Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Whitman W.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Whitman W.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Ποιητικές ουτοπίες


Ο Αριστοφάνης και η θαυμαστή του Νεφελοκοκκυγία (Νεφέλες=Σύννεφα + Κόκκυγες=Κούκοι) στους Όρνιθες είναι η πρώτη γνωστή ποιητική ουτοπία. Στα ρωμαϊκά χρόνια την έμπνευση του Αριστοφάνη αξιοποίησε ο Λουκιανός. Στην Αληθή Ιστορίαν ο ήρωας επισκέπτεται τη Νεφελοκοκκυγία, όμως το κωμικό αποτέλεσμα δεν είναι ανάλογο με εκείνο της αριστοφανικής κωμωδίας. Στο Βυζάντιο, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄, λάτρης του κρασιού και των οργίων, οργανώνει ιερόσυλες φάρσες, στις οποίες παρωδεί τα μυστήρια και τους ιερείς όπως κάνει στους Όρνιθες ο Αριστοφάνης. Η συγγένεια είναι οπωσδήποτε μακρινή, δεδομένου ότι η τολμηρή αριστοφανική σάτιρα δεν βρίσκει συνέχεια ή έστω μίμηση. Ωστόσο, ο Αριστοφάνης είναι ο πρώτος Έλληνας δραματουργός του οποίου το έργο τυπώνεται στο εργαστήριο του Aldus Manutius από τον Μάρκο Μουσούρο. Το 1498 εκδίδεται η editio princeps των αριστοφανικών έργων –αν και όχι όλων. Οι Όρνιθες, πάντως, δεν είναι το αγαπημένο έργο του Μεσαίωνα. Χαλαρή αναφορά στην τριμελή επιτροπή των θεών που καταφθάνει στη Συννεφούπολη (τώρα δεν είναι πια θεοί, αλλά μάγισσες) υπάρχει, τον 13ο αιώνα, στο Jeu de la Feuillée (Παιχνίδι της Φυλλωσιάς) του Adam de la Halle.
Χρειάζεται να φτάσει ο 16ος αιώνας για να ξαναζεσταθεί το ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη αριστοφανική κωμωδία. Έτσι, το 1578, ο Pierre de Loyer γράφει τη δική του Νεφελοκοκκυγία, στην οποία οι δύο ήρωες, ο Gerrin και ο Conrad, βγαίνουν για να αναζητήσουν κι αυτοί την πόλη των κούκων. Και ο François Rabelais στο έργο του Pantagruel δημιουργεί την πρώτη ουτοπία της γαλλικής λογοτεχνίας, το Abbaye de Thélème (από την ελληνική λέξη «θέλημα»), όπου οι κάτοικοι είναι πουλιά όπως και της αριστοφανικής Συννεφούπολης.

Abbaye de Thélème

Από τον 18ο αιώνα και μετά, ο άνθρωπος είναι, καταπώς φαίνεται, πιο επιρρεπής στη φυγή. Ο Goethe, στο έργο του με τον πανομοιότυπο αριστοφανικό τίτλο Die Vögel (Οι Όρνιθες), δίνει στους ήρωές του, που χτίζουν μια πόλη στα σύννεφα, τα ονόματα των αριστοφανικών ηρώων (ως Treufreund αποδίδεται το όνομα Πεισθέταιρος), ορίζει για οδηγό τους μια κουκουβάγια, ενώ ο Έποψ ονομάζεται Maximus Polycacaromerdicus. Ο Goethe απομακρύνεται βέβαια αρκετά από τον Αριστοφάνη, αλλά το χιούμορ του αρχαίου κωμικού φαίνεται ότι εμπνέει ακόμα. Ο ρομαντικός 19ος αιώνας επιδιώκει ακόμα πιο ακραίες -«θανατηφόρες»- φυγές. Το αριστοφανικό έργο, όμως, είναι παρόν, ως θεματική αλλά και ως γλωσσικό ιδίωμα, κατά τον 20ό αιώνα. Πρώτα-πρώτα, στο θεατρικό έργο Chantecler του Edmond Rostand κι έπειτα στη θρυλική κωμωδία του Jules Romain Donogoo. Η πόλη Mahagonny από το έργο του Berthold Brecht Aufstieg und Fall der Stadt Mahagonny (Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχάγκοννυ) έχει δυο αρχηγούς που θυμίζουν πολύ τον Πεισθέταιρο και τον Ευελπίδη. Το 1927 ο Αμερικανός Donald Oenslager  κατασκευάζει επιτέλους την πόλη των πουλιών.

Chantecler

Και μια τελευταία επιβίωση –ελληνικής κοπής- ποιητικής ουτοπίας, που, αν και δεν έχει σχέση με την αριστοφανική ουτοπία των ορνίθων, κουβαλάει ένα κάποιο ειδωλολατρικό στοιχείο. Είναι η εμπειρίκεια ουτοπία του Μεγάλου Ανατολικού. Στη δική του «ανθρωπότητα της νέας εποχής» μόνος θεός θα είναι ο οργιώδης Παν και πρόεδρος ο «γενάρχης» Walt Whitman.

Πηγές για τις εικόνες:

Σάββατο 23 Απριλίου 2016

Ετερώνυμοι


Bernardo Soares: ένας ταπεινός βοηθός λογιστή σε ένα γραφείο στη Rua dos Douradores, στον ίδιο δρόμο όπου βρίσκεται και το σπίτι του. Άνθρωπος ποτισμένος με τη διάθεση του flâneur. Το ημερολόγιό του με τίτλο Το βιβλίο της ανησυχίας γράφεται 22 χρόνια, από το 1913 έως το 1935. Ένας απολογισμός της καθημερινότητας, η ειρωνεία, η αξία και η βαθύτητα της ασημαντότητας. Ένα πνεύμα δυσφορίας, κάτι σαν το μπoντλερικό spleen, να διατρέχει όλες τις καταγραφές, με τον θάνατο να παραμονεύει σε κάθε λέξη. Μια βαθιά αναζήτηση του κόσμου και του εαυτού στη Λισαβόνα των αρχών του 20ού αιώνα.


Ricardo Reis: γιατρός, νεοκλασικός συνθέτης ωδών και αρχαιολάτρης φιλόλογος, εξόριστος στη Βραζιλία λόγω των μοναρχικών του πεποιθήσεων. Το 1936, ο Ricardo, επιστρέφοντας από την εξορία, αντί να ασκήσει το επάγγελμά του, εγκαθίσταται σε ένα ξενοδοχείο. Διαβάζει ασταμάτητα εφημερίδες και περιπλανιέται σαν φάντασμα στους δρόμους και στις πλατείες της λαμπρής Λισαβόνας, την ώρα που ο φασισμός έχει θριαμβεύσει και ο δεύτερος μεγάλος ευρωπαϊκός πόλεμος ετοιμάζεται. Εκείνος ζει, τρώει, ερωτεύεται, συναντάει γνωστούς και περαστικούς, και συζητάει μαζί τους για προβλήματα της μυθοπλασίας και της ζωής. «See life from a distance. Never question it. There’s nothing it can tell you» (=Δες τη ζωή από μακριά. Μην την ρωτάς ποτέ. Δεν έχει τίποτα να σου πει), είναι το σύνθημά του. Πιστός στους αρχαίους καιρούς, αλλά ζώντας στη χριστιανική Ευρώπη, ο Ricardo είναι επικούρειος, και αυτό αποκλείει τα έντονα αισθήματα, σώζοντάς τον έτσι από τον πόνο. Γράφει με σοβαρότητα, μεγαλοπρέπεια, κατάνυξη, με έγνοια για τον ρυθμό και τη γλώσσα. Η ματαιότητα του πλούτου και του αγώνα, η χαρά των μικρών απολαύσεων, η αποφυγή των άκρων: αυτοί είναι οι άξονες της ποίησής του.


Álvaro de Campos: εκκεντρικός ναυπηγός μηχανικός, γεννημένος στην Tavira και σπουδασμένος στη Glasgow. Φουτουριστής υπό μία έννοια, υμνεί την τεχνολογία και την έλευση των μοντέρνων καιρών. Στιβαρός, είναι το αντίβαρο στην ποιητικότητα του Ricardo. «To feel everything in every way» (=Να νιώθεις τα πάντα με κάθε τρόπο) είναι το δικό του σύνθημά. Τα θέλει όλα ή τίποτα. Η γραφή του, γεμάτη δύναμη, έχει ως πηγή έμπνευσης τον Walt Witman και τον Filippo Tomasso Marinetti. Όμως, η διπλή του φύση αποκαλύπτεται στο τέλος. Ο παρορμητικός και δυναμικός του χαρακτήρας παραδίνεται εύκολα στη μοναξιά, τη νοσταλγία και τη μελαγχολία.


Alberto Caeiro: σοφός. Και ποιητής, που συνθέτει τα ποιήματά του αποτραβηγμένος στην εξοχή. Μορφή παροξυσμική, ερωτική, κυρίως όμως δάσκαλος των δύο προηγούμενων. Δεν αμφισβητεί τίποτα, ούτε καταπιάνεται με μεταφυσικούς προβληματισμούς, αλλά με ηρεμία δέχεται τον κόσμο όπως ακριβώς είναι. Νοιάζεται για την επιφάνεια των πραγμάτων, επειδή δεν πιστεύει ότι υπάρχει κάποιο κρυμμένο βάθος ή νόημα. Τα πράγματα απλώς υπάρχουν, πιστεύει ο Alberto, πιστός σε μια φαινομενολογική προσέγγιση της πραγματικότητας. Γι’ αυτό δεν κατατρύχεται από ανησυχίες. Και είναι ευτυχισμένος, επειδή έχει μάθει να περιορίζει τους ορίζοντές του. Στην ποίησή του δεν επιχειρεί να ερμηνεύσει, θέλει μόνο να επικοινωνήσει με τις αισθήσεις και τα αισθήματά του.



Πηγές:
Σαραμάγκο, Ζ. (1993). Η χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις. Μτφρ. Άννυ Σπυράκου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.