Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωκράτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σωκράτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2020

Η ευδόκιμος αλκή του Αισχύλου


Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεῦθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκὴν δ' εὐδόκιμον Mαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.

Αυτό είναι το επιτύμβιο επίγραμμα που έγραψε για τον εαυτό του ο μεγάλος τραγικός ποιητής Αισχύλος που πέθανε το 456 π.Χ..
Και η μετάφρασή του από τον Γ. Π. Σαββίδη είναι η εξής:

Τούτο το μνήμα σκεπάζει τον Αισχύλο του Ευφορίωνος,
Αθηναίο, που πέθανε στη σιτοφόρα Γέλα·
για την ευδόκιμη ανδρεία του μπορεί να πει το Μαραθώνιο άλσος
και ο Πέρσης με την πυκνή χαίτη που τον γνώρισε.

Πόσο παράξενο! Ο ποιητής που κέρδισε 28 φορές στους δραματικούς αγώνες, αυτός που δοξάστηκε για τις τραγωδίες του, με κορυφαία την τριλογία της Ορέστειας, αυτός που το ποιητικό του έργο ενέπνευσε δημιουργούς όπως ο Victor Hugo, ο Lord Bayron και ο Johann Wolfgang von Goethe, αυτός λοιπόν στο επιτάφιο επίγραμμά του αγνοεί τις ποιητικές του διακρίσεις. Τι είναι αξιομνημόνευτο από ολόκληρη τη ζωή του; Η μονοήμερη πολεμική εμπειρία του στον Μαραθώνα.
Η ζωή των Αρχαίων Ελλήνων, αλλά και η λογοτεχνία τους, κινείται γύρω από τον πόλεμο και τη σύγκρουση. Είναι το στοιχείο που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει όταν μελετάει την Αρχαία Ελλάδα, επειδή είναι παρόν παντού. Από τους ήρωες της ομηρικού σύμπαντος μέχρι τον Αρχίλοχο, τον Σωκράτη, τον Θουκυδίδη, τον Δημοσθένη και πολλούς ακόμα, όλοι είχαν εκπληρώσει το χρέος τους ως πολίτες, υπηρετώντας την πατρίδα τους στις γραμμές της οπλιτικής φάλαγγας ή στους πάγκους των πλοίων. Γιατί πολίτης σημαίνει αυτός που είναι σε θέση να υπερασπιστεί την πατρίδα του εναντίον των εχθρών τους. Καθένας που διαθέτει περιουσία διεκδικεί ίση θέση στη φάλαγγα, αλλά και λόγο στην Εκκλησία του Δήμου.


Μέσα στην οπλιτική φάλαγγα κάθε στρατιώτης έχει τη θέση του. Μια θέση σημαντική, γιατί από αυτήν εξαρτάται η σωτηρία όλων. Ο οπλίτης φέρει δόρυ και χρειάζεται πλευρική στήριξη από άλλα δόρατα στα δεξιά και στα αριστερά του. Φέρει, επίσης, μια τεράστια στρογγυλή βαριά ασπίδα, την οποία κρατάει όχι με το ένα χέρι αλλά με ολόκληρο τον αριστερό βραχίονα. Καλύπτει το μισό του σώμα, ενώ η δεξιά του πλευρά που μένει απροστάτευτη καλύπτεται από τον διπλανό του άντρα. Εκείνο που έχει σημασία είναι οι οπλίτες να κρατούν τη θέση τους στη γραμμή, να ορμούν όλοι μαζί εναντίον του εχθρού, να πολεμούν με τις ασπίδες ενωμένες και να εκτελούν όλους τους ελιγμούς σαν ένας άνθρωπος. 
Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές στο πολεμικό σύστημα και η επινόηση της οπλιτικής φάλαγγας συνδέονται με τη συγκρότηση του πολιτικού χώρου της πόλεως. Η πόλις και η φάλαγγα έχουν ανάλογη δομή, γιατί και οι δύο απαρτίζονται από αλληλομετατιθέμενες μονάδες. Στο πολιτικό και στο στρατιωτικό επίπεδο οι ανδραγαθίες δεν έχουν χαρακτήρα ατομικό, αλλά συλλογικό. Οι Έλληνες σώζουν την πόλιν τους πολεμώντας στοιχισμένοι και με τρόπο σχεδιασμένο.
Η σημασία που έχει ο πόλεμος μπορεί να εξηγήσει την επιλογή του Αισχύλου να τον θυμούνται ως οπλίτη, επιλογή τελείως ακατανόητη για τους εξελληνισμένους Σύρους του 400 μ.Χ.. Ο ζωηρός Νέος της Σιδώνος διορθώνει την αστοχία του τραγικού ποιητή, συστήνοντάς του («Ἒτσι ἀπό σένα περιμένω κι ἀπαιτῶ») να θυμηθεί την ποιητική του δόξα και όχι το πολεμικό του κλέος: 

Κι ὄχι ἀπ’ τόν νοῦ σου ὁλότελα νά βγάλεις
τῆς Τραγωδίας τόν Λόγον τόν λαμπρό –
τί Ἀγαμέμνονα, τί Προμηθέα θαυμαστό,
τί Ὀρέστου, τί Κασσάνδρας παρουσίες,
τί Ἑπτά ἐπί Θήβας – καί γιά μνήμη σου νά βάλεις
μ ό ν ο πού μές στῶν στρατιωτῶν τές τάξεις, τόν σωρό
πολέμησες καί σύ τόν Δᾶτι καί τόν Ἀρταφέρνη.

Ο  Καβάφης, κάνοντας στο ποίημά του ένα ειρωνικό σχόλιο για την εκθήλυνση και τον ιδιωτικό ηδονισμό, θυμίζει σε πόσο έντονη αντίθεση βρίσκονται με την αρχαιοελληνική πειθαρχία και την αφοσίωση στη δημοσιότητα του πολιτικού βίου.  

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Το παράπονο του Ισοκράτη


Στην Αρχαία Αθήνα υπήρχε ένας πολύ σοφός και πολύ ενδιαφέρων νόμος, ο λεγόμενος «νόμος της αντιδόσεως».
Ως γνωστόν, μέσα στο πλαίσιο του πολιτικού τους καθήκοντος, οι εύποροι Αθηναίοι αναλάμβαναν τις περίφημες «λειτουργίες». Δηλαδή, αναλάμβαναν να καλύψουν με τη δική τους περιουσία διάφορες ανάγκες της πόλεως. Χορηγία, γυμνασιαρχία, εστίαση, αρχιθεωρία, ιπποτροφία ήσαν κάποιες από τις «λειτουργίες». Και ναι μεν οι πλούσιοι Αθηναίοι ξόδευαν πολύ γενναιόδωρα μέρος της περιουσίας τους προς όφελος της πόλεως, αλλά κι εκείνη δεν ήταν αγνώμων: τους περιέβαλλε με λαμπρές τιμές και δόξα.
Κάποιες φορές, όμως, η επιλογή των Αθηναίων που θα βαρύνονταν με τέτοια έξοδα δεν ήταν η ενδεδειγμένη. Τα πρόσωπα που επιλέγονταν δεν ήσαν –ή ισχυρίζονταν ότι δεν ήσαν- τόσο πλούσιοι και, άρα, τους ήταν αδύνατον να αναλάβουν τέτοιο κόστος. Τι γινόταν σ’ αυτήν την περίπτωση; Ο αδικούμενος είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την τιμή που του έκανε η πόλις επιλέγοντάς τον για συγκεκριμένη «λειτουργία». Ζητούσε, λοιπόν, να απαλλαγεί ο ίδιος από την υποχρέωση, υποδεικνύοντας συγχρόνως κάποιον άλλο πλουσιότερο Αθηναίο για να αναλάβει τα έξοδα της «λειτουργίας». Και μάλιστα, τον προκαλούσε σε αντίδοση. Τον προκαλούσε, με άλλα λόγια, να ανταλλάξουν περιουσίες. Το αποτέλεσμα ήταν: ή ο δεύτερος πολίτης να αποδεχτεί την ανάληψη της «λειτουργίας» ή η υπόθεση να οδηγηθεί στο δικαστήριο.
Για μια τέτοια αντιδικία ο διάσημος ρήτορας Ισοκράτης εκφώνησε στο δικαστήριο τον λόγο του Περί Αντιδόσεως. Ο θιγόμενος πολίτης από την επιλογή του για την ανάληψη τριηραρχίας ήταν ο Λυσίμαχος, ο οποίος πρότεινε στη θέση του τον Ισοκράτη και τον προκάλεσε να ανταλλάξουν τις περιουσίες τους. Εκείνος δεν δέχτηκε και η υπόθεση δικάστηκε, με αποτέλεσμα την ήττα του Ισοκράτη.


Ο σωζώμενος λόγος δεν είναι αυτός που εκφωνήθηκε όταν έγινε το περί αντιδόσεως δικαστήριο, αλλά έχει γραφτεί σε μεταγενέστερο χρόνο (354-353 π.Χ.), όταν ο Ισοκράτης ήταν 82 χρονών. Στην ουσία, ο ρήτορας δανείζεται την εξωτερική τυπολογία ενός λόγου περί αντιδόσεως για να υπερασπιστεί τις απόψεις και τον βίο του. Πρόκειται, θα λέγαμε, για απολογία, παρόμοια με τη σωκρατική, που προέκυψε ως αποτέλεσμα της προηγούμενης δίκης και της πικρής διαπίστωσης ότι η εκτίμηση των συμπολιτών του γι’ αυτόν δεν ήταν όση εκείνος πίστευε ότι του είχαν ή ότι του άξιζε.  Μπορούμε ακόμα να θεωρήσουμε τον συγκεκριμένο λόγο και ως αυτοβιογραφία, την πρώτη μάλιστα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Το σημαντικό είναι ότι σε αυτόν τον λόγο ο ρήτορας υπερασπίζεται τον εαυτό του έναντι κάποιων «υποθετικών» συκοφαντών, όχι μόνο με δικανικά επιχειρήματα, αλλά και εκθέτοντας τις πολιτικές και παιδευτικές του ιδέες. Φυσικά, υποστηρίζει ότι ποτέ δεν έγινε πλούσιος. Και σε αυτό το σημείο βρίσκουμε κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Είμαστε στο κεφάλαιο 166, όπου ο Ισοκράτης παραπονιέται για τη μεταχείριση που του επιφύλαξε η πόλις, και μάλιστα συγκρίνοντάς την με εκείνη που επιφύλαξε σε έναν ποιητή, τον Πίνδαρο.
Εσείς, για τους οποίους ξόδεψα ό,τι είχα και δεν είχα, με οδηγήσατε σε δίκη, λέει ο Ισοκράτης. Και το πιο υποτιμητικό. Οι προγενέστεροί σας τον ποιητή Πίνδαρο, μόνο και μόνο για έναν του στίχο, στον οποίο χαρακτηρίζει την Αθήνα “έρεισμα της Ελλάδος”, τόσο πολύ τον τίμησαν, ώστε του έδωσαν τον τίτλο του προξένου και μαζί το σεβαστό ποσό των 10000 δραχμών. Εγώ έχω εγκωμιάσει την πόλιν και τους προγόνους μας πολύ περισσότερο και πολύ καλύτερα. Κι όμως, τώρα κινδυνεύω να μην μπορώ στο εξής να επιβιώσω.
Ρητορική VS Ποίηση. Η ρητορική τα βάζει εδώ με την ποίηση, όπως τα είχε βάλει νωρίτερα μαζί της η φιλοσοφία. Φαίνεται ότι οι εχθροί καθόλου δεν της λείπουν.
Ο Ισοκράτης, πάντως, παρά τον κακοφανισμό του από τη συμπεριφορά των συμπολιτών του, έζησε ακόμη 16 χρόνια. Πέθανε 98 χρονών, χωρίς να έχει διευκρινιστεί το πώς πέθανε. Κάποιοι λένε ότι δεν άντεξε τα νέα για τη νίκη του Φιλίππου στη Χαιρώνεια και αυτοκτόνησε δια λιμοκτονίας. Άλλοι, ωστόσο, ισχυρίζονται ότι καθόλου δεν ενοχλήθηκε από τις επιτυχίες του Φιλίππου, αφού ανήκε σε αυτούς που ενθάρρυναν τα ηγεμονικά του σχέδια.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Ο Dr Jekyll, ο Mr Hyde και ο Σωκράτης


Στο An Essay Concerning Human Understanding (Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση) ο John Locke διαφωνεί με την καρτεσιανή θεωρία που αναφέρεται στο πρόσωπο ως ψυχοσωματική οντότητα, υποστηρίζοντας ότι ως ψυχοσωματική οντότητα νοείται ο άνθρωπος, ενώ το πρόσωπο συνοδεύεται από στοχαστική συνείδηση. Απορρίπτει, επίσης, την καρτεσιανή αντίληψη για την ψυχή ως έδρα της συνείδησης, αφού θεωρεί ότι βρίσκεται πέρας την εμπειρικής δείξεως.
Χρησιμοποιεί γι’ αυτό το παράδειγμα του εν εγρηγόρσει και του κοιμώμενου Σωκράτη. Από το παράδειγμα φαίνεται ότι η σκέψη του Σωκράτη διακόπτεται, δεν είναι συνεχής, διότι ο εν εγρηγόρσει Σωκράτης δεν έχει πρόσβαση στις σκέψεις του κοιμώμενου εαυτού του και, επιπλέον, έχει διαφορετικές μέριμνες από αυτόν.
Αν αφήσουμε κατά μέρος την επιφύλαξη για το αν ο κοιμώμενος Σωκράτης είναι πρόσωπο, δεδομένου ότι δεν έχει συνείδηση των ονειρικών του πράξεων (και ο Locke θεωρεί ότι είναι η συνείδηση που ορίζει την προσωπική ταυτότητα), προκύπτει ένα ακόμα ζήτημα. Αν ο κοιμώμενος Σωκράτης σκεφτόταν απεχθή πράγματα, είναι δίκαιο να τιμωρηθεί γι’ αυτά ο εν εγρηγόρσει, ο οποίος δεν έχει καμία μνήμη τους και, άρα, καμία συνείδηση; Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Locke, είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να είναι ένα σώμα με διαφορετικές συνειδήσεις οι οποίες δεν επικοινωνούν καθόλου μεταξύ τους.
Ένα συμπέρασμα που μας θυμίζει πολύ την περίπτωση του Dr Jekyll και του Mr Hyde από την ομώνυμη νουβέλα του Robert Louis Stevenson. Κανένας από τους δύο δεν έχει συνείδηση των πράξεων του άλλου. Είναι άραγε ένα και το αυτό πρόσωπο, παρότι μοιράζονται το ίδιο σώμα και την ίδια ψυχή; Όχι βέβαια, κατά τον Locke. Απλώς, στο ίδιο σώμα κατοικούν δύο πρόσωπα, το ένα παρόν την ημέρα και το άλλο τη νύχτα. Κι αν αυτά είναι τελείως ανεξάρτητα, χωρίς ο νους τους να επικοινωνεί, τότε εντάξει, κανένα πρόβλημα. Αυτό είναι κάτι εντελώς φυσιολογικό και δεν πρόκειται για την παθολογική περίπτωση της διαταραχής προσωπικότητας!


Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

Για την ελληνιστική τέχνη


Η αρχαιοελληνική κλασική περίοδος σβήνει μαζί με τη διαπίστωση του Θουκυδίδη ότι οι Έλληνες άρχισαν πια να μεταβάλλουν την καθιερωμένη σημασία των λέξεων την ώρα που ήταν ακόμα νωπά τα δάκρυα των Αθηναίων αιχμαλώτων στα λατομεία των Συρακουσών. Η κλασική εικόνα της πόλεως καταρρέει μαζί με τα αθηναϊκά τείχη και ο κατεξοχήν πολίτης, ο Σωκράτης, καταδικάζεται σε θάνατο στο γύρισμα του 4ου προχριστιανικού αιώνα. Στην τέχνη, τη θέση του κλασικού αγάλματος, που «χρησιμεύει για μέτρο της ομορφιάς του φυσικού προτύπου, και όχι το αντίστροφο», την παίρνει το πορτραίτο καθώς και ένας συναισθηματικός εξπρεσιονισμός. Η ήρεμη μελαγχολία των επιτυμβίων είναι ο (ταιριαστός) επίλογος της μεγάλης τέχνης της πόλεως.

Η Αφροδίτη της Μήλου
Παρίσι, Musée du Louvre

Στην ελληνιστική περίοδο και έπειτα στη ρωμαϊκή, ο αρχαιοελληνικός «κάλλιστος κόσμος», πρότυπο αρμονίας και τάξης με εγγυητή τον (απρόσωπο) Λόγο, έχει μεταβληθεί σε μια τεράστια θεατρική σκηνή  και ο άνθρωπος δεν είναι παρά ηθοποιός ή μαριονέτα. Ο σκηνοθέτης του δράματος είναι η τύχη. Η ανησυχία για έναν κόσμο συνεχώς μεταβαλλόμενο, μέσα στον οποίο το εκάστοτε νυν ανατρέπει κάθε πριν, οδηγεί στην ανάγκη έστω για μια ψευδαίσθηση λογικότητας και αυτήν την παρέχει η προσωποποίηση και θεοποίηση της τύχης. Μέσα σε έναν παράλογο κόσμο, ο άνθρωπος αποσύρεται σταδιακά από το πολιτικό πεδίο προς έναν ατομικισμό, ο οποίος υποστηρίζεται και από τις φιλοσοφικές θεωρίες. Το πολιτικό απαξιώνεται είτε με τη μορφή της υπερβολής των κυνικών είτε με τον ήπιο ελιτισμό των επικουρείων.

Το σύμπλεγμα του Λαοκόωντα
Μουσείο Βατικανού

Η τέχνη είναι συνεπής με αυτήν την εξέλιξη. Πρώιμος σταθμός είναι η τολμηρή απόφαση του Πραξιτέλη να χρησιμοποιήσει ως μοντέλο για μια γυμνή Αφροδίτη την ερωμένη του. Συγχρόνως, η έμφαση δίνεται στον άνθρωπο (όχι στον συγκεκριμένο, αλλά στον άνθρωπο ως είδος) που υποφέρει μόνος, ριγμένος μέσα σε έναν κόσμο ακατανόητο. Ρυτίδες και ασχήμια, μορφασμοί και βίαια συναισθήματα, όλα απεικονίζονται τώρα στην τέχνη. Ό,τι χωρίζει την κλασική τέχνη από αυτήν την τέχνη του πρόσκαιρου, του ανθρώπινου, είναι ό,τι ακριβώς διακρίνει την κενταυρομαχία της Ολυμπίας από τη γιγαντομαχία της Περγάμου. Και ως κατάλληλη σκηνογραφία μέσα στο επίφοβο θέατρο του κόσμου προσφέρονται τα τεράστια αγάλματα της Τύχης και τα πορτραίτα των νικητών αυτοκρατόρων με την καθησυχαστική μεγαλοπρέπεια που εκπέμπουν.

Η Τύχη της Αντιόχειας

Ο Πλωτίνος, ως μέσον διαφυγής από την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας μέσα στην οποία ζει ο άνθρωπος, θα προτείνει ένα ἔνδον βλέπειν, έναν άλλο τρόπο θέασης που στρέφεται εντός για να δει το υπέρτατο κάλλος, το θεϊκό, αόρατο φως. «Ο Πλωτίνος προαναγγέλλει τον θεατή του Μεσαίωνα». Και την τέχνη της   νέας εποχής. Εν τω μεταξύ, το τρυπάνι αλλάζει το αισθητικό αποτέλεσμα στη γλυπτική (και όχι μόνο). Στα κιονόκρανα, το καινούργιο εργαλείο ανοίγει τρύπες που επιτρέπουν το παιχνίδι του φωτός με τη σκιά και, λίγο αργότερα, με έμφαση στη διακοσμητική, τα μετατρέπει σε δαντέλες. Η επεξεργασία του υλικού δεν έχει πια την τρυφερότητα που στο παρελθόν παρήγε η σμίλη. Η πέτρα σχίζεται με κέντρο τα μάτια. Είναι σαν η θέαση του αόρατου φωτός να απαιτεί την τυφλότητα. 

Από τον ναό της Περγάμου

Τα γλυπτά όλα μοιάζουν να εικονίζουν, άσχετα με το θέμα τους, την τραγική τυφλότητα του τά πάντα εἰδότος Οιδίποδα, ο οποίος κερδίζει τη γνώση παραιτούμενος από τη θέα του μεταβλητού, και άρα φαινομενικού, κόσμου. Μια γλυπτική συγκεντρωμένη στα μάτια, στο πρόσωπο, θέτει στο περιθώριο τον τρισδιάστατο όγκο του σώματος, το βάρος, την ποικιλία των κινήσεων, και προετοιμάζει το πέρασμα στην εικόνα. Πίσω από τον απρόσωπο Λόγο της αρχαίας Ελλάδας και πίσω από το υποκείμενο της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής, ανακαλύπτεται το πρόσωπο.

Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Το δαχτυλίδι του Γύγη και η ηθική (Μέρος Β΄)


Στην Πολιτεία ο Πλάτων αντιστρέφει τα συμπεράσματα των σοφιστών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο νόμος καταπιέζει τη φύση και, κατ’ επέκτασιν, οδηγούνται στην υπεράσπιση του δίκαιου του ισχυρότερου και στην αξίωση να αποκατασταθεί η φυσική ισότητα. Βασική τους θέση είναι η απόρριψης κάθε απόλυτης αξίας όποια μορφή και αν αυτή παίρνει. Νόμος, δικαιοσύνη, και μαζί τους αρετή, σοφία, αγαθό κ.λπ., είναι λέξεις που περιγράφουν πράγματα χωρίς περιεχόμενο. Τουλάχιστον, χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η σημασία και η βαρύτητά τους αλλάζει κατά περίπτωσιν. Με αυτούς τους όρους, η πολιτική κοινωνία παραπαίει, επειδή η δικαιοσύνη παραπαίει, δεδομένου ότι οι σοφιστές με αφετηρία μια τέτοια αθεμελίωτη φυσιοκρατία οδηγούνται σε ένα διπλό συμπέρασμα, σε μια πολιτική διγλωσσία: από τη μια, θεωρούν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι φύσει ίσοι, καταργώντας έτσι κάθε κοινωνική διαφορά, και, από την άλλη, υποστηρίζουν μια κυρίαρχη ανισότητα, η οποία εκφράζεται ως απαίτηση οι ισχυρότεροι να επιβάλλονται στους πιο ανίσχυρους. Ποια δικαιοσύνη να εφαρμοστεί όταν ισχύει αυτή η διπλή συνθήκη; Πώς να λειτουργήσει η δικαιοσύνη μέσα σε έναν κόσμο γενικευμένης ανισότητας στον οποίο ο κανόνας είναι οι σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής; Η δικαιοσύνη, όπως και κάθε άλλη αξία, είναι υποχρεωτικά σχετική, καθώς σχετική, προσωρινή και συγκυριακή είναι και η κυριαρχία η οποία διατρέχει τον κίνδυνο να ανατραπεί από τη μια στιγμή στην άλλη από έναν διαφορετικό συσχετισμό δυνάμεων, εφόσον ο ισχυρός και ο ανίσχυρος ορίζονται από τον καιρόν που, όταν αλλάξει, τους παρασέρνει μαζί του.


Ο ίδιος ο Πλάτων δεν αρνείται την ανισότητα, και μάλιστα την καθιστά κεντρική στο δικό του σύστημα: η προτεραιότητα της Ιδέας του αγαθού σε σχέση με τον αισθητό κόσμο και η προτεραιότητα του λόγου σε σχέση με τα κατώτερα στρώματα της ψυχής είναι δύο μόνον από τα παραδείγματα που θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε. Διαφωνεί όμως με την αδυναμία των σοφιστών να στηρίξουν οντολογικά αυτήν τη φύσει ανισότητα. Η θεωρία τους κινείται στο περιγραφικό πεδίο και οι εξηγήσεις που δίνουν δεν ξεπερνούν την εμπειρική πιστοποίηση. Ο Πλάτων μεταθέτει το θεμέλιο της δικαιοσύνης στην εμμενή ιδέα του αγαθού, επικαλούμενος το όνομα «γεωμετρική ισότητα» που της είχαν δώσει οι Πυθαγόρειοι, και αυτού του τύπου τη δικαιοσύνη την βρίσκει να αντανακλά στην ανθρώπινη κοινότητα ελαφρώς τροποποιημένη, ως «αριθμητική ισότητα». Η ιστορία που διηγείται ο Πλάτων είναι η ιστορία ενός μετασχηματισμού (των πόλεων και της ψυχής του ανθρώπου): είναι το πέρασμα από τη φυσική κατάσταση της ανισότητας και της αδικίας σε ένα είδος ισότητας και δικαιοσύνης, μετασχηματισμός που όμως θεμελιώνεται οντολογικά και έτσι αποκτά περιωπή εδραίου κανόνα. Η δικαιοσύνη γίνεται έτσι έννοια κομβική της πλατωνικής φιλοσοφίας και ρυθμίζει πια τις ποιότητες της ψυχής.
Γι’ αυτό, με μια μόνο φράση (612b 2-5), ο Πλάτων αντιμετωπίζει τη σοφιστική θέση: Δεν αποδείξαμε ότι καθεαυτήν η δικαιοσύνη είναι το μεγαλύτερο αγαθό της ψυχής αυτής και ότι η ψυχή πρέπει να πράττει τα δίκαια, είτε κατέχει το δαχτυλίδι του Γύγη είτε όχι, ακόμη κι αν έχει, μαζί με το δαχτυλίδι, την περικεφαλαία του Άδη;
Η ηθική του Πλάτωνος δεν είναι à la carte. Ο άνθρωπος πρέπει να είναι δίκαιος, ακόμη κι όταν κινδυνεύει αυτή του η ηθικότητα να στραφεί εναντίον του, όπως έγινε με τον Σωκράτη που προτίμησε να πεθάνει πιστός στις αρχές του παρά να δραπετεύσει.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

Το δαχτυλίδι του Γύγη και η ηθική (Μέρος Α΄)


Θα επέλεγε κάποιος να είναι ηθικός, εάν είχε τη δυνατότητα να διαπράξει αδικία ατιμώρητος;
Αυτό είναι το ερώτημα που τίθεται στη συζήτηση μεταξύ του Σωκράτη και του Γλαύκωνος στο 2ο βιβλίο της πλατωνικής Πολιτείας. Αν σε δύο ανθρώπους, έναν άδικο και έναν δίκαιο, δινόταν η δυνατότητα να αδικούν δίχως τον φόβο της τιμωρίας, τότε ο μεν πρώτος θα συνέχιζε να αδικεί, αλλά και ο δεύτερος, όπως ο καημένος απονήρευτος Γύγης, θα παρασυρόταν κι αυτός στην αδικία, αφού θα είχε το κεφάλι του ήσυχο και δεν θα κινδύνευε καθόλου να υποστεί τις συνέπειες της αδικίας του. Τελικά, οι δίκαιοι άνθρωποι, ισχυρίζεται ο Γλαύκων, είναι δίκαιοι από ανάγκη, αφού αναμφίβολα η ζωή του αδίκου είναι απείρως προτιμότερη από τη ζωή του δικαίου. Έχοντας αυτό κατά νου, ο σοφιστής επιδίδεται σε έπαινο του αδίκου βίου, προκαλώντας ταυτόχρονα τον Σωκράτη να εγκωμιάσει, εάν νομίζει ότι είναι ικανός, τη δικαιοσύνη.
Οι άνθρωποι, λέει ο Γλαύκων, συναίνεσαν ότι είναι πιο συμφέρον γι’ αυτούς ούτε να αδικούν ούτε να αδικούνται, και γι’ αυτό θεμελίωσαν νόμους και όρισαν συμφωνίες. Κι έτσι γεννήθηκε η δικαιοσύνη, η οποία είναι το μέσον ανάμεσα σε δύο πράγματα: ανάμεσα στο καλύτερο, που είναι το να αδικεί κανείς χωρίς να τιμωρείται, και στο χειρότερο, που είναι να μην έχει κανείς τη δύναμη να εκδικηθεί όταν αδικείται. Επομένως, σύμφωνα με τον Γλαύκωνα, η δικαιοσύνη ικανοποιεί τους ανθρώπους όχι γιατί είναι καλή καθεαυτή, αλλά γιατί οι περισσότεροι είναι αδύναμοι και, άρα, δεν είναι σε θέση να αδικούν. Αντίθετα, ο ισχυρός δεν έχει κανέναν λόγο να δεχθεί τον συμβιβασμό της δικαιοσύνης, εφόσον μπορεί να αδικεί όσο θέλει ατιμώρητος. Όσοι, λοιπόν, δεν αδικούν δεν ενεργούν έτσι από ευχαρίστηση, αλλά από αδυναμία, οπότε εύλογα θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι, εάν είχαν στα χέρια τους το μαγικό δαχτυλίδι του Γύγη που θα τους επέτρεπε αόρατοι, και άρα ατιμώρητοι, να αδικούν, τότε εκείνοι δίχως δεύτερη σκέψη, και με δεδομένη την πλεονεξία που διακρίνει την ανθρώπινη φύση, θα επέλεγαν την ηδονή της αδικίας.



Πηγή για την εικόνα: