Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Proust M.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Proust M.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

Οι Μούσες του Proust: Madeleine Lemaire


Η Madeleine Lemaire εικάζεται ότι ήταν η άλλη πηγή έμπνευσης για τον Marcel Proust στη δημιουργία της Mme Verdurin. Salonnière κι αυτή, όπως η Mme Arman de Caillavet, και τόσο αντίθετη από το μυθιστορηματικό αντίγραφό της: όμορφη, κομψή και εκλεπτυσμένη, ανυπόκριτη, ειλικρινής και ζεστή.
Η Madeleine Lemaire ήταν ζωγράφος, που αγαπούσε να αποτυπώνει στους πίνακές της σκηνές της καθημερινής ζωής και λουλούδια. Η «βασίλισσα των ρόδων» ήταν το παρωνύμι της και πιο κάτω είναι ένας από τους πίνακές της.


Το αρχοντικό της βρισκόταν στην οδό de Monceau. Στον κήπο του είχε εγκαταστήσει το ατελιέ της. Η πριγκίπισσα της Ουαλίας, η αυτοκράτειρα της Γερμανίας, ο βασιλιάς της Σουηδίας, η βασίλισσα του Βελγίου, όταν ήρθαν στο Παρίσι, ζήτησαν να το επισκεφθούν. Σιγά-σιγά, εκεί άρχισαν να συγκεντρώνονται φίλοι της οικοδέσποινας, καλλιτέχνες και διανοούμενοι. Χωρίς καμιά προσποίηση, χωρίς τίποτα «δήθεν», με τον καιρό αυτές οι συγκεντρώσεις ξεπέρασαν σε λαμπρότητα πνεύματος κάθε οργανωμένο γκαλά. Οι ίδιοι οι καλεσμένοι ζωγράφιζαν, έπαιζαν μουσική και χόρευαν. Απροσχεδίαστα και με απλότητα. Κι αυτό ήταν αρκετό για να αναγνωριστεί η καλλιτεχνική αξία τους και να ανέλθουν κοινωνικά.
Όλοι οι Παριζιάνοι, κυρίως όσοι είχαν κοινωνικές φιλοδοξίες, έλιωναν από επιθυμία να γίνουν δεκτοί σε αυτό το ιδιόμορφο σαλόνι. Οι απόπειρες να το πετύχουν δεν είχαν τις περισσότερες φορές αίσιο αποτέλεσμα. Μόνο αν βρισκόταν κάποιος φίλος που είχε ήδη γίνει δεκτός, για να μεσολαβήσει για χάρη τους, η επιθυμία γινόταν πραγματικότητα. Λίγο-λίγο ο κόσμος που συνέρρεε ήταν τόσος, ώστε όλοι οι γειτονικοί δρόμοι έκλειναν από την κίνηση των αμαξών και οι καλεσμένοι που δεν χωρούσαν στο στούντιο απολάμβαναν τα ανθισμένα λουλούδια του κήπου. Το ατελιέ ήταν κι αυτό πνιγμένο από τριαντάφυλλα, μέσα σε βάζα και πάνω στους καμβάδες. Γύρω-γύρω τα ζωγραφισμένα πορτραίτα γνωστών Παριζιάνων, ανδρών και γυναικών. Όσοι κατάφερναν να στριμωχτούν σ’ αυτό δυσκολεύονταν να βρουν θέση να καθίσουν.

Το σαλόνι της Madeleine Lemaire
από το πινέλο του Pierre-Georges Jeanniot

Κι εκεί, ανάμεσά τους, ο Alexandre Dumas υιός, ο Saint Saëns, ο Anatole France, ο Lucien Guitry και πολλοί άλλοι. Επίσης, ο εικοσάχρονος Marcel Proust και ο συνθέτης Reynaldo Hahn, τους οποίους η Madeleine συνέστησε στην καλή παρισινή κοινωνία. Ο δεύτερος της το ξεπλήρωσε παίζοντας πιάνο σ’ εκείνες τις λαμπρές Πέμπτες, κάνοντάς τους όλους να εκστασιάζονται. Κι ο Marcel ξεπατίκωσε τα soirée της, δείχνοντας όμως πόση καλλιέργεια και λεπτότητα χρειάζεται για να μην μετατραπούν σε κωμικές συγκεντρώσεις αδαών φιλόδοξων πλουσίων.

Η Madeleine Lemaire, ο Marcel Proust και ο Reynaldo Hahn

Πηγές για τις εικόνες:
http://eve-adam.over-blog.com/article-le-salon-de-madeleine-lemaire-1845-1928-103808969.html

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2020

Οι Μούσες του Proust: Mme Arman de Caillavet

Η Léontine Lippmann, πιο γνωστή με το επώνυμο του συζύγου της ως Mme Arman de Caillavet, δεν ήταν καθόλου τυχαία γυναίκα. Πρώτα-πρώτα καταγόταν από πλούσια εβραϊκή οικογένεια, έπειτα ήταν η μούσα και η αγαπημένη του σπουδαίου πεζογράφου Anatole France, που για χάρη της έγραψε τα μυθιστορήματα Thaïs (Θαΐς) και Le lys rouge (Κόκκινος κρίνος). Τέλος, ήταν μία διάσημη salonnière στην περίοδο της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας.
Ήταν όμορφη γυναίκα, μελαχρινή με γαλανά μάτια, κι επίσης ήταν έξυπνη και καλλιεργημένη. Στο σαλόνι της, στη λεωφόρο Hoche, κοντά στην Place de l’ Étoile, καθισμένη στην μπερζέρα της πλάι στη φωτιά, υποδεχόταν ανθρώπους της γαλλικής ελίτ: συγγραφείς, ηθοποιούς, δικηγόρους και πολιτικούς. Κάθε Τετάρτη παρέθετε δείπνο στους επιφανείς καλεσμένους της, ανάμεσα στους οποίους ο Alexandre Dumas, ο Ernest Renan, ο Maurice Barrès, η Sarah Bernhardt, ο Aristide Briand, ο Georges Clemanceau, η Collete, ο Lucien Guitry και ο γιος του Sasha, ο Jean Jaurès, ο Raymond Poincaré, ο Marcel Prévost και φυσικά ο Anatole France. Κι ακόμα ένας διάσημος, ο Marcel Proust, σύχναζε στο σαλόνι της.


Αυτός ο τελευταίος ήταν που αθανάτισε τη Mme Arman de Caillavet, αφού αυτή ήταν η έμπνευση για τη δική του μυθιστορηματική salonnière, πιο γνωστή και από τις πραγματικές, τη Mme Verdurin. Το σαλόνι της βρισκόταν στο quai de Conti και οι «πιστοί» του υποχρεώνονταν να υιοθετήσουν τις αισθητικές προτιμήσεις της οικοδέσποινας. Να λατρέψουν τον ποιητή που λάτρευε, να εγκωμιάσουν τον μουσικό που εγκωμίαζε, να αναγνωρίσουν τον ζωγράφο που αναγνώριζε. Είναι η ίδια που βοήθησε να αναπτυχθεί το ειδύλλιο ανάμεσα στον Charles Swann και στην Odette και είναι η ίδια που θέλησε να τους απομακρύνει όταν ανακάλυψε ότι ο Swann την πρόδιδε συναναστρεφόμενος ανωτέρους ανθρώπους από αυτήν.
Η Mme Verdurin είναι τελείως διαφορετική από την Mme Arman de Caillavet. Αυτή η εκπρόσωπος της υψηλής μπουρζουαζίας είναι ανόητη, επηρμένη, και κακόβουλη. Ο Proust την γελοιοποιεί καταπώς της αξίζει, καθώς εξηγεί ότι η κυρία δεν τολμά να γελάσει από φόβο μήπως της πέσει το σαγόνι, μια που κάτι τέτοιο της είχε συμβεί στο παρελθόν και σώθηκε μόνο χάρη στην ικανότητα του γιατρού Cottard, τον οποίο έκτοτε η ευγνωμονούσα Mme Verdurin αποκαλούσε Docteur Dieu. Κι όμως, παρά τη ρηχότητα και την υποκρισία της, η Mme Verdurin, μετά τον θάνατο του πρώτου συζύγου της, παντρεύεται τον πρίγκιπα de Guermantes και έτσι –αλίμονο!- παίρνει τον τίτλο της πριγκίπισσας κυριολεκτικά, αλλά και της «πριγκίπισσας» της παρισινής ζωής.
Τόσο ζωντανά περιγράφει ο Proust, στο À la recherche du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο) την παρακμή που σέρνεται στη Γαλλία κατά την προπολεμική περίοδο!

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Marcel Proust: Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς


Longtemps, je me suis couché de bonne heure. Τι να περιμένει κανείς από ένα λογοτεχνικό έργο του οποίου αυτή είναι η πρώτη φράση; Οπωσδήποτε, τίποτα δεν προδίδει ότι θα ακολουθήσουν 3.200 σελίδες. Κι όμως … θα έπρεπε, κυρίως εξαιτίας αυτού του «long» από το οποίο συντίθεται η πρώτη-πρώτη λέξη του μεγαλύτερου (με την έννοια όχι απλώς της μεγάλης έκτασης) μυθιστορήματος του 20ού αιώνα.
Ο Marcel Proust έκανε πολλαπλές δοκιμές για να καταλήξει στη σύντομη –τι πλάκα πρέπει να έσπασε!- και κοινότοπη –τι ειρωνεία!- εισαγωγική φράση του À la recherche du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο). Το μυθιστόρημα δεν είναι καθόλου εύκολο: η έκτασή του, ο συνεπής με το πνεύμα του έργου μακροπερίοδος λόγος, οι τεράστιες παράγραφοι, οι λεπτομερείς καταγραφές του, οι μακρόσυρτες εσπερίδες τις οποίες αφηγείται, τα βαρυφορτωμένα μοδάτα φορέματα που περιγράφει, οι αναλυτικότατα διατυπωμένες σκέψεις του, οι ματαιωμένοι του έρωτες, ένα πέπλο πένθους για όσα γρήγορα περνούν. Όλα διογκωμένα και μεταφερμένα με ματιά καλειδοσκοπική και ηδονοβλεπτική.
Όλα αυτά στην αρχή σε τρομάζουν.
Ένας μεταιωρισμός σαν αυτόν που ένιωθε ο αφηγητής κάθε πρωί που ξύπναγε.
Και μετά βυθίζεσαι.
Περπατάς μαζί του στην εξοχή και χαζεύεις τις ασπραγκαθιές και τις πασχαλιές, κινείσαι στα παρισινά βουλεβάρτα και στα κατάφωτα σαλόνια, ξεχωρίζεις τους καθεδρικούς ναούς,  ακούς τους ψιθύρους και τα ευφυολογήματα των κοσμικών, απολαμβάνεις τη σονάτα του Vinteuil, ανασαίνεις μαζί με τα φουρφουρίσματα του μεταξιού, ψάχνεις στους ζωγραφικούς πίνακες πρόσωπα που τα έχεις συναντήσει στην αληθινή ζωή, προσμένεις τον αφόρητο πόνο της απουσίας, μαθαίνεις την τέχνη της ζήλειας και, κυρίως, αφήνεις τον χρόνο να τρέχει και να χάνεται.

Το σπίτι της θείας Leoni στο Illiers-Combray

Για να διαβάσεις τον Proust πρέπει να αποφασίσεις να του διαθέσεις τον χρόνο σου. Όχι αυτόν που έχεις, αλλά εκείνον που δεν έχεις, όμως ελπίζεις ότι θα τον βρεις επειδή στο τέλος –να είσαι βέβαιος- θα τον κερδίσεις.
Αποστολή: να σωθεί από τη λήθη ό,τι σώζεται, δυσάρεστο ή ευφρόσυνο, με τη βοήθεια της «ακούσιας μνήμης».   

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

Martha Nussbaum και κειμενική ηθική


Ο Πλάτων εξόρισε ακόμη και τον Όμηρο από την ιδεώδη πολιτεία του ακριβώς επειδή τον υποληπτόταν υπερβολικά. Πίστευε ότι η ηθική δύναμη της ποίησής του (με τον όρο, ας εννοούμε τη «λογοτεχνία» εν γένει) είναι τόσο μεγάλη ώστε μπορεί να διαφθείρει το πνεύμα των ανθρώπων. και ο Πλάτων ήθελε να κρατήσει τους φύλακες της πολιτείας του μακριά από τέτοιες επιρροές. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η πλατωνική επίθεση στην ποίηση δεν οφείλεται σε ελαττώματα σχετικά με τη σύνθεσή της, αλλά στο γεγονός ότι η επίδρασή της στους ανθρώπους είναι επιβλαβής: προκαλεί τον ενθουσιασμό αντί να τους κάνει να στοχάζονται, δημιουργεί στους αδαείς την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουν.
Η Martha Nussbaum  συμφωνεί με τον Πλάτωνα για την ισχυρή επίδραση που ασκεί η λογοτεχνία στους ανθρώπους, διαφωνεί όμως με εκείνον υποστηρίζοντας ότι η επιρροή της είναι τέτοια ώστε να μας κάνει ηθικότερους. Πρόκειται γι’  αυτό που άλλοι θα ονομάσουν «κειμενική ηθική» (textual ethics) και είναι ένα ζήτημα που άνοιξε με την έκδοση, από τον Ralph Cohen το 1983, ενός τεύχους του περιοδικού New Literary History το οποίο έφερε τον τίτλο “Literature and/as Moral Philosophy”. Η Nussbaum, καταπιάνεται με το θέμα παραπέμποντας παραδειγματικά στους δύο αγαπημένους της συγγραφείς, τον Henry James και τον Marcel Proust. Εξηγεί, λοιπόν, ότι αυτοί και οι υπόλοιποι σχολικοί της σύντροφοι λειτούργησαν γι’ αυτήν ως πηγές ηθικού στοχασμού πολύ πριν έρθει σε επαφή με τον δομημένο φιλοσοφικό λόγο.
Το κρίσιμο επιχείρημα της Nussbaum είναι ότι η ηθική αντίληψη σχηματίζεται βασισμένη όχι αποκλειστικά στη διανοητική δραστηριότητα (στην επίκληση, με άλλα λόγια, γενικών αρχών), αλλά εμπλέκει και τα συναισθήματα. Σε τούτο το σημείο η λογοτεχνία υπερέχει της φιλοσοφίας, ισχυρίζεται η Nussbaum, καθώς τα συναισθήματα (πρωτίστως ο έρωτας που κινείται εναλλακτικά μεταξύ έκστασης και οδύνης) και η φαντασία οξύνονται μέσω αυτής. η ενσυναίσθηση ενδυναμώνεται. Επιπλέον, η λογοτεχνία μας παρέχει τη δυνατότητα να εξερευνήσουμε βαθιά ποικίλες ηθικές θέσεις (σαν να ζούμε πολλές ζωές), όμως να τις εξερευνήσουμε από μακριά, από απόσταση ασφαλείας, διατηρώντας την ουδετερότητά μας. Τα μυθιστορήματα είναι έτσι μια πρόβα πριν από τη ζωντανή παράσταση.


Αν νοιαζόμαστε για την ανάδειξη των κοινωνικών αδικιών, ο Immanuel Kant ή ο John Stuart Mill είναι πιο κατάλληλοι και αποτελεσματικοί από –ας πούμε- τον Charles Dickens, καθώς οι πρώτοι χειρίζονται καλύτερα τα φιλοσοφικά επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία για να θεμελιώσουν την θέση τους, υποστηρίζουν κάποιοι φιλόσοφοι. Η Nussbaum διαφωνεί με αυτό, και φαίνεται ότι η θέση της επιβεβαιώνεται και από τα πράγματα, αν λάβουμε υπ’ όψιν την επίδραση που είχε, παραδείγματος χάριν, το έργο της Harriet Beecher Stowe Uncle Tom’s Cabin για τη μεταστροφή των Αμερικανών στο ζήτημα της δουλείας.  Έτσι, η Nussbaum σπάζει το νήμα του καντιανισμού και του ωφελιμισμού που εξοστρακίζουν τα συναισθήματα από τη σφαίρα της ηθικής φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία περιγράφει τα συναισθήματα είτε ως τυφλές, άλογες παρορμήσεις χωρίς καμιά σχέση με τη γνώση, καθώς χρειάζεται να ελεγχθούν από τη λογική, είτε θεωρεί ότι, ακόμη κι αν έχουν κάποια γνωστική αξία, το παραγόμενο από αυτά γνωστικό προϊόν είναι ψευδές. Η Nussbaum, αντίθετα, ισχυρίζεται ότι τα βιώματα, τα συναισθήματα και η φαντασία έχουν γνωστική αξία (περίπου ισοδύναμη με την παραγωγική και επαγωγική λογική του ανθρώπινου νοείν) και, άρα, είναι μέρος του υποστρώματος που θα αξιοποιήσει ο συλλογισμός (η προτεραιότητά του παραμένει αναμφισβήτητη) ώστε να καταλήξει στο τι πρέπει να πράξουμε και να υποστηρίξει τη συνεπόμενη ηθική πράξη.
Με την παραδοχή της αυτή η φιλόσοφος ξαναφέρνει στο προσκήνιο την παλιά συζήτηση για την αντίθεση μεταξύ περιεχομένου και φόρμας στην προσέγγιση του λογοτεχνικού έργου. Αν και δίχως διάθεση πολεμικής, η θέση της αποτελεί υπέρβαση του φορμαλισμού (μολονότι η  Nussbaum δεν αρνείται την ερμηνευτική δύναμη της μορφής, εφόσον, επιπλέον, αποφαίνεται ότι ορισμένες φόρμες είναι καταλληλότερες από άλλες στο να μεταφέρουν το περιεχόμενο) και στοίχιση στην άποψη εκείνη που θέλει τη λογοτεχνία φορέα μηνυμάτων, και μάλιστα μηνυμάτων με επίκεντρο τον κόσμο και τον άνθρωπο. Με τον κίνδυνο, πάντως, η λογοτεχνία να υποταχθεί σε εξωτερικές ως προς τη φύση της επιδιώξεις.


Επίσης, η Nussbaum επαναφέρει και μια άλλη συζήτηση, ιδιαιτέρως προσφιλή στη μετα-Barthes εποχή, για τον ρόλο του συγγραφέα. Μιλάμε για την ηθική διάσταση της λογοτεχνίας με τρόπο απρόσωπο, θεωρώντας ότι ο συγγραφέας είναι νεκρός, όπως μας το ανήγγειλε ο Roland Barthes.  Πριν, όμως, από την αναγγελία θανάτου του, ο συγγραφέας ήταν μια σεβάσμια πατριαρχική φιγούρα επιφορτισμένη να κηρύσσει το δέον. Αρκεί μάλιστα να βρεθεί ένας Staline για να τον παρουσιάσει ως «μηχανικό των ανθρώπινων ψυχών», και τότε, αιφνίδια, η ηθική διάσταση της λογοτεχνίας θα βρεθεί πολύ κοντά στον ηθικισμό ή σε κάτι ακόμα χειρότερο. Πώς, λοιπόν, να δεχτούμε ότι η λογοτεχνία είναι ηθική, χωρίς να διερευνήσουμε την πρόθεση του συγγραφέα; Και αν χρειάζεται να μάθουμε την πρόθεση συγγραφέα; Και αν χρειάζεται να μάθουμε την πρόθεση του συγγραφέα, τότε μήπως αυτός νεκρανασταίνεται και η θεωρία του λογοτεχνικού κειμένου ως ανοιχτού σε διαρκείς επανερμηνείες είναι εσφαλμένη; Αλλά, ας σκεφτούμε κι αυτό: εάν το νόημα είναι πράγματι, όπως υποστηρίζουν οι σύγχρονες αναγνωστικές θεωρίες, υπόθεση του αναγνώστη, μήπως χρειάζεται να εξετάσουμε και τη δική του ευθύνη στην ηθική του κειμένου;


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2016

Ο μοντερνισμός στην Αμερική


Το 1913 είναι μια σημαντική χρονιά για την τέχνη.
Είναι η χρονιά κατά την οποία ο Marcel Proust αρχίζει να εκδίδει το μνημειώδες έργο του που τιτλοφορείται À la recherche du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο), ενώ ο Marcel Duchamp εφαρμόζει σε ένα σκαμνί έναν τροχό ποδηλάτου, ονομάζει το έργο Roue de bicyclette (Τροχός ποδηλάτου) και προκαλεί το κοινό να αναρωτηθεί: είναι αυτό τέχνη; Ο Guillaume Apollinaire εκδίδει το δοκίμιό του Les peintres cubists (Οι κυβιστές ζωγράφοι) και στη Ρωσία ο Sergei Pavlovich Diaghilev χορογραφεί για τα ρωσικά μπαλέτα το έργο του Igor Stravinsky The Rite of Spring (Η ιεροτελεστία της άνοιξης).


Την ίδια χρονιά, από τις 17 Φεβρουαρίου έως  τις 15 Μαρτίου 1913, στον αριθμό 68 της Lexington Avenue στη Νέα Υόρκη, από την Εταιρεία Αμερικανών Ζωγράφων και Γλυπτών οργανώνεται η Διεθνής Έκθεση Μοντέρνας Τέχνης, γνωστή και ως Armory Show, επειδή ως χώρος για την έκθεση χρησιμοποιήθηκε η αποθήκη εφοδιασμού του 69ου συντάγματος πεζικού.


Σε αυτήν την έκθεση, το κοινό, εκτός από τα έργα των Αμερικανών καλλιτεχνών, έχει τη δυνατότητα να θαυμάσει και έργα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Δύο από τους οργανωτές, ο Arthur B. Davies και ο Walter Kuhn, ταξιδεύουν στην Ευρώπη συγκεντρώνοντας έργα αντιπροσωπευτικά όλων των πρωτοποριακών τάσεων. 1300 έργα ζωγραφικής, γλυπτικής και διακοσμητικής τέχνης εκτίθενται συνολικά, περισσότερων από 300 Ευρωπαίους και Αμερικανούς καλλιτέχνες.


Στόχος της έκθεσης είναι να παρουσιάσει την εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης από τον Γάλλο ζωγράφο του 19ου αιώνα Jean-August Ingres, στους Paul Cézanne, Paul Gauguin, Vincent Van Gogh, μέχρι τους σύγχρονους Pablo Picasso, Georges Braque, Henri Matisse, Wassily Kandinski και Marcel Duchamp. Λείπει ο ιταλικός φουτουρισμός, καθώς οι Ιταλοί αρνήθηκαν να δανείσουν τα έργα τους για την έκθεση. Οι Αμερικανοί καλλιτέχνες αντιπροσωπεύονται, μεταξύ άλλων, από τον Childe Hassam, τον John Sloan και τον Joseph Stella.


Το αποτέλεσμα είναι εξόχως ενδιαφέρον και οπωσδήποτε πολύ μακριά από την ακαδημαϊκή αισθητική του παρελθόντος. Άρθρα και κριτικές εμφανίζονται στον τύπο κατηγορώντας τους οργανωτές και τους καλλιτέχνες για αγυρτεία, παραφροσύνη, ανηθικότητα και αναρχία. 
Και όμως… Παρά τις κριτικές, αυτό το πρώτο Armory Show είχε τεράστια επιτυχία και είναι η επιτυχία του που άλλαξε ριζικά την αμερικανική αγορά της τέχνης και υπήρξε ο καταλύτης και η αφετηρία της εποχής του μοντερνισμού στην Αμερική.

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

Οι ζωγράφοι μιλούν για τους φιλοσόφους (Μέρος Β΄)


Στο Musée du Louvre, στο Παρίσι, βρίσκεται ένας πίνακας που φιλοτεχνήθηκε το 1632 από τον μεγάλο Φλαμανδό ζωγράφο Rembrandt Harmenszoon van Rijn, την εποχή της μετακίνησής του από το Leiden στο Amsterdam. Ο τίτλος του: Philosopher in meditation (Φιλόσοφος σε στοχασμό).


Ένας άνθρωπος προχωρημένης ηλικίας, καθισμένος δίπλα στο γραφείο του, κολυμπάει στο φως που μπαίνει από ένα πλαϊνό μεγάλο παράθυρο. Το κεφάλι του, με το ευρύ μέτωπο και τη μεγάλη γενειάδα, ακουμπά στο στέρνο και τα χέρια του είναι διπλωμένα στην κοιλιά του. Απέναντί του βρίσκεται μια δεύτερη φιγούρα, γυναικεία, που αναδεύει τη φωτιά. Μια τρίτη γυναικεία μορφή ίσως να στεκόταν στη σκάλα, με το πρόσωπο προς τον θεατή και στα χέρια της ένα καλάθι. Στην τωρινή, όμως, κατάσταση του πίνακα, αυτή η γυναίκα δεν διακρίνεται. 
Ο εσωτερικός χώρος είναι μουντός.  Δεσπόζει σε αυτόν μια ελικοειδής ξύλινη σκάλα, ενώ χαρακτηριστικά είναι τα θολωτά αρχιτεκτονικά του στοιχεία. Ευθείες, καμπύλες και ακτινωτές γραμμές αποτελούν τα προ-εικονογραφικά χαρακτηριστικά του έργου. Είναι, όμως, η εναλλαγή φωτός και σκιάς (τεχνική του chiaroscuro) που κυρίως  εντυπωσιάζει, σε τούτο όπως και σε άλλα έργα του Rembrandt.
Ο πίνακας υπήρξε πολύ δημοφιλής τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Η Georg Sand, ο Théophile Gautier, ο Jules Michelet, ο Marcel Proust, ο Paul Valéry, ο Gaston Bachelard, ο Paul Claudel, ο Aldous Huxley είναι μερικοί από τους συγγραφείς που τον μνημονεύουν. Επιπλέον, η απόδοση του θέματός του συνέβαλε για πολύ καιρό στη δημιουργία της κανονιστικής εικόνας για τον φιλόσοφο κατά την κλασική περίοδο της φιλοσοφίας (όπως την ορίζει ο François Dagognet). 
Πρόσφατα επήλθε η απογοήτευση, καθώς διάφοροι ερευνητές υποστήριξαν ότι ο Rembrand δεν ζωγραφίζει έναν φιλόσοφο, αλλά τον Τωβίτ και την Άννα, που περιμένουν την επιστροφή του μοναχογιού τους Τωβία, όπως η ιστορία περιγράφεται στο δευτεροκανονικό βιβλίο του Τωβίτ από την Παλαιά Διαθήκη.
Όπως και νάναι, παραμένει το γεγονός ότι ο φιλόσοφος είναι για ορισμένους ο σεβάσμιος, βαθιά στοχαστικός, επίμονος αναζητητής της αλήθειας.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Ο Proust και η madeleine


«Από πολλά κιόλας χρόνια, δεν επιζούσε πια τίποτε για μένα απ’ το Κομπραί, παρά μόνο η σκηνή και το δράμα της ώρας που έπρεπε να πλαγιάσω, όταν,  μια χειμωνιάτικη μέρα, μόλις γύρισα στο σπίτι, η μητέρα μου, βλέποντας πως κρύωνα, πρότεινε να μου δώσει, μόλο που δεν το συνήθιζε, λίγο τσάι. Στην αρχή αρνήθηκα κι ύστερα, δεν ξέρω γιατί, άλλαξα γνώμη. Έστειλε να φέρουν ένα απ’ αυτά τα κοντόχοντρα γλυκά που ονομάζονται Μικρές Μαντλέν και φαίνονται σαν νά ‘χουν χυθεί στην αυλακωτή φόρμα μιας αχιβάδας. Και σε λίγο, μηχανικά, εξουθενωμένος από την πληχτική μέρα και την προοπτική ενός θλιβερού αύριο, έφερνα στα χείλη μου μια κουταλιά τσάι όπου είχα αφήσει να μουλιάσει ένα κομμάτι μαντλέν. Από τη στιγμή που η γουλιά, ανακατεμένη με τα ψίχουλα του γλυκού, άγγιξε τον ουρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου».


Ένα μικρό κέικ με το σχήμα της αχιβάδας, «στρουμπουλά αισθησιακό κάτω απ’ τις αυστηρές και ευλαβικές πτυχές του», λιώνει γλυκά στο στόμα του Marcel Proust, βουτηγμένο σε ένα φλιτζάνι αχνιστό τσάι, και -αιφνίδια- του φέρνει στον νου όλες τις ξεχασμένες αναμνήσεις από μια εποχή που η θεία του η Léonie συνόδευε με το ίδιο γλυκάκι το φλαμούρι που του πρόσφερε. Είναι η αθέλητη μνήμη (involuntary memory), αυτή που περιέχει την ουσία του παρελθόντος και υπηρετεί την εξερεύνηση του ψυχικού χώρου, αυτή που επιτρέπει στα παλιά να επανέρχονται με την ένταση της πρώτης εμπειρίας. Μέχρι τώρα το εργαλείο της νόησης στάθηκε αδύνατο να βοηθήσει τον Proust να ξαναδέσει τις μορφές του χθες με τη συνείδησή του. Και να που, με τη γεύση της madeleine, όλα (τα λουλούδια του κήπου και του πάρκου του κυρίου Swann, οι καλοί άνθρωποι του χωριού, η εκκλησία κι ολόκληρο το Combray) ξαναγυρίζουν με εξαιρετική ευκρίνεια. Και με εξονυχιστικές λεπτομέρειες, τόσες που ο Proust χρειάζεται περίπου 3000 σελίδες για να μας τις αφηγηθεί στο À la recherché du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο). Αυτό το κέικ, αυτό το υλικό αντικείμενο, που ο Proust στάθηκε τυχερός να το συναντήσει πριν πεθάνει, έλυσε τα μάγια και του χάρισε τη λύτρωση από τη φθορά του χρόνου.


Η μικρή madeleine. Το πιο διάσημο γλυκό της λογοτεχνίας. Το πιο δημοφιλές γλυκό της γαλλικής κουζίνας. Η καταγωγή της είναι από το Commercy. Όμως, από πού πήρε το όνομά της δεν το ξέρουμε με σιγουριά. Από μια νεαρή καμαριέρα, τη Madeleine Paulmier, η οποία έφτιαξε αυτό το μικρό κέικ για τον δούκα Stanislas Leszczyński, λένε μερικοί. Από μια άγνωστη νεαρή με το όνομα Madeleine που το έφτιαξε μέσα σε μια αχιβάδα, έμβλημα της παράδοσης του προσκυνήματος του Saint-Jacques-de-Compostelle, και το πρόσφερε στους προσκυνητές, λένε άλλοι. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχει καμιά σημασία.


Σημασία έχει μόνο η νοστιμιά της, που για τους Γάλλους συνδέεται και με τη φιλικότητα και την κοινωνικότητα. Βουτάει κανείς τη madeleine του σε ένα ζεστό ρόφημα, καθισμένος με την παρέα του ήρεμα και χαλαρά.
Ο Proust την έκανε διάσημη και δεν είναι καθόλου τυχαίο πως αυτή επιλέχθηκε για να εκπροσωπήσει τη Γαλλία στην πρωτοβουλία της αυστριακής προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ημέρα της Ευρώπης το 2006 που είχε το όνομα Café Europe.

Πηγές:
Marcel Proust, Αναζητώντας τον χαμένο Χρόνο. Ι. Από τη μεριά του Σουάν, ελλ. μτφ. Παύλος Ζάννας, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας και i.f.a., 2002 (δ΄έκδοση).