Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Currie Gr.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Currie Gr.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

Το μυθιστορηματικό παράδοξο


Ένας αναγνώστης του Lord of the Rings νιώθει φόβο για το σκοτεινό μυστήριο της γης της Mordor. Ένας άλλος αγωνιά για την τύχη του μικρού Oliver Twist που τριγυρνά μόνος στους εχθρικούς δρόμους του Λονδίνου. Ένας τρίτος χαίρεται που όλα διευθετούνται και η νεαρή Emma βρίσκει τελικά την ευτυχία στον γάμο με τον κύριο Knightley. Ο Oscar Wilde μας πληροφορεί ότι ο θάνατος του μπαλζακικού Lucien de Rubempré προκάλεσε σ’ αυτόν μια θλίψη που ποτέ στη ζωή του δεν κατάφερε να ξεπεράσει. Όταν ο Sir Arthur Conan Doyle, μπουχτισμένος από την επιτυχία του ήρωά του, έλαβε την απόφαση να τον σκοτώσει, το κοινό αντέδρασε με τέτοια ένταση ώστε ο  Doyle αναγκάστηκε να αναθεωρήσει. Και αν ψάξει κανείς στο διαδίκτυο, ακόμα σήμερα, εκατόν πενήντα χρόνια μετά, θα βρει αγανακτισμένες αναγνώστριες που ποτέ δεν συγχώρησαν τη  Louisa May Alcott η οποία πήρε την –ομολογουμένως απαράδεκτη- απόφαση να παντρέψει την Jo με τον ασήμαντο καθηγητή Bhaer και τον Laurie με τη ματαιόδοξη μικρή αδελφή της Amy.


Αυτά τα αισθήματα που νιώθουμε για τους μυθιστορηματικούς ήρωες και τα μυθιστορηματικά συμβάντα παραβιάζουν μια βασική προϋποθετική αρχή. Ότι για να συμπάσχουμε με κάποιο πρόσωπο πρέπει να θεωρούμε αυτό το πρόσωπο υπαρκτό, πράγμα που δεν συμβαίνει με τους ήρωες της λογοτεχνίας. Κι όμως … μας κάνουν να συγκινούμαστε, να θυμώνουμε, να χαμογελάμε.
Ο Colin Radford, σε ένα άρθρο του 1975 που ξεκίνησε τη συζήτηση γι’ αυτό που ονομάστηκε «μυθιστορηματικό παράδοξο» (paradox of fiction), χαρακτήρισε τη συναισθηματική μας ανταπόκριση στους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες παράλογη, ασυνάρτητη και ασυνεπή. Και δεν δέχεται ως δικαιολογία το ότι, διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό έργο, μας συναρπάζει σε σημείο ώστε να ξεχνάμε ότι είναι φανταστικό. Αν το ξεχνούσαμε, λέει ο Radford, τότε, όπως θα κάναμε και στην πραγματική μας ζωή, θα σπεύδαμε να βοηθήσουμε τον ήρωα που ταλαιπωρείται ή κινδυνεύει, πράγμα που όμως καθόλου δεν συμβαίνει.
O Kendall Walton,  επίσης, θεωρεί τέτοια συναισθήματα ακατανόητα, αδύνατα και ψεύτικα, καθώς έχουμε απόλυτη επίγνωση ότι όλα όσα διαβάζουμε δεν είναι αληθινά. Το μόνο που, σύμφωνα με τον Walton, μπορεί να δικαιολογήσει αυτήν τη συναισθηματική μας ανταπόκριση, είναι το γεγονός ότι εμείς οι αναγνώστες συμμετέχουμε θεληματικά σε ένα παιχνίδι προσποίησης, μέσω του οποίου εισερχόμαστε και βυθιζόμαστε στον μυθιστορηματικό κόσμο. Ο φόβος, η χαρά ή η λύπη μας, αν και μοιάζουν με τέτοια, δεν είναι πραγματικά συναισθήματα σαν αυτά που θα μας προκαλούσαν οι περιπέτειες πραγματικών προσώπων. ο Walton τα ονομάζει οιονεί συναισθήματα (quasi-emotions).
Ο Peter Lamarque, στο δοκίμιό του «How Can We Fear and Pity Fictions»,  διαφωνεί με τις προηγούμενες θέσεις και διατυπώνει μια πολύ τολμηρή θεωρία. Δεν είμαστε εμείς που βυθιζόμαστε στον κόσμο των μυθιστορηματικών ηρώων, ώστε να συμπάσχουμε με αυτούς. είναι οι μυθιστορηματικοί ήρωες που εισέρχονται στον δικό μας κόσμο ως διανοητικές παραστάσεις και, αληθινές ως τέτοιες, επιτρέπουν στα συναισθήματά μας που συνδέονται με αυτές να είναι αληθινά. Και ο R. T. Allen, ακόμη πιο τολμηρά, υποστηρίζει ότι το πρόβλημα λύνεται αν πάψουμε να συνδέουμε τη λογοτεχνία με την παρουσίαση γεγονότων. Άπαξ και αντιληφθούμε ότι η αλήθεια δεν περιορίζεται στην πραγματικότητα των γεγονότων, το πρόβλημα εξαφανίζεται, γράφει. Ο Gregory Currie,  τέλος, προτείνει μια άλλη εξήγηση. Τα αισθήματά μας για τους μυθιστορηματικούς ήρωες είναι αυθεντικά, μόνο που δεν έχουν ως αποδέκτες τους μυθιστορηματικούς ήρωες. Καθώς η λογοτεχνία προκαλεί συνειρμούς με αληθινούς ανθρώπους, σε αυτούς –ισχυρίζεται- κατευθύνονται στ’ αλήθεια τα συναισθήματά μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:
https://gr.pinterest.com/pin/129197083033806874/

Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

Η γλώσσα της εξαπάτησης


Ό,τι μπορεί κανείς να μάθει από τη λογοτεχνία για τον πραγματικό κόσμο, μπορεί ακόμα καλύτερα να το μάθει από μη λογοτεχνικές πηγές: αυτό είναι το κυριότερο επιχείρημα των φιλοσόφων που απορρίπτουν τη γνωστική αξία της λογοτεχνίας. Επαγγελματίες ψεύτες, ονομάζει ο Hume τους ποιητές και ο Russell χαρακτηρίζει ψευδείς όλες τις προτάσεις του σαιξπηρικού Hamlet, βασισμένος αποκλειστικά στο γεγονός ότι πρόσωπο με το όνομα Hamlet δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Russell, οι μυθιστορηματικές προτάσεις είναι ψευδείς επειδή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως διατυπώσεις έξω από το φανταστικό σύμπαν της λογοτεχνίας.
“[N]ow for the Poet, he nothing affirmeth, and therefore never lieth”, γράφει ο Sir Philip Sidney το 1595. Αυτή η πρώιμη διατύπωση θα βρει συνέχεια στον 20ό αιώνα, οπότε φιλόσοφοι όπως ο P. F. Strawson, ο H. L. A. Hart, ο Joseph Margolis, ο Roger Scruton κ.ά, βασισμένοι στη θεωρία του νοήματος του Gottlob Frege, επιχειρούν μια σαφή διάκριση ανάμεσα στη δηλωτική/αποφαντική (assertive) και στη μυθιστορηματική (fictive) χρήση της γλώσσας. Η δεύτερη, προσιδιάζουσα στη λογοτεχνία, είναι μια γλώσσα από την οποία λείπει η αναφορική δύναμη, καθώς το λογοτεχνικό σημείο δεν συνδέεται με κάτι υπαρκτό στην εξωτερική πραγματικότητα.
Αν όμως ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα, δεν αναφέρεται στην πραγματικότητα, τότε τι ακριβώς κάνει; Προσποιείται, απαντά μια μερίδα φιλοσόφων. Ο συγγραφέας προσποιείται και ο αναγνώστης εμπλέκεται οικειοθελώς σε αυτήν τη διαδικασία. Ο J. L. Austin και ο John R. Searle, βασικοί εκπρόσωποι αυτής της θέσης, αναπτύσσουν την άποψή τους για τη λογοτεχνία βασισμένοι στη θεωρία των γλωσσικών πράξεων (speech acts). Ο συγγραφέας –υποστηρίζουν-, γράφοντας, απλώς υποκρίνεται ότι επιτελεί προσλεκτικές πράξεις (illocutionary acts), καθώς, σύμφωνα με τον Austin, η κανονική συνθήκη αναφοράς είναι εκκρεμής στη λογοτεχνία. Ο Searle, από την πλευρά του, τονίζει ότι η λογοτεχνία καταστρατηγεί τους κανόνες που ισχύουν για τις δηλωτικές/αποφαντικές γλωσσικές πράξεις. Δηλαδή: ο λογοτέχνης δεν δεσμεύεται στην αλήθεια των ισχυρισμών του (παραμένει λογικά εκτεθειμένος) και, επομένως, δεν νιώθει υποχρεωμένος να τους αποδείξει. Επιπλέον, διατυπώνει προτάσεις που και ο ίδιος δεν τις πιστεύει ως αληθινές (παραμένει ηθικά εκτεθειμένος), χωρίς ωστόσο να περάσει από το μυαλό κανενός να του προσάψει την κατηγορία ότι λέει ψέματα. Ο Richard Ohmann συμπληρώνει αυτήν τη θέση προσθέτοντας και το στοιχείο της μίμησης. Η προσλεκτική δύναμη της λογοτεχνίας είναι, σύμφωνα με τον Ohmann, μιμητική. Ο συγγραφέας, αφενός, μιμείται γλωσσικές πράξεις του πραγματικού κόσμου και, αφετέρου, προβαίνει σε μια προσλεκτική πράξη μίμησης δημιουργώντας έναν αφηγητή ή χαρακτήρες οι οποίοι αναλαμβάνουν την επιτέλεση αυτών των γλωσσικών πράξεων (το επιχείρημα είναι ισχυρό, ακόμα και στις περιπτώσεις που ο αφηγητής ή ο ήρωας λειτουργούν ως personae του συγγραφέα).
Τέλος, ο Kendall L. Walton αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως ένα παιχνίδι προσποίησης (make-believe game) στο οποίο εμπλέκονται οικειοθελώς ο συγγραφέας και ο αναγνώστης. Τη θέση του υιοθετεί και ο Gregory Currie. Και οι δυο κατατάσσουν τη λογοτεχνία στην κατηγορία των παιχνιδιών που παίζουν τα μικρά παιδιά, όταν παριστάνουν, για παράδειγμα, τους πειρατές ή τους ιππότες. Έτσι και ο αναγνώστης διαβάζει το λογοτεχνικό έργο σαν να ήταν αληθινό, σαν τα γεγονότα που αυτό αφηγείται να έχουν πράγματι συμβεί. Παρότι –πρέπει να σημειωθεί- υπάρχει ενδεχόμενο, και συμβαίνει συχνά, κάποια από τα αφηγημένα γεγονότα να είναι πράγματι αληθινά και κάποιες από τις μυθιστορηματικές προτάσεις, που συνήθως διακόπτουν την αφήγηση, να είναι πράγματι δηλωτικές και να γίνονται με την προσδοκία ότι θα γίνουν πιστευτές από τον αναγνώστη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: το κείμενο είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα: