουσες, στον αριθμό 293 της νεοϋορκέζικης 5ης Λεωφόρου. Αλλά, καθώς σε μια πρόσφατη ανακαίνιση ο τοίχος ανάμεσα στα δύο κτήρια είχε μετακινηθεί, η νέα γκαλερί φαίνεται να βρίσκεται στην ίδια διεύθυνση με την προηγούμενη, δηλαδή στον αριθμό 291. Ο Stieglitz, παρά τις αντιρρήσεις των συνεργατών του, επιβάλλει το όνομα 291 ως όνομα της νέας γκαλερί, της οποίας η φήμη πολύ γρήγορα απογειώνεται.
Ο Stieglitz αρχίζει να συνεργάζεται με μερικούς από τους διασημότερους Ευρωπαίους ζωγράφους της Avant-Garde. Ο Henri Matisse, ο Paul Cézanne, o Auguste Rodin, ο Henri Rousseau και ο Pablo Picasso είναι μερικοί από αυτούς οι οποίοι εκθέτουν τα έργα τους στην γκαλερί 291. Η παρουσία τέτοιων έργων στην αμερικανική πρωτεύουσα, σε συνδυασμό με τα έργα των ντανταϊστών Marcel Duchamp και Francis Picabia, ανοίγει τον δρόμο για την ανάδυση της αμερικανικής Avant-Garde.


Η γκαλερί 291 κλείνει οριστικά τον Ιούνιο του 1917, δυο μήνες μετά την είσοδο της Αμερικής στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο. Ο Stieglitz φωτογραφίζει έναν νεαρό οπλισμένο στρατιώτη, ο οποίος στέκεται μπροστά από τα έργα τέχνης ως φύλακας και προστάτης τους. Πλάι του, ένας μεγαλύτερης ηλικίας στρατιώτης είναι πληγωμένος. Άραγε, ο πληγωμένος στρατιώτης είναι ο Stieglitz, θύμα στη μάχη για την υπεράσπιση της τέχνης, που τώρα πρέπει να προστατευθεί από κάποιον νεότερο;


Η φωτογραφία έχει τον τίτλο The Last Days of 291 (Οι τελευταίες ημέρες της 291) και βρίσκεται σήμερα στη National Gallery of Art.

Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2016

Ο μοντερνισμός στην Αμερική


Το 1913 είναι μια σημαντική χρονιά για την τέχνη.
Είναι η χρονιά κατά την οποία ο Marcel Proust αρχίζει να εκδίδει το μνημειώδες έργο του που τιτλοφορείται À la recherche du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο), ενώ ο Marcel Duchamp εφαρμόζει σε ένα σκαμνί έναν τροχό ποδηλάτου, ονομάζει το έργο Roue de bicyclette (Τροχός ποδηλάτου) και προκαλεί το κοινό να αναρωτηθεί: είναι αυτό τέχνη; Ο Guillaume Apollinaire εκδίδει το δοκίμιό του Les peintres cubists (Οι κυβιστές ζωγράφοι) και στη Ρωσία ο Sergei Pavlovich Diaghilev χορογραφεί για τα ρωσικά μπαλέτα το έργο του Igor Stravinsky The Rite of Spring (Η ιεροτελεστία της άνοιξης).


Την ίδια χρονιά, από τις 17 Φεβρουαρίου έως  τις 15 Μαρτίου 1913, στον αριθμό 68 της Lexington Avenue στη Νέα Υόρκη, από την Εταιρεία Αμερικανών Ζωγράφων και Γλυπτών οργανώνεται η Διεθνής Έκθεση Μοντέρνας Τέχνης, γνωστή και ως Armory Show, επειδή ως χώρος για την έκθεση χρησιμοποιήθηκε η αποθήκη εφοδιασμού του 69ου συντάγματος πεζικού.


Σε αυτήν την έκθεση, το κοινό, εκτός από τα έργα των Αμερικανών καλλιτεχνών, έχει τη δυνατότητα να θαυμάσει και έργα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Δύο από τους οργανωτές, ο Arthur B. Davies και ο Walter Kuhn, ταξιδεύουν στην Ευρώπη συγκεντρώνοντας έργα αντιπροσωπευτικά όλων των πρωτοποριακών τάσεων. 1300 έργα ζωγραφικής, γλυπτικής και διακοσμητικής τέχνης εκτίθενται συνολικά, περισσότερων από 300 Ευρωπαίους και Αμερικανούς καλλιτέχνες.


Στόχος της έκθεσης είναι να παρουσιάσει την εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης από τον Γάλλο ζωγράφο του 19ου αιώνα Jean-August Ingres, στους Paul Cézanne, Paul Gauguin, Vincent Van Gogh, μέχρι τους σύγχρονους Pablo Picasso, Georges Braque, Henri Matisse, Wassily Kandinski και Marcel Duchamp. Λείπει ο ιταλικός φουτουρισμός, καθώς οι Ιταλοί αρνήθηκαν να δανείσουν τα έργα τους για την έκθεση. Οι Αμερικανοί καλλιτέχνες αντιπροσωπεύονται, μεταξύ άλλων, από τον Childe Hassam, τον John Sloan και τον Joseph Stella.


Το αποτέλεσμα είναι εξόχως ενδιαφέρον και οπωσδήποτε πολύ μακριά από την ακαδημαϊκή αισθητική του παρελθόντος. Άρθρα και κριτικές εμφανίζονται στον τύπο κατηγορώντας τους οργανωτές και τους καλλιτέχνες για αγυρτεία, παραφροσύνη, ανηθικότητα και αναρχία. 
Και όμως… Παρά τις κριτικές, αυτό το πρώτο Armory Show είχε τεράστια επιτυχία και είναι η επιτυχία του που άλλαξε ριζικά την αμερικανική αγορά της τέχνης και υπήρξε ο καταλύτης και η αφετηρία της εποχής του μοντερνισμού στην Αμερική.

Πηγές για τις εικόνες:

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Ιούλιος 2013)

Το διήγημα του Ιουλίου από τον Βλάσση Τρεχλή.


Το γέλιο του διαβόλου


Μέσω της μουσικής τα πάθη απολαμβάνουν τον εαυτό τους
Νίτσε


Αν και μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά, δεν ισχυρίστηκα ποτέ πως τον γνώρισα καλά, ούτε είπα ποτέ πως είχα καταλάβει τι είχε μέσα στο κεφάλι του. Λέγαμε εμείς τα παιδιά της γειτονιάς πως αλλάζαμε κουβέντες μαζί του, μα ήταν μια υπερβολή από τις πολλές που βγαίνουν από τα παιδικά στόματα ή ακόμα κι ένα ψέμα. Δεν ήσαν λίγες οι φορές που στις ερωτήσεις μας απαντούσε σε μια γλώσσα ακατάληπτη, μυστική, ηχητική. Και τώρα που το σκέφτομαι, μεγάλος πια, ήχους ακούγαμε και όχι λέξεις με νόημα. Κάποιες φορές νομίζαμε πως λέει παλαβομάρες, μα τα σπιρτόζικα μάτια του μας διέψευδαν. Μετά αρχίσαμε να αμφιβάλουμε και για τις δικές μας κουβέντες. Στο τέλος τον αφήσαμε ήσυχο.

   Pablo Picasso, Man with a Violin (1912).
Philadelphia Museum of Art, Φιλαδέλφεια

Στα δεκαέξι του χρόνια χάθηκε εντελώς από την παρέα. Στα δεκαοχτώ του έφυγε από την πόλη. Τον ξεχάσαμε, όπως κι αυτός θα μας ξέχασε, εξάλλου δεν μας έδενε κάτι μαζί του. Ξανακούσαμε γι’ αυτόν δέκα χρόνια αργότερα. Είχε γίνει ένας διάσημος μουσικός. Κάποιοι δημοσιογράφοι είπαν πως είναι απρόσιτος, αλλά αυτό δεν είναι παράξενο, αφού οι καλλιτέχνες ζουν διαφορετικά από τους καθημερινούς ανθρώπους. Μετά ακούσαμε για έναν μεγάλο έρωτα που είχε παρασύρει τον νου του. Από εκείνη τη στιγμή και μετά η δεξιοτεχνική του δεινότητα ξεπέρασε καθετί που είχε φανταστεί και δημιουργήσει ο ανθρώπινος νους. Πολλοί απέδιδαν αυτήν την εξέλιξη στο ελιξήριο του έρωτα και πιθανόν να μην είχαν άδικο. 
Τότε απογειώθηκε, όπως λέμε στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Και απογειώθηκε πραγματικά, αφού, με τα τεράστια κέρδη που είχε από τις εμφανίσεις του στα μεγαλύτερα θέατρα, αγόρασε το υπερπολυτελές ιδιωτικό του τζετ και γύριζε μ’ αυτό τις πρωτεύουσες του κόσμου. Αυτό το αεροπλάνο δεν το είχε μόνο για τις μετακινήσεις του, αλλά και για σπίτι του. Εκεί ζούσε, εκεί εξασκούνταν, εκεί δεχόταν τους επισκέπτες του, εκεί έκλεινε τα συμβόλαιά του και εκεί είχε εγκαταστήσει τον έρωτά του. Ανθρώπους άλλους δεν ήθελε να βλέπει. Ακόμα και στις συναυλίες του δεν έβλεπε το κοινό που είχε πληρώσει πανάκριβα για να τον ακούσει. Μέσα στη σκοτεινή αίθουσα, που θύμιζε έναστρο ουρανό, ένα αστέρι έστελνε τις μελωδικές ακτίνες του για να χαθούν στο στερέωμα, γιατί αυτό το μεγάλο ταλέντο δεν έπαιζε μουσική για τους ανθρώπους, έπαιζε μουσική για τους πλανήτες.

         Pablo Picasso, Violin (1912).
                  Musée National d’Art Moderne.
   Centre Georges Pompidou, Παρίσι

Όλους εμάς που τον ξέραμε από τα γεννητάτα του, η μοναδική του πορεία δεν μας παραξένεψε. Είχε μια καταπληκτική συνέπεια. Τίποτα δεν είχε αλλάξει στη συμπεριφορά του απ’ όταν ήταν παιδί. Μόνο κάποιοι ζηλιάρηδες έλεγαν πού και πού πως θα ήθελαν να δουν το τέλος του. Μα ήταν νέος ακόμα. Παθιασμένος όσο κανένας άλλος με τη μουσική και τον έρωτα. Κι έτσι περνούσε ο καιρός, ώσπου μια μέρα ακούσαμε στις ειδήσεις πως το αεροπλάνο του χάθηκε και ο ίδιος δεν βρέθηκε πουθενά.

 Pablo Picasso, Violin Hanging on the Wall (1912-13)
      Hermann and Margrit Rupf Foundation

Έναν μήνα αργότερα κάποιοι ορειβάτες είδαν το αεροπλάνο του καρφωμένο στην πλαγιά ενός ψηλού βουνού. Τα συνεργεία διάσωσης αναζήτησαν το μαύρο κουτί. Όταν το άνοιξαν και είδαν στα όργανα την πορεία του μικρού αεροπλάνου, διαπίστωσαν πως ακολούθησε κάθετη πορεία και πως είχε φθάσει στα πενήντα χιλιάδες πόδια ύψος όταν του τελείωσε η βενζίνη και άρχισε η πτώση. Ομιλίες δεν είχαν γραφτεί στο μαγνητόφωνο του μαύρου κουτιού, μόνο σε όλη τη διάρκεια της πτήσεις ακούγονταν τα καπρίτσια του Παγκανίνι. Τη στιγμή της πρόσκρουσης παιζόταν το Νο 13, αυτό που κάποιοι ονομάσανε: «Το γέλιο του διαβόλου».