Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Thatcher M.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Thatcher M.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Οικονομικές θεωρίες: Milton Friedman


Η πολιτική που εφάρμοσε ο Αμερικανός πρόεδρος Franklin Roosevelt, επιχειρώντας να επιλύσει το πρόβλημα που ανέκυψε μετά τη μεγάλη ύφεση του 1929, ονομάστηκε New Deal και περιλαμβάνει συνεχείς κρατικές παρεμβατικές μικροδιορθώσεις στην οικονομία, προκειμένου να επανέλθει η ισορροπία.
Αυτή η πολιτική είχε έναν αναπάντεχο σύμμαχο: έναν νεαρό μεταπτυχιακό φοιτητή, τον Milton Friedman, ο οποίος επικρότησε μια περιορισμένη κρατική παρέμβαση για την υπέρβαση της κρίσης. Αργότερα, ο Friedman, αξιολογώντας συνολικά την εφαρμοζόμενη στρατηγική, διατύπωσε την άποψη ότι η κρατική παρέμβαση στην πολιτική New Deal ήταν «λάθος θεραπεία για λάθος ασθένεια». Επρόκειτο στην ουσία για ευθεία επίθεση του Friedman στην κεϋνσιανή αντίληψη ότι η αύξηση των δημοσίων δαπανών οδηγεί αυτόματα στην πλήρη απασχόληση. Λύση, κατά τη γνώμη του, θα μπορούσε να είχε δώσει όχι η κρατική παρέμβαση, αλλά μια κεντρική τράπεζα που θα επέβαλε αυστηρούς γενικούς κανόνες, ιδίως στο ζήτημα των επιτοκίων, προσφέροντας συγχρόνως ρευστότητα στον τραπεζικό τομέα (αυξάνοντας, δηλαδή, αντί να μειώσει την προφορά του χρήματος), ενώ οι τιμές θα αφήνονταν ελεύθερες να προσεγγίσουν τα φυσικά τους επίπεδα.


Η θέση του Friedman ονομάστηκε μονεταρισμός και μπορεί να συνοψιστεί στη διάσημη φράση: «Ο αποπληθωρισμός των τιμών μπορεί να καταπολεμηθεί με το πέταγμα χρημάτων από ένα ελικόπτερο». Σύμφωνα, λοιπόν, με τη θεωρία του, τη λεγόμενη «ποσοτική θεωρία» του χρήματος, οι τιμές σε κάθε αγορά καθορίζονται από την προσφορά χρήματος και η νομισματική πολιτική είναι αυτή που μπορεί να ελέγξει τους επιχειρηματικούς κύκλους. Για τον Friedman, ο πληθωρισμός των τιμών πρέπει να ρυθμίζεται μέσω νομισματικού αποπληθωρισμού και ο αποπληθωρισμός των τιμών μέσω νομισματικού πληθωρισμού. 


Όμως, ο Friedman  προχώρησε ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι οι κρατικές παρεμβάσεις δεν είναι μόνον αντιπαραγωγικές για την οικονομία, αλλά είναι και αντίθετες προς τις αξίες μιας ανοιχτής κοινωνίας ελεύθερων ατόμων. Στα έργα του Capitalism and Freedom (Καπιταλισμός και ελευθερία) και Free to Choose (Ελεύθερος να διαλέξεις), ο Friedman επιχειρηματολόγησε για τα πλεονεκτήματα ενός οικονομικού συστήματος ελεύθερης αγοράς με ελάχιστη κρατική παρέμβαση. Ο ρόλος του κράτους πρέπει να περιοριστεί στην προστασία μας από εξωτερικούς εχθρούς και, εσωτερικά, στον έλεγχο της εφαρμογής των ιδιωτικών συμφωνιών και στην προώθηση της ανταγωνιστικότητας στην αγορά. Σε όλα τα άλλα πεδία (ακόμη και στην υγεία και στην παιδεία) το κράτος μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει, οπότε καλύτερο είναι να αφεθεί να λειτουργήσει ο ελεύθερος ανταγωνισμός.
Ο Friedman συνέδεσε το όνομά του με το περίφημο «δόγμα του σοκ», που εφαρμόστηκε στη Χιλή, μια χώρα με πληθωρισμό στο 350%, για την οποία πρότεινε δραστικότατη περικοπή των δημόσιων δαπανών και δημοσιονομική συρρίκνωση. Τα μέτρα που με τη συμβουλή του εφαρμόστηκαν βελτίωσαν τους αριθμούς, όμως προκάλεσαν τρομακτική άνοδο της ανεργίας και μία από τις βαρύτερες επισιτιστικές κρίσεις της χώρας. Ωστόσο, ο Friedman, πιστός στις απόψεις του για τη σύνδεση της ελεύθερης αγοράς με την πολιτική ελευθερία, δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι οι προτάσεις του είχαν ως αποτέλεσμα τον εκδημοκρατισμό της Χιλής.


Μολονότι στην πράξη ο φιλελευθερισμός του Friedman προδόθηκε ακόμη και από τους πιο πιστούς οπαδούς του (βλ. Margaret Thatcher και Ronald Reagan), το 1976 ο οικονομολόγος τιμήθηκε με το βραβείο νόμπελ.

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Οικονομικές θεωρίες: Friedrich von Hayek


Το 1974, ένας εκ των δύο που κέρδισαν το νόμπελ οικονομίας ήταν ο Αυστριακός φιλελεύθερος οικονομολόγος και βασικός εκπρόσωπος της αυστριακής σχολής οικονομικής σκέψης Friedrich von Hayek (ο δεύτερος ήταν ο πολιτικός του αντίπαλος Σουηδός Gunnar Myrdal).


Είχαν περάσει 30 χρόνια από τότε που ο αγγλικός εκδοτικός οίκος Routledge εξέδωσε το κορυφαίο έργο πολιτικού και οικονομικού στοχασμού του Hayek με τίτλο The Road to Serfdom (Ο δρόμος προς τη δουλεία), τίτλο που παραπέμπει στον Γάλλο φιλελεύθερο Alexis de Tocqueville και στον δικό του «road to servitude». Το έργο άρχισε να γράφεται το 1940 και ολοκληρώθηκε το 1943, δηλαδή κατά την εποχή της διαφαινόμενης ήττας του Άξονα. Ο Hayek, τη στιγμή της υποχώρησης του φασισμού, διακρίνει έναν νέο αναδυόμενο κίνδυνο που είναι ενδεχόμενο να υποδουλώσει την Ευρώπη, τον σοσιαλισμό. Ο Hayek ισχυρίζεται ότι τόσο ο ναζισμός στη Γερμανία όσο και ο κομμουνισμός στη Ρωσία είναι απόρροιες του μαρξιστικού σοσιαλισμού και έχουν ως βάση την αντίληψη της σχεδιασμένης οικονομίας. Κατ’ επέκταση, ο Hayek είναι σφοδρός πολέμιος του κολεκτιβισμού, επειδή, ακόμη και σε περιπτώσεις εθελοντικής συνεργασίας, προϋποτίθεται κάποιου είδους ενισχυμένη κεντρική εξουσία.
Αφετηρία, λοιπόν, είναι η διάκριση του Hayek μεταξύ ανοιχτής και σχεδιασμένης οικονομίας. Η πρώτη διευθετεί από μόνη της τα θέματα που προκύπτουν, ενώ η δεύτερη βασίζεται σε ένα άνωθεν σχέδιο που καταπνίγει την ελευθερία και διευθύνει κεντρικά την οικονομική δραστηριότητα. Όχι όμως μόνο αυτήν, αλλά και την ανθρώπινη δραστηριότητα εν γένει, καθώς η οικονομία αναπτύσσει μηχανισμούς που ασκούν έλεγχο στην κοινωνική σφαίρα. Επιπλέον, ενδιαφέρον έχει η θέση του Hayek ότι ο σοσιαλισμός έχει διαβρώσει πολιτικούς από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα.
Στο σύστημα του Hayek κυρίαρχη θέση κατέχει η έννοια της «αυθόρμητης τάξης» (spontaneous order), συνέχεια και επέκταση της «αόρατης χειρός» του Adam Smith. Δεν πρόκειται για αρμονία συμφερόντων, αλλά για δυνατότητα συμβιβασμού των αντιτιθέμενων συμφερόντων. Ο Hayek εξήγησε στο έργο του Prices and Production in Society (Τιμές και παραγωγή) ότι αυτός ο συντονισμός οφείλεται στον μηχανισμό του χρήματος που αυτορρυθμίζεται μέσω της ίδιας της διαδικασίας της αγοράς. Όπως είχε επισημάνει και στο άρθρο του «The Use of Knowledge in Society» («Η χρήση της γνώσης στην κοινωνία»), η αγορά διαθέτει την απαραίτητη ροή πληροφοριών που την καθιστούν ικανή και να ελέγξει την προσφορά του χρήματος και να την χρησιμοποιήσει σωστά, πράγμα αμφίβολο για έναν, π.χ., μονοπωλιακό κυβερνητικό θεσμό όπως είναι μια κεντρική τράπεζα. Εξάλλου, στο ίδιο άρθρο, ο Hayek υποστήριξε ότι ο μηχανισμός του τιμών είναι πιο αποτελεσματικός, συγκριτικά με τον κεντρικό σχεδιασμό, στη διανομή και στον συγχρονισμό της κατακερματισμένης σε τοπικό και ατομικό επίπεδο γνώσης. Απλούστερα, καθένας που λαμβάνει οικονομικές αποφάσεις μπορεί να επικοινωνήσει με τη διεσπαρμένη στους άλλους γνώση με αποκλειστικό μέσον τις ενδείξεις των τιμών. Με άλλα λόγια, το ελεύθερο σύστημα των τιμών, όπως και η εξέλιξη της γλώσσας, είναι μεν αποτέλεσμα της ανθρώπινης δράσης, χωρίς όμως να είναι αποτέλεσμα ανθρώπινου σχεδιασμού.
Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον σημείο των αντιλήψεων του Hayek είναι η απόρριψη της έννοιας της «κοινωνικής δικαιοσύνης», κι αυτό επειδή οδηγεί σε κρατική παρέμβαση που με τη σειρά της οδηγεί σε ολοκληρωτισμό και δουλεία. Δεν διαθέτουμε, υποστηρίζει ο  Hayek, ούτε τη γνώση ώστε να προγραμματίσουμε την οικονομία ούτε το ηθικό δικαίωμα ώστε να επιβάλουμε έλεγχο στην προσωπική ζωή των ανθρώπων (κάτι τέτοιο θα ήταν απαραίτητο εάν επρόκειτο να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα κοινωνικής δικαιοσύνης). Εάν, λοιπόν, εισαχθεί ως αρχή η δικαιοσύνη στη διανομή, τότε χρειάζεται ολόκληρη η κοινωνία να οργανωθεί σύμφωνα με τις επιταγές της. Όμως, μια τέτοια κοινωνία θα βρισκόταν στον αντίποδα μιας ελεύθερης κοινωνίας. Γι’ αυτό, η μοναδική έγκυρη και συμβατή με την ελευθερία τάξη είναι η «αυθόρμητη τάξη» της αγοράς. Τα αποτελέσματα της ανθρώπινης δράσης είναι αναγκαστικά απρόβλεπτα και, άρα, το ερώτημα κατά πόσον η απορρέουσα διανομή είναι ή όχι δίκαιη δεν έχει κανένα νόημα. Βεβαίως, είναι πιθανόν οι ενδεείς να προβούν σε πράξεις απελπισίας που θα απειλήσουν τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό ο Hayek παραδέχτηκε την ανάγκη να υπάρχει δίχτυ ασφαλείας για όσους αντιμετωπίζουν την πείνα και την ένδεια.


Τιμημένος από πολλές πλευρές ο Hayek, έχει επίσης επικριθεί έντονα, με τον χαρακτηρισμό «νεοφιλελεύθερος» να τον συνοδεύει, ιδίως λόγω της συνεργασίας του με τη Βρετανίδα πρωθυπουργό Margaret Thatcher. Οπωσδήποτε, πάντως, η σκέψη του επηρέασε τη σύγχρονη οικονομική επιστήμη, ενέπνευσε πολλούς οικονομολόγους και δεν είναι τυχαίο ότι είναι ο δεύτερος οικονομολόγος με τις περισσότερες παραπομπές (μετά τον Kenneth Arrow).  

Πηγές για τις εικόνες: