Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Degas E.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Degas E.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

Αναζητώντας τον επίγειο παράδεισο: Paul Gauguin

 

Το 1888 ο Paul Gauguin, έχοντας μαλώσει με τον Vincent Van Gogh, επιστρέφει στο Παρίσι και γίνεται μέλος μιας ομάδας καλλιτεχνών που έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και αυτοσυστήνονται ως «συμβολιστές». Νεαροί δανδήδες που περιφέρονται στους παρισινούς δρόμους ή συχνάζουν σε cafés ντουμανιασμένα από τον καπνό, ντύνονται εκκεντρικά, πίνουν ασταμάτητα κακής ποιότητας κονιάκ  και κοιμούνται σε παρακμιακά ξενοδοχεία. Ο Stéphane Mallarmé και ο Paul Verlaine είναι δύο από τους διάσημους της παρέας. Μάλιστα, ο πρώτος διαθέτει το σπίτι του κάθε Τρίτη για τις εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις της συντροφιάς που περιλαμβάνουν πολλή συζήτηση και ακόμα περισσότερα όνειρα δόξας λαμπρής. Οι απόψεις τους γνωστοποιούνται στο κοινό μέσω του περιοδικού Mercure de France, το οποίο εκδίδεται από τον Albert Aurier. Δεν φαίνεται, όμως, να βρίσκουν μεγάλη ανταπόκριση. Εν τω μεταξύ, ο Gauguin, απολύτως απογοητευμένος από το γεγονός ότι οι συμπατριώτες του δεν αναγνωρίζουν την ιδιοφυία του, ανακαλύπτει τον επίγειο παράδεισό του στην Ταϊτή. Δεν έχει, όμως, τα χρήματα για να ταξιδέψει.

Η επόμενη χρονιά είναι η χρονιά της Exposition Universelle στο Παρίσι, που έχει για έμβλημά της τον μνημειακό Tour Eiffel. Η πιθανότητα ο Gauguin ή κάποιος από τους συμβολιστές φίλους του να γίνουν δεκτοί στην έκθεση της Académie des Beaux-Arts, που κατά κάποιον τρόπο είναι η καλλιτεχνική έκφραση της Exposition Universelle, είναι πρακτικά μηδενική. Και τότε –ω, του θαύματος!- ο κύριος Volpini, διευθυντής του Grand Café des Arts, το οποίο βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το επίσημο περίπτερο τέχνης, λαμβάνει ένα πολύ δυσάρεστο νέο: οι καθρέφτες που έχει παραγγείλει στην Ιταλία για να διακοσμήσει το café του δεν θα φθάσουν στην ώρα τους. Τότε, ο Émile Schuffenecker, συμβολιστής και ο ίδιος, στο σπίτι του οποίου διαμένει ο Gauguin απ’ όταν έφτασε στο Παρίσι, βρίσκει τρόπο να λύσει το πρόβλημα. Προτείνει στον Volpini, στη θέση των καθρεφτών να τοποθετηθούν ζωγραφικά έργα δικά του και της παρέας του (ο Gauguin φροντίζει να αποκλείσει τους νεο-ιμπρεσιονιστές Georges Seurat, Paul Signac, Henri-Edmond Cross και Camille Pissarro, ενώ ο Theo Van Gogh αρνείται να εκθέσει έργα του αδελφού του). Ο Gauguin εκθέτει 17 έργα. Κανένα από αυτά δεν πουλιέται. Άρα, ο ζωγράφος εξακολουθεί να είναι απένταρος.

Οι φίλοι του σκέφτονται να τον βοηθήσουν με την οργάνωση μιας δημοπρασίας έργων του στο Hotel Drouot, η οποία γίνεται στις 23 Φεβρουαρίου 1891. Αυτήν τη φορά εκθέτει 30 έργα. Πουλιούνται τα 29. Το συνολικό ποσό που εισπράττει είναι 9.860 φράγκα. 450 φράγκα πληρώνει ο  Edgar Degas για να αποκτήσει τον πίνακα με τίτλο La belle Angèle, τον οποίο ο Gauguin είχε ζωγραφίσει στο Pont-Aven και ο οποίος συνδυάζει δύο χαρακτηριστικά του μοτίβα: το στοιχείο της λαϊκής τέχνης (η γυναίκα φοράει την παραδοσιακή φορεσιά της Βρετάνης) και τον πριμιτιβισμό (υπάρχει ένα λατρευτικό αγαλματίδιο πίσω και αριστερά από τη γυναίκα).

Ο Gauguin έχει πια τα χρήματα για το ταξίδι του. Ακριβώς έναν μήνα μετά τη δημοπρασία, στις 23 Μαρτίου, για να ευχαριστήσει τους φίλους του και για να γιορτάσει το γεγονός της καλλιτεχνικής του αναγνώρισης, οργανώνει ένα συμπόσιο στο περίφημο Café Voltaire. Σερβίρεται σούπα, φασιανός και αρνίσιο μπουτάκι μαριναρισμένο σε Beaujolais. Επίσης, απαγγέλλεται ποίηση.

Στις 4 Απριλίου 1891 ο Gauguin μπαρκάρει για την Ταϊτή.  

 

Πηγές για τις εικόνες:

https://en.wikipedia.org/wiki/The_Volpini_Exhibition,_1889#/media/File:Affiche_Volpini.jpg

https://fr.wikipedia.org/wiki/La_Belle_Ang%C3%A8le#/media/Fichier:Paul_Gauguin_078.jpg


Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η κιβωτός του Sacha Guitry: Ceux de chez nous


Στις 22 Νοεμβρίου 1915 δημιουργήθηκε ένα φιλμάκι με τον παράξενο τίτλο: Ceux de chez nous, που είχε δημιουργό τον ιδιότυπο Sacha Guitry. Πώς να μεταφραστεί ο τίτλος στα ελληνικά; Ίσως: Οι δικοί μας άνθρωποι; Οι συμπατριώτες μας;
Ήταν ένα ντοκιμαντέρ. Καλύτερα … ήταν μια κινηματογραφική εγκυκλοπαίδεια.
Η ταινία ανοίγει με τον Guitry καθισμένο στο γραφείο του να εξηγεί πώς του ήρθε η ιδέα της ταινίας. Γύρω του, το δωμάτιο γεμίζει από τη συλλογή του με έργα τέχνης.
Ο Anatole France, η Sarah Bernhardt, ο Claude Monet, ο Octave Mirbeau, ο Edgar Degas, ο Edmond Rostand, ο Auguste Rodin, ο André Antoine, ο Camille Saint-Saens, o Pierre-Auguste Renoir, ο Henri Robert, όλοι τους στενοί φίλοι του Guitry και όλοι τους πια νεκροί. Όλοι αυτοί πρωταγωνιστούν σε ένα έργο με θέμα τον εαυτό τους και όχι μόνο ... Ο Sacha Guitry, μέσα στη φωτιά του πολέμου, «χαράζει εικόνες» για όλες τις μελλοντικές γενιές, δείχνοντας στον φακό αυτές τις προσωπικότητες στην οποίες η Γαλλία οφείλει τη λάμψη της. Μας ξεναγεί, διαβάζοντας τις σημειώσεις του, με τρόπο αποκαλυπτικό στον κόσμο αυτών των ανθρώπων, κινηματογραφώντας τους, επιπλέον, σε στιγμές οικείας καθημερινότητας: στο σπίτι, στο γραφείο, στο ατελιέ τους. Να κινούνται, να εργάζονται, να δημιουργούν, να απορούν τι θέλει αυτός ο περίεργος τύπος με την κάμερα μέσα στον ιδιωτικό τους χώρο.


Κρατάει κάτι από την στιβαρή προσωπικότητα του Rostand, την πάλη του Rodin με το μάρμαρο, την απλότητα και την αφοσίωση στην τέχνη του Monet, τη θεατρικότητα του νομικού Henri Robert, την ευφυΐα του Anatole France, τη χάρη του Degas, τη «συντηρητική καινοτομία» του Antoine, την τόλμη και την καυστικότητα του Octave Mirbeau, τη μυθική ιδιοφυΐα της Sarah Bernhardt, τη μουσική πρωτοτυπία του Saint-Saens, το πείσμα του Renoir για την τέχνη ενάντια στην ασθένεια και την αγάπη του για τα πιο καθημερινά θαύματα, τον ξεχωριστό χαρακτήρα του πατέρα του, του Lucien Guitry.
Ο Sacha Guitry επεξεργάστηκε αρκετά την ταινία. Χωρίς ήχο αρχικά και πιο σύντομη, της προσέθεσε ήχο στη συνέχεια και την έκανε εκτενέστερη. Το 1952 έγινε η τελική επεξεργασία με τη συνεργασία του Frédéric Rossif. Η ταινία έχει πια διάρκεια 55 λεπτών και είναι μια πραγματική κιβωτός που σώζει ό,τι έπρεπε να σωθεί από έναν κόσμο που αλλιώς μπορεί να άρχιζε να ξεθωριάζει.

Πηγή:

Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

Για τον Αρλεκίνο και πάλι


Η ανησυχητική ατμόσφαιρα την οποία γεννάει η γκροτέσκα εμφάνιση του Αρλεκίνου, αυτή η μίξη οικείου και ανοίκειου, γνωστού και ακαθόριστου, κωμικού και τρομακτικού, αποδίδεται στο παρακάτω απόσπασμα από το επόμενο (ανέκδοτο ακόμα) μυθιστόρημα του Βλάσση Τρεχλή.

Edgar Degas, Harlequin and Colombina (1886)
Ιδιωτική συλλογή

«Ο Ερλεκίνος με την κοκκινόμαυρη μάσκα πείραζε όλο τον κόσμο που βρισκόταν πίσω από τους λαμπαδηφόρους, αλλά η ματιά του δεν στεκόταν σε κανέναν από τους θεατές. Τον παρακολούθησα για λίγο. Έμοιαζε να αναζητεί κάποιον. Περπατώντας σε όλη την περίμετρο του κύκλου, βρέθηκε κάποια στιγμή στη δική μου μεριά. Δεν είχα προλάβει να αναρωτηθώ για την ταυτότητά του, όταν τα πνευστά σταμάτησαν και αμέσως τα εκατό βιολιά ξεκίνησαν να παίζουν μια σερενάτα που έκανε τους πάντες να ηρεμήσουν. Ο ζωηρός ρυθμός του ντιβερτιμέντο που έπαιξαν μετά τους έκανε όλους να κουνάνε ρυθμικά το κεφάλι και τα χέρια τους. Όμως αυτό που ξεσήκωσε τους νέους ήταν το αργό βαλς που ακολούθησε. Στη στιγμή ένα λεφούσι ξετρελαμένων νεαρών ξεχύθηκε στην πράσινη πίστα. Τα αγόρια βρήκαν το ταίρι τους, πιαστήκανε από τα χέρια και άρχισαν να στροβιλίζονται στον ρυθμό του. Η ομάδα των ανδρών με τα ξύλινα ποτήρια, που τα χτυπούσαν στον ρυθμό του βαλς, περπατούσε ανάμεσα στα ζευγάρια, δημιουργώντας μια ευχάριστη διάθεση σε όλο τον κόσμο που ανταποκρινόταν με διαρκή επιφωνήματα, γέλια και φωνές. Παρασυρμένη και εγώ από όσα συνέβαιναν, ξαφνιάστηκα όταν ένα χέρι έπιασε το δικό μου και με τράβηξε προς την πίστα. Ήταν ο Ερλεκίνος. Ψηλός, επιβλητικός, αστείος μέσα στην παρδαλή στολή του, αλλά και αμίλητος, κρυμμένος καλά πίσω από το προσωπείο του, με παρέσυρε στον χορό. Τον παρατηρούσα, όση ώρα ήμαστε πιασμένοι από τα χέρια πώς είχε στυλώνει τα σκοτεινά του μάτια στα δικά μου. Όταν τον πρωτοείδα, μου πέρασε από τον νου πως κάτω από την καρναβαλίστικη μάσκα κρυβόταν ο Ρόμπους, κι αυτή η σκέψη με έκανε να τον ακολουθήσω. Γρήγορα κατάλαβα πως δεν ήταν. Ποιος ήταν όμως; Ίσως κάποιος από τους ανώνυμους θαυμαστές μου, σκέφτηκα. Αυτή η αβεβαιότητα έμοιαζε λίγο με παιχνίδι. Προς στιγμή δεν ανησύχησα. Χόρεψα μαζί του δυο χορούς και μετά ευγενικά του ζήτησα να σταματήσουμε. Δεν μου έφερε αντίρρηση και, ενώ εγώ ξαναγύριζα στο δέντρο μου, ο Ερλεκίνος χάθηκε μέσα στους χορευτές που τώρα στροβιλίζονταν με μεγαλύτερη ταχύτητα».

Konstantin Somov, Harlequin and a Lady (1921)
Αγία Πετρούπολη, Russian Museum

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Αντιγράφοντας τον Corot


Το έργο «αυτού του ρομαντικού κληρονόμου του Watteau είναι ένα θαύμα της καρδιάς και του μυαλού», θα πει ο Charles Baudelaire και στο Salon του 1845 θα επαναλάβει: «Ο Corot είναι ο κορυφαίος της νεότερης τοπιογραφικής σχολής».  
Παρόμοια γνώμη εκφράζει και ο Émile Zola, το 1868, στο έργο του Les Paysagistes (=Οι τοπιογράφοι): «Ο Corot είναι ένας ζωγράφος πολύ προσωπικός, πολύ λόγιος και πρέπει να του αναγνωρίσουμε ότι υπήρξε ο αρχηγέτης του νατουραλισμού [...] έχει την αληθινή αίσθηση της φύσης και, κυρίως, την ακρίβεια και την αρμονία των αξιών, χαρακτηριστικά που τον καθιστούν έναν από τους δασκάλους του σύγχρονου νατουραλισμού».
Και ο Edgar Degas: « Είναι ο μεγαλύτερος, ο πιο πρωτοπόρος».
Τέλος, ο Claude Monet: «Υπάρχει ένας μόνον δάσκαλος: ο Corot. Είμαστε ένα τίποτα αν συγκριθούμε μαζί του».
Ποιος είναι αυτός ο ζωγράφος που προκαλεί τέτοιο παραλήρημα ενθουσιασμού;

Tivoli, les jardins de la Villa d’Este (1843)
Παρίσι, Musée du Louvre

Ο Jean-Baptiste Camille Corot (1796-1875) είναι ένας Γάλλος ζωγράφος που ειδικεύτηκε στις τοπιογραφίες. Εκτός όμως από τοπία, φιλοτέχνησε με επιτυχία πορτραίτα και ιστορικούς πίνακες, και φαίνεται πως κέρδισε πολύ μεγάλη αναγνώριση. Επιπλέον, το στυλ του, ιδιαιτέρως στα ύστερα έργα του, ήταν μάλλον εύκολο να αντιγραφεί, ενώ, τέλος, φαίνεται ότι και ο ίδιος όχι μόνον δεν απέτρεπε τους επίδοξους μιμητές του, αλλά, αντιθέτως, με τη χαλαρή του στάση, μάλλον ενθάρρυνε την αντιγραφή και καμιά φορά έβαζε κιόλας την υπογραφή του σε έργα που είχαν φιλοτεχνήσει οι μαθητές του.  

Ville d’Avray avec sa mère (1867)
Ουάσινγκτον, National Gallery of Art

Ανάμεσα στο 1870 και στο 1939, παρατηρήθηκε μια πραγματικά μεγάλη αύξηση της παραγωγής απομιμήσεων του έργου του. Τόσο μεγάλη ώστε ο René Huyghe, αποτυπώνοντας χιουμοριστικά την κατάσταση, είπε το περίφημο: «Ο Corot ζωγράφισε τρεις χιλιάδες έργα, από τα οποία τα δέκα χιλιάδες πουλήθηκαν στην Αμερική». Και είναι χαρακτηριστικό ότι μόνον η συλλογή Jousseaume περιλαμβάνει 2.414 έργα του Corot.

La femme à la perle (1869)
Παρίσι, Musée du Louvre

Γνήσια ή αντίγραφα είναι τα έργα που βλέπετε σε αυτήν την ανάρτηση; Μπορούμε να είμαστε σίγουροι;
Όμορφα, πάντως, σίγουρα είναι.

Πηγή για τις εικόνες: