Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Diderot D.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Diderot D.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Ο φωτισμός του Rousseau


Το 1741 η Académie της Dijon προκήρυξε τον πρώτο της ετήσιο διαγωνισμό για θέματα φυσικής, ηθικής και ιατρικής. Ως έπαθλο για τον νικητή ορίστηκε ένα χρυσό μετάλλιο. Από τότε μέχρι το 1793 αναδείχθηκαν 28 νικητές σε 53 διαγωνισμούς.
Το 1749 το θέμα του διαγωνισμού ήταν: “Si le rétablissement des sciences et des arts a contribué à épurer les moeurs” («εάν η αποκατάσταση των επιστημών και των τεχνών έχει συμβάλει στον εξευγενισμό των ηθών»).
Είναι ένα ζεστό Οκτωβριάτικο απομεσήμερο και ένας  τριανταεπτάχρονος κατευθύνεται πεζός, καθώς χρήματα για να μισθώσει άμαξα δεν έχει, προς τη φυλακή της Vincennes, σε απόσταση 6 χιλιομέτρων από το Παρίσι, για να επισκεφθεί τον Denis Diderot, που είναι κλεισμένος εκεί εξαιτίας της κριτικής του στην κυβέρνηση. Το όνομά του είναι Jean-Jacques Rousseau και, όπως αφηγείται ο ίδιος στις Lettres à Malesherbes (Επιστολές στον Malesherbes) και στην αρχή του 8ου βιβλίου των Confessions (Εξομολογήσεις), σταματάει και ξαπλώνει για να ξεκουραστεί κάτω από μια βελανιδιά. Ανοίγει την εφημερίδα Le Mercure de France την οποία κουβαλάει μαζί του. Σ’ αυτήν διαβάζει για την προκήρυξη του διαγωνισμού και τότε έχει μια έκλαμψη, μια ενορατική σύλληψη, που τον αλλάζει εντελώς και η οποία έμεινε στην ιστορία της φιλοσοφίας ως Illumination de Vincennes (φωτισμός της Vincennes). Όταν αργότερα συναντάει τον Diderot, η απάντηση στο ερώτημα των σοφών της Académie έχει ήδη σχηματιστεί στο μυαλό του και ήδη έχει αρχίσει να παίρνει τη γραπτή της μορφή. Ο μονόλογος του Fabricius, ο οποίος μιλάει για λογαριασμό του Jean-Jacques, είναι σχεδόν έτοιμος, ώστε να διαβαστεί στον έγκλειστο φιλόσοφο (αν και ο ίδιος ο Diderot αφηγείται μια άλλη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία εκείνος έπεισε τον Rousseau να λάβει μέρος στον διαγωνισμό).
Η πραγματεία του Rousseau ολοκληρώνεται και υποβάλλεται στην Académie τον Μάρτιο του 1750. Έχει τον τίτλο Discours sur les sciences et les arts (Λόγος περί των επιστημών και των τεχνών) και η απάντηση στο ερώτημα του διαγωνισμού είναι αρνητική, καθώς ο Rousseau θεωρεί ότι η ανάπτυξη των επιστημών και των τεχνών είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την εξέλιξη της ηθικής, και μάλιστα πιστεύει ότι και οι δύο συντελούν στην ηθική και κοινωνική διαφθορά. Ό,τι ο φιλόσοφος υποστηρίζει σε αυτό το έργο θα αποτελέσει τον καμβά πάνω στον οποίο θα υφάνει αργότερα την κριτική του για τα ήθη και την πολιτική αρετή. Θα αποτελέσει, επίσης, την αφορμή για τη σύγκρουση του Rousseau με τους διαφωτιστικούς κύκλους.
Στις 9 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς η Académie τον ανακηρύσσει νικητή και την επόμενη χρονιά το έργο εκδίδεται, χωρίς όμως το όνομα του Rousseau. Στη θέση του αναγράφεται: par un citoyen de Genève (από έναν πολίτη της Γενεύης).


Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

Τα καινούρια ρούχα του Diderot


Η ωραιότατη κόκκινη φορεσιά, την οποία έλαβε ως δώρο, στα τέλη του 1768, ο Γάλλος φιλόσοφος Denis Diderot από τους στενούς του φίλους Jacques-Henri Meister, Ferdinando Galiani, Étienne Nöel Damilaville, βαρόνο d’ Holbach, Louis Guillaume Lemonnier, αββά Guillaume-Thomas Raynal, Andre Le Breton και Mme Marie-Térèse Geoffrin και η οποία τόσο πολύ τον χαροποίησε, είχε ένα εντελώς απροσδόκητο αποτέλεσμα: ό,τι ως τότε είχε άρχισε πια να φαντάζει μπροστά της άκομψο και αταίριαστο. Έτσι, αντικατέστησε την παλιά του καρέκλα με μια θαυμάσια πολυθρόνα ντουμπλαρισμένη με μαροκινό ύφασμα, το παλιό του γραφείο με ένα νέο πολύ πιο μοντέρνο. Βεβαίως, δεν σταμάτησε εκεί: όλα έπρεπε να προσαρμοστούν στη λαμπρότητα και στην πολυτέλεια του νέου του αποκτήματος. Ο Diderot κυριολεκτικά υποδουλώθηκε από την όμορφη φορεσιά και από την ανάγκη όλα να είναι εξίσου μεγαλοπρεπή, μέχρι που στο τέλος βυθίστηκε στα χρέη. Αυτή του την περιπέτεια ο Diderot την κατέγραψε σε ένα δοκίμιο με τίτλο Regrets sur ma vieille robe de chambre, που εκδόθηκε αυτοτελώς το 1772. Ο υπότιτλος του έργου, ευφυής, Avis à ceux qui ont plus de goût que de fortune.

Dimitri Levitzky, Portrait of Denis Diderot (1773)
Γενεύη, Musée d’ Art et d’ Histoire

Το 1988, ο Καναδός ανθρωπολόγος Grant David McCracken έδωσε για πρώτη φορά το όνομα Diderot Effect στο κοινωνικό φαινόμενο το οποίο περιγράφει μοντέλα κατανάλωσης και το οποίο στηρίζεται σε δύο αρχές: α) ο καταναλωτής αγοράζει προϊόντα που θεωρεί ότι συνδέονται με την ταυτότητα του και β) η αγορά ενός προϊόντος που δεν έχει αυτό το χαρακτηριστικό ενεργοποιεί μια διαδικασία σπειροειδούς κατανάλωσης (process of spiraling consumption). Πιο απλά, αν το νέο μου πουλόβερ δεν ταιριάζει με τη φούστα που ήδη έχω, είμαι υποχρεωμένη να αγοράσω μια καινούρια φούστα. Γι’ αυτό η αγορά, που μυρίζεται τις ανάγκες και δημιουργεί «ήθος», πουλάει τα πάντα σεταρισμένα.


Φαίνεται, λοιπόν, πως, παρόλο που γκρινιάζουμε και διαμαρτυρόμαστε κατά της υλιστικής κοινωνίας την οποία δημιουργήσαμε, εν τέλει τα πράγματα που κατέχουμε αποτελούν κρίσιμο στοιχείο της ταυτότητάς μας. Ρούχα, έπιπλα και μικρο-gadgets μας προσδιορίζουν. Και, μέσα σε έναν απειλητικά χαοτικό και θραυσματικό κόσμο, όπου νιώθουμε ότι και η ταυτότητά μας σπάει και κομματιάζεται, προσπαθούμε όλα τα αντικείμενα που μας περιτριγυρίζουν να έχουν ενότητα (ακόμα και εις βάρος της οικονομικής μας ευημερίας), ελπίζοντας ότι έτσι θα αποκτήσουμε κι εμείς οι ίδιοι ενιαία ταυτότητα.

Πηγές για τις εικόνες:

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Στο σαλόνι της Mme Geoffrin


Τα λογοτεχνικά σαλόνια είναι παριζιάνικη ιδιοτροπία και η Marie-Térèse Geoffrin είναι αναμφισβήτητα από τις πιο διάσημες παριζιάνες salonnières, αφού καταφέρνει, χάρη στην περιουσία και στην καλλιέργειά της, και συγκεντρώνει στο σαλόνι της, στο δείπνο της Τετάρτης, τους κορυφαίους καλλιτέχνες και επιστήμονες του καιρού της για διασκέδαση και ανταλλαγή φιλοσοφικής ή επιστημονικής επιχειρηματολογίας. Συγκλίσεις, αποκλίσεις, εντάσεις, διαφωνίες, συμφωνίες, αμφισβητήσεις, όλα είναι πιθανά. Αλλά η Mme Geoffrin είναι εκεί, κάθε φορά που τα πνεύματα ανάβουν, για να απαλύνει τις διαφορές και  διακριτικά να στρέψει τη συζήτηση σε άλλη κατεύθυνση.
Στο παρισινό Salon του 1814 εκτίθεται ένας πίνακας του Anicet Charles Gabriel Lemonnier με τίτλο Le salon de Madame Geoffrin en 1755 (Το σαλόνι της κυρίας Geoffrin στα 1755) που ζωγραφίστηκε μετά από παραγγελία της Josephine Beauharnais, της πρώτης συζύγου του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Σκοπός του ζωγράφου σε αυτήν τη φανταστική ανακατασκευή της πραγματικότητας είναι να παραδώσει στην αιωνιότητα όλα τα πρόσωπα που κυριαρχούν στην κοσμική, φιλοσοφική και καλλιτεχνική σκηνή του Παρισιού κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, όλα τα πρόσωπα που αποτελούν τον κύκλο της Mme Geoffrin και συγκεντρώνονται στο πλούσια διακοσμημένο σαλόνι της.


Ο Georges-Louis Leclerc κόμης de Buffon πρώτος στα αριστερά της πρώτης σειράς στραμμένος για να συζητήσει με τον Louis Jean-Marie d’ Daubenton, η Mlle de Lespinasse, άλλη διάσημη salonnière και δεύτερη από τα αριστερά στην πρώτη σειρά, ο Charles André Van Loo ο μεσαίος της κεντρικής τριάδας με τον Claude Adrien Helvétius στα δεξιά του και τον Jean Le Rond d’ Alembert στα αριστερά του, ο Charles Louis de Secondat βαρόνος de la Brède et de Montesquieu πρώτος από τα δεξιά στη δεύτερη σειρά, ο Jean-Jacques Dortous de Mairant τρίτος από τα δεξιά στην τρίτη σειρά, ο François Quesnay όγδοος στα δεξιά της προτομής να φλυαρεί με τον Denis Diderot που κάθεται πλάι στα δεξιά του και με τον Anne Robert Jacques Turgot ακόμα πιο δεξιά του, ο δούκας Anne Claude de Caylus έκτος στα δεξιά της προτομής, ο Germain Soufflot, τέταρτος στα δεξιά της προτομής, ο δούκας Étienne-François de Choiseul στα αριστερά της προτομής, ο αββάς Guillaume-Thomas Raynal έβδομος από αριστερά στην τρίτη σειρά, δίπλα και στα δεξιά του ο Jean-Jacques Rousseau να συζητάει με τον Jean-Philippe Rameau, ο Pierre Carlet de Chamblain de Marivaux δεύτερος από αριστερά στην τρίτη σειρά, η Françoise de Graffigny τρίτη από τα αριστερά στη δεύτερη σειρά και αριστερά της ο Étienne Bonnot de Condillac, η Mme du Bocage έκτη από τα αριστερά στη δεύτερη σειρά να συνομιλεί με τον René-Antoine Ferchault de Réaumur, είναι όλοι εκεί μαζί με πολλούς άλλους. Ανάμεσά τους, τρίτη από αριστερά στην πρώτη σειρά η ίδια η οικοδέσποινα, η καλλιεργημένη Mme Geoffrin και στο δεξί της πλάι, στην πιο τιμητική θέση, ο πρίγκιπας Louis-François de Bourbon-Conti. Στο κέντρο του πίνακα δεσπόζει η προτομή του François-Marie Arouet, γνωστού με το όνομα Voltaire, στην ιδιοφυΐα του οποίου οι παριστάμενοι αποδίδουν τιμή αναθέτοντας στον δημοφιλή ηθοποιό Lekain (ντυμένο στα κόκκινα στο κέντρο του πίνακα, σε θέση περίοπτη δίχως άλλο) να διαβάσει την τραγωδία με τίτλο L’orpheline de Chine (Η ορφανή της Κίνας).
Και μπορεί όλοι αυτοί να μην βρέθηκαν την ίδια στιγμή στο φιλόξενο σαλόνι της Mme Geoffrin (η ιστορική πραγματικότητα διαψεύδει τον ζωγράφο), αλλά ο πίνακας λέει με πολλούς τρόπους την αλήθεια. Ο ιδιωτικός χώρος συναντά τον δημόσιο και όλες αυτές οι προσωπικότητες ποζάρουν με το βλέμμα στραμμένο στην αθανασία. Ο Διαφωτισμός βρίσκεται στο αποκορύφωμά του, το Παρίσι είναι η αγαπημένη πόλη, τα σαλόνια του τα ζηλεύει ολόκληρη η καλλιεργημένη Ευρώπη.  
Ο πίνακας σήμερα βρίσκεται στο Château de Malmaison, στη δυτική όχθη του Σηκουάνα, πρώην κατοικία της αυτοκράτειρας Josephine Beauharnais και τελευταία κατοικία του Ναπολέοντα κατά την περίοδο των 100 ημερών, στο διάστημα δηλαδή μετά την επιστροφή του από τη νήσο Elba και μέχρι την αποκατάσταση του βασιλιά Louis XVIII.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Amour ... επί προσωπικού


Την Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016, ώρα 19:00, παρουσιάζεται στη Βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών το βιβλίο Amour. Ερωτική ανθολογία (επιμ. Έφης Κορομηλά), που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αιώρα.
Σ’ αυτό το βιβλίο, ο Σέργιος Τρεχλής έχει μεταφράσει ένα απόσπασμα από το έργο Les bijoux indiscrets (Τα αδιάκριτα κοσμήματα) του Denis Diderot. 
Ένα κείμενο χαριτωμένο, έξυπνο, προκλητικό, ελευθέριο. Στο πρόσωπο του Mangogul και της Mirzoza οι μελετητές αναγνωρίζουν τον Louis IV και την ερωμένη του Madame de Pompadour.

O Mangogul καλεί το πνεύμα Cucufa
που θα του χαρίσει το μαγικό δαχτυλίδι.


Για περισσότερες πληροφορίες: http://ifa.gr/el/2010-07-09-12-15-30/355-gfa/6613-livres-traductio-litteraire-el

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Amour


Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αιώρα το βιβλίο Amour. Ερωτική ανθολογία (επιμέλεια: Έφη Κορομηλά).
Δώδεκα κλασικοί Γάλλοι συγγραφείς του 18ου και 19ου αιώνα ανθολογούνται και μιλούν για τον έρωτα μέσα από κορυφαία έργα τους. Από την πένα του Giacomo Casanova, του Marquis de Sade, του Gérard de Nerval, του Gustave Flaubert, του Stendhal και άλλων ακόμα, ο έρωτας αναδύεται άλλοτε παιγνιώδης, εφήμερος, ματαιόδοξος, δαιμονικός, κυνικός, άλλοτε παράφορος και καταστροφικός και άλλοτε ανιδιοτελής, αγγελικός, ρομαντικός. Και πάντα ανεξάντλητος, παλλόμενος και ζωντανός.


Ξεχωριστό για μένα το απόσπασμα από το έργο του Denis Diderot με τίτλο Les bijoux indiscrets (Τα αδιάκριτα κοσμήματα), μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Σέργιο Τρεχλή.
Τα «κοσμήματα» των γυναικών της αυλής, μόλις το μαγικό δαχτυλίδι του σουλτάνου Mangogul στραφεί προς το μέρος τους, γίνονται φλύαρα: ξεσκεπάζουν ερωτικά μυστικά, εκθέτουν πρόσωπα, γελοιοποιούν καταστάσεις, σατιρίζουν και κριτικάρουν.


Το έργο δημοσιεύτηκε ανώνυμα το 1748 και ανήκει στο είδος του roman libertin.

Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

Το σκάκι στη λογοτεχνία


Το ωραιότερο, επιστημονικότερο, διανοητικότερο και δυσκολότερο παιχνίδι είναι το σκάκι. Παλιότερα αποτελούσε ψυχαγωγία αποκλειστικά για βασιλιάδες (γι’ αυτό και το ονόμαζαν «παιχνίδι των βασιλέων»), πάπες, πρίγκηπες, αυλικούς, και γενικά για τους ευγενείς και για τον ανώτερο κλήρο. Ο Voltaire, ο Diderot ο Goethe, ο Leibniz, o Tolstoy είναι κάποιοι από τους διάσημους λάτρεις του παιχνιδιού. Ο Zweig, ο Nabokov, ο Pérez-Reverte είναι κάποιοι από τους συγγραφείς που έγραψαν έργα με θέμα το σκάκι.


 «Θα ‘λεγα πως είναι σημαδεμένη σαν μια μεγάλη σκακιέρα» είπε τελικά η Αλίκη. «Θα ‘πρεπε να υπάρχουν και μερικοί άνθρωποι, να κινούνται –μα ναι! Υπάρχουν» πρόσθεσε χαρούμενα, κι η καρδιά της άρχισε να χτυπά γρήγορα, με λαχτάρα, καθώς συνέχιζε: «Είναι μια πελώρια παρτίδα σκάκι που παίζεται παντού –σ’όλο τον κόσμο- αν αυτός είναι ο κόσμος βέβαια. Α, τι διασκεδαστικό που είναι! Πόσο θα ‘θελα να ‘παιζα κι εγώ! Δε θα με πείραζε κι απλό πιόνι να ‘μουν, αν ήταν δυνατόν να με παίξουν –αν και φυσικά θα προτιμούσα να ‘μουν βασίλισσα!»
Έριξε μια ματιά μάλλον ντροπαλά, προς την αληθινή Βασίλισσα καθώς το ‘λεγε αυτό, η σύντροφός της, όμως, χαμογέλασε ευχάριστα κι είπε: «Αυτό κανονίζεται εύκολα. Αν θέλεις μπορείς να είσαι το Πιόνι της Λευκής Βασίλισσας, μια που η Λίλυ είναι πολύ μικρή για να παίξει. Τώρα είσαι στο Δεύτερο Τετράγωνο. από δω ξεκινάς. Όταν φτάσεις στο Όγδοο Τετράγωνο, θα γίνεις Βασίλισσα».


Είναι ένα απόσπασμα από το έργο του Lewis Carroll με τίτλο Through the Looking-Glass and What Alice Found There  (Μέσα απ’ τον καθρέφτη και τι βρήκε η Αλίκη εκεί), που γράφτηκε το 1871 ως σίκουελ του Alice’s Adventures in Wonderland (Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων) και βασίζεται ολόκληρο στην ιδέα μιας παρτίδας σκακιού. Την εικονογράφηση έκανε ο John Tenniel.


Η Αλίκη παίζει την παρτίδα και σε έντεκα κινήσεις κάνει ματ. 
Στον πρόλογο του έργου ο Carroll μας διαβεβαιώνει ότι η παρτίδα λύνεται αν υπολογιστούν σωστά οι κινήσεις, ενώ στο μυθιστορηματικό σύμπαν οι σκακιστικές κινήσεις των πιονιών υποδεικνύουν την εξέλιξη της πλοκής.

Πηγές:
Λούις Κάρολ (2003). Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων και Μέσα απ’ τον καθρέφτη. Μετάφραση: Παυλίνα Παμπούδη. Αθήνα: Printa.