Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Deleuze G.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Deleuze G.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

Έρις και αθλητικοί αγώνες


Είπαμε στην προηγούμενη ανάρτηση ότι ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν τα δύο προνομιακά πεδία του πολιτικού. Ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν όμως επίσης τα δύο προνομιακά πεδία και της ποιητικής. Είναι σαν να λέμε η ρις μέσα στην ριν.
Η Ιλιάδα, αρχίζει και ολοκληρώνεται με την έριδα του Αχιλλέα και του Αγαμέμνονα, για να καταγράψει στην ουσία την έριδα Ελλήνων και Τρώων, με ενδιάμεσες μορφές της την έριδα των θεών (ποιος δικαιούται τη νίκη) ή την έριδα των λόγων (ποιος μιλάει καλύτερα). Οι αθλητικοί αγώνες μεταθέτουν τελετουργικά την έριδα στο στρατόπεδο του τατο. Δεν παλεύεις με τον εχθρό, αλλά με τον φίλο. Αν χάσεις, δεν χάνεις τη ζωή σου. Δείχνουν την ετοιμότητα των Αχαιών αρχηγών εν όψει της άλωσης της Τροίας ή την ετοιμότητα του Οδυσσέα (τόσο ανθεκτικού, παρά τις ταλαιπωρίες) να ανακαταλάβει το βασίλειό του.


Η δύσσεια πάλι κατευθύνεται από την αρχή της στην τελική σκηνή της μάχης του Οδυσσέα με τους μνηστήρες, για την κατάληψη της εξουσίας και της Πηνελόπης. Ο αγώνας, όμως, της Ιθάκης είναι αυτός με τις μεγαλύτερες ιδιαιτερότητες. Πρώτα-πρώτα, γιατί αυτός ο αγώνας τοξοβολίας είναι η ίδια η ρις. δεν πρόκειται καθόλου για παιχνίδι. Οι νεαροί ευγενείς που συμμετέχουν δεν αγωνίζονται για ένα λεβέτι, έναν τρίποδα ή μια σκλάβα. Αγωνίζονται για να κερδίσουν τη βασίλισσα και μέσω αυτής το βασίλειο. Έπειτα, γιατί σε αυτόν τον αγώνα επαληθεύεται παραδειγματικά το γεγονός ότι κάθε αγώνας είναι ούτως ή άλλως ένα σύστημα επιλογών και αποκλεισμών. Μέσα στο δικό του σύμπαν όλα είναι αυστηρά ιεραρχημένα. Ο πρώτος και ο έσχατος: έτσι ταξινομούνται οι συμμετέχοντες. Όμως, στο πεδίο του τατο, ο Αχιλλέας δίνει δώρα και στους έσχατους. Προέχει η συμμετοχή, η επιβεβαίωση του ανήκειν. Αντίθετα, στην Ιθάκη οι έσχατοι πληρώνονται με θάνατο. Μεταξύ των πολλών διεκδικητών επιλέχθηκε ο ένας, ο γνήσιος. Ο Gilles Deleuze το ερμηνεύει ως εξής: υπάρχουν ο πατέρας, η κόρη και οι μνηστήρες . Με πολιτικούς όρους υπάρχουν ο κριτής, η διεκδικούμενη σύζυγος/εξουσία και οι διεκδικητές. Υπάρχει και η δοκιμασία. Θα κερδίσει την κόρη ο καλύτερος, αυτός που θα επιτελέσει έναν υπερ-ανθρώπινο άθλο. Θυμίζω εδώ ότι η τριαδική δομή, την οποία περιέγραψε ο Deleuze, βρίσκει την καλύτερή της εφαρμογή στον μύθο της γέννησης των Ολυμπιακών αγώνων (ο Οινόμαος/πατέρας, η Ιπποδάμεια/κόρη, ο Πέλοπας/μνηστήρας, η αρματοδρομία/δοκιμασία). Στην τοξοβολία της Ιθάκης, καλύτερος είναι ο Οδυσσέας (η ικανότητά του στο τόξο προοικονομείται στη ραψωδία θ, αλλά, οπωσδήποτε, το τόξο δεν είναι και το ατού του). Οι υπόλοιποι μνηστήρες, για να πάψουν οριστικά να τον απειλούν, πρέπει να πεθάνουν. Έτσι, από συμμετέχοντες στους αγώνες μετατρέπονται όχι απλώς σε ηττημένους διεκδικητές της νίκης, αλλά σε θύματα.


Ο Οδυσσέας, έχοντας νικήσει στον αγώνα της τοξοβολίας, αποκαλύπτεται επιτέλους και μαζί του αναδεικνύεται το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στη μεταβαλλόμενη εξωτερική όψη και στη σταθερή μορφή –αν βέβαια κάτι τέτοιο υπάρχει. Ο νικητής, έχοντας επιτελέσει τον απαιτούμενο άθλο, δικαιούται τώρα να αποκαλύψει την κρυμμένη αλήθεια του –κρυμμένη και από την παρατεινόμενη προκάλυψη και παραμόρφωσή του-, να αποκαλύψει ποιος είναι. Ο ήρωας γίνεται ζητιάνος και ο ζητιάνος ξαναγίνεται ήρωας. Καθώς ο Οδυσσέας αναλαμβάνει το βασίλειό του, βρίσκει ταυτόχρονα και την αλήθεια του είναι του. Καθώς ξανακερδίζει τη γυναίκα του, που ύφαινε και ξύφαινε μέρα-νύχτα τον δόλο και την απάτη, ξανακερδίζει την πολιτική του θέση. Γίνεται τώρα αυτός ο βασιλικός υφαντής, που για τον Πλάτωνα ταυτίζεται με τον πολιτικό. Με τη νίκη του στον αγώνα της τοξοβολίας, ο Οδυσσέας γίνεται ο ήρωας, αυτός δηλαδή που πέρασε τη δοκιμασία, έχοντας εκτελέσει με επιτυχία τον άθλο του, έχοντας, με άλλα λόγια, εκτελέσει με επιτυχία την παραδειγματική μορφή της πράξης που αποκαθιστά τη διαταραγμένη τάξη.

Σημείωση: ο αττικός  ερυθρόμορφος σκύφος αποδίδεται στον «Ζωγράφο της Πηνελόπης», είναι του 5ου π.Χ. αιώνα και βρέθηκε στην Tarquinia της Ετρουρίας. Εικονίζει τη μνηστηροφονία που μοιράζεται και στις δύο όψεις του αγγείου.

Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή 30 Ιουλίου 2017

Αριστεία και κλέος


Σύμφωνα με τον Όμηρο, στον μυκηναϊκό κόσμο, η αρετή που επιδιώκει ο άνθρωπος δεν είναι η αφηρημένη ιδέα μιας ηθικής τελειότητας, όπως αυτή εξαντικειμενοποιείται με την αναγωγή της σε μια (πλατωνική ή άλλη) υπερβατική σταθερά. Η σημασία που παίρνει το να είναι κανείς ριστος (λέξη ετυμολογικά συγγενής με τη λέξη ρετή) συμπυκνώνεται στο ομηρικό αέν ριστεύειν καί πείροχον μμεναι λλων (=να είσαι πάντα πρώτος κι ανώτερος απ’ όλους), που παραπέμπει στην ιδέα της ανωτερότητας στα πλαίσια μιας ιεραρχικής κατάταξης (πείροχον μμεναι λλων). Η ιδέα της υπεροχής σε σχέση με τους άλλους ταιριάζει απόλυτα με την προτεραιότητα των ατομικών κατορθωμάτων. Όλοι, λοιπόν, προστατεύουν αυτό που είναι τόσο με τους αγώνες τους όσο και με τις καυχησιές τους, από τις οποίες η ομηρική Ιλιάδα είναι γεμάτη.

Πατρόκλου Άθλα, 
Δίνος (6ος π.Χ. αιώνας)

Ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν τα δύο προνομιακά πεδία του πολιτικού και μπορούν να προσδιοριστούν ως διαφορετικοί βαθμοί έντασης της ίδιας θεμελιώδους αγωνιστικής σχέσης. Κοινό συστατικό τους στοιχείο είναι το αριστοκρατικό (αντα-)αγωνιστικό πρότυπο της ατομικής αρετής με τη μορφή της ριστείας  (η ζωή να συνοψίζεται σε ένα μοναδικό κατόρθωμα, όπως το περιγράφει η Hannah Arendt ), που προϋποθέτει δύο πράγματα: από τη μια, την ευταξία ενός κόσμου που μόλις απαλλάχθηκε από την τερατώδη του πλευρά  (αν και η αταξία πάντοτε παραμονεύει, αφού ο πόλεμος είναι πατήρ πάντων) και, από την άλλη, τον συνδυασμό ανάμεσα στη θεατή ιδιότητα του φυσικού κάλλους και στη δύναμη, στη γενναιότητα, στην επιτηδειότητα, στην ευστροφία. Και όλα αυτά μέσα σε έναν κόσμο προ-πλατωνικό, ο οποίος δεν γνωρίζει ακόμα τον δυισμό, που, για να χρησιμοποιήσουμε μια διατύπωση του  Gilles Deleuze, δεν έχει ακόμα τίποτα με χαρακτήρα ουσιακό να χωρίσει. 

Μονομαχία Μενελάου και Έκτορα, 
Πινάκιο (7ος π.Χ. αιώνας)

Ταυτόχρονα, «ο πόλεμος και ο αθλητισμός εγκλείουν μορφές σύγκρουσης συνυφασμένες με μορφές αλληλεξάρτησης, συνεργασίας και συγκρότησης μιας ομάδας», όπως παρατηρεί ο Eric Dunning. Στον πόλεμο και στους αθλητικούς αγώνες του ομηρικού κόσμου αυτοπροσδιορίζεται η αριστοκρατική ελίτ της «ηρωικής» περιόδου με αξιώσεις κοινωνικής ενότητας και συνοχής. Το σύμπαν μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται είναι αυτό της τιμής, της μεγαλοπρέπειας, του κομπασμού, της πρόκλησης και, οπωσδήποτε, δεν είναι ο καθημερινός κόσμος του μόχθου και της μέριμνας.   

Μονομαχία Αχιλλέα και Μέμνονα, 
Υδρία (6ος π.Χ. αιώνας)

Πόλεμος, λοιπόν, οι ομηρικοί αθλητικοί αγώνες; Και βέβαια. Με άλλα μέσα, αλλά πόλεμος, μάχη, βία, εξαπάτηση. Σύγκρουση τελετουργική οι αγώνες, με δοκιμασίες που προέρχονταν από τη στρατιωτική εκπαίδευση. Εξάλλου, στο ομηρικό έργο θεμελιώδης είναι η ατομική αρετή, και όταν πρόκειται για τον πόλεμο, που παίρνει τη μορφή ενός «μωσαϊκού μονομαχιών όπου συγκρούονται οι πρόμαχοι», αλλά και στους αγώνες, όπου και πάλι λαμβάνουν μέρος μόνον οι αρχηγοί με έπαθλα πολλά και πολύτιμα, αλλά με έπαθλο σπουδαιότερο την προσωπική τους δόξα. 

Μνηστηροφονία, 
Σκύφος (5ος π.Χ. αιώνας)

Οι Έλληνες, από την εποχή κιόλας του Ομήρου, ενδιαφέρονταν πάνω από όλα για το κλέος και για την αθανασία που αυτό χαρίζει. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να πετύχει την αιωνιότητα, αρκείται στην αθανασία. Και βέβαια η αθανασία είναι το αποτέλεσμα της πράξης και εκδηλώνεται με τον τρόπο ζωής του ανθρώπου μέσα στη δημόσια σφαίρα, ενώ η αιωνιότητα θα χρειαστεί να περιμένει την πλατωνική θεωρίαν (όπως θα συμπληρωθεί και από τη χριστιανική παράδοση), που σημαίνει απόσπαση από τη δημόσια σφαίρα και τον πολιτικό βίο. Από την άλλη, ό,τι χαρακτηρίζεται ως «αγωνιστικό πνεύμα» των Ελλήνων, ως μόνιμη και συνεχής επιθυμία για αναμέτρηση με τους άλλους, θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως επιλογή θανάτου. Η πράξη του ήρωα τερματίζεται με τον θάνατό του που τον επιλέγει εκούσια, γιατί μόνον έτσι δεν αφήνει κανένα περιθώριο στην ανατροπή, στο μη προβλέψιμο, αφήνοντας μόνο στη διακριτική ευχέρεια του ποιητή το να αφηγηθεί την πράξη της οποίας ο ήρωας τού έχει παραδώσει την πλήρη σημασία. Το κλέος και η ποιητική του εξύμνηση ως θεραπεία (προ-πολιτική/προ-φιλοσοφική λύση) της ευπάθειας των ανθρώπινων  πραγμάτων (της πράξης και της ομιλίας) θα δώσουν τη θέση τους στην πολιτική «φαρμακεία» της πόλεως στα κλασικά χρόνια  και αυτή στην απολιτική πλατωνική ουτοπία της ευδαίμονος θεωρίας.

Πηγή για τις εικόνες:

Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Πλάτων και Σοφιστές: μια εισαγωγή


Στην εισαγωγή του πλατωνικού Πρωταγόρα, ενός διαλόγου που έχει χαρακτηριστεί τόσο διασκεδαστικός όσο και μια κωμωδία του Αριστοφάνη, ο ανώνυμος εταίρος της αρχής μπερδεύει τη διανοητική έξαψη του Σωκράτη με ερωτική έξαψη. Ο Σωκράτης συζητούσε με τον Πρωταγόρα, ενώ εκείνος φαντάζεται ότι κυνηγούσε τον πηνήτην, (=γενειοφόρο) Αλκιβιάδη. Ο Σωκράτης επαυξάνει τη σύγχυση. Ο Αβδηρίτης ξένος του φάνηκε τόσο πιο όμορφος από την χαριεστάτην βην (=χαριτωμένη νιότη) του γιου του Κλεινία, ώστε συχνά ξεχνούσε την παρουσία του δεύτερου για να αφοσιωθεί στον πρώτο. Η παράξενη αυτή συμπεριφορά του εξηγείται με την καθαρά πλατωνικής κοπής ατάκα: πς δ’ ο μέλλει τό σοφώτατον κάλλιον φαίνεσθαι; (=πώς μπορεί το σοφότατο να μη φαίνεται ομορφότερο;).
Από την αρχή κιόλας του έργου η συζήτηση με τον μεγάλο εχθρό, τον Πρωταγόρα, ξεπατικώνει, θα λέγαμε, μια ατμόσφαιρα ερωτικού παιχνιδιού. Το φλερτ προϋποθέτει θαυμασμό και ταραχή, και αυτά και τα δυο τα επιδεικνύει ο Σωκράτης το δίχως άλλο. Ο θαυμασμός και η ταραχή επαυξάνονται δια της πλαγίας οδού, καθώς δεν προέρχονται άμεσα από τον Σωκράτη. Ο νεαρός Ιπποκράτης, αγουροξυπνημένος και καταλαχανιασμένος, χτυπάει αξημέρωτα την πόρτα του Σωκράτη για να τον πληροφορήσει για την παρουσία του Πρωταγόρα στην πόλη και να τον παρακαλέσει να τον παρουσιάσει σ’ αυτόν ως επίδοξο μαθητή του. Ο Ιπποκράτης παραληρεί από ενθουσιασμό, ο Σωκράτης μόλις και μετά βίας τον συγκρατεί ώστε να μην εισβάλει τέτοια ακατάλληλη ώρα σε ξένο σπίτι και ο Πλάτων με δυσκολία κρύβει τη χολή του για την αναμφισβήτητη επιτυχία των Σοφιστών. Ο νεαρός Ιπποκράτης καλόπιστα απευθύνεται στον Σωκράτη για να πετύχει το ποθούμενο. Γιατί; Επειδή αυτός, όπως άλλωστε και άλλοι, βλέπει μεγάλη εγγύτητα ανάμεσα στη σοφιστική και στη σωκρατική διδασκαλία, τουλάχιστον στον βαθμό που και οι δυο τα έχουν βάλει με το ancien régime της σκέψης και της γνώσης.

Ο Πλάτων του Paolo Veronese (1560)
Βενετία, Biblioteca Marciana

Βρισκόμαστε πια μέσα στην εγκιβωτισμένη αφήγηση του Σωκράτη. Ό,τι θα γράψει ο Πλάτων από εδώ και πέρα είναι τα λόγια του Σωκράτη και τα λόγια των Σοφιστών που κι αυτά δια στόματος Σωκράτη μεταδίδονται. Αυτό το τέχνασμα της αφήγησης μέσα στην αφήγηση δίνει τη δυνατότητα στον Πλάτωνα να παραμορφώσει κατά βούλησιν και ατιμωρητί τις σοφιστικές θέσεις, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τον σωκρατικό αντίλογο. Δίνει όμως, επιπλέον, τη δυνατότητα στον Σωκράτη να υποδυθεί ως αφηγητής δύο πρόσωπα: τον εαυτό του και τον Πρωταγόρα. Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποιος απ’ τους δυο είναι ο σοφώτερος; 
Αφού ο Σωκράτης έχει φροντίσει να θέσει τον Ιπποκράτη ενώπιον σοβαρού διλήμματος σχετικά με την αξία της μόρφωσης που έναντι υψηλοτάτου τιμήματος πρόκειται να αποκτήσει από τον Πρωταγόρα, σε έναν τυπικό πλατωνικό διάλογο στον οποίο ο συνομιλητής του Σωκράτη δεν λέει περισσότερες από τρεις λέξεις τη φορά, οι δύο φίλοι φτάνουν στο σπίτι του Κλεινία, όπου φιλοξενείται ο διάσημος ξένος. Η πόρτα ανοίγει και κλείνει αμέσως, από έναν δούλο που έχει χάσει την υπομονή του μ’ όλους αυτούς τους Σοφιστές οι οποίοι παρελαύνουν νυχθημερόν προσκεκλημένοι και απρόσκλητοι. Και ο σπαρταριστός διάλογος. α, λέει ο δούλος, σοφισταί τινες. ο σχολή ατῷ (=Α, κάτι σοφιστές. Δεν ευκαιρεί), για να πάρει  τη διαβεβαίωση από τον Σωκράτη ότι ούτε ψάχνουν τον Καλλία ούτε είναι Σοφιστές (οτε σοφισταί σμεν). Ο Σωκράτης περνιέται από τον δούλο για Σοφιστής. Ένα λάθος που δεν το κάνει μόνον αυτός ο αμαθής υπηρέτης, αλλά και άλλοι, πολύ καλύτεροί του: ο Αριστοφάνης, ο Άνυτος και οι δικαστές που καταδίκασαν τον Σωκράτη σε θάνατο.
Στα νεότερα χρόνια, σε μια προκλητική διατύπωση, ο Jean Bollack θεωρεί τον Σωκράτη ως «έναν Σοφιστή που δεν ήξερε τίποτα». Και ο Gilles Deleuze αναρωτιέται «πώς θα μπορούσε ο Σωκράτης να αναγνωριστεί, πώς θα μπορούσαμε να τον διακρίνουμε από τον Σοφιστή;».

Σημείωση: Η μετάφραση του αρχαιοελληνικού κειμένου είναι του Β. Τατάκη (εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος).

Πηγή για την εικόνα: