Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sartre J.-P.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sartre J.-P.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

Jean-Paul Sartre, Ναυτία


Το 1938 κυκλοφορεί στη Γαλλία το μυθιστόρημα του Jean-Paul Sartre με τίτλο La Nausée (Η ναυτία). 
Ο ήρωας του βιβλίου, ο τριανταπεντάχρονος Antoine Roquentin, μετά από πολλά χρόνια ταξιδιωτικών περιπετειών, εγκαθίσταται στη Bouville (μια φανταστική πόλη που το όνομά της θα μπορούσε στα ελληνικά να αποδοθεί ως Λασπούπολη) με σκοπό να συγγράψει τη βιογραφία του μαρκήσιου de Rollebon, ενός αριστοκράτη που έζησε στο τέλος του 18ου αιώνα. Καθώς, όμως, αναζητεί υλικό για το έργο του στη δημοτική βιβλιοθήκη της πόλης, αντιλαμβάνεται ότι, όσο περνάει ο καιρός, το πρόσωπο του μαρκήσιου de Rollebon παύει να τον γοητεύει και η συγγραφή του βιβλίου του είναι έργο μάταιο. Η ύπαρξή του παύει να αποτελεί την ακίνδυνη μορφή μιας αφηρημένης κατηγορίας και γίνεται η ουσία των πραγμάτων. Αρχίζει, λοιπόν, να βιώνει μια υπαρξιακή πτώση, μια αηδία για το μη-εγώ, δηλαδή για τον κόσμο των πραγμάτων. Βιώνει une espece d’ecoeurement douceatre (ένα είδος γλυκερής αηδίας), ακριβώς επειδή ό,τι ζει έρχεται σε αντίθεση με την αίσθηση της εσωτερικής του ελευθερίας και αυτοσυνείδησης. Η αηδία του στρέφεται κυρίως προς τους άλλους ανθρώπους, ιδιαίτερα προς αυτούς που χαρακτηρίζονται «αστοί» και που τα πρόσωπά τους λάμπουν από αρετή. Αυτοί, που είναι η επιτομή της κακής πίστης, ενσαρκώνουν την αληθινή άρνηση του εγώ, την ακύρωση της ελευθερίας, την απόδειξη της προδοσίας του εγώ. Ο Roquentin αποσύρεται από τον κόσμο, τον αποστρέφεται, επειδή τον νιώθει ανοίκειο, άλλον από τον εαυτό του. Τα πράγματα τον απωθούν και το νόημα αιωρείται. Όλα γίνονται γλοιώδη, σαν λάσπη, δικαιολογώντας το όνομα της πόλης στην οποία ζει.


Ο Roquentin αποδίδει μυθιστορηματικά αυτό το χάσμα της ύπαρξης, το κενό που χωρίζει το εγώ, το υποκείμενο που γνωρίζει, το pour-soi, από τον κόσμο των αντικειμένων. Για να θυμηθούμε τη βάση της σαρτρικής φιλοσοφίας: αντιστρέφοντας την αρχαιοελληνική και μεσαιωνική φιλοσοφία ότι η ουσία προηγείται της ύπαρξης (προσδιορίζοντας τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των πραγμάτων, αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν), ο Sartre ισχυρίζεται ότι οι ουσίες εξαφανίζονται μαζί με τον μόνο ενδεχόμενο νου που θα τις συλλάμβανε, τον θεϊκό. Επομένως, μένει μόνη σταθερή μια περιοχή εκτός σύλληψης, η ύπαρξή μας, της οποίας πραγματικότητα είναι η ελευθερία. Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, υποστηρίζει ο Sartre. Η ουσία είναι κάτι που πρέπει να κατασκευαστεί. Στην καρδιά της σαρτρικής φιλοσοφίας βρίσκεται, λοιπόν, η αντίθεση ανάμεσα στο «καθεαυτό» (en-soi) και στο «δι’ εαυτό» (pour-soi). Το pour-soi είναι, όπως είπαμε, η συνείδηση, το υποκείμενο, το πράγμα που γνωρίζει και το οποίο δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της ίδιας του της επίγνωσης. γι’ αυτό αυτομηδενίζεται, εκφράζεται ως μηδέν. Ο εαυτός, το ιστορικό εγώ, το en-soi, είναι ένα κατασκεύασμα εξωτερικό προς τη συνείδηση, το οποίο δεν διασώζει τη μηδενική του κατάσταση. 


Ανάμεσα στον κόσμο και στη συνείδηση δεν υπάρχει τίποτα. Και το τίποτα είναι αδιαπέραστο, είναι ο πιο ριζικός χωρισμός. Αυτή η ρωγμή συνδέεται με την υπαρξιακή πρόκληση να πληρωθεί το κενό ανάμεσα στο εγώ και στον κόσμο, καθώς και με την αγωνία αυτής της πλήρωσης που είναι απόδειξη ελευθερίας. Αυτός είναι ο λόγος της μεταφυσικής ναυτίας του Roquentin, της οποία την περιγραφή ολοκληρώνει ο Sartre στο L’ Être et le Néant (Το είναι και το μηδέν). Η λάσπη, το γλοιώδες, είναι το αποτέλεσμα της ελευθερίας που έχει εκπέσει στον κόσμο των αντικειμένων. Μια κάποια σωτηρία είναι ο άνθρωπος να δεχτεί έναν ρόλο που του έχει προκαθοριστεί, μια ηθική που έχει σχεδιαστεί από άλλους, να γίνω κι αυτός αντικείμενο ή, αλλιώς ένας «καθώς πρέπει» αστός, από αυτούς που ο Roquentin περιφρονεί. Η άλλη εναλλακτική είναι η ελεύθερη πράξη με την οποία το άτομο δημιουργεί τον εαυτό του και τον κόσμο, σε μια διαδικασία που παραμένει απερίγραπτη και την οποία ο Sartre ονομάζει στράτευση (engagement).


Στράτευση όμως σε τι; Στην εξαγνισμένη ολότητα μιας αφηρημένης ιδέας. Έτσι ο Sartre, έναντι των ανθρώπινων δεσμών της φιλίας, της αγάπης κ.ά., που στερεώνουν τις δυτικές κοινωνίες, επιλέγει τη μαρξιστική νοούμενη υπόσχεση (numenal) για ένα «βασίλειο των σκοπών», και μαζί της ό,τι καταστροφικό και δολοφονικό περιλαμβάνεται στη διαδρομή για την πραγμάτωσή της.

Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Τζαζ και πάλι: Σαπφέτ Νοτερό


Στις 11 Ιουνίου 1985, σε ηλικία 78 ετών,  πέθανε στην Αθήνα, εγκαταλελειμμένη από όλους, μια πολύ αγαπημένη Ελληνίδα ηθοποιός. Όμορφη δεν ήταν. Καθόλου μάλιστα.  Είχε όμως έντονο ταμπεραμέντο, βαθιά θεατρικότητα, μια ιδιαίτερη, βραχνή φωνή και καλλιτεχνική εντιμότητα. Αν καθρέφτης της ομορφιάς είναι τα μάτια των άλλων, τότε δεν είναι περίεργο που όλοι όσοι αγάπησαν τη Σαπφώ Νοταρά –κι εγώ ανάμεσά τους- την έβλεπαν ως μια αληθινή καλλονή.
Πολλές ταινίες του αγαπημένου παλιού ελληνικού κινηματογράφου έχουν σημαδευτεί από την παρουσία και τις ατάκες της.
«Εδώ μέσα γίνονται Σόδομα και Γόμορα»:


«Μπουρλότο»:


Το 1982, δυόμιση περίπου χρόνια πριν από τον θάνατό της, ο Μάνος Χατζιδάκις, με την ευαισθησία που τον διέκρινε, την διάλεξε για να τραγουδήσει στην παράστασή του με τίτλο Πορνογραφία. Η παράσταση κατέβηκε σε λιγότερο από δυο μήνες λόγω έλλειψης θεατών (!), όμως μας έχουν μείνει μουσική παρακαταθήκη τα τραγούδια που έγραψε για την περίσταση ο Χατζιδάκις. Ανάμεσά τους ένα, με δικούς του στίχους, αφιερωμένο στην αγαπημένη του Σαπφώ Νοταρά και τίτλο «Σχόλιο για την περίπτωση της Σαπφέτ Νοτερό»:

Στην οδό του Μπλαμαντώ
τρέχει ατέλειωτο νερό
σ’ ένα υπόγειο τραγουδάει
η Σαπφέτ η Νοτερό.

Δεν την πιάνει πανικός
με τον κόσμο που αλλαλάζει,
ούτε κλαίει ούτε στενάζει.   
Παραμένει ερωμένη στον καιρό,
στο ρυάκι της οδού του Μπλαμαντώ.



Και αμέσως μετά, τη σκυτάλη να παίρνει η ίδια η Σαπφώ Νοταρά για να τραγουδήσει με την επιβλητική φωνή της, σε ντουέτο με τον Ηλία Λιούγκο, το τραγούδι «Στην οδό του Μπλαμαντώ» (μουσική του Χατζιδάκι, στίχοι του Jean-Paul Sartre, μεταγραφή του Αλέξη Σολωμού):


Πηγές: