Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Russell B.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Russell B.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Ο Bertrand Russell και ο φαλακρός βασιλιάς της Γαλλίας


Σχετίζεται αυτό που λέμε με αυτό που υπάρχει; Ναι, απαντάει ο Alexius Meinong. Όλα όσα μπορούμε να σκεφτούμε και για τα οποία μιλάμε όντως υπάρχουν. Αυτά τα αντικείμενα, γνωστά με το όνομα meinongian objects, όπως είναι για παράδειγμα οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες, υπάρχουν. Υπάρχουν, όμως, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, τον οποίο ο Meinong ονομάζει «υπόσταση».
Ωστόσο, ο αναλυτικός φιλόσοφος Bertrand Russell διαφωνεί. Πώς γίνεται, διερωτάται, ο κόσμος να είναι γεμάτος με πράγματα που υπάρχουν με μια έννοια, αλλά όχι με άλλη. Έτσι, για να εξηγήσει πώς αυτό που λέμε σχετίζεται με αυτό που υπάρχει, επινόησε τη λεγόμενη Θεωρία των Οριστικών Περιγραφών, την οποία διατυπώνει για πρώτη φορά το 1905 στο άρθρο του «On Denoting» («Περί υποσήμανσης»).
«Ο τωρινός βασιλιάς της Γαλλίας είναι φαλακρός» είναι μία πρόταση η οποία, όπως είχε ήδη δείξει ο Gottlob Frege, στερείται αναφοράς και, ως εκ τούτου δεν είναι ούτε αληθής ούτε ψευδής. Γιατί στερείται αναφοράς; Διότι, αφενός, η Γαλλία σήμερα δεν έχει βασιλιά (ούτε είχε και κατά την εποχή που έγραφε ο Russell) και, άρα, ο όρος «ο σημερινός βασιλιάς της Γαλλίας» δεν αναφέρεται πουθενά. Και, αφετέρου, ούτε το σύνολο των φαλακρών αντικειμένων περιέχει τον τωρινό βασιλιά της Γαλλίας, ούτε το συμπληρωματικό του, το σύνολο των μη φαλακρών αντικειμένων, τον περιέχει Όμως, το να δεχθούμε ότι υπάρχουν νοηματικές προτάσεις που δεν έχουν τιμή αλήθειας, που δεν είναι ούτε αληθείς ούτε ψευδείς, τότε αυτό αντιβαίνει στην αρχή της δισθένειας, δηλαδή στην αρχή σύμφωνα με την οποία κάθε πρόταση είναι είτε αληθής είτε ψευδής.


Ο Russell ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη πρόταση δεν είναι της μορφής υποκειμένου-κατηγορήματος. Ο όρος που εμφανίζεται στη θέση του γραμματικού υποκειμένου είναι στην πραγματικότητα συντομογραφία κάποιας οριστικής περιγραφής. Ας σημειώσουμε ότι, σύμφωνα με τον Russell, αυτό που αποκαλείται οριστική περιγραφή εκφράζεται γραμματικά με ονοματικές φράσεις που έχουν οριστικό άρθρο, κύρια ονόματα και προσωπικές αντωνυμίες. Το λογικό σχήμα της συγκεκριμένης οριστικής περιγραφής –αλλά και κάθε άλλης- είναι το εξής (με το οποίο η λογική δομή της πρότασης παραφράζεται ως υπαρκτική):
Α) υπάρχει κάτι που είναι ο τωρινός βασιλιάς της Γαλλίας,
Β) υπάρχει μόνον ένα πράγμα που είναι ο τωρινός βασιλιάς της Γαλλίας,
Γ) ό,τι είναι τωρινός βασιλιάς της Γαλλίας είναι φαλακρό.
Τι πετυχαίνει με αυτό ο Russell; Δείχνει ότι, παρόλο που δεν υπάρχει τωρινός βασιλιάς της Γαλλίας, η πρόταση έχει κάποιο νόημα, είναι ωστόσο ψευδής. Αντικρούει, δηλαδή, τον Meinong, ο οποίος υποστήριζε ότι ο τωρινός βασιλιάς της Γαλλίας πρέπει κάπως να «υφίσταται» προκειμένου να μιλάμε γι’ αυτόν και να τον σκεφτόμαστε. Για τον Russell η πρόταση είναι ψευδής, αφού υποδηλώνει ότι υπάρχει ένα μοναδικό ον που είναι ο τωρινός βασιλιάς της Γαλλίας, το οποίο δεν υπάρχει. Εξίσου ψευδής, και για τον ίδιο λόγο, είναι και η πρόταση «ο τωρινός βασιλιάς της Γαλλίας ΔΕΝ είναι φαλακρός».
Η φιλοσοφία από τον Russell και μετά ενδιαφέρεται πολύ για τα γλωσσικά ζητήματα, παραμελώντας τα θέματα που απασχολούσαν τους παλιότερους φιλοσόφους, συχνά μάλιστα εκτιμώντας ότι όλα αυτά δεν ήσαν παρά λογικές ασυναρτησίες. Είναι έτσι άραγε;

Πηγή για την εικόνα:

Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

Η γλώσσα της εξαπάτησης


Ό,τι μπορεί κανείς να μάθει από τη λογοτεχνία για τον πραγματικό κόσμο, μπορεί ακόμα καλύτερα να το μάθει από μη λογοτεχνικές πηγές: αυτό είναι το κυριότερο επιχείρημα των φιλοσόφων που απορρίπτουν τη γνωστική αξία της λογοτεχνίας. Επαγγελματίες ψεύτες, ονομάζει ο Hume τους ποιητές και ο Russell χαρακτηρίζει ψευδείς όλες τις προτάσεις του σαιξπηρικού Hamlet, βασισμένος αποκλειστικά στο γεγονός ότι πρόσωπο με το όνομα Hamlet δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Russell, οι μυθιστορηματικές προτάσεις είναι ψευδείς επειδή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως διατυπώσεις έξω από το φανταστικό σύμπαν της λογοτεχνίας.
“[N]ow for the Poet, he nothing affirmeth, and therefore never lieth”, γράφει ο Sir Philip Sidney το 1595. Αυτή η πρώιμη διατύπωση θα βρει συνέχεια στον 20ό αιώνα, οπότε φιλόσοφοι όπως ο P. F. Strawson, ο H. L. A. Hart, ο Joseph Margolis, ο Roger Scruton κ.ά, βασισμένοι στη θεωρία του νοήματος του Gottlob Frege, επιχειρούν μια σαφή διάκριση ανάμεσα στη δηλωτική/αποφαντική (assertive) και στη μυθιστορηματική (fictive) χρήση της γλώσσας. Η δεύτερη, προσιδιάζουσα στη λογοτεχνία, είναι μια γλώσσα από την οποία λείπει η αναφορική δύναμη, καθώς το λογοτεχνικό σημείο δεν συνδέεται με κάτι υπαρκτό στην εξωτερική πραγματικότητα.
Αν όμως ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα, δεν αναφέρεται στην πραγματικότητα, τότε τι ακριβώς κάνει; Προσποιείται, απαντά μια μερίδα φιλοσόφων. Ο συγγραφέας προσποιείται και ο αναγνώστης εμπλέκεται οικειοθελώς σε αυτήν τη διαδικασία. Ο J. L. Austin και ο John R. Searle, βασικοί εκπρόσωποι αυτής της θέσης, αναπτύσσουν την άποψή τους για τη λογοτεχνία βασισμένοι στη θεωρία των γλωσσικών πράξεων (speech acts). Ο συγγραφέας –υποστηρίζουν-, γράφοντας, απλώς υποκρίνεται ότι επιτελεί προσλεκτικές πράξεις (illocutionary acts), καθώς, σύμφωνα με τον Austin, η κανονική συνθήκη αναφοράς είναι εκκρεμής στη λογοτεχνία. Ο Searle, από την πλευρά του, τονίζει ότι η λογοτεχνία καταστρατηγεί τους κανόνες που ισχύουν για τις δηλωτικές/αποφαντικές γλωσσικές πράξεις. Δηλαδή: ο λογοτέχνης δεν δεσμεύεται στην αλήθεια των ισχυρισμών του (παραμένει λογικά εκτεθειμένος) και, επομένως, δεν νιώθει υποχρεωμένος να τους αποδείξει. Επιπλέον, διατυπώνει προτάσεις που και ο ίδιος δεν τις πιστεύει ως αληθινές (παραμένει ηθικά εκτεθειμένος), χωρίς ωστόσο να περάσει από το μυαλό κανενός να του προσάψει την κατηγορία ότι λέει ψέματα. Ο Richard Ohmann συμπληρώνει αυτήν τη θέση προσθέτοντας και το στοιχείο της μίμησης. Η προσλεκτική δύναμη της λογοτεχνίας είναι, σύμφωνα με τον Ohmann, μιμητική. Ο συγγραφέας, αφενός, μιμείται γλωσσικές πράξεις του πραγματικού κόσμου και, αφετέρου, προβαίνει σε μια προσλεκτική πράξη μίμησης δημιουργώντας έναν αφηγητή ή χαρακτήρες οι οποίοι αναλαμβάνουν την επιτέλεση αυτών των γλωσσικών πράξεων (το επιχείρημα είναι ισχυρό, ακόμα και στις περιπτώσεις που ο αφηγητής ή ο ήρωας λειτουργούν ως personae του συγγραφέα).
Τέλος, ο Kendall L. Walton αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως ένα παιχνίδι προσποίησης (make-believe game) στο οποίο εμπλέκονται οικειοθελώς ο συγγραφέας και ο αναγνώστης. Τη θέση του υιοθετεί και ο Gregory Currie. Και οι δυο κατατάσσουν τη λογοτεχνία στην κατηγορία των παιχνιδιών που παίζουν τα μικρά παιδιά, όταν παριστάνουν, για παράδειγμα, τους πειρατές ή τους ιππότες. Έτσι και ο αναγνώστης διαβάζει το λογοτεχνικό έργο σαν να ήταν αληθινό, σαν τα γεγονότα που αυτό αφηγείται να έχουν πράγματι συμβεί. Παρότι –πρέπει να σημειωθεί- υπάρχει ενδεχόμενο, και συμβαίνει συχνά, κάποια από τα αφηγημένα γεγονότα να είναι πράγματι αληθινά και κάποιες από τις μυθιστορηματικές προτάσεις, που συνήθως διακόπτουν την αφήγηση, να είναι πράγματι δηλωτικές και να γίνονται με την προσδοκία ότι θα γίνουν πιστευτές από τον αναγνώστη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: το κείμενο είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

Αναλυτική και Ηπειρωτική Φιλοσοφία


«Γλωσσολογική καμπή» (linguistic turn) είναι ο όρος που εισηγήθηκε ο Richard Rorty το 1967 για να δηλώσει τη στροφή της φιλοσοφίας προς τα γλωσσικά ζητήματα. Ο όρος είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί από τον φιλόσοφο Gustav Bergmann, όμως η καθιέρωσή του οφείλεται στον Rorty.
Σε προηγούμενη ανάρτηση εξηγήσαμε ότι η φιλοσοφία έχει διανύσει τρεις περιόδους: η μεταφυσική παραχώρησε τα πρωτεία στη γνωσιολογία και αυτή σε μια φιλοσοφία της γλώσσας. Η πορεία ερμηνεύεται εύκολα, αν ληφθεί υπ’ όψιν η «απομάγευση» που σταδιακά συντελείται, συνοδευόμενη από το αίσθημα της χειραφέτησης του ανθρώπου και τη διαδικασία υποταγής της φύσης χάρη στις επιστημονικές προόδους και στις πολλαπλές εφαρμογές τους σε όλα τα πεδία. 
Η «γλωσσολογική καμπή» αρχίζει το 1884 με τον Gottlob Frege και το έργο του The Foundation of Arithmetic (Τα θεμέλια της αριθμητικής), συνεχίζεται με τον Bertrand Russell και, βέβαια, με τον Ludwig Wittgenstein και το περίφημο Tractatus Logico-Philosophicus (Λογικο-φιλοσοφική πραγματεία), και καταλήγει στη διάσταση ανάμεσα στην «ηπειρωτική» και στην «αναλυτική» φιλοσοφία. Απόλυτα σύνορα ανάμεσα στις δύο παραδόσεις δεν μπορεί κανείς να χαράξει. Για παράδειγμα, σε ποια από τις δύο παραδόσεις θα κατατάσσαμε τον Hans Georg Gadamer, κι ακόμα περισσότερο τον Paul Ricoeur; Εξάλλου, η μήτρα και των δύο παραδόσεων είναι κοινή: ο νεοκαντιανισμός του ύστερου 19ου αιώνα. 


Χοντρικά, πάντως, ως «αναλυτική» φιλοσοφία περιγράφουμε εκείνην που θέτει ως προτεραιότητα την επίτευξη γενικής συναίνεσης χάρη στην πρότερη συμφωνία πάνω στο νόημα των λέξεων, δηλαδή την υπαγωγή της γλωσσικής διασάφησης στο ιδεώδες της διυποκειμενικότητας. Έτσι, η μεν «αναλυτική» φιλοσοφία χαρακτηρίζει όλα τα μεταφυσικά προβλήματα ψευδοπροβλήματα, θεωρώντας τα ως προτάσεις που δεν ικανοποιούν τις συνθήκες οι οποίες απαιτούνται ώστε μια πρόταση να έχει νόημα, η δε «ηπειρωτική» φιλοσοφία επιμένει στη μεταφυσική διάσταση της φιλοσοφίας, αν και δεν παραλείπει να ασκεί κατά περίπτωση κριτική στην ίδια τη μεταφυσική, στις εννοιολογικές και θεσμικές της πραγμοποιήσεις, στους «αληθινούς» κόσμους και στους αιώνιους κανόνες τους. 

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Ο Bertrand Russell και η επαγωγίστρια γαλοπούλα


Υπάρχει κανείς που αμφιβάλλει ότι αύριο ο ήλιος θα ανατείλει και πάλι; Προφανώς όχι. Επειδή κάθε μέρα, ανελλιπώς, ο ήλιος ανατέλλει. Εφόσον δεν υπήρξε ως τώρα καμία εξαίρεση, ένας επαγωγιστής θεωρεί λογικό να συμπεράνει ότι ούτε αύριο θα υπάρξει εξαίρεση, κάνοντας έτσι μια πρόβλεψη για το μέλλον.
Ο Bertrand Russell, το 1912, στο 6ο κεφάλαιο του βιβλίου του The Problems of Philosophy, με τίτλο «On Ιnduction», επανέρχεται σε ένα ζήτημα που είχε απασχολήσει τον σκεπτικιστή φιλόσοφο David Hume. Ο Hume, μιλώντας για την αιτιότητα στη φύση, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει αναγκαία σύνδεση στην εμφάνιση δύο συμβάντων Α και Β. Απλώς έχουμε τη «συνήθεια» να αναμένουμε ότι η εμφάνιση ενός γεγονότος Α θα οδηγήσει σε ένα γεγονός Β.
Ο Russell αποδεικνύει πως ο Hume έχει δίκιο: η επαγωγή δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Όπως το θέτει ο Russell, πρέπει να προβληματιστούμε εάν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε σε ό,τι ονομάζουμε «ομοιομορφία της φύσης». Πρόκειται για την πίστη πως ό,τι συνέβη ή θα συμβεί είναι ένδειξη ενός γενικού νόμου στον οποίο δεν χωρούν εξαιρέσεις. Μπορούμε όμως να βεβαιώσουμε ότι υπάρχει μια τέτοια «ομοιομορφία της φύσης»;
Κι εδώ εμφανίζεται η περίπτωση της επαγωγίστριας γαλοπούλας (στην πραγματικότητα ήταν κοτόπουλο!), την οποία χρησιμοποιεί παραδειγματικά ο Russell για να δείξει τους περιορισμούς της επαγωγής, και η οποία έχει ως εξής:
Όταν η γαλοπούλα μεταφέρθηκε στη φάρμα, διαπίστωσε ότι ο αγρότης τάιζε όλα τα πουλερικά του την ίδια ώρα κάθε μέρα. Επειδή ήταν μια πολύ προσεκτική επαγωγίστρια, δεν βιάστηκε να βγάλει συμπεράσματα, αλλά περίμενε να συγκεντρώσει περισσότερα στοιχεία. Μετά από κάμποσο καιρό, μπορούσε πια να πει με βεβαιότητα ότι ο αγρότης, κάθε μέρα, με ζέστη ή με κρύο, με ήλιο ή με βροχή, τάιζε τα πουλερικά του την ίδια ώρα. Τα στοιχεία ήσαν, λοιπόν, αρκετά και πλέον ήταν σε θέση να προβλέψει τεκμηριωμένα πως την επόμενη ημέρα, τη συνηθισμένη ώρα, ο αγρότης θα ταΐσει και πάλι τα πουλερικά του. Συνέβη όμως, δυστυχώς, η επόμενη ημέρα να είναι η παραμονή των Χριστουγέννων. Εκείνη την ημέρα, ο αγρότης, αντί να φέρει φαγητό στα πουλερικά του, τους έκοψε τον λαιμό.


Επομένως, η επαγωγή μπορεί μόνο να μας πει το εξής: όταν βρεθεί  πως ένα πράγμα Α συνδέεται με ένα πράγμα Β, και δεν βρεθεί ποτέ να μην συνδέεται με το πράγμα Β, τότε, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των περιπτώσεων που το Α συνδέεται με το Β, τόσο μεγαλύτερες είναι πιθανότητες τα δύο πράγματα να συνδέονται και σε μια άλλη περίπτωση στην οποία να εμπλέκεται το ένα από τα δύο.
Η επαγωγή δεν μπορεί, λοιπόν, να εγγυηθεί την αλήθεια, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως ένας τρόπος για να βγάλουμε συμπεράσματα για τον κόσμο. Γιατί τότε θεωρούμε ότι η επαγωγή είναι αποτελεσματική; Επειδή ήταν αποτελεσματική στο παρελθόν. Όμως, έτσι, μπλεκόμαστε σε ένα φαύλο κύκλο, αφού προσπαθούμε να τεκμηριώσουμε την επαγωγή με την επαγωγή. Και αυτή η λογική πλάνη πρέπει να προβληματίσει όχι μόνον τους φιλοσόφους αλλά και όσους, σαν τον εντιμότατο κύριο Sherlock Holmes, ερευνούν το έγκλημα.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

O Wittgenstein και η μασιά


Η αγένεια και η βιαιότητα του χαρακτήρα του Wittgenstein ήταν σε όλους γνωστή. Το ίδιο και ο δογματισμός του Popper. Γνωστή ήταν επίσης και η μεταξύ τους αντίθεση, για πολλούς άλλους λόγους, κυρίως όμως λόγω της διαφοράς των φιλοσοφικών τους απόψεων.


25 Οκτωβρίου 1946. Cambridge. King’s College. Αίθουσα Η3. Περίπου τριάντα άτομα έχουν συγκεντρωθεί, περιμένοντας να αρχίσει η τακτική εβδομαδιαία συνεδρίαση της Λέσχης Ηθικής Επιστήμης.
Παρών ο ιδρυτής της Λέσχης, ο Αυστριακός φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein. Διδάσκει στο Cambridge από το 1939 και είναι εξαιρετικά δημοφιλής, τόσο εξαιτίας των αντισυμβατικών του παραδόσεων όσο και εξαιτίας του αινιγματικού Tractatus logico-philosophicus (Λογικο-φιλοσοφική Πραγματεία). Σε αυτό το έργο, ο Wittgenstein  αντιμετωπίζει τα θεμελιώδη φιλοσοφικά προβλήματα ως αποτέλεσμα παρανόησης της λογικής της γλώσσας, ενώ εκθέτει τις απόψεις του για τη λογική δομή των προτάσεων, τη φύση του λογικού συμπερασμού και τα όρια της σκέψης υπό μορφήν αξιωμάτων ή αφορισμών, χωρίς καμία επιχειρηματολογία, καθώς πιστεύει πως οι θέσεις του είναι απρόσβλητες και οριστικές. Αλαζονικά ο Wittgenstein θεωρεί ότι ο ίδιος έχει καταφέρει να καθαρίσει τη φιλοσοφία από κάθε μεταφυσικό ψήγμα και επιθυμεί να προασπίσει αυτήν την καθαρότητα. Πιστεύει πως έχει βοηθήσει τη μύγα να βγει από το μπουκάλι στο οποίο έχει αυτοπαγιδευθεί, σύμφωνα με μια περίφημη δική του διατύπωση.
Καλεσμένος του εκείνη την ημέρα είναι ο επίσης Αυστριακός Karl Popper, διάσημος κυρίως λόγω του έργου του The Open Society and Its Enemies (Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της), στο οποίο επιχειρεί μια σφοδρή κριτική στον ολοκληρωτισμό και στον ιστορικισμό, επιτιθέμενος στον Marx, τον Hegel, ακόμα και στον Πλάτωνα. Πιστεύει επίσης πως υπάρχουν αυθεντικά φιλοσοφικά προβλήματα και δεν τα θεωρεί απλώς φιλοσοφικούς γρίφους. Ο τίτλος της διάλεξής του εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου 1946 είναι «Are there philosophical problems?» (Υπάρχουν φιλοσοφικά προβλήματα;) και πρόκειται, στην πραγματικότητα, για ανοιχτή πρόκληση προς τον οικοδεσπότη του.


Εκεί, ως διαιτητής, παραβρίσκεται και ο εξαιρετικά ευυπόληπτος Bertrand Russell. Δάσκαλος του Wittgenstein, αυτός που τον εισήγαγε στη μελέτη της λογικής, συνομιλητής, υποστηρικτής και μέγας θαυμαστής του στη συνέχεια. Ο μαθητής έχει στο παρελθόν παραπονεθεί πως ο Russell δεν μπορεί να κατανοήσει το έργο του κι εκείνος δεν το αρνείται.


Ο Popper παίρνει τον λόγο και αρχίζει να αναπτύσσει τη θέση του. Λίγα μόνον λεπτά έχουν περάσει, όταν ο Wittgenstein, έξαλλος, αρπάζει μια πυρωμένη μασιά και, κραδαίνοντάς την μπροστά στα μάτια του προσκεκλημένου του, κραυγάζει: «ΛΑΘΟΣ, Popper, κάνεις ΛΑΘΟΣ! Δώσε ένα παράδειγμα ηθικού κανόνα». «Να μην προκαλεί κάποιος τους φιλοξενούμενους ομιλητές με μασιές», του αντιγυρίζει ο Popper. Ακολουθεί χάος. Ο Russell ζητάει από τον Wittgenstein να αφήσει τη μασιά από τα χέρια του κι εκείνος εγκαταλείπει την αίθουσα βροντώντας πίσω του την πόρτα. 
Συνέβη άραγε το περιστατικό στ’ αλήθεια ή δεν συνέβη; Κι αν συνέβη, συνέβη με αυτόν τον τρόπο; Οι γνώμες διχάζονται, Οι μαρτυρίες είναι αλληλοσυγκρουόμενες. Υπήρξε νικητής σε αυτήν την μονομαχία; Ο Popper ισχυρίζεται στην αυτοβιογραφία του πως κατατρόπωσε τον αντίπαλό του. Ίσως. Γεγονός, πάντως, είναι πως ο ηττημένος Wittgenstein θεωρείται μέχρι σήμερα ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους μετά τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Kant και τον Nietzsche. Φαίνεται, μάλιστα, πως αυτήν τη γνώμη συμμερίζονται και οι ομότεχνοί του, αφού θεωρείται πως είναι από τους φιλοσόφους με τη μεγαλύτερη επιρροή στη φιλοσοφία του 20ού αιώνα.
Η σύγκρουση των δύο γιγάντων περιγράφεται και ερευνάται στο βιβλίο με τίτλο Wittgenstein’s Poker (Η οργή του Βιτγκενστάιν), το οποίο έγραψαν ο David Edmonds και ο John Eidinow και έχει εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.