Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Manet É.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Manet É.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουλίου 2020

Giorgione: η κοιμώμενη Αφροδίτη


Ένα από τα πιο διάσημα έργα του Ιταλού αναγεννησιακού ζωγράφου Giorgione ζωγραφίστηκε τη χρονιά του θανάτου του, το 1510, και έχει τίτλο Venere dormiente (Κοιμώμενη Αφροδίτη). Η θεά, με την κατάλευκη σάρκα της, είναι ξαπλωμένη ολόγυμνη στο έδαφος σαν μια νύμφη της άνοιξης. Προφανώς κοιμάται. Ένα ασημί σατινένιο σεντόνι και ένα κατακόκκινο βελούδινο ύφασμα για μαξιλάρι συμπληρώνουν την πόζα. Ακουμπάει πάνω στο δεξί της χέρι, με το πρόσωπο και το σώμα ελαφρά γερμένα στα δεξιά να ακολουθούν αρμονικά τις καμπύλες γραμμές των λόφων, τα χείλη της κατακόκκινα και το άλλο χέρι απαλά αφημένο πολύ κοντά στο πιο απόκρυφο σημείο του κορμιού της. Οι ερωτικοί υπαινιγμοί είναι ξεκάθαροι σε αυτό το σχεδόν φυσικού μεγέθους έργο.


Μεγάλη συζήτηση έχει γίνει ανάμεσα στους ειδικούς εάν το έργο είναι εξ ολοκλήρου δουλειά του Giorgione ή μήπως ολοκληρώθηκε μετά τον θάνατό του από τον Tiziano. Τι ακριβώς ζωγράφισε ο ένας και τι ο άλλος είναι αβέβαιο (το τοπίο πάντως φαίνεται ότι ζωγραφίστηκε από τον Tiziano). Παραμένει, όμως, βέβαιο ότι το έργο είναι το πρώτο γυναικείο ξαπλωμένο γυμνό στη δυτική ζωγραφική και είναι ένα μοτίβο που θα γίνει πολύ δημοφιλές στους αιώνες που θα ακολουθήσουν.
Μια εικοσαετία αργότερα ο Tiziano θα φιλοτεχνήσει μια δική του ξαπλωμένη Αφροδίτη, γνωστή ως Venus of Urbino (Αφροδίτη του Urbino), σε πολλά σημεία όμοια με τον πίνακα του 1510, η οποία βρίσκεται σήμερα στο Uffici Museum. 


Ο Bordone, η Artemisia Gentileschi, ο Diego Velázquez, ο Francisco Goya και ο Édouard Manet είναι κάποιοι άλλοι από τους πολλούς καλλιτέχνες που επέλεξαν να ζωγραφίσουν τη λαμπρή γυναικεία γυμνότητα σε διάφορες παραλλαγές, όλες πάντως ακολουθώντας την παράδοση του Giorgione.
Η Venere dormiente εκτίθεται στη Δρέσδη, στη Gemäldegalerie Alte Meister.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Πασχαλιές


Άνθη πασχαλινά, ανοιξιάτικα και νυφιάτικα οι Πασχαλιές. Αρωματικές και πολύχρωμες. Λευκές, κίτρινες, λιλά μέχρι βαθύ μωβ. Μύθοι την συνοδεύουν, από την Αρχαία Ελλάδα μέχρι τον χριστιανισμό. Ο Πάνας ερωτεύτηκε τη νύμφη που, για να γλιτώσει από την τραγόσχημη όψη του, μεταμορφώθηκε σε Πασχαλιά. Δρόσισε την Παναγία και τον Ιωσήφ στην πορεία τους προς την Αίγυπτο. Έκλαψε και μάρανε τα λουλούδια από τον καημό της όταν σταυρώθηκε ο Χριστός και αργότερα ζωντάνεψε και αναστήθηκε μαζί του.
Οι ζωγράφοι την αγάπησαν και την ζωγράφισαν στην πιο λαμπρή ομορφιά της.

Vincent Van Gogh, Lilac Bush (1889)
Αγία Πετρούπολη, Hermitage Museum

Mary Cassatt, Lilacs in a Window (1880)
Νέα Υόρκη, The Metropolitan Museum of Art

Edouard Manet, Lilacs in a Vase (1882)
Βερολίνο, Alte Nationalgalery

Charles Ethan Ponter Lilacs (1890)
Σαβάννα, SCAD Museum of Art

Nikolay Bogdanov-Belsky, Still Life with Lilacs (20ός αιώνας)
Ιδιωτική Συλλογή

Pyotr Conchalovsky, Lilacs in the Basket (“Eroica”) (1933)
Ιδιωτική Συλλογή

Πηγές για τις εικόνες:

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Οι ζωγράφοι μιλούν για τους φιλοσόφους (Μέρος Α΄)


Πώς φαντάζονται οι άνθρωποι τους φιλοσόφους; Πώς τους αποτυπώνουν οι ζωγράφοι;
Το 1865 η υποψηφιότητα του τριαντατριάχρονου Γάλλου Édouard Manet να εκθέσει τα έργα του στο Salon de Paris απορρίπτεται και εκείνος, απογοητευμένος, ξεκινάει ένα ταξίδι προσκύνημα στην Ισπανία. Εκεί, στο Museo del Prado της Μαδρίτης, βλέπει τα έργα του σπουδαίου Ισπανού ζωγράφου  του 17ου αιώνα Diego Rodríguez de Silva y Velázquez. Ανάμεσά τους δύο μάλλον σατιρικά έργα που απεικονίζουν δύο ζητιάνους-φιλοσόφους, τον Αίσωπο και τον Μένιππο.



Ο Manet  ήταν έτοιμος να γοητευτεί από τέτοια έργα, αφού οι περισσότεροι ρεαλιστές καλλιτέχνες του 19ου αιώνα (λογοτέχνες και συγγραφείς) εκδηλώνουν μεγάλη συμπάθεια για τους πάσης φύσεως απόκληρους. Ρακοσυλλέκτες, σαλτιμπάγκοι, ζητιάνοι αντιμετωπίζονται ως αντικομφορμιστές εκπρόσωποι του αστικού υποκόσμου. Μεταξύ του 1865 και του 1867 ο Manet ζωγραφίζει κι εκείνος δύο έργα (βρίσκονται σήμερα στο Art Institute of Chicago), συμπληρωματικά μεταξύ τους, τα οποία απεικονίζουν φιλοσόφους και τα οποία και είναι επηρεασμένα από αυτήν τη θετική διάθεση για τύπους του περιθωρίου. Οι φιλόσοφοί του ζωγραφίζονται, λοιπόν, ως ζητιάνοι, ντυμένοι με κουρέλια, έχουν γενειάδα και ατημέλητα μαλλιά. Κυριαρχούν οι σκούροι γήινοι τόνοι, ενώ λείπει το σκηνικό βάθος. Ένα λερό καταξεσχισμένο παλτό καλύπτει τα χέρια του ενός, μπροστά από τον οποίο βρίσκονται λίγα ανοιγμένα στρείδια, ενώ του δεύτερου το δεξί χέρι απλώνεται σε ικεσία. 



Η φτώχεια συνδέεται με τη φιλοσοφία. Ο κοινωνικός αποκλεισμός συνδέεται με τη σπάνια διόραση. Οι φιλόσοφοι που ζωγραφίζουν ο Velázquez και ο Manet έχουν αναλογίες με τους αρχαίους κυνικούς: συμπεριφορά ωμά ειλικρινής, χωρίς υπεκφυγές, αναίσχυντη, δίχως ντροπές στις δημόσιες πράξεις. Σκύλοι που γάβγιζαν και δάγκωναν ήσαν οι κυνικοί.
Είναι έτσι οι φιλόσοφοι; Τους βλέπουν έτσι όλοι οι ζωγράφοι;

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

Édouard Manet: μια βραδιά στo Folies Bergère


Στο 9ο Διαμέρισμα του Παρισιού, στον αριθμό 32 της οδού Richer, βρίσκεται ένα από τα πιο διάσημα μπαρ της πόλης, το Folies Bergère. Κωμική όπερα, δημοφιλή τραγούδια, μπαλέτα με τις χορεύτριες να φορούν ελάχιστα ρούχα είναι κάποια από τα θεάματα που προσφέρει στους ανέμελους αστούς οι οποίοι αποτελούν τους θαμώνες του. Και ποτό, πολύ ποτό.
Ένας νεαρός δανδής, με περιποιημένο μουστάκι, μαύρο κοστούμι και ημίψηλο πλησιάζει στο μπαρ του μαγαζιού. Η παρουσία του έχει κάτι το απειλητικό.  Ένα σωρό μπουκάλια, γεμάτα με μέντα, σαμπάνια και μπύρα, είναι τακτικά ακουμπισμένα πάνω στο πάγκο. Δυο λευκά τριαντάφυλλα μέσα σε ένα βάζο μισογεμισμένο με νερό και μια φρουτιέρα με πορτοκάλια δίνουν μια νότα ζεστασιάς και οικειότητας. Πίσω από τον πάγκο και με τα χέρια της πάνω σ’ αυτόν, σαν να χρειάζεται κάτι σταθερό για να πιαστεί και να μην χαθεί μέσα στον ίλιγγο που την περιτριγυρίζει, στέκεται μια νεαρή κοπέλα. Κι ακόμα πιο πίσω βρίσκεται ένας καθρέφτης μέσα από τον οποίο βλέπουμε λαθραία ό,τι εκείνη έχει μπροστά στα μάτια της: τον πολύχρωμο κόσμο του μαγαζιού. Καλοντυμένες γυναίκες με καπελίνα και κομψοί άντρες που συνωστίζονται ευδιάθετοι, μισομεθυσμένοι από το ποτό και τη γλυκιά ζωή. Πολυέλαιοι φωτίζουν με το λευκό, εκτυφλωτικό τους φως τον χώρο. Όλοι διασκεδάζουν, φλερτάρουν, φλυαρούν, γελούν και φωνάζουν. Μόνον η χαρά έχει θέση σ’ αυτήν τη σκηνή του θεάματος. Κι όμως ... η νεαρή στο μπαρ, Suzon είναι το όνομά της, κομψή, καλοντυμένη και διαθέσιμη, μοιάζει να αποστασιοποιείται από το περιβάλλον, καθώς είναι η μόνη που η μορφή της δεν αντανακλάται στον καθρέφτη. Και καθώς την βλέπουμε καταπρόσωπο, μπορούμε να διακρίνουμε μια σκιά πίκρας στα μάτια της που απλώνεται σε όλο της το πρόσωπο και σιγά-σιγά ξεπηδάει από τον πίνακα και κυριεύει κι εμάς. Είμαστε άραγε θεατές ή μήπως είμαστε μέρος του θεάματος, σ’ αυτόν τον μοντέρνο κόσμο που κινείται ορμητικά και τον οποίο δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να ελέγξουμε; Κοιτάζουμε τους άλλους ή είναι αυτοί που κοιτάζουν εμάς, όπως εκείνη η κυρία στα αριστερά του πίνακα που μας παρατηρεί μέσα από τα κυάλια της;  


                                                    Λάδι σε καμβά.
                        Λονδίνο, Courteau Institut of Art Gallery

Ο μοντέρνος κόσμος με τις αντιφάσεις του. Σκληρός, ψυχρός, αλλά λαμπερός. Εύθυμος και συνάμα πικρός. Η Belle Époque τελειώνει όταν αρχίζει ο πρώτος μεγάλος πόλεμος και μαζί της τελειώνει και η ξενοιασιά. Τώρα όμως είμαστε ακόμα στο 1882, όταν ο σπουδαίος Γάλλος ιμπρεσιονιστής Édouard Manet ζωγραφίζει τον πίνακά του με τίτλο Un bar aux Folies Bergère. Μας μένει κάμποσος καιρός να διασκεδάσουμε πριν να βυθιστούμε στην οδύνη.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Μια καλή παρέα


Στο 17ο arondissement στο Παρίσι υπάρχει μια περιοχή που ονομάζεται Batignolles. Tον 19ο αιώνα η περιοχή έσφυζε από ζωή και γι’ αυτό την προτιμούσαν πολλοί νεαροί ζωγράφοι και ανάμεσά τους ο Édouard Manet, ο οποίος συγκέντρωσε γύρω του μια παρέα φίλων του που έγιναν γνωστοί ως Le groupe des Batignolles. Το 1870, ο Henri Fantin-Latour, θέλοντας να τιμήσει τον  Manet, τον ζωγραφίζει στο ατελιέ του περιστοιχισμένο από αυτήν την παρέα, σε ένα έργο με τίτλο Un atelier aux Batignolles.


Ο Manet, καθιστός μπροστά στο καβαλέτο, καρφώνει τα μάτια στο μοντέλο του, τον Zacharie Astruc, ζωγράφο, ποιητή γλύπτη και κριτικό τέχνης, που κάθεται ακριβώς απέναντί του. Είναι εκείνος που έχει κάμποσες φορές υποστηρίξει τους ιμπρεσιονιστές ενάντια στις επιθέσεις που από πολλούς έχουν δεχτεί. Γύρω τους, ντυμένοι με σκούρα κοστούμια, σοβαροί και αγέλαστοι, παρατηρώντας τον ζωγράφο να δημιουργεί, στέκονται άλλοι έξι καλλιτέχνες.
Ακριβώς πίσω από τον Manet, αφοσιωμένος να τον παρακολουθεί στο έργο του, είναι ο Γερμανός ζωγράφος Otto Schölderer και πλάι του, ο μοναδικός με καπέλο, είναι ο Auguste Renoir. O Émile Zola, που έχει επανειλημμένως υποστηρίξει τους ιμπρεσιονιστές με την πένα του, στέκεται δίπλα τους απορροφημένος να κοιτάζει κάτι άλλο, και κοντά του, κοιτάζοντας κι αυτός σε άλλη κατεύθυνση, είναι ο μουσικός Edmond Maître, ένας ακόμα υποστηρικτής των ιμπρεσιονιστών. Ψηλός, αρρενωπός, στέκεται αμέσως μετά ο γενειοφόρος Frédéric  Bazille, ο οποίος δύο μήνες αργότερα θα σκοτωθεί στον γαλλο-πρωσικό πόλεμο,  ενώ στη γωνία του πίνακα, κρυμμένος σχεδόν, βρίσκεται ο Claude Monet. Το αγαλματάκι της Αθηνάς στον διάκοσμο του ατελιέ φαίνεται να προτείνει πως οι ιμπρεσιονιστές σέβονται τις καλλιτεχνικές παραδόσεις αντίθετα με όσα τους κατηγορούν.
Ο Henri Fantin-Latour, παραδοσιακός στην τεχνική  παρά τις κακές παρέες του, υπέβαλε το έργο στο Salon de Paris εκείνης της χρονιάς και η συμμετοχή του εγκρίθηκε. Ο πίνακας εκτέθηκε στον χώρο που τόσο πολύ πολέμησε τους ιμπρεσιονιστές κατηγορώντας τους για αντισυμβατικότητα.
Σήμερα το έργο εκτίθεται στο Παρίσι, στο Musée d’ Orsay.


Πηγή για τις εικόνα:
https://fr.wikipedia.org/wiki/Groupe_des_Batignolles

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Όταν ο Zola συνάντησε τον Manet


Το 1866, όταν το Παρίσι συγκλονιζόταν από το διπλό σκάνδαλο Manet, υπήρξαν κάποιοι τολμηροί οι οποίοι ανέλαβαν την υπεράσπιση του ζωγράφου. Ανάμεσά τους ο στενός φίλος του ζωγράφου, ο ποιητής Charles Baudelaire. Όμως, το 1867 ο Baudelaire πεθαίνει και το πλήγμα για τον Manet είναι πολύ μεγάλο, αφού χάνει τον πιο θερμό υποστηρικτή του. Ωστόσο, η θέση δεν μένει κενή. Ένας εικοσιεξάχρονος συγγραφέας, ο Émile Zola, έχει γράψει, το 1866, ένα επαινετικότατo άρθρο για τον Manet στην εφημερίδα  Évenement. Γράφει σ' αυτό: «La place de Manet est marquée au Louvre, comme celle de Courbet, comme celle de tout artist d’un tempérament fort et implacable» (=η θέση του Manet είναι στο Λούβρο, όπως του Courbet, όπως κάθε καλλιτέχνη με ιδιοσυγκρασία δυνατή και στιβαρή).
Τον Ιανουάριο του 1867, ο Zola δημοσιεύει στο Revue du XX Siècle ένα δοκίμιο για τη ζωγραφική του Manet με τίτλο «Une Nouvelle Manière en Peinture: Edouard Manet» και, αργότερα τον ίδιο χρόνο, επανεκδίδει το κείμενο με τίτλο: Édouard Manet: Étude Biographique et Critique.
Ο Manet, ευγνώμων στον συγγραφέα για τη στάση του, θα ζωγραφίσει, το 1868, το περίφημο πορτραίτο του Zola, το οποίο εκτέθηκε στο Salon de Paris της ίδιας χρονιάς και το οποία τώρα βρίσκεται στο Musée d’Orsay. O Zola, στο γραφείο του με ένα ανοιχτό βιβλίο στο χέρι, έχει κρεμάσει στον τοίχο το πορτραίτο της Ολυμπίας, της οποίας μάλιστα το βλέμμα έχει αλλάξει κατεύθυνση και καρφώνεται πάνω στον συγγραφέα, δείχνοντας έτσι τον θαυμασμό του ζωγράφου για το πρόσωπό του. Πάνω στο γραφείο , πίσω από την πένα, υπάρχει ένα μπλε χειρόγραφο, πιθανόν το δοκίμιο του Zola για τον Manet.


Η φιλία των δύο ανδρών δεν θα κρατήσει πολύ, καθώς οι καλλιτεχνικοί τους δρόμοι απομακρύνονται: ο ρεαλισμός του Zola δεν συμφωνεί με τον ιμπρεσιονισμό του Manet. Οι δρόμοι τους, ωστόσο, συγκλίνουν και πάλι, καθώς η τύχη (ή η καλλιτεχνική τους αναζήτηση) τους παίζει ένα πολύ διασκεδαστικό παιχνίδι.
Το 1877 ο Manet ζωγραφίζει το πορτραίτο μιας νεαρής κοπέλας, πόρνης της υψηλής τάξης το δίχως άλλο, όπως φανερώνει το όνομά της, δημοφιλές καλλιτεχνικό ψευδώνυμο για τις πόρνες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η Nana (Νανά), μέσα στο μπουντουάρ της, στέκεται μπροστά από έναν καθρέφτη διακοσμημένο με δυο σβησμένα κεριά και κοιτάζει κατάματα τον θεατή σαν τις προγενέστερές της, τη γυμνή γυναίκα από το Le déjeuner sur l’herbe (Πρόγευμα στη χλόη) και την Olympia (Ολυμπία). Φοράει ένα μικρό αμάνικο μπούστο, μεταξωτές κάλτσες και ψηλοτάκουνα παπούτσια. Ο κομψός άνδρας που είναι καθισμένος στον σοφά διακρίνεται μόνο κατά το ήμισυ. Για άλλη μια φορά ο πίνακας απορρίφθηκε από την Ακαδημία ως επικίνδυνος για τα χρηστά ήθη, αλλά και επειδή ο ισχυρός προστάτης του μοντέλου, της Henriette Hauser, ενοχλήθηκε υπερβολικά. Σήμερα εκτίθεται στη Γερμανία, στο Kunsthalle Hamburg Art Museum.


Τρία χρόνια αργότερα, ο Zola γράφει τη Nana (Νανά), ένα από τα πιο διάσημα έργα του και κορυφαίο δείγμα του νατουραλισμού. Το γαλλικό κοινό έχει και πάλι λόγο να εξεγερθεί. Το βιβλίο δεν περιγράφει απλώς μια πόρνη των παρισινών σαλονιών, αλλά αποκαλύπτει την ανηθικότητα και τον ξεπεσμό της παραδοσιακής αριστοκρατίας, αλλά και μια ολόκληρης κοινωνίας, που παραδίδεται στην αρπακτικότητα του κέρδους, την ακολασία, τον αμοραλισμό. Έρωτας, ευαισθησία, πίστη, φιλία, αλληλεγγύη, δεν είναι προτερήματα, αλλά  στοιχεία που οδηγούν όποιον τα διαθέτει στη συντριβή. Ο Zola πετάει κατάμουτρα στους συγκαιρινούς του την αποτυχία της κοινωνίας τους και έτσι αιτιολογείται ο σάλος που προκλήθηκε από την έκδοση του βιβλίου, παρά την υποστήριξη που δέχτηκε από σπουδαίους άνδρες όπως ο Gustave Flaubert. 


Πηγές για τις εικόνες: