Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2022

Λογοτεχνία και μαθηματικά: η ακολουθία Fibonacci


Η ακολουθία Φιμπονάτσι μπήκε στη ζωή όσων δεν είμαστε μαθηματικοί από το πολύ δημοφιλές βιβλίο του Dan Brown Κώδικας Da Vinci, που στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ψυχογιός το 2014. Ακολουθώντας και σε αυτό το βιβλίο την επιτυχημένη συνταγή του πρώτου του έργου, ο Dan Brown παρακολουθεί τον ήρωά του, τον καθηγητή συμβολολογίας Robert Langdon (που στην ομώνυμη ταινία τον υποδύεται ο Tom Hanks), και τη Γαλλίδα αποκρυπτογράφο Sophie Neveu (στον ρόλο της Sophie η Audrey Tautou) να ξεδιαλύνουν μυστήρια που σχετίζονται με τα έγγραφα του Κοινού της Σιών και τους απογόνους του Ιησού. Ένας από τους γρίφους είναι η ακολουθία Φιμπονάτσι που περιλαμβάνεται στο μήνυμα του δολοφονημένου επιμελητή του Μουσείου Λούβρου Jacques Saunière. 

Η ακολουθία Φιμπονάτσι είναι μια σειρά αριθμών που ξεκινά από το 0 και το 1. Όλοι οι επόμενοι αριθμοί παράγονται ως άθροισμα των δύο προηγούμενων, ενώ ο λόγος ενός αριθμού με τον αμέσως προηγούμενό του τείνει προς τη χρυσή τομή. Ο τύπος είναι: Fn= Fn-1 + Fn-2, με F0 = 0 F1 = 1. 

Η ακολουθία πήρε το όνομά της από έναν Ιταλό μαθηματικό, που γεννήθηκε το 1275 στη Μπετζάγια της Αλγερίας, τον Leonardo Pisano, του οποίου το παρωνύμι ήταν Fibonacci. Το όνομα του Fibonacci, που εμείς γνωρίσαμε μέσω ενός πρωτότυπου λογοτεχνικού μυστηρίου, συνδέεται με πολύ πιο πρακτικά, γήινα πράγματα. 

Βρισκόμαστε στον σφύζοντα 13ο αιώνα. Πολλοί χαρακτηρίζουν αυτήν την περίοδο Μεσαίωνα. Η Ιταλία είναι διαιρεμένη σε πάμπολλες φεουδαρχικές πόλεις-κράτη που κερδίζουν την ισχύ και την ευμάρειά τους με το εμπόριο. Τα χρηματοοικονομικά είναι βεβαίως άγνωστα. Οι ανάγκες όμως είναι μεγάλες και περίπλοκες και τα εργαλεία δυτικής κοπής ανεπαρκή. Ειδικά στην Πίζα, τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα αυξημένα, διότι οι έμποροι έπρεπε να τα βγάλουν πέρα με τους επτά διαφορετικούς τύπους νομισμάτων που κυκλοφορούσαν. Ο νεαρός Fibonacci είχε μελετήσει συνδυασμένα ινδικά και αραβικά μαθηματικά, και αυτό του έδωσε την ιδέα να εισαγάγει στην Ευρώπη το αραβικό δεκαδικό σύστημα αρίθμησης. Μάλιστα, το 1202, δημοσιεύει ένα βιβλίο πραγματικά επαναστατικό για τις εμπορικές χρηματικές ανταλλαγές, με τίτλο Liber Abaci.  

Στο βιβλίο του ο Leonardo δείχνει τον τρόπο με τον οποίο το αραβικό σύστημα αρίθμησης μπορεί να αξιοποιηθεί για την τήρηση λογιστικών βιβλίων, τη μετατροπή νομισμάτων και, κυρίως, τον υπολογισμό του τόκου. Ο δανεισμός χρήματος μετά από αυτό γνωρίζει μεγάλες δόξες. Ιδιαίτερα η Βενετία γίνεται το κέντρο του ευρωπαϊκού δανεισμού, πράγμα που και πάλι το γνωρίζουμε χάρη στη λογοτεχνία. Θυμηθείτε τον σαιξπηρικό Έμπορο της Βενετίας, και τον Σάιλοκ, την αρχετυπική μορφή τοκογλύφου. 


Πηγές για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Fibonacci2.jpg


Πέμπτη 9 Ιουνίου 2022

Ασφαλίζοντας τις χήρες των παστόρων


Η ιδέα που έχουμε για τους Σκωτσέζους είναι πολύ στερεοτυπική: φορούν kilts, τρώνε haggies και διασκεδάζουν με γκάιντα. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι ότι σ’ αυτούς οφείλουμε το πρώτο σύστημα ασφάλειας ζωής. Πιο συγκεκριμένα, το οφείλουμε σε δύο Σκωτσέζους πάστορες, τον Robert Wallace και τον Alexander Webster, που συνεργάστηκαν με τον επίσης Σκωτσέζο καθηγητή μαθηματικών στο Colin Maclaurin. Μαθηματική διάνοια ήταν και ο Wallace. Ήταν, επίσης, και δεινός πότης, και το ίδιο ήσαν και οι φίλοι του.

Η ζωή στο Εδιμβούργο, κατά τον 18ο αιώνα, δηλαδή την εποχή που ζούσαν σ’ αυτό ο Wallace, ο Webster και ο Maclaurin, ήταν δύσκολη και το προσδόκιμο ζωής πολύ χαμηλό. Οι πάστορες, παρότι άνθρωποι του Θεού, πέθαιναν κι αυτοί νέοι όπως όλοι οι άλλοι συμπατριώτες τους. Στην περίπτωσή τους, όμως, υπήρχε μια επαχθέστατη διάταξη, που είχε εκδοθεί το 1672 από τη βασίλισσα Anne, σύμφωνα με την οποία η οικογένεια του αποβιώσαντος λάμβανε ως βοήθημα μόνο το μισό του ετήσιου μισθού του και μόνο για τη χρονιά του θανάτου του. Από την επόμενη χρονιά τους περίμενε η εξαθλίωση. Ο Επίσκοπος του Εδιμβούργου, αναγνωρίζοντας το πρόβλημα, σκέφτηκε να τους χορηγείται και μια εφάπαξ αποζημίωση, η οποία, ωστόσο, απείχε πολύ από το να είναι ικανοποιητική.

Ο Wallace και ο Webster σκέφτηκαν τότε κάτι πολύ επαναστατικό, αλλά και απολύτως μέσα στο πνεύμα του καιρού τους, που ήδη είχε αρχίσει να καταλαβαίνει την αξία της αφάλισης και έναντι θεομηνιών, αλλά και έναντι εμπορικής κακοτυχίας. Μάλιστα, είχαν ήδη γίνει οι πρώτες μελέτες για τις παραμέτρους που έπρεπε να ληφθούν υπόψη σε ενδεχόμενη ασφάλιση. Το καινοτόμο που εισηγήθηκαν οι δύο πάστορες ήταν ότι οι πάστορες, όσο ήσαν εν ζωή, θα πλήρωναν ως ασφάλιση ένα χρηματικό ποσόν το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργηθεί ένα κεφάλαιο και αυτό, στη συνέχεια, θα μπορούσε να επενδυθεί επικερδώς. Σε αυτήν την περίπτωση, η αποζημίωση για τις χήρες και τα ορφανά θα προερχόταν από τις αποδόσεις της επένδυσης. 

Ο τρεις φίλοι έκαναν όλους τους περίπλοκους υπολογισμούς που απαιτούνταν και καθόρισαν τα ρίσκα (ποιος ήταν ο πιθανός αριθμός θανάτων παστόρων ετησίως και, άρα, πόσοι δικαιούχοι θα εμφανίζονταν στο μέλλον; ποιο θα ήταν το προσδόκιμο ζωής αυτών των δικαιούχων; ποιο χρηματικό ποσό θα έπρεπε να πληρώνει ετησίως κάθε πάστορας για τη μετέπειτα υποστήριξη της οικογένειάς του κ.λπ.), αφού συγκέντρωσαν στοιχεία από όλα τα πρεσβυτέρια της Σκωτίας. Καθόρισαν, μάλιστα, 4 επίπεδα ασφάλισης, που εξασφάλιζαν αντίστοιχα τέσσερα διαφορετικά επίπεδα αποζημίωσης μετά θάνατον. Είχε, επιπλέον, προβλεφθεί και ένα ποσόν που θα κάλυπτε τα διαχειριστικά έξοδα αυτού που ονομάστηκε “Scottish Ministers’ Widows’ Fund” (Σκωτσέζικο Ταμείο για τις Χήρες των Παστόρων). Το ενδιαφέρον είναι οι προβλέψεις και οι υπολογισμοί ήσαν τόσο ακριβείς, ώστε στις πέντε απόπειρες που έγιναν για να υπολογιστεί η αποτίμηση του κεφαλαίου, ο Wallace και ο Webster έπεσαν έξω μόλις 1 λίρα.

Και το ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι, παρόλο που και οι δυο ήσαν τόσο γερά ποτήρια, πέθαναν ο πρώτος στην ηλικία των 74 και ο δεύτερος στην ηλικία των 75 ετών. Άρα, οι οικογένειές τους ελάχιστα ωφελήθηκαν από το πρωτοποριακό του ασφαλιστικό σχέδιο. Έζησαν, όμως, αρκετά για να δουν ότι τους υπολογισμούς τους δικαιωμένους και την ιδέα τους να εμπεδώνεται και να διαδίδεται.


Πηγή για τις εικόνες:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Wallace_-_Dissertation_on_the_numbers_of_mankind_in_antient_and_modern_times,_1753_-_5808147.tif

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Alexander_Webster_Caricature.jpg 


Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Πόλεμος και Οικονομία: το παρ' ολίγον Βατερλώ του Nathan Rothschild

Βατερλώ. 18 Ιουνίου 1815. Στο χωριουδάκι που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα έξω από τις Βρυξέλλες έχουν συγκεντρωθεί δύο πολυάριθμοι στρατοί: από τη μια, ο στρατός του μεγάλου Βοναπάρτη και, από την άλλη, ο εβδομηντατριάχρονος Πρώσος στρατάρχης Gebhard Leberecht von Blücher και ο «σιδερένιος» δούκας του Wellington. Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές του προσκηνίου, αυτοί που δοξάζονται στο πεδίο της μάχης. Υπάρχουν, όμως, και οι πρωταγωνιστές του παρασκηνίου. Άγνωστοι, αλλά απαραίτητοι. Χωρίς αυτούς οι πρώτοι δεν έχουν καμιά ελπίδα να δώσουν την παράστασή τους. Βλέπετε, ο πόλεμος είναι πανάκριβη υπόθεση και κάποιος πρέπει να τον πληρώνει.

Πίσω, στο Λονδίνο, ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι ένας Γερμανοεβραίος τραπεζίτης. Το όνομά του είναι Nathan Mayer και είναι 38 ετών. Το επώνυμό του είναι Rothschild. Ο Nathan ασχολήθηκε στην αρχή με το εμπόριο υφασμάτων, που ανθούσε τότε στην Αγγλία. Στη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων έβγαλε χρήματα ως λαθρέμπορος χρυσού, παραβιάζοντας τον αποκλεισμό του Ναπολέοντα στις συναλλαγές μεταξύ Αγγλίας και Ευρώπης.

Το 1814 η αγγλική κυβέρνηση θυμάται τις προηγούμενες καλές υπηρεσίες του Nathan. Έτσι, απευθύνεται σ’ αυτόν ζητώντας του να συγκεντρώσει, μέσα σε μόλις δύο μήνες, γαλλικά χρυσά και αργυρά νομίσματα τα οποία, κατόπιν, θα παραδοθούν σε βρετανικά πλοία που θα τα μεταφέρουν στον Wellington για να υποστηρίξουν την εισβολή του στη Γαλλία (να πληρώσουν τους μισθούς των στρατιωτών, επιχορηγήσεις στους συμμάχους κ.λπ.). Ο  Nathan και τα αδέρφια του, χάρη στο περίπλοκο και πρωτοπόρο ενδοοικογενειακό τραπεζικό δίκτυο που είχαν οργανώσει με έδρα τις μεγάλες πρωτεύουσες της Ευρώπης, ανταποκρίνονται πλήρως στις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει κερδίζοντας τεράστιες προμήθειες.

Όταν, το 1815, φτάνουν τα νέα της επιστροφής του Ναπολέοντα στη Γαλλία, ο Nathan αρχίζει και πάλι να συγκεντρώνει χρυσό, με σκοπό να τον διαθέσει στον Γενικό Επίτροπο Εφοδιασμού του αγγλικού στρατού, ώστε και πάλι να αποσταλεί στον Wellington. Όμως, αντίθετα με τις προβλέψεις, ο νέος πόλεμος με τον Ναπολέοντα είναι σύντομος. Ο Κορσικανός ηττάται στο Βατερλώ σε μία μόλις ημέρα. Ο Nathan βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση, στα πρόθυρα της χρεωκοπίας. Ο χρυσός που έχει συγκεντρώσει είναι άχρηστος, αφού ο πόλεμος έχει τελειώσει (και μαζί του και οι σχετικές δαπάνες), και η τιμή του είναι βέβαιο ότι θα καταρρεύσει.

Δύο ημέρες μετά τη μάχη στο Βατερλώ και τη συντριβή του Ναπολέοντα, στη λονδρέζικη εφημερίδα Courier δημοσιεύεται η είδηση ότι ο Nathan έχει αγοράσει μεγάλο αριθμό βρετανικών ομολόγων, ποντάροντας στην άνοδο της τιμής τους λόγω της βρετανικής νίκης. Και όχι μόνον αυτό. Ο Nathan, με τον χρυσό που είχε συγκεντρώσει, συνεχίζει να αγοράζει ομόλογα, παρά την εκρηκτική άνοδο της τιμής τους, τα οποία ρευστοποιεί μόνο στα τέλη του 1817. Το κέρδος του υπολογίζεται στα 600 εκατομμύρια σημερινές λίρες.

Υπάρχει, βέβαια, ένα κομβικό σημείο σε αυτό το παράτολμο success story του Nathan: το δίκτυο των αγγελιοφόρων του, οι οποίοι μετέφεραν σ’ αυτόν τα νέα της ήττας του Ναπολέοντα δύο ημέρες πριν το μήνυμα του Wellington φτάσει στο βρετανικό υπουργικό συμβούλιο. Αυτή η πρόσβαση στην πληροφορία, σε συνδυασμό με το επιχειρηματικό του σθένος, όχι μόνον έσωσαν τον Nathan από ένα δικό του Βατερλώ, αλλά και τον βοήθησαν να αντιστρέψει προς όφελός του τις δυσμενείς συνθήκες. Στο εξής, η οικογένεια Rothschild θα κυριαρχήσει στην οικονομία, στην ουσία θα την ρυθμίζει. Και ο Nathan θα κερδίσει επάξια το παρωνύμι «Ναπολέων της Οικονομίας».


Πηγές για τις εικόνες:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Maniac-Ravings-Gillray.jpeg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Nathan_Mayer_Rothschild_British_banker.jpg


Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Ο "κανόνας του χρυσού"


Βρισκόμαστε στο 1971. Πρόεδρος της Αμερικής είναι ο Richard Nixon.

Ο  Nixon είναι γνωστός κυρίως λόγω του σκανδάλου Watergate, που τον οδήγησε σε παραίτηση (είναι ο μοναδικός Αμερικανός Πρόεδρος που παραιτήθηκε ώστε να αποφύγει την καθαίρεση). Λιγότερο γνωστός είναι για το ότι, στις 15 Αυγούστου 1971, κατήργησε οριστικά τον λεγόμενο «κανόνα του χρυσού» (gold standard), με βάση τον οποίο οριζόταν μέχρι τότε η συναλλαγματική ισοτιμία.

Απλουστεύοντας, αυτό σημαίνει ότι τα νομίσματα είχαν μια κεντρική ισοτιμία έναντι του χρυσού, από την οποία προέκυπτε η διμερής ισοτιμία των νομισμάτων. Κάθε χώρα αναλάμβανε τη  υποχρέωση να διατηρεί σταθερή τη συναλλαγματική ισοτιμία, με μέγιστη απόκλιση 1% σε σχέση με τον χρυσό.

Ο χρυσός ως βάση του συναλλαγματικού συστήματος προσέφερε μεγάλη σταθερότητα, αφού έκανε την τιμολόγηση προβλέψιμη και, άρα, μείωνε το κόστος των δοσοληψιών και συγκρατούσε τις πληθωριστικές τάσεις. Βεβαίως, αυτό το συναλλαγματικό σύστημα είχε και τους περιορισμούς του. Σε μια πιθανή συρρίκνωση της βάσης στήριξης, για λόγους που συνδέονται με αδυναμία αγοράς ή εξόρυξης μεγαλύτερης ποσότητας χρυσού, εμποδίζεται η αύξηση της ποσότητας των χρημάτων που κυκλοφορούν, με αποτέλεσμα να γεννιούνται κρίσεις. Οι οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι η μεγάλη ύφεση του 1929 ήταν μια τέτοια περίπτωση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προσχώρησαν στον «κανόνα του χρυσού» το 1879 και έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα πράγματα εξελίσσονταν ομαλά. Κατόπιν, παρατηρήθηκαν σοβαρές διακυμάνσεις -κερδοσκοπικού τύπου- των νομισμάτων σε σχέση με τον χρυσό. Επιπλέον, η διαρκώς αυξανόμενη επιθυμία των κυβερνήσεων για χαλαρή δημοσιονομική πολιτική άρχισε να υπονομεύει τον «κανόνα του χρυσού».

Το 1944, με τη συμφωνία του Bretton-Woods, το σύστημα τροποποιήθηκε: όλες οι συμμαχικές χώρες αποδέχτηκαν το αμερικανικό δολάριο ως αποθεματικό και η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δεσμεύτηκε να διατηρεί επαρκή ποσότητα χρυσού ώστε να υποστηρίζει τα δολάριά της. Επομένως, η Αμερική παρέμεινε η μοναδική χώρα της οποία το νόμισμα ήταν μετατρέψιμο σε χρυσό. Όμως, το μέλλον του πολύτιμου μετάλλου στην ιστορία της οικονομίας αρχίζει να διαγράφεται δυσοίωνο.

Και φτάνουμε στο 1971. Όταν ο Nixon αναστέλλει μονομερώς τη συμφωνία του Bretton-Woods, ξεκινά μια νέα εποχή στην οικονομία: η εποχή της «αυθαίρετης ισοτιμίας» (fiat currency). Στο νέο σύστημα συναλλαγών η αξία του νομίσματος δεν βασίζεται σε κανένα φυσικό εμπόρευμα, αλλά μπορεί να κυμαίνεται έναντι άλλων νομισμάτων στις αγορές συναλλάγματος. Η αξία του νομίσματος στηρίζεται πια αποκλειστικά στην εμπιστοσύνη μεταξύ των συναλλασσόμενων, δηλαδή τα νομίσματα γίνονται αποδεκτά ως μέσο συναλλαγής και, άρα, ανταλλαγής με άλλα αγαθά.

Οι δεσμοί ανάμεσα στο χρήμα και στον χρυσό σπάζουν οριστικά. Ωστόσο, μια αμυδρή ανάμνηση εξακολουθεί να συγκρατείται: σε κάθε κρίση που ξεσπάει, όσοι διαθέτουν τα μέσα αγοράζουν χρυσό για να σώσουν τα χρήματά τους. Τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Ίσως στο εξής τα ανεξερεύνητα ακόμη μεταλλεία εξόρυξης κρυπτονομισμάτων να είναι πιο αποδοτικά.

 

Πηγή για την εικόνα:

Φωτογραφία από <a href="https://pixabay.com/el/users/stevebidmead-249424/?utm_source=link-attribution&amp;utm_medium=referral&amp;utm_campaign=image&amp;utm_content=513062">Steve Bidmead</a> από το <a href="https://pixabay.com/el/?utm_source=link-attribution&amp;utm_medium=referral&amp;utm_campaign=image&amp;utm_content=513062">Pixabay</a>

 

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

Αναδιανέμοντας τον πλούτο: η περίπτωση του Robin Hood

 

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μεγαλώσει με τον μύθο του Robin Hood. Δηλαδή, με τον μύθο ενός ευγενούς παράνομου, ο οποίος ζούσε στο δάσος Sherwood στο Nottingham και ο οποίος, μαζί με τους πρόσχαρους συντρόφους του, άρπαζε χρήματα από τους πλούσιους και τα μοίραζε στους φτωχούς. Δεν θέλω να καταστρέψω τη ρομαντική ιδέα που έχουμε για τον γεροδεμένο νεαρό, συνδεδεμένο στο μυαλό μας με το παρουσιαστικό του Errol Flynn, του Kevin Costner, του Sean Connery, του Russell Crowe και πολλών άλλων γοητευτικών χολιγουντιανών αρσενικών. Το ζήτημα, όμως, που με ενδιαφέρει είναι εάν, με βάση τις ηθικές θεωρίες που έχουν διατυπωθεί, ο Robin είχε το δικαίωμα να κάνει αναδιανομή πλούτου.

Καμία αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου δεν είναι επιτρεπτή, θα υποδείκνυαν οι φιλελεύθεροι, αυτοί που στην μεν Ευρώπη ονομάζονται liberals, στις δε Ηνωμένες Πολιτείες libertarians. Το να υποστηρίζονται οι φτωχοί από τους εύπορους είναι προφανώς επιθυμητό. Όμως, το αν θα το κάνουν είναι μια πρωτοβουλία για την οποία πρέπει να αποφασίζει το ίδιο το άτομο. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να την επιβάλουμε, εφόσον καθένας έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί με όποιον τρόπο θέλει όσα κατέχει. Σε αυτήν τη λογική, ο πατριάρχης του φιλελευθερισμού, ο Friedrich Hayek, τονίζει ότι η προσπάθεια να επιτύχουμε οικονομική ισότητα μπορεί να είναι θεάρεστη, αλλά κοινωνικά είναι καταστροφική και καταπιεστική.

Κι ακόμα περισσότερο: αυτήν την αναδιανομή δεν έχει δικαίωμα να την επιχειρεί ούτε το κράτος. Με απλά λόγια, το κράτος δεν μπορεί να υποχρεώνει τους εύπορους να χρηματοδοτούν τη στέγη, την ιατρική περίθαλψη ή την εκπαίδευση των απόρων. Εάν το κάνει, για παράδειγμα μέσω της φορολογίας, τότε το κράτος απλούστατα κλέβει, και μάλιστα χωρίς καν να είναι τόσο χαριτωμένο όσο ο Robin Hood. Ο Milton Friedman, ο άλλος γκουρού του φιλελευθερισμού, υποστηρίζει ότι πολλές κρατικές δραστηριότητες, που αποσκοπούν στην οικονομική εξίσωση των ανθρώπων, αποτελούν ωμές παραβιάσεις των ατομικών δικαιωμάτων όσων υποχρεώνονται να συνεισφέρουν σε αυτό το εγχείρημα δίχως να το έχουν ελεύθερα επιλέξει.

Ο Robert Nozick, τέλος, ακόμα πιο προωθημένα, υποστηρίζει ότι το κράτος καλύτερα να μην κάνει τίποτα και ότι πολύ πιο ωφέλιμο είναι να έχουμε ένα κράτος όσο γίνεται πιο περιορισμένο, με αρμοδιότητα μόνον την επιβολή των συμβολαίων και την προστασία των ανθρώπων από τη βία, την κλοπή και την απάτη. Η παρέμβασή του σε οποιονδήποτε άλλο τομέα απλούστατα δεν είναι νόμιμη. Επιπλέον, ισχυρίζεται ο Nozick, πρέπει να απαλλαγούμε από την αντίληψη ότι η ανισότητα των πόρων είναι άδικη και ότι οι πλούσιοι βαρύνονται με κάποιο είδος ενοχής, αρκεί να ισχύει μία κρίσιμη προϋπόθεση: να έχουν νομίμως αποκτήσει τα αγαθά τους. Και θα μπορούσε να δεχτεί τη φορολογία ως επανορθωτική για αδικίες που διαπράχθηκαν στην προσπάθεια απόκτησης περιουσίας, σε καμία περίπτωση, όμως, ως αναδιανεμητική για την εξασφάλιση μεγαλύτερης ισότητας.

Μετά από όλα αυτά, καταλήγουμε υποχρεωτικά στο συμπέρασμα ότι η ζωή είναι πιο πολύπλοκη από τη μυθοπλασία και ότι ο Robin Hood είναι –θα το πω ωμά- ένα κοινός λωποδύτης. Κι αυτό επειδή η φιλανθρωπία του δεν είναι ατομική, αλλά λειτουργεί οργανωμένα και συστημικά, σε μια προσπάθεια να υποκαταστήσει την κρατική αναδιανομή.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BD_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94%CE%B1%CF%83%CF%8E%CE%BD#/media/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Robin_shoots_with_sir_Guy_by_Louis_Rhead_1912.png


Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2021

Είναι δίκαιη η ζωή;

 

Είναι δίκαιη η ζωή; Σε αυτό το ερώτημα ο σπουδαίος Αμερικανός οικονομολόγος Milton Friedman απαντά «όχι», προσθέτοντας ότι, αντί να γκρινιάζουμε για την αδικία, είναι σκόπιμο να παραδεχτούμε ότι επωφελούμαστε από αυτήν. Επιχειρηματολογεί, μάλιστα, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του Cassius Clay, γνωστότερου με το όνομα Muhammad Ali. Ο Friedman, φλογερός θαυμαστής του laissez-faire και απολύτως επικριτικός στις εξισωτικές ιδέες, παραδέχεται, ωστόσο, ότι δεν είναι δίκαιο έναντι όλων των υπόλοιπων το ότι ο Muhammad Ali γεννήθηκε με την ικανότητα εκείνη που του επέτρεψε να γίνει μεγάλος πυγμάχος. Επιπλέον, ο Cassius Clay κέρδιζε σε μια νύχτα εκατομμύρια δολάρια, πολλά περισσότερα από όσα μπορεί να κερδίσει για τον ίδιο χρόνο εργασίας ένας λιμενεργάτης. Θα το λέγαμε αυτό δίκαιο; Αν η πρώτη απάντηση που σας έρχεται στο μυαλό είναι «όχι», ίσως θα συμφωνούσα μαζί σας, μόνο που πρέπει να σκεφτείτε και κάτι ακόμα: θα θεωρούσατε δίκαιο αν, στο όνομα ενός αφηρημένου ιδεώδους δικαιοσύνης, απαγορεύαμε στον Cassius Clay να αγωνίζεται και να κερδίζει εκατομμύρια δολάρια, στερώντας όμως έτσι από τους ανθρώπους την απόλαυση να τον παρακολουθούν;

Μήπως, λοιπόν, εάν εξαλείφαμε αυτό που στην αρχή θεωρήσαμε ως αδικία (το ξεχωριστό χάρισμα του Cassius Clay που του εξασφάλιζε κέρδος εκατομμυρίων), διαπράτταμε μια άλλη αδικία απέναντι τους οπαδούς του; Μα, θα μου πείτε, θα μπορούσαμε να υποχρεώσουμε τον Cassius Clay να αγωνίζεται με αμοιβή ίση προς εκείνη του λιμενεργάτη, διασώζοντας έτσι και την απόλαυση των ανθρώπων. Ποιος, όμως, θα υποστήριζε στα σοβαρά ότι η αγωνιστική δεινότητα του Cassius Clay θα ήταν ίδια αν οι απολαβές του ήσαν τόσο πενιχρές;

Εν τέλει, δεν είναι η οικονομία της ελεύθερης αγοράς που καθορίζει την αξία των αγαθών; Μπορείτε να επεκτείνετε το παράδειγμα και σε άλλες κατηγορίες ταλαντούχων ανθρώπων: τραγουδιστών, ηθοποιών κ.λπ.. Μπορείτε να το επεκτείνετε και σε διάφορες κατηγορίες, κατά γενική ομολογία «άχρηστων», αγαθών. Πιστεύετε πως είναι άδικο να αγοράζονται, παρόλο που καλύπτουν τις, έστω και «φανταστικές» ανάγκες των ανθρώπων; Μήπως θα έπρεπε να υπάρχουν συστάσεις ή επιβολή (από μια αδιευκρίνιστη κρατική ή ιδιωτική αυθεντία) για το τι αξίζει να αγοράζουμε; Δεν σας περνάει από το μυαλό ότι κάτι τέτοιο, όπου έχει συμβεί, συνδέεται με αυταρχικότητα και ολοκληρωτισμό;

Πάντως, ο  Milton Friedman, στο βιβλίο του με τίτλο Free to Choose (Ελεύθεροι να διαλέγουμε), το οποίο έγραψε μαζί με τη σύζυγό του, υπερασπίζεται με πάθος την ελεύθερη αγορά. Το βιβλίο του κυκλοφόρησε στην Αμερική το 1980, όταν υποψήφιος για την προεδρία ήταν ο Ronald Reagan. Έτσι κι αλλιώς, ο Milton Friedman εκτιμούσε ιδιαιτέρως την οικονομική πολιτική του προεδρικού υποψήφιου και μετέπειτα Προέδρου.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/Muhammad_Ali#/media/File:Zbigniew_Pietrzykowski_and_Muhammad_Ali_1960.jpg


Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

Χριστουγεννιάτικα δώρα (Μέρος Β΄)

 

Στην άποψη του Joel Waldfogel ότι τα χρηματικά δώρα είναι προτιμότερα, απαντάει ο οικονομολόγος Gregory Mankiw. Αυτός χρησιμοποιεί μια φράση πολύ συνηθισμένη σε σχέση με τις αγορές, για να υποστηρίξει ότι τα χρήματα δεν είναι η καλύτερη ιδέα για δώρο. Με το δώρο –λέει- «στέλνεις ένα σήμα». Στην ουσία κατέχεις μια ιδιωτική πληροφορία την οποία μοιράζεσαι μέσω του δώρου με αυτόν στον οποίο αφορά. Ποια πληροφορία; Ότι τον αγαπάς . Και διαλέγεις ένα δώρο, διαθέτοντας κόπο και χρήματα, για να του στείλεις το σήμα, για να του μεταβιβάσεις την πληροφορία.

Μας αρκεί αυτό; Δεν νομίζω. Η κίνηση, όπως την περιγράφει ο Mankiw, είναι πολύ έμμεση. Εξάλλου, υπό μία έννοια, σήμα δεν δίνεις και προσφέροντας χρήματα; Και μάλιστα, όσο περισσότερα, τόσο ισχυρότερο το σήμα, μήπως και το ραντάρ του άλλου είναι ασθενές!

Το δώρο, όποιο κι αν είναι, κυρίως αν το έχεις επιλέξει με φροντίδα και αγάπη, δεν στέλνει μόνον ένα σήμα, αλλά χτίζει μια σχέση. Όποιο κι αν είναι, είπα. Για να δούμε. Τι θα προτιμούσατε να σας χαρίσει το αγαπημένο σας πρόσωπο; Την ακριβή ηλεκτρική σκούπα, που έτσι κι αλλιώς σκοπεύετε να αγοράσετε επειδή η προηγούμενη σας χάλασε; Μια κάρτα δώρου για 10 μασάζ; Ένα διαμαντένιο κολιέ; Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο; Πολλά κόκκινα τριαντάφυλλα; Ένα ρομαντικό δείπνο για δύο; Ένα σημειωματάριο για να γράφετε τις ευτυχισμένες στιγμές της σχέσης σας; Μια φωτογραφία των δυο σας σε κομψή κορνίζα;

Ποιος θα περιφρονούσε την ηλεκτρική σκούπα. Θα σας απάλλασσε και από την υποχρέωση να τρέχετε οι ίδιοι. Τα μασάζ, γιατί όχι, όταν η κυτταρίτιδα παραμονεύει; Τα διαμάντια μένουν εκτός συζήτησης. Είναι, άλλωστε, παντοτινά, ακόμα κι αν η σχέση δεν είναι. Αλλά τα τριαντάφυλλα, το ρομαντικό δείπνο, το σημειωματάριο, η φωτογραφία … Δεν σχετίζονται με την ωφέλεια. Όμως, δεν έχει καμία σημασία. Τα τριαντάφυλλα, το ρομαντικό δείπνο, το σημειωματάριο, η φωτογραφία, παρότι δώρα δίχως σπουδαία οικονομική αξία, δείχνουν μια έγνοια. Δείχνουν αγάπη. Δεν δίνουν απλώς ένα σήμα, αλλά εκφράζουν ένα συναίσθημα.

Γι’ αυτό, τα Χριστούγεννα, το καλύτερο ξόδεμα χρόνου είναι να χαζεύουμε τις φωτεινές βιτρίνες ψάχνοντας να βρούμε για τους αγαπημένους μας το ένα και μοναδικό δώρο που θα κάνει τη διαφορά. Ο Waldfogel γκρινιάζει ότι κάτι τέτοιο ακυρώνει την επιζητούμενη αποτελεσματικότητα και ισχυρίζεται ότι αυτό συμβαίνει επειδή η προσφορά χρημάτων έχει στιγματιστεί, έχει πρόσημο αρνητικό. Υπάρχουν κι άλλοι που συμφωνούν λέγοντας ότι -κακώς- τα χρηματικά δώρα έχουν γίνει ένα είδος «κοινωνικού ταμπού».

Όμως, ποιος δίνει σημασία στους οικονομολόγους; Τι μας νοιάζουν εμάς οι αγωνίες τους για τη «θεσμική δυσλειτουργία» που προκαλείται στην αγορά όταν μας χαρίζουν ένα κακάσχημο κόκκινο πουλόβερ με σταμπαρισμένες χιονονιφάδες και έλκηθρα, που μας πέφτει και μεγάλο;  Εμάς μας νοιάζει ότι κάποιος μας σκέφτηκε, κάποιος που μας αγαπάει, και το δείχνει. Εντάξει, θα μπορούσε να είχε κάπως καλύτερο γούστο, αλλά, έτσι κι αλλιώς, μήπως επρόκειτο να το φορέσουμε όποιο πουλόβερ και να μας χάριζε; Όχι, βέβαια. Τέτοιο πολύτιμο δώρο δεν το καταστρέφεις φορώντας το. Θα το κρύβαμε στη βαλίτσα με τους θησαυρούς μας, αυτούς που μας θυμίζουν στιγμές και πρόσωπα.

Οπότε, αγνοώντας σε αυτήν την περίπτωση τις επιταγές της αγοράς, σημαίνει ότι δεν της επιτρέπουμε να χώνεται σε όλα τα πεδία της προσωπικής μας ζωής ούτε να επηρεάζει τις ηθικές μας κρίσεις σε όλα τα ζητήματα.

 

Πηγές για τις εικόνες:

https://pixabay.com/el/photos/%CF%81%CE%B5%CF%84%CF%81%CF%8C-%CE%B4%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CE%B4%CE%AD%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF-1847088/

https://pixabay.com/el/illustrations/%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CF%81%CE%B5%CF%84%CF%81%CF%8C-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%BF-3824897/


Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Χριστουγεννιάτικα δώρα (Μέρος Α΄)

 

Τα Χριστούγεννα έφτασαν. Τα δώρα είναι στην ημερήσια διάταξη. Άλλωστε, πώς θα αποδείξουμε στους άλλους ότι τους αγαπάμε; Κι από εδώ αρχίζει το πρόβλημα. Τι δώρο θα τους κάνουμε; Πώς θα βρούμε το ιδανικό δώρο για τον καθένα; Σε μια εποχή που όλοι τα έχουν όλα, η επιλογή γίνεται ακόμα δυσκολότερη.

Άδικα μπερδεύεστε, θα έλεγαν οι οικονομολόγοι, αν είχαμε τη φαεινή ιδέα να τους ρωτήσουμε. Υπάρχει τρόπος να κάνετε το δώρο σας, και μάλιστα να κάνετε το καλύτερο και το πιο ταιριαστό δώρο στον καθένα. Είναι απλό. Δεν θα του κάνετε δώρο! Αντί για δώρο, δώστε του χρήματα! Αν έχετε επιφυλάξεις θεωρώντας ότι μια τέτοια πρακτική είναι ψυχρή και απρόσωπη, σκεφτείτε –λένε οι οικονομολόγοι- ότι σε κάθε δώρο υπάρχει μια, έστω και συγκαλυμμένη, χρηματική πλευρά. Και μετά σκεφτείτε τα πλεονεκτήματα που έχει το να δώσετε χρήματα αντί δώρου. Πρώτα-πρώτα, ποιος άλλος ξέρει καλύτερα τι χρειάζεται από τον ίδιο τον αποδέκτη του δώρου; Κι έπειτα, ακόμα κι αν ξέρετε τις ανάγκες των φίλων σας, είναι βέβαιο ότι το γούστο σας συμπίπτει; Οπότε, αγοράζοντας δώρα, υπάρχει ο κίνδυνος αυτά να καταλήξουν στα σκουπίδια.

Το περιγράφει πολύ ωραία ο René Goscinny στο 15ο τόμο της σειράς Astérix που έχει τίτλο La Zizanie (στα ελληνικά μεταφράστηκε ως Η διχόνοια και εκδόθηκε από τη Μαμουθκόμιξ). Ο Γαλάτης αρχηγός έχει γενέθλια και οι συγχωριανοί του τον γεμίζουν με δώρα: ξίφη, κρασί, ταριχευμένα ψάρια και μενίρ, όλα προϊόντα και «έργα τέχνης» τοπικά. Μόνο που αυτά τα δώρα είναι ίδια με εκείνα που του έχουν χαρίσει όλες τις προηγούμενες χρονιές. Το σπίτι ξεχειλίζει από ένα σωρό τέτοια άχρηστα πράγματα, γι’ αυτό η γυναίκα του αρχηγού, πιο πρακτική και ελάχιστα συναισθηματική, τα θάβει όλα στην αυλή.

Το επεισόδιο είναι απολύτως κωμικό, όμως ο Goscinny δεν κάνει τίποτα άλλο από το να αξιοποιεί μια συνθήκη σε όλους γνωστή. Όσοι ανάμεσά μας παντρεύτηκαν πριν από 20 τουλάχιστον χρόνια, όταν οι δωροεπιταγές δεν ήσαν της μόδας, ίσως μπορούν τώρα πια να ομολογήσουν χωρίς ενοχές πόσο ταλαιπωρήθηκαν για να αλλάξουν τις 10 καφετιέρες ή τα 20 βάζα που τους χάρισαν οι συγγενείς τους. Επίσης, μπορούν πια να αποκαλύψουν πόσο ανησύχησαν μήπως κι οι ίδιοι, βάσει των νόμων της κληρονομικότητας, αποδειχθούν το ίδιο «πρωτότυποι» με εκείνους σε ανάλογες περιπτώσεις.

Κι εδώ επανάκαμπτουν, δικαιωμένοι, οι οικονομολόγοι: αν θέλετε να δώσετε χαρά στους φίλους σας, δεν έχετε παρά να τους προσφέρετε χρηματικά δώρα. Ένας από αυτούς, ο Joel Waldfogel, το πήγε ακόμα πιο πέρα. Στο βιβλίο του Scroogenomics. Why you Shouldn’t Buy Presents for Holidays (Η οικονομία του Scrooge. Γιατί δεν πρέπει να αγοράζετε δώρα στις γιορτές), που εκδόθηκε το 2009, υποστηρίζει αυτό που εκείνος ονομάζει «αναποτελεσματικότητα» των δώρων (ποτέ δεν θα μείνουμε ικανοποιημένοι με κάποιο δώρο που μας έκαναν) και ισχυρίζεται ότι η αγορά ενός δώρου στην ουσία προκαλεί καταστροφή του κεφαλαίου που δαπανήθηκε (η αξία του δώρου, όσο ακριβό κι αν είναι, αποτιμάται κατά 20% λιγότερο, ανά δολάριο, από την αξία των αντικειμένων που αγοράζουμε οι ίδιοι για τον εαυτό μας). Και καταλήγει, αναφερόμενος στην αμερικανική χριστουγεννιάτικη αγορά, ότι με τα δώρα συντελείται ένα «όργιο καταστροφής κεφαλαίου».

Έχει άραγε δίκιο ο Waldfogel; Τι λένε άλλοι οικονομολόγοι; Κι εμείς; Τι λέμε εμείς; 

Επομένως, έπεται συνέχεια.

 

Πηγές για τις εικόνες:

https://mamouthcomix.gr/product/%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BE-06/

https://pixabay.com/el/illustrations/%CE%B3%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B1-lady-%CE%B4%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%B1-5715022/


Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Για τη Mont Pelerin Society


Ο σπουδαίος ιστορικός, ακραιφνής φιλελεύθερος, πολέμιος κάθε πολιτικού και θρησκευτικού φανατισμού, John Emerich Edward Dalberg, 1ος βαρόνος Acton of Aldenham, είναι ο ένας από τους δύο ανθρώπους που παραλίγο να δώσουν το όνομά τους σε μια εταιρεία η οποία δημιουργήθηκε στις 10 Απριλίου 1947. Ο δεύτερος ήταν ο άλλος φιλελεύθερος, ο γνωστός Γάλλος Alexis-Charles-Henri-Clérel de Tocqueville, που έγραψε το δίτομο De la démocratie en Amérique (Η δημοκρατία στην Αμερική), μία από τις πρώτες πραγματείες στην κοινωνιολογία και στην πολιτική επιστήμη.
Η ιδέα για την εταιρεία που χρειαζόταν να βαφτιστεί προέκυψε σε ένα συνέδριο το οποίο είχε οργανώσει ένας τρίτος κλασικός φιλελεύθερος οικονομολόγος, ο Αυστριακός Friedrich August Hayek. Σε αυτό το συνέδριο συμμετείχαν 39 πανεπιστημιακοί ερευνητές, οικονομολόγοι πρωτίστως, αλλά και ιστορικοί και φιλόσοφοι. Ο σκοπός της συνάντησης; Το μέλλον του φιλελευθερισμού και ο πόλεμος ενάντια στην «κρατικιστική υπεροχή και στη μαρξιστική ή κευνσιανή αντίληψη περί κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας που εξαπλωνόταν στην υφήλιο» (state ascendancy and Marxist or Keynesian planning [that was] sweeping the globe).
Η εταιρεία, που ιδρύθηκε από τον Hayek με συνιδρυτές τον Karl Popper, τον Ludwich Heinrich Edler von Mises, τον George Stigler και τον Milton Friedman, δεν είχε κανέναν προπαγανδιστικό προσανατολισμό, ούτε επεδίωκε να εγκαθιδρύσει κάποια ορθοδοξία. Στόχευε στη διευκόλυνση ανθρώπων με όμοιες αντιλήψεις να ανταλλάσσουν ιδέες, σε μια προσπάθεια ενδυνάμωσης των αρχών της ελεύθερης κοινωνίας, καθώς και μελέτης της λειτουργίας, των αξιών και των ατελειών ενός οικονομικού συστήματος προσανατολισμένου στην αγορά.


Όσο για το όνομά της … Ο συνδυασμός Acton-Tocqueville (Acton-Tocqueville Society) απορρίφθηκε από δύο εξέχουσες προσωπικότητες. Από τον von Mises, ο οποίος εξέφρασε την ανησυχία του για το ότι η εταιρεία θα φορτωνόταν τα λάθη των επωνύμων της Lord Acton και Tocqueville. Και από τον Frank Knight, ο οποίος εξήγησε πόσο θα επηρεαζόταν το κύρος της εταιρείας αν έπαιρνε το όνομά της από δύο «ρωμαιοκαθολικούς αριστοκράτες»!
Ποιο όνομα πήρε τελικά; Πήρε το μάλλον αδιάφορο όνομα Mont Pelerin Society (MPS), από το ελβετικό χωριό όπου γινόταν η συνάντηση.
Το αδιάφορο, όμως, όνομα δεν την εμπόδισε να ασκήσει τέτοια επιρροή, ώστε πολλά μεταγενέστερα think tanks να χρωστάνε σε αυτήν τη δημιουργία τους. Επιπλέον, ανάμεσα στα κατά καιρούς μέλη της φιγουράρουν διάσημοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι, οικονομολόγοι και σύμβουλοι κυβερνήσεων. Χαρακτηριστικά, από τους 76 οικονομικούς συμβούλους του προσωπικού της προεκλογικής εκστρατείας του Αμερικανού Προέδρου Ronald Wilson Reagan το 1980, οι 22 ήσαν ενεργά μέλη της Mont Pelerin Society. Από την άλλη πλευρά, μαρξιστές θεωρητικοί την κατηγόρησαν ως υπεύθυνη όχι για την εξάπλωση του φιλελευθερισμού, όπως δηλωνόταν στην ιδρυτική της πράξη, αλλά του νεοφιλελευθερισμού, ενώ κάποιοι άλλοι θεωρητικοί την εγκάλεσαν για στροφή στον σοσιαλισμό (sic!).

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

Τα καινούρια ρούχα του Diderot


Η ωραιότατη κόκκινη φορεσιά, την οποία έλαβε ως δώρο, στα τέλη του 1768, ο Γάλλος φιλόσοφος Denis Diderot από τους στενούς του φίλους Jacques-Henri Meister, Ferdinando Galiani, Étienne Nöel Damilaville, βαρόνο d’ Holbach, Louis Guillaume Lemonnier, αββά Guillaume-Thomas Raynal, Andre Le Breton και Mme Marie-Térèse Geoffrin και η οποία τόσο πολύ τον χαροποίησε, είχε ένα εντελώς απροσδόκητο αποτέλεσμα: ό,τι ως τότε είχε άρχισε πια να φαντάζει μπροστά της άκομψο και αταίριαστο. Έτσι, αντικατέστησε την παλιά του καρέκλα με μια θαυμάσια πολυθρόνα ντουμπλαρισμένη με μαροκινό ύφασμα, το παλιό του γραφείο με ένα νέο πολύ πιο μοντέρνο. Βεβαίως, δεν σταμάτησε εκεί: όλα έπρεπε να προσαρμοστούν στη λαμπρότητα και στην πολυτέλεια του νέου του αποκτήματος. Ο Diderot κυριολεκτικά υποδουλώθηκε από την όμορφη φορεσιά και από την ανάγκη όλα να είναι εξίσου μεγαλοπρεπή, μέχρι που στο τέλος βυθίστηκε στα χρέη. Αυτή του την περιπέτεια ο Diderot την κατέγραψε σε ένα δοκίμιο με τίτλο Regrets sur ma vieille robe de chambre, που εκδόθηκε αυτοτελώς το 1772. Ο υπότιτλος του έργου, ευφυής, Avis à ceux qui ont plus de goût que de fortune.

Dimitri Levitzky, Portrait of Denis Diderot (1773)
Γενεύη, Musée d’ Art et d’ Histoire

Το 1988, ο Καναδός ανθρωπολόγος Grant David McCracken έδωσε για πρώτη φορά το όνομα Diderot Effect στο κοινωνικό φαινόμενο το οποίο περιγράφει μοντέλα κατανάλωσης και το οποίο στηρίζεται σε δύο αρχές: α) ο καταναλωτής αγοράζει προϊόντα που θεωρεί ότι συνδέονται με την ταυτότητα του και β) η αγορά ενός προϊόντος που δεν έχει αυτό το χαρακτηριστικό ενεργοποιεί μια διαδικασία σπειροειδούς κατανάλωσης (process of spiraling consumption). Πιο απλά, αν το νέο μου πουλόβερ δεν ταιριάζει με τη φούστα που ήδη έχω, είμαι υποχρεωμένη να αγοράσω μια καινούρια φούστα. Γι’ αυτό η αγορά, που μυρίζεται τις ανάγκες και δημιουργεί «ήθος», πουλάει τα πάντα σεταρισμένα.


Φαίνεται, λοιπόν, πως, παρόλο που γκρινιάζουμε και διαμαρτυρόμαστε κατά της υλιστικής κοινωνίας την οποία δημιουργήσαμε, εν τέλει τα πράγματα που κατέχουμε αποτελούν κρίσιμο στοιχείο της ταυτότητάς μας. Ρούχα, έπιπλα και μικρο-gadgets μας προσδιορίζουν. Και, μέσα σε έναν απειλητικά χαοτικό και θραυσματικό κόσμο, όπου νιώθουμε ότι και η ταυτότητά μας σπάει και κομματιάζεται, προσπαθούμε όλα τα αντικείμενα που μας περιτριγυρίζουν να έχουν ενότητα (ακόμα και εις βάρος της οικονομικής μας ευημερίας), ελπίζοντας ότι έτσι θα αποκτήσουμε κι εμείς οι ίδιοι ενιαία ταυτότητα.

Πηγές για τις εικόνες: