Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Botticelli S.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Botticelli S.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2020

Όταν ο Botticelli συνάντησε τον Απελλή

 

Ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους της Αρχαιότητας ήταν ο Απελλής. Το πού γεννήθηκε είναι άγνωστο. Για το πότε άκμασε μας πληροφορεί ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος. Φαίνεται ότι η ακμή του συνέπεσε με την 112η Ολυμπιάδα, δηλαδή τοποθετείται στα ελληνιστικά χρόνια, μεταξύ 332 και 329 π.Χ..

Ο Αντίφιλος, που καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε την ίδια εποχή, ήταν κι αυτός σπουδαίος ζωγράφος και μέγας αντίπαλος του Απελλή.

Ο Λουκιανός, στην πραγματεία του με τίτλο «Περί τοῦ μὴ ῥᾳδίως πιστεύειν διαβολῇ», η οποία βρίσκεται στον 4ο τόμο από τα σωζώμενα έργα του, παραδίδει ότι ανάμεσα στα έργα του Απελλή ήταν και ένα με τίτλο Η συκοφαντία. Σε αυτό, ο ζωγράφος αποτυπώνει την οργή που ένιωσε όταν ο Αντίφιλος τον διέβαλε στον βασιλιά Πτολεμαίο Α΄ τον Σωτήρα για δήθεν συμμετοχή του σε συνωμοσία εναντίον του. Το έργο δεν σώθηκε, όμως η περιγραφή του Λουκιανού ενέπνευσε τον Φλωρεντινό ζωγράφο Sandro Botticelli, πολλούς αιώνες αργότερα.

Το 1495, ο Botticelli ζωγραφίζει έναν πίνακα, που βρίσκεται σήμερα στην Galleria degli Uffizi, με τίτλο La Calumnia de Apeles (Η Συκοφαντία του Απελλή). Σε αυτόν, διατηρεί τη σκηνοθεσία του αρχικού πίνακα με βάση τις πληροφορίες του Λουκιανού. Ο βασιλιάς, με γαϊδουρινά αυτιά, σύμβολα της απερίσκεπτης φύσης του, είναι καθισμένος σε υπερυψωμένο θρόνο. Πλάι του, δυο γυναίκες, η Άγνοια και η Καχυποψία, του ψιθυρίζουν τις συκοφαντικές φήμες. Ο ίδιος κρατάει τα μάτια του χαμηλά, δεν βλέπει τα γεγονότα, και το χέρι του στρέφεται προς τη μαυροντυμένη μορφή που στέκεται μπροστά του και που απεικονίζει τον Δόλο. Το νεαρό θύμα δεν έχει τίποτα να κρύψει, γι’ αυτό εικονίζεται γυμνό. Από τα μαλλιά το τραβάει η Συκοφαντία, η οποία κρατάει στο άλλο της χέρι έναν δαυλό, ανάβοντας φωτιές από τα ψέματα που ασταμάτητα ξεστομίζει. Οι δυο κοπέλες, που πλέκουν τα μαλλιά της κυράς τους, της Συκοφαντίας, είναι η Κακοπιστία και η Απάτη. Δουλειά τους είναι να περιπλέκουν τα πράγματα, να εμπλέκουν αθώους και να στολίζουν με ψέματα (που στον πίνακα αποδίδονται ως άνθη) την κάθε κακολογία. Είναι όμορφες, κρύβοντας με το χαριτωμένο παρουσιαστικό τους την εσωτερική τους κακία και διπροσωπία. Η δεύτερη μαυροφορεμένη μορφή, στα αριστερά, είναι η Μεταμέλεια. Γριά και με κουρελιασμένα ρούχα, στρέφει τη ματιά προς την πανέμορφη γυμνή Αλήθεια, που δεσπόζει στην άκρη του πίνακα. Με το χέρι της δείχνει ψηλά, εκεί όπου όλες οι πράξεις θα κριθούν.

Ποιον λόγο είχε άραγε ο αναγεννησιακός καλλιτέχνης να ζωγραφίσει έναν πίνακα με αυτό το θέμα; Έγινε κάτι που τον συνέδεε με τον αρχαίο ομότεχνό του, τον Απελλή;

Πάντως, ο Απελλής απαλλάχτηκε από την κατηγορία, αποκαταστάθηκε από τον Πτολεμαίο και μάλιστα ο Αντίφιλος, ο συκοφάντης του, υποχρεώθηκε να γίνει δούλος του.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Apeles_Botticelli_01.JPG


Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Η αξία μιας πόζας!

 

Ο Guasparre di Zanobi del Lama ήταν ένας νεόπλουτος Φλωρεντινός με πολύ ύποπτο παρελθόν. Μετά την καταδίκη του, το 1447, για κατάχρηση δημόσιου χρήματος, εργάστηκε ως αργυραμοιβός και χρηματιστής. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να πλουτίσει. Όμως, ο del Lama φαίνεται ότι δεν άντεξε για πολύ να το παίζει ευυπόληπτος. Γρήγορα μπλέχτηκε και πάλι σε παράνομες δουλειές, καταδικάστηκε για απάτη και αποβλήθηκε από τη συντεχνία των αργυραμοιβών. Του απαγορεύτηκε μάλιστα να ξανασχοληθεί στο μέλλον με το ίδιο επάγγελμα. Μετά απ’ αυτό επανήλθε στην αφάνεια και πέθανε φτωχός.

Το όνομά του θα ήταν άγνωστο και το πέρασμά του από τη ζωή θα ήταν ασήμαντο, αν δεν είχε ποζάρει πλάι σε έναν star, πληρώνοντας βέβαια αδρά για την τιμή που του έγινε. Και να πώς συνέβη αυτό.

Την εποχή που ο del Lama είχε άφθονα χρήματα, σκέφτηκε ότι καλό θα ήταν να αποκτήσει και κοινωνική καταξίωση. Έτσι, αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την ανέγερση ενός ταφικού παρεκκλησίου στη Santa Maria Novella. Ο del Lama δεν λυπήθηκε τα χρήματα: πλαίσιο από πανάκριβο μάρμαρο κοσμούσε την Αγία Τράπεζα και το παρεκκλήσι, που βρισκόταν στο εσωτερικό της πρόσοψης του ναού, ήταν περιστοιχισμένο με κάγκελα από σφυρήλατο σίδερο. Ποιος, όμως, θα διακοσμούσε την Αγία Τράπεζα; Μα, φυσικά ο καλύτερος! Που δεν ήταν άλλος από τον Alessandro di Mariano di Vanni Pilipepi, γνωστό ως Sandro Botticelli. Ο Botticelli δέχτηκε την παραγγελία και, για να ικανοποιήσει τον εργοδότη του, του οποίου προστάτης ήταν ο συνονόματός του Μάγος, ζωγράφισε την Adorazione dei Maggi (Η Προσκύνηση των Μάγων), η οποία σήμερα βρίσκεται στην Galleria degli Uffizi.  

Η Παναγία, το βρέφος και ο Ιωσήφ καταλαμβάνουν το κέντρο του πίνακα. Μπροστά τους είναι γονατιστοί οι Μάγοι, που έχουν τη μορφή των τριών ισχυρότερων Medici, του Cosimo και των γιων του Pierro και Giovanni. Οι εγγονοί του Cosimo, Giuliano και Lorenzo, διακρίνονται κι αυτοί στην εικόνα μαζί με τις μορφές πολλών ακόμα ισχυρών Φλωρεντινών που σχηματίζουν το πολύχρωμο πλήθος το οποίο παρακολουθεί τη σκηνή. Ο Botticelli, υποκύπτοντας στη ματαιοδοξία όπως και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες, ζωγραφίζει τον εαυτό του σε πρώτο πλάνο, στην ομάδα που βρίσκεται στα δεξιά: ξανθός, με πορτοκαλοκαφέ επενδύτη και με τα μάτια του στραμμένα προς τον θεατή. Στην ίδια ομάδα, λίγο πιο δεξιά, ο γκριζομάλλης άντρας με τον μπλε επενδύτη, που κι αυτός έχει το βλέμμα του στραμμένο προς τον θεατή, είναι ο del Lama.

Κι έτσι αυτός ο δίχως χαρίσματα απατεωνίσκος κατάφερε να μείνει για πάντα στην ιστορία, επειδή, στο σύντομο διάστημα που διετέλεσε πλούσιος, έκανε μία τουλάχιστον καλή επένδυση: στην τέχνη.  

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Botticelli_-_Adoration_of_the_Magi_(Zanobi_Altar)_-_Uffizi.jpg


Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019

Πλατωνισμός VS Αριστοτελισμός


Στη Δυτική Ευρώπη από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη προήλθαν δύο διακριτές παραδόσεις που ανάμεσα στον 12ο και στον 14ο αιώνα εξέβαλαν στις ενδοακαδημαϊκές διαφωνίες γύρω από την πραγματικότητα των καθολικών εννοιών.
Ο Augustin of Hippo (354-430) ήταν η κύρια πηγή μέσω της οποίας οι πλατωνικές θέσεις, κατάλληλα προσαρμοσμένες από τους Νεοπλατωνικούς, επηρέασαν τη χριστιανική Δύση. Με τον Augustin η πλατωνική μεταφυσική εντάχθηκε σε χριστιανικό πλαίσιο. Στην πράξη αυτό σήμαινε πως οι φιλόσοφοι, μέχρι τον 12ο αιώνα που η μεσαιωνική θεολογία και φιλοσοφία ήσαν κατ’ ουσίαν πλατωνικές, πίστευαν ότι η υπέρτατη αλήθεια βρίσκεται πέραν του υλικού κόσμου, στις καθαρές ουσίες ή Ιδέες, ενώ ο υλικός κόσμος δεν είναι παρά μια σκιά της ανώτερης πραγματικότητας των Ιδεών. Ο άνθρωπος αποτελεί μια ατελή αντανάκλαση του δημιουργού του, του Θεού, ο οποίος είναι μια άυλη και καθαρή μορφή. Στη χριστιανική θεολογία, η έκφραση αυτής της ιδέας ονομάζεται πραγματισμός. Για τους πραγματιστές οι ιδέες εμπεριέχουν μια πραγματικότητα ανεξάρτητα από την ύλη. Η αντίθετη θέση, ότι δηλαδή οι καθολικές ιδέες ήσαν απλά ονόματα, διατυπώθηκε οριστικά πολύ αργότερα, τον 14ο αιώνα, και ονομάστηκε νομιναλισμός.

Ο Augustin από τον Sandro Botticelli (1480
Φλωρεντία, Chiesa di Ognissanti

Η διαμάχη αυτή για την πραγματικότητα των καθολικών εννοιών είχε όμως ξεσπάσει στη Δύση νωρίτερα, στην καρολίγγεια περίοδο, σε σχέση με το ζήτημα της θείας ευχαριστίας. Στα τέλη του 11ου αιώνα, ο Berengario di Tours, εφαρμόζοντας τις αριστοτελικές κατηγορίες της ουσίας και του συμβεβηκότος στα στοιχεία της λειτουργίας, είπε ότι εφόσον το υλικό φαινόμενο (συμβεβηκός) δεν παρουσίαζε μεταβολές και παρέμενε άρτος και οίνος, έτσι και η ουσία (παρουσία του Χριστού) δεν μπορούσε παρά να μείνει αμετάβλητη. Ο Lanfranc of Bec, προκάτοχος του Anselm στην αρχιεπισκοπή του Canterbury, διατύπωσε τις αντιρρήσεις του στα προηγούμενα με βάση τις πραγματιστικές θέσεις.
Εν τω μεταξύ, από τον 12ο ως τον 14ο αιώνα έχει σημειωθεί μεταστροφή στη στάση της Δυτικής Ευρώπης απέναντι στην κλασική παράδοση, μεταστροφή που σχετίζεται με την ενσωμάτωση του Αριστοτέλη σε ένα καθαρά χριστιανικό πρόγραμμα σπουδών. Από τον 12ο αιώνα και μετά, ο Αριστοτέλης, αν και λιγότερο γνωστός από τον Πλάτωνα, αρχίζει να μεταφράζεται και να μελετάται. Όμως, και ο 13ος αιώνας δεν είναι ακόμα έτοιμος να γίνει αριστοτελικός. Απόδειξη ότι το 1270 δεκατρείς προτάσεις του Thomas d’ Aquin, που συμφωνεί με τον Augustin για την πραγματικότητα των αρχετύπων και την πρωταρχικότητα των Ιδεών αλλά υποστηρίζει, καταφεύγοντας στον Αριστοτέλη, ότι η ψυχή αποκτά γνώση των αρχετύπων μέσω της αισθητηριακής αντίληψης, καταδικάζονται ως αιρετικές από τον Επίσκοπο του Παρισιού.

Fra Angelico, Thomas d’ Aquin (1420)
Αγία Πετρούπολη, Heremitage

Πάντως, η σοβαρή αυτή σύγκρουση ανάμεσα στην πλατωνική και στην αριστοτελική παράδοση στη Δυτική Ευρώπη σχετίζεται με την επιστημολογία. Η αυγουστίνεια παράδοση, στα χνάρια του Πλάτωνα, υποστήριζε ότι η γνώση μας για τη μορφή είναι εμφυτευμένη μέσα μας από τον Θεό με τη μορφή των Ιδεών. Ο άνθρωπος ερευνά τον κόσμο της ύλης με το ατελές εργαλείο της λογικής, στηριγμένος στην προγενέστερη γνώση αυτών των μορφών. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι ο άνθρωπος αποκτά γνώση –και γνώση της μορφής- μέσω της αισθητηριακής αντίληψης και όχι χάρη σε μια έμφυτη ή εντυπωμένη στη μνήμη γνώση -ή μέσω της θείας φώτισης, όπως θα το διατύπωναν οι αυγουστίνειοι κύκλοι. Απλουστευτικά διατυπώνοντάς το, οι διαφορετικές αυτές στάσεις κατέληξαν σε δύο διακριτά ρεύματα στους νεότερους χρόνους: στον ορθολογισμό και στον εμπειρισμό και στη μέση τους οδό, στον καντιανό κριτικισμό.
Η ελληνική λέξη θεός, λέει ο W. K. C. Guthrie, (στον Πλάτωνα για παράδειγμα) επέχει θέση κατηγορουμένου. Δηλαδή οι Έλληνες, αντίθετα με τους Χριστιανούς ή τους Εβραίους που χρησιμοποιούν τη λέξη ως υποκείμενο, δεν βεβαιώνουν πρώτα την ύπαρξη του Θεού και μετά να προχωρήσουν στην απαρίθμηση των ιδιοτήτων του. Ο Έλληνας λέει: «η αγάπη είναι θεός». Ο Χριστιανός λέει: «ο Θεός είναι αγάπη». Αυτές οι φράσεις αποτυπώνουν τη διαφορά ανάμεσα στα δύο κοσμοείδωλα, αλλά και την εξυπνάδα και τους συμβιβασμούς που ήσαν αναγκαίοι ώστε ο Πλάτων να εκχριστιανιστεί από τον Augustin, η αριστοτελική αισθησιοκρατία να χωρέσει στον χριστιανικό ορθολογισμό του Thomas d’ Aquin. Με απώτερη συνέπεια εμείς ακόμα σήμερα να μην έχουμε αποφασίσει αν είμαστε πλατωνικοί ή αριστοτελικοί ή να μην έχουμε ακόμα αποφασίσει αν και τα δύο αυτά συστήματα έχουν πια  χρεοκοπήσει.

Πηγές για τις εικόνες: