Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rubens P. P.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rubens P. P.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουνίου 2022

Ονόματα αρχαιοελληνικά και ένας μύθος

 

Μικρό κοριτσάκι, πανέμορφο, ήταν η Περσεφόνη, κόρη της υκόμου Δήμητρας, τέταρτης συζύγου του πατέρα θεών και ανθρώπων, του καταιβάτη Δία. Ο θεός του Άδη, ο χθόνιος Πλούτων, την είδε και την ερωτεύθηκε. Όμως, τι ελπίδες είχε να δεχτεί η Κόρη να τον ακολουθήσει στο σκοτεινό βασίλειό του; Κι έτσι, συνωμότησε με τον Δία. Την ώρα που η Περσεφόνη αμέριμνη έπαιζε στο Νύσιον Πεδίον, στον μαλακόν λειμνα, και, μαζί με τις φίλες της, μάζευε ρόδα, κρόκους και μενεξέδες, είδε μπροστά της να βλασταίνει ένας νάρκισσος με εκατό βλαστάρια και ευωδιά μεθυστική -δόλωμα φτιαγμένο από τη Γη με την υπόδειξη του Δία. Έτρεξε η  Περσεφόνη να αδράξει το υπέροχο άνθος και, τότε, ο Άδης με το άρμα του, ζεμένο με τα αθάνατα άλογά του, την άρπαξε και βιαστικά την έφερε στο βασίλειό του.

Τοιχογραφία από τον μικρό βασιλικό τάφο της Βεργίνας
(340 π.Χ.)

Τοιχογραφία από την Αμφίπολη, τάφος Καστά
(4ος αιώνας π.Χ. )
Frederic Leighton (1891)
Λιντς, Leeds Art Gallery

Έψαχνε η μάνα της, έλιωνε από τον καημό, και σπόρος δεν φύτρωνε στη γη. Πεινούσαν οι άνθρωποι. Ο Δίας δέχτηκε συμβιβασμό: η Περσεφόνη θα μοίραζε τον χρόνο της ανάμεσα στη γη και στον κάτω κόσμο, ανάμεσα στον σύζυγο και στην πότνια μητέρα της. Ο μύθος του μαρασμού και της αναγέννησης της φύσης έχει γεννηθεί. Μαζί και τα Ελευσίνια Μυστήρια.

Gian Lorenzo Bernini (1621-1622)
Ρώμη, Galleria Borghese

Λεπτομέρεια από το γλυπτό του Bernini

Οι φίλες της Περσεφόνης, κόρες του βαθύκολπου Ωκεανού, έμειναν μόνες. Ο ομηρικός ύμνος στη Δήμητρα, εκεί όπου η περικαλλής Περσεφόνη αφηγείται στην απαρηγόρητη μητέρα της τον δόλο του Κρονίδη πατέρα της, διασώζει τα ονόματα των φιλενάδων της: γλυκά, μελωδικά. Λευκίππη, Φαινώ, Ηλέκτρα, Ιάνθη, Μελίτη, Ιάχη, Ρόδεια, Καλλιρόη, Μηλόβασις, Τύχη, Ωκυρόη (η καλικπις), Χρυσηίς, Ιειάνειρα, Ακάστη, Άδμητη, Ροδόπη, Πλουτώ, Καλυψώ (η μερόεσσα), Στυξ, Ουρανία, Γαλαξαύρα (η ρατεινή). Επίσης, η Παλλάς (η γρεμάχη) και η Άρτεμις (η οχέρα). Κάποιες από αυτές διακρίνονται και στον πίνακα του Peter Paul Rubens (1636-1637), που βρίσκεται στη Μαδρίτη, στο Museo del Prado.


Πηγές για τις εικόνες:

https://en.wikipedia.org/wiki/File:Hades_abducting_Persephone.jpg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:The_Abduction_of_Persephone_by_Pluto,_Amphipolis.jpg

https://en.wikipedia.org/wiki/File:Frederic_Leighton_-_The_Return_of_Persephone_(1891).jpg

https://en.wikipedia.org/wiki/File:Rape_of_Prosepina_September_2015-3a.jpg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Rape_of_Prosepina_September_2015-2b.jpg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Peter_Paul_Rubens_-_The_Rape_of_Proserpina,_1636-1638.jpg


Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

Μάχη τιτάνων: Leonardo da Vinci VS Michelangelo

 

Το παλιότερο όνομα του Palazzo Vecchio στη Φλωρεντία ήταν Palazzo della Signoria, επειδή εκεί συνεδρίαζε η Signoria, δηλαδή η κυβερνώσα Γερουσία της πόλης. Σε αυτό το μεγαλοπρεπέστατο κτήριο, το χολ, η μεγαλύτερη και πλουσιότερα διακοσμημένη αίθουσα, ονομάζεται Salone dei Cinquecento. Το μήκος της είναι 52 μέτρα και το πλάτος της 23.

Το 1504 η φλωρεντινή Γερουσία ανέθεσε στους δύο μεγαλύτερους τεχνίτες της εποχής, στον Leonardo da Vinci και στον Michelangelo, να διακοσμήσουν αυτήν την αίθουσα. Ο ανατολικός τοίχος κρατήθηκε για τον da Vinci και ο απέναντί του για τον Michelangelo.

Οι δύο καλλιτέχνες ήσαν ορκισμένοι αντίπαλοι. Πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες, αυτοί οι χαρισματικοί άνθρωποι δεν μπόρεσαν ποτέ να συμπαθήσουν ο ένας τον άλλον. Μάλιστα, ο πιο παθιασμένος από τους δύο, ο Michelangelo, φανέρωνε την αποστροφή του για τον Leonardo ακόμα και δημόσια. Αυτή η διπλή παραγγελία έγινε τρόπον τινα η «μητέρα των μαχών» μεταξύ των δύο ανταγωνιστών.

Ο da Vinci άρχισε να ζωγραφίζει τη Μάχη του Anghiari, ενώ ο Michelangelo τη Μάχη της Cascina. Ποια από τις δύο θα ήταν η καλύτερη; Η πόλη χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα. Οι διαφωνίες μαίνονταν.

Ο da Vinci επιχειρούσε να αποδώσει την τραχύτητα της μάχης, ζωγραφίζοντας πολεμιστές πάνω σε άλογα πολέμου να παλεύουν με τρόπαιο τη σημαία. 

Αντίγραφο από τη Μάχη του Anghiari του Leonardo da Vinci,
ζωγραφισμένο το 1603 από τον Peter Paul Rubens
Παρίσι, Musée du Louvre

Ο Michelangelo ζωγραφίζει γυμνούς άντρες που κάνουν μπάνιο στον Άρνο πριν από τη σύγκρουση. Η ένταση της σκηνής, εντελώς καινούρια στην αναγεννησιακή τέχνη, αποτελεί πραγματική αισθητική επανάσταση.

Αντίγραφο από τη Μάχη της Cascina του Michelangelo,
ζωγραφισμένο το 1542 από μαθητή του
Νόρφολκ, Holkham Hall

Όμως, από μια ειρωνεία της τύχης, κανείς τους δύο δεν στέφτηκε νικητής.

Η νωπογραφία του da Vinci καταστράφηκε από λάθος του δημιουργού του. Προσπαθώντας να επιταχύνει τη διαδικασία της ξήρανσης, χρησιμοποίησε πειραματικά ένα νέο βερνίκι που κατέστρεψε τον πίνακα. Ο Michelangelo δεν προχώρησε ποτέ πέρα από μερικά προσχέδια, αφού προσκλήθηκε επειγόντως από τον Πάπα για δουλειά στη Ρώμη.

Για περίπου μια δεκαετία τα δύο μισοτελειωμένα έργα συνέχιζαν να διακοσμούν την αίθουσα. Στις ταραχές του 1512, ο Bartolommeo Bandinelli, από τη ζήλεια του για τον πολύ ανώτερό του συνάδελφο, κομμάτιασε τα προσχέδια του Michelangelo.

Το 2012 μια ομάδα ερευνητών ανακοίνωσαν ότι το έργο του da Vinci είχε διασωθεί κρυμμένο σε μια κοιλότητα, πίσω από έναν ψευδότοιχο που έχτισε για να το προστατεύσει ο Giorgio Vasari. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει αποκαλυφθεί.

 

Πηγές για τις εικόνες:

https://en.wikipedia.org/wiki/The_Battle_of_Anghiari_(Leonardo)#/media/File:Peter_Paul_Ruben's_copy_of_the_lost_Battle_of_Anghiari.jpg

https://en.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Cascina_(Michelangelo)#/media/File:Battagliadicascina.jpg


Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Η Αποκαθήλωση του Ιησού: από την Αναγέννηση στο Μπαρόκ


Πέντε ζεύγη εννοιών ξεχωρίζουν την τεχνοτροπία της ώριμης Αναγέννησης από την τεχνοτροπία του Μπαρόκ, σύμφωνα με τον σπουδαίο Ελβετό ιστορικό της τέχνης Heinrich Wölfflin, όπως τα καταγράφει στο σπουδαίο θεωρητικό έργο του Principles of Art History (Θεμελιώδεις έννοιες της ιστορίας της τέχνης).
Το πρώτο ζεύγος αφορά στη μετάβαση από τη γραμμική στη ζωγραφική τεχνοτροπία. Ο Wölfflin επισημαίνει ότι στην Αναγέννηση η γραμμή έχει κυρίαρχο ρόλο, ενώ στην εποχή του Μπαρόκ η γραμμή αποκτά δευτερεύουσα θέση και το περίγραμμα της μορφής του αντικειμένου μοιάζει να συγχέεται με το περιβάλλον του. Επιπλέον, προέχει η έμφαση στις ζωγραφικές αξίες του έργου.
Το δεύτερο ζεύγος αντιθετικών εννοιών αναφέρεται στη μετάβαση από την επιφάνεια στο βάθος. Στην ώριμη Αναγέννηση, όπως παρουσιάζεται κυρίως στο έργο του Raphael, οι μορφές διατάσσονται σε παράλληλες ζώνες ως προς το επίπεδο του πίνακα, όπως συμβαίνει στα ανάγλυφα. Στις συνθέσεις του Μπαρόκ, αντίθετα, κυριαρχούν οι διαγώνιοι άξονες, που έχουν σκοπό να οδηγήσουν το μάτι προς το βάθος.
Το τρίτο ζεύγος αντιθετικών εννοιών αφορά στη μετάβαση από μια κλειστή σε μια ανοικτή σύνθεση. Στην ώριμη Αναγέννηση, όπως φαίνεται από το έργο του Leonardo da Vinci, η σύνθεση των βασικών μορφών ακολουθεί συνήθως τριγωνική διάταξη και εκφράζει μια αρχιτεκτονική αντίληψη. Αντίθετα, στο Μπαρόκ η σύνθεση δεν βασίζεται σε απλά γεωμετρικά σχήματα, αλλά αναπτύσσεται ελεύθερα.
Το τέταρτο ζεύγος αναφέρεται στη μετάβαση από την πολλαπλότητα στην ενοποίηση. Στις αναγεννησιακές συνθέσεις –όπως και στην αρχαία ελληνική τέχνη- τα επί μέρους στοιχεία διατηρούν την αυτονομία τους. Αντίθετα, στο Μπαρόκ τα στοιχεία δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά ένα αποκτά μεγαλύτερη σημασία στο οποίο υποτάσσονται όλα τα υπόλοιπα.
Το πέμπτο ζεύγος αντιθετικών εννοιών του Wölfflin αναφέρεται στη μετάβαση από την απόλυτη καθαρότητα και ενάργεια σε μια σχετική καθαρότητα. Στην ουσία, επανερχόμαστε στο πρώτο ζεύγος, δηλαδή στη μετάβαση από μια γραμμική σε μια ζωγραφική αντιμετώπιση. Με τα δύο αυτά ζεύγη, υπογραμμίζεται ότι στην ώριμη Αναγέννηση όλα τα στοιχεία της σύνθεσης είναι σαφή και καθαρά, ενώ το αντίθετο συμβαίνει στο Μπαρόκ.
Δύο έργα με κοινό επίκαιρο θέμα την αποκαθήλωση, το πρώτο του Raphael και το δεύτερο του Peter Paul Rubens, αισθητοποιούν τις απόψεις του Wölfflin. Η αποκαθήλωση του Raphael φιλοτεχνήθηκε το 1507 και σήμερα βρίσκεται στη Ρώμη, στη Galleria Borghese. Η αποκαθήλωση του Rubens ζωγραφίστηκε μεταξύ 1617 και 1618 και βρίσκεται σήμερα στην Αγία Πετρούπολη, στο Hermitage Museum.



Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

Ομηρικά παράδοξα (Μέρος Α΄)



Για μένα η γοητεία του Ομήρου προέρχεται απ’ αυτά που συνηθίζω να τα λέω «ομηρικά παράδοξα» και μ’ αυτήν την φράση εννοώ ό,τι πρωταρχικά σημαίνει η λέξη «παράδοξο»: αυτό που βρίσκεται τελείως έξω από τα συνηθισμένα, αυτό που είναι αντίθετο προς τα λογικώς αναμενόμενα, αυτό που αντιβαίνει τους κανόνες της κοινής λογικής. Αυτό, τέλος πάντων, που μας καταπλήσσει. Μπορώ να συνοψίσω εντελώς επιγραμματικά αυτά τα ομηρικά «παράδοξα», σημειώνοντας ότι αυτή η σύνοψη δεν σχετίζεται με απόπειρα ακαδημαϊκής κατάδειξης (αν και οπωσδήποτε τόσα χρόνια που ασχολούμαι με τον Όμηρο κατέφυγα σε ορισμένη βιβλιογραφία η οποία με καθοδήγησε), αλλά αποτελεί μόνο προσωπική, και κάποτε και εντελώς υποκειμενική, προσέγγιση των δύο επών.    
Η Ιλιάδα είναι ένα πολεμικό έπος, ένα μωσαϊκό μονομαχιών όπου συγκρούονται οι πρόμαχοι. Είναι ο κόσμος της ριστείας. Και ο ορισμός της ριστείας: η ζωή να συνοψίζεται σε ένα μοναδικό κατόρθωμα.
Υπάρχει ένα βαθιά ριζωμένο στερεότυπο σχετικά με τον Αχιλλέα. Ότι είναι η δύναμη, ένας φονιάς, μια μηχανή θανάτου και τίποτ’ άλλο. Είναι βέβαια και αυτό, είναι όμως κι ο ήρωας που κλαίει, που συμπονάει. Κυρίως όμως, αυτή η ανθρώπινη θανατηφόρα μηχανή σκοτώνει τόσους ανθρώπους καθαρίζοντας τον δρόμο για τον δικό του θάνατο. Ο θάνατός του είναι η ριστεία του.
Όταν ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα, ξέρει ότι στην πραγματικότητα υπογράφει τη δική του θανατική καταδίκη. Η μοίρα του ενός εξαρτάται από τη μοίρα του άλλου. Σκοτώνοντας τον Έκτορα, ο Αχιλλέας προκαλεί εν γνώσει του τον δικό του θάνατο. Ο θάνατος του Πατρόκλου είναι που βάζει σε κίνηση αυτήν την εξέλιξη, επειδή ο Πάτροκλος ήταν ο δεύτερος εαυτός του Αχιλλέα.

Peter Paul Rubens, Achilles Slays Hector (1630-1635)

Η Ιλιάδα είναι το χρονικό ενός ή, μάλλον, δύο προαναγγελθέντων θανάτων: η πτώση της Τροίας, από τη μια, ο θάνατος του Αχιλλέα, από την άλλη. Θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε ότι οι δύο κεντρικοί ήρωες παλεύουν για μια χαμένη υπόθεση, αφού ο μεν Έκτορας ξέρει ότι η Τροία θα πέσει, ο δε Αχιλλέας ξέρει ότι θα πεθάνει. Κι όμως παλεύουν. Αυτή είναι η γοητεία τους.
Η Ιλιάδα είναι στην ουσία μια ιστορία χωρίς τέλος. Δεν βλέπουμε ούτε την Τροία να καίγεται, ούτε τους Έλληνες να θρηνούν πάνω από το νεκρό σώμα του Αχιλλέα. Η Ιλιάδα τελειώνει με τον θάνατο του Έκτορα και την παράδοση του νεκρού στον γέροντα πατέρα του. Πρόκειται, ας πούμε, για μια σκηνή διαμεσολαβητική. Ο θάνατος του Έκτορα «σημαίνει» την πτώση της Τροίας και, συγχρόνως, η συμφιλίωση που προκαλεί ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον γερο-Πρίαμο «σημαίνει» τη συμφιλίωση και των δύο πλευρών (κυρίως όμως του Αχιλλέα) με το κοινό για όλους τους θνητούς μεράδι του θανάτου (μόρος -mors στα λατινικά, mourir και mort στα γαλλικά, Mord στα γερμανικά, murder στα αγγλικά-, που σημαίνει μεράδι, κατέληξε να σημαίνει το κοινό μεράδι του θανάτου).

Aleksandr Andreyevich Ivanov, 
Priam Asking Achilles to Return Hector’s Body (1824)
Μόσχα, The State Tretyakov Gallery

Ο Αχιλλέας είχε να διαλέξει ανάμεσα σε μια ασήμαντη ζωή κι έναν ένδοξο θάνατο. Κι εκείνος διάλεξε να «σπαταλήσει» τη ζωή του και μαζί τη ζωή ένα σωρό άλλων που πέθαναν στο πεδίο της μάχης. Όλη αυτή η «σπατάλη» γίνεται για τη δόξα. Αν ξαναζούσε ίσως να είχε προτιμήσει κάτι άλλο. Έναν τέτοιο υπαινιγμό έχουμε στην Οδύσσεια. Αν πράγματι η Οδύσσεια είναι μεταγενέστερη, τότε ίσως να έχουμε εδώ μια κοσμοθεωρητική μετατόπιση, που συνάδει και με το κεντρικό θέμα του δεύτερου έπους: ο ήρωας περνάει όλες αυτές τις περιπέτειες όχι μόνο για να φτάσει στην πατρίδα του, αλλά και γιατί επιθυμεί να ζήσει εκεί μια ειρηνική ζωή.
Η Ιλιάδα είναι ένα έπος που αντιφάσκει με τον εαυτό του, εφόσον απ’ αυτό απουσιάζει ο κεντρικός ήρωας. Ο Αχιλλέας αποσύρεται νωρίς και η απόσυρσή του αφήνει ελεύθερο τον χώρο για τους άλλους. Η κλιμάκωση της εξέλιξης έχει ως εξής: οργή, οδύνη, εκδίκηση, υποχώρηση. Η Ιλιάδα μοιάζει να εξελίσσεται με κατευθυντήρια δύναμη την ανθρώπινη φύση  του κεντρικού της ήρωα.
Το ποίημα της Ιλιάδας σε πολλά του σημεία επανορθώνει την αβάσταχτη σκληρότητά του. Ένα απ’ αυτά είναι οι παρομοιώσεις. Εκεί ο Όμηρος τολμάει να συγκρίνει τα πιο βίαια και αποκρουστικά πράγματα με τα πιο ήρεμα και χαριτωμένα. Ένα παράδειγμα: τη στιγμή που ο Αχιλλέας ετοιμάζεται να καρφώσει με το δόρυ του τον λαιμό του Έκτορα μοιάζει με τον Έσπερο, το πιο λαμπρό και όμορφο αστέρι του ουρανού. Αυτό που μας καταπλήσσει είναι η ικανότητα του Ομήρου να βλέπει πάντα και τις δύο όψεις του κόσμου: τη σκοτεινή και τη φωτεινή. Κι ένα άλλο παράδειγμα, εξίσου μακάβριο: στη ραψωδία Φ υπάρχει η φράση που λέει ο Αχιλλέας στον Λυκάονα λίγο πριν τον σκοτώσει: λλά, φίλος, θάνε καί σύ.

Πηγές για τις εικόνες: