Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Vernant J.-P.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Vernant J.-P.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2019

Η Αντιγόνη στους αιώνες


Η Αντιγόνη του Σοφοκλή είναι ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του παγκόσμιου δραματολογίου. Έγινε αντικείμενο σχολιασμού από διάφορους στοχαστές, ανάμεσα στους οποίους ο Percy Shelley, o Soren Kierkegaard, o Hugo von Hofmannsthal. O Gerog Wilhelm Friedrich Hegel το έθεσε στο κέντρο της αισθητικής του θεωρίας. Μουσικοί, όπως ο Felix Mendelssohn και ο Karl Orff, εμπνεύστηκαν απ’ αυτό. Στο θέατρο ανέβηκε από μεγάλους σκηνοθέτες, όπως ο Konstantin Stanislavsky και ο Max Reinhardt. Διασκευάστηκε από διάσημους θεατρικούς συγγραφείς, όπως ο Bertolt Brecht, ή αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία νέων έργων, όπως η Αντιγόνη του Jean Anouilh. Εκείνο που είλκυσε κυρίως την προσοχή και το ενδιαφέρον του κοινού και των δημιουργών υπήρξε η αντίθεση και η διαμάχη ανάμεσα στην ανίσχυρη Αντιγόνη και στον παντοδύναμο Κρέοντα.

Jean-Joseph Benjamin-Constant
Antigone au chevet du Polynice (1868)
Τουλούζη, Musée des Augustins

Παρόλο που οι αναφορές και οι μιμήσεις στο έργο ενδιαφέρονται περισσότερο να αναδείξουν ιδιοσυγκρασίες και λιγότερο μια διαυγή ηθική, είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι η διαμάχη μεταξύ των δύο βασικών προσώπων, του Κρέοντα και της Αντιγόνης, ερμηνεύτηκε κατά περίπτωση ως αντίθεση:
- Οικογενειακού-κρατικού δικαίου (Hegel),
- Ανθρώπινου-θεϊκού δικαίου,
- Οικογενειακής-δημόσιας θρησκείας (Jean-Pierre Vernant),
- Φυσικού-θετού δικαίου,
- Ατόμου-κρατικής εξουσίας (Albin Lesky).

Πηγή για την εικόνα:


Τρίτη 1 Μαΐου 2018

Αρχαϊκή εποχή (Μέρος Γ΄)


Στην αρχαϊκή εποχή το άτομο αποκτά υπαρκτική ταυτότητα και δικαιώνεται εντασσόμενο σε μια ευρύτερη κοινότητα. Και το ατομικό του βίωμα μετασχηματίζεται καλλιτεχνικά, με αποτέλεσμα, στα ποιήματα και στα γλυπτά, να αποτυπώνονται γνωρίσματα όπως: η έκρηξη του ονόματος, η έκρηξη του συναισθήματος (φαινόμενο το οποίο ανεπαισθήτως μόνον είναι παρόν στο ομηρικό σύμπαν), η αναφορά στο παρόν (αντί στο παρελθόν, κατ’ αποκλειστικότητα αξιομνημόνευτο σε προηγούμενους χρόνους), ο ρυθμός (ως κανόνας που συνέχει το παν), ο κόσμος (ως κόσμημα), η ελευθερία (ως κατάκτηση της πολιτικής κοινωνίας). Αυτά τα γνωρίσματα συνδυάζονται με το περιβάλλον της νέας μονάδας πολιτικής συμβίωσης, της πόλεως, και, υπ’ αυτήν την έννοια, η αρχαϊκή εποχή αναγγέλλει την πολιτική κοινωνία της κλασικής εποχής. Ο Έλληνας δηλώνει την ταυτότητά του την ίδια εποχή που γίνεται πολίτης, αποκτώντας έτσι σημαίνουσα θέση στον κοινό χώρο και εισερχόμενος προοδευτικά σε μια περιπέτεια που τον υποχρεώνει να αποδεχθεί την ανθρώπινη ετερότητα ως αναγκαίο όρο συμβίωσης μέσα στο σύμπαν της πόλεως.

Henry O. Walker, Lyric Poetry (1896)
Washington D.C., Library of Congress

Όπως αργότερα θα παραδεχθεί ο Αριστοτέλης, η ανθρώπινη ικανότητα για πολιτική οργάνωση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τη φυσική ένωση που έχει ως επίκεντρο την οἰκίαν. Η εμφάνιση της πόλεως στην Αρχαία Ελλάδα, υποστηρίζει η Arendt, σημαίνει ότι ο άνθρωπος, εκτός από την ιδιωτική του ζωή, παραδέχεται και μια δεύτερη ζωή: τον πολιτικό του βίο. Το ιδιωτικό αποκτά ύπαρξη αποκτώντας δημοσιότητα. μέσω αυτής, γίνεται πολιτικό, αφού δημοσιότητα έχουν όλες οι δραστηριότητες εντός της πόλεως. Όλα είναι ορατά, γι’ αυτό και η όραση ως αίσθηση σταδιακά αναβαθμίζεται. Το αφανές και το απρόσιτο γίνεται «μορφή και θέαμα», γράφει ο Jean- Pierre Vernant. Στην πολιτική κοινωνία της αρχαϊκής περιόδου, το φαινόμενο –το ορατό και ακουστό- είναι εκείνο που αποτελεί την πραγματικότητα. Σε σύγκριση με αυτήν την πραγματικότητα, τα πάθη, η διάνοια, οι αισθήσεις δεν έχουν «ουσιώδη» ύπαρξη. Την αποκτούν αμέσως μόλις μετασχηματίζονται και γίνονται κατάλληλα για να παρουσιαστούν δημόσια.
Δημοσιότητα είναι το κοινό σημείο ανάμεσα στη λυρική ποίηση και στη γλυπτική. Δημοσιότητα με τη δήλωση του ονόματος του καλλιτέχνη. δημοσιότητα με τη ανάδειξη των σκέψεων και των συναισθημάτων του που κυριολεκτικά απευθύνονται σε κάποιον (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ελεγειακή ποίηση) και αναφέρονται σε κάποιον, φίλο, πελάτη ή τον ίδιο του τον εαυτό. δημοσιότητα του έργου του που αποκτά καλλιτεχνική αξία όταν οι άλλοι ομολογήσουν τη χάρη και την πρωτοτυπία του. Το αρχαϊκό «εγώ», ποιητικό ή εικαστικό, δεν εκφράζεται σε προσωπική απομόνωση, αλλά ζει κοινωνικά. «Ο υποκειμενικός του χώρος είναι ουσιαστικά αντικειμενικός», σύμφωνα με τον Αριστόξενο Σκιαδά. Ακόμη και στην εξομολογητική ποίηση του Αρχιλόχου, όταν ο ποιητής τολμηρά και απροσδόκητα απευθύνεται στην ψυχή του.
Δημοσιότητα είναι και το κεντρικό χαρακτηριστικό της πολιτικής οργάνωσης στην αρχαϊκή περίοδο. Η πόλις οργανώνεται οριζόντια και κυκλικά, γύρω από έναν μέσο χώρο, η εξουσία παραδίδεται ἐς μέσον και οι «μέσοι» επιλέγονται για τη διάσωσή της. «Η Πόλη παρουσιάζεται ως ένα ομοιογενές σύμπαν, χωρίς ιεραρχία, χωρίς ορόφους, χωρίς διαφοροποίηση. Η αρχή δεν είναι πια συγκεντρωμένη στα χέρια ενός μοναδικού προσώπου που βρίσκεται στην κορυφή της κοινωνικής οργάνωσης. Κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλη την έκταση της δημόσιας ζωής, στον κοινό αυτό χώρο όπου η πόλη βρίσκει το κέντρο της, το μέσον της», θα πει ο Vernant.
Η λυρική ποίηση και η γλυπτική δημιουργούν, λοιπόν, έναν επιπλέον «πολιτικό» δεσμό ανάμεσα στους ανθρώπους, εφόσον πράγματα της ανθρώπινης ζωής, εκτοπισμένα πριν στον ιδιωτικό χώρο, εκτίθενται πλέον δημόσια, γίνονται κοινό κτήμα της αναδυόμενης πολιτικής κοινωνίας. Να σημειώσω παρενθετικά ότι αυτή η εξέλιξη σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από μια καλλιτεχνική ή –ακόμα και- πολιτική μεταβολή. Σημαίνει πως μεγαλώνει η βεβαιότητα της ανθρώπινης γνώσης για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Μια και υπάρχει μια αντιστρόφως ανάλογη σχέση ανάμεσα στην ατομικότητα και στη γνωστική βεβαιότητα: όσο ενισχύεται η πρώτη, τόσο υποχωρεί η δεύτερη, και αντιστρόφως.
Είναι μετά η τάση, που συνδέεται με τη δημοσιότητα, τόσο της αρχαϊκής ποίησης όσο και της αρχαϊκής γλυπτικής, προς μια ελευθερία αξεχώριστα δεμένη με έναν ρυθμό, ανάλογη με την ελευθερία που αποκτά ο άνθρωπος ως πολιτικόν ὄν.
Ελευθερία που ανιχνεύεται στη θεματική αλλά και στην εσωτερική ευελιξία και πολυμορφία των λυρικών ποιημάτων. Ο ρεαλισμός και η σκωπτικότητα του Αρχιλόχου, η βαθιά ευαισθησία του Σιμωνίδη, η πνευματικότητα του Αλκμάνος και της Σαπφούς, η προτρεπτική διάσταση στην ποίηση του Τυρταίου και του Καλλίνου, η σοβαρότητα του Σόλωνος, ο ρυθμός και η ισορροπία του Μίμνερμου, η οξεία αμφισβήτηση του Ξενοφάνη, η ωριμότητα του Πινδάρου: είναι μερικά μόνον παραδείγματα. Ελευθερία επίσης από τις ακλόνητες αξίες του επικού παρελθόντος, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αρχίλοχος να χλευάζει δηκτικά τον φιλάρεσκο και κορδωμένο μέγαν στρατηγόν, και να δικαιολογεί τον ριψάσπιδα. Η ζωή είναι για τον ποιητή η ύψιστη αξία, κάτι που μάλλον αργά, μετά θάνατον, ανακάλυψε ο κατεξοχήν ήρωας του ομηρικού κλέους, ο Αχιλλέας. Αλλά και ελευθερία να εφράζει κανείς την προτίμησή του χωρίς καμία δέσμευση, όπως το διατυπώνει η Σαπφώ με τη φράση ὄττω τις ἒραται.

Sir Lawrence Alma-Tadema, Sappho and Alcaeus (1881)
Βαλτιμόρη, Walters Art Museum

Η τέχνη της ποίησης και της γλυπτικής γίνεται στα αρχαϊκά χρόνια ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη. Μολονότι το θεϊκό και το μυθικό στοιχείο εξακολουθούν να είναι παρόντα, η τέχνη απευθύνεται στους ανθρώπους και μιλάει τη γλώσσα τους. Πλάι στη χάριν, την ιδιότητα των Χαρίτων, η πιο εγκόσμια ἀγλαΐα. Κι αντίθετα με τη θεϊκή έμπνευση ή την έμπνευση των Μουσών, ο έπαινος για τον τεχνίτη-δάσκαλο και τα αυτοπαινέματα. Αλλά και η σύγκριση με άλλα έργα της ίδιας τέχνης, για να αναδειχθεί η ανωτερότητα του δικού του έργου για τον ποιητή και τον γλύπτη.
Τούτη η ελευθερία δένεται και με την αναζήτηση του ρυθμού. Ἀλλοτε δ’ ἄλλος ἔχει τόδε. νῦν μέν ἐς ἡμέας ἐτράπεθ’ αἱματόεν δ’ ἕλκος ἀναστένομεν, ἐξαῦτις δ’ ἑτέρους ἐπαμείψεται, θα πει ο Αρχίλοχος, για να καταλήξει, παρακολουθώντας σε αυτό τους φιλοσόφους, στον ρυθμό, αποτέλεσμα της εναλλαγής μεταξύ ευτυχίας και δυστυχίας: Γίγνωσκε δ’ οἷος ῥυσμός ἀνθρώπους ἔχει.
Η γλυπτική δημιουργεί κι εκείνη έναν ρυθμό, κάτι σαν «το δεσπόζον μοτίβο στη μουσική», επαναλαμβάνοντας επίμονα τον τύπο του Κούρου και της Κόρης σε όλη την αρχαϊκή περίοδο. Ένας νόμος μορφοποιεί τα αγάλματα, σε μια εποχή που, το είπαμε ήδη, λατρεύει την ευνομία. Κι όμως, ενώ τα σχήματα φαίνονται κοινά και νομίζει κανείς ότι οι καλλιτέχνες δουλεύουν έχοντας στον νου τους έναν απαρασάλευτο κανόνα, αποδεικνύεται στην πράξη πως η αρχαϊκή τέχνη παρουσιάζει ρευστότητα και μεταβολές, καθώς καλείται να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη σταθερότητα, που την έχει ξεπατικώσει από το αιγυπτιακό της πρότυπο, και την απαίτηση για ζωντάνια.
Στα αρχαϊκά αγάλματα στριμώχνονται αντιθέσεις. Αυτά τα «υλικά “σήματα” θανάτου» κατά τον Boardman, οι Κούροι και οι Κόρες, ακίνητοι, πιστοί στον νόμο της απόλυτης μετωπικότητας και της συμμετρίας, με τα χέρια σφιχτά κολλημένα στις πλευρές, προβάλλουν το αριστερό πόδι, έτοιμοι να φύγουν μπροστά, ενώ την ίδια στιγμή ανεπαίσθητες αποκλίσεις και αδιόρατες μετατοπίσεις τινάζουν στον αέρα τόσο τη συμμετρία όσο και τη φαινομενική ακινησία τους. Στο αρχαϊκό άγαλμα συνυπάρχουν αξεδιάλυτα η ακινησία με την κίνηση, το πάγωμα του χρόνου στη σημαίνουσα στιγμή. Ώσπου, τα τελευταία χρόνια της αρχαϊκής εποχής, τα ακίνητα αγάλματα όλο και περισσότερο μοιάζουν με «τεντωμένες χορδές», έτοιμες να εξακοντιστούν και να ελευθερωθούν κατά την κλασική περίοδο.

Πηγές για τις εικόνες:

Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

Το αρχαιοελληνικό βλέμμα


Ό,τι σώζεται από την Αρχαία Ελλάδα, ζωντανό και πάντοτε επίκαιρο, είναι ο ειδικός τρόπος βλέμματος που κατευθύνεται προς τον άλλον. Είναι το είδος του βλέμματος που για όριά του έχει τα όρια του άλλου. είναι το βλέμμα της ζωής. Ο Jean-Pierre Vernant μιλάει για ένα άλλο βλέμμα, εκείνο της Γοργούς, που είναι ταυτόσημο με τον θάνατο. Είναι το βλέμμα που αποτελεί άρνηση του βλέμματος, που δεν κοιτάζει, και έτσι γίνεται άπειρο. Είναι το βλέμμα του νεκρού.


M.M. da Caravaggio, Medusa (1595)
Φλωρεντία, Μουσείο Uffizi

Ο πιο τρομακτικός λαβύρινθος δεν είναι εκείνος με τα δαιδαλώδη διχαλωτά μονοπάτια στον οποίο, προχωρώντας, βρίσκεις τον δρόμο κομμένο και συνεχίζεις την περιπλάνηση ακολουθώντας μια άλλη διακλάδωση. Γι’ αυτόν τον λαβύρινθο υπάρχει μίτος: ο μίτος που χάρισε η Αριάδνη στον Θησέα από έρωτα και που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά. Τρομερός και επικίνδυνος, λέει ο Jorge Luis Borges, είναι ο λαβύρινθος του άπειρου χώρου –ή μήπως και του άπειρου χρόνου; Εκεί, το τρομακτικό έχει τη μορφή του κύκλου, που δεν έχει αρχή και τέλος. Το βλέμμα του θανάτου είναι το άπειρο βλέμμα της απόλυτης ετερότητας, που δεν αναγνωρίζει τους άλλους ως τη μοναδική του δυνατότητα να αποκτήσει όρια διατηρώντας, όμως , ταυτόχρονα την ετερότητά του, οριοθετώντας την βέβαια και καθιστώντας την έτσι ακίνδυνη.
Στο λεξιλόγιο της Αρχαίας Ελλάδας κυρίαρχη θέση κατέχει το ρήμα ὁρῶ, που σχετίζεται καταρχήν με το αποτέλεσμα μιας ορισμένης λειτουργία, τα παράγωγα ή τα συνώνυμά του. Το βλέμμα της ζωής είναι η απτή συνέχεια του ιδιόμορφου τρόπου οργάνωσης της ανθρώπινης συμβίωσης στην Αρχαία Ελλάδα., τόσο διαφορετικού από τον σημερινό. Το αρχαιοελληνικό είναι το σύμπαν της θεωρίας. Ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια ταυτίζει τη θεωρίαν με την ευδαιμονία και υποστηρίζει ότι είναι η κρατίστη κατ’ ἀρετήν ἐνέργεια. Είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να ερευνά τα πράγματα βάσει γενικών κανόνων, με τη βοήθεια που του προσφέρει ο Λόγος. Στους θεούς, που είναι απεξαρτημένοι από τους υλικούς όρους της επιβίωσης και από τα κατηγορήματα που αποδίδονται στην ανθρώπινη φύση και σχετίζονται με την εκτέλεση πράξεων –δικαιοσύνη, ανδρεία, γενναιοδωρία, φρόνηση-, μπορεί να αποδοθεί ένας και μοναδικός τρόπος δράσης: η διανοητική ενέργεια, η δυνατότητα της θεωρίας. Και ανάμεσα στους ανθρώπους μακάριος είναι εκείνος του οποίου η δράση μοιάζει με τη διανοητική δράση των θεών.

Πηγή για την εικόνα:
https://en.wikipedia.org/wiki/Medusa_(Caravaggio)#/media/File:Medusa_by_Caravaggio_2.jpg