Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Πολιτικές ουτοπίες (Μέρος Β΄)


Από τον Διαφωτισμό το επόμενο βήμα μας φέρνει στα ιδανικά μοντέλα των σοσιαλιστών και των αναρχικών του 19ου αιώνα. Ο Robert Owen υποστήριζε ότι ο ανθρώπινος χαρακτήρας διαμορφώνεται από το περιβάλλον. Ο Henri de Saint-Simon, Γάλλος κόμης, μαθητής του Jean-Baptiste d’ Alembert, πιστεύει στην ατέρμονη πρόοδο της ανθρωπότητας που επιτυγχάνεται με την υποταγή των υλικών συμφερόντων στις αξίες και ονειρεύεται τη μεταμόρφωση της «σιχαμερής κάμπιας που αλλάζει σε ολόλαμπρη πεταλούδα». Και ο Charles Fourier μιλάει για τη «θελκτική εργασία» στα «φαλανστήρια» –λέξη που κάτι φέρνει στον νου από μοναστήρια-, καθώς αυτοανακηρυσσόταν «Χριστόφορος Κολόμβος του ηθικού κόσμου».

Απόδοση του φαλανστηρίου του Charles Fourrier

Οι στοχαστές του 19ου αιώνα χτύπησαν την αυθεντία, τα παλαιά είδωλα και τον πλούτο και, μολονότι ο σοσιαλισμός τους δεν ήταν ακόμα επιστημονικός, σύμφωνα με την κατάταξη του Friedrich Engels, –ο Karl Marx τους θεωρεί αναρχικούς- επιθυμούν την εγκαθίδρυση μιας καινούργιας τάξης, ικανής να αποδώσει την πραγματικότητα στο αληθινό της γίγνεσθαι. Ακολουθεί ο Marx και η δική του μεγαλεπίβολη «επιστημονική» ουτοπία. Από τις ουτοπικές συλλήψεις των πρώτων σοσιαλιστών δεν διαφοροποιείται στο περιεχόμενο, στον τελικό στόχο. Το όραμά του για μια αταξική κοινωνία στο τέλος της ιστορίας είναι όμοιο με το όραμα των πρώτων σοσιαλιστών και επιπλέον έχει εσχατολογική χροιά που δεν απέχει πολύ από τη χριστιανική εσχατολογία της μέλλουσας πόλης και της θριαμβευτικής δεύτερης έλευσης. Ο σοσιαλισμός του Marx διαφοροποιείται μόνο στα μέσα: προτείνει επιστημονική ανάλυση των κοινωνιών για να προσδιοριστούν οι νόμοι που διέπουν την ιστορική τους εξέλιξη.


Οι σοσιαλιστικές ιδέες, με την ουτοπική τους διάσταση μιας μελλοντικής ευτυχισμένης κοινωνίας χωρίς κοινωνικές αδικίες και συγκρούσεις, έγινε προσπάθεια να εφαρμοστούν στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το εγχείρημα ήταν από την αρχή καταδικασμένο. Αν η ουτοπία πραγματοποιηθεί εν τόπω, τότε ακυρώνεται το αρνητικό μόριο που την εισάγει. Η ου-τοπία παύει να είναι ουτοπία. Γίνεται πραγματικότητα και μένει ανοιχτή στην ίδια δυσαρέσκεια για την πραγματικότητα που τη γέννησε. Όχι μόνο να την συλλάβεις, αλλά και να προσπαθείς να μετατρέψεις τη φαντασιοκοπία σε πραγματικότητα, αυτό κι αν είναι φαντασιοκοπία. Εις το τετράγωνο. Αν δεν είναι απλώς παραφροσύνη. Το είπαμε κιόλας: μοναδικό υλικό της ουτοπίας μπορεί να είναι ο λόγος. Δεν είναι τυχαίο ότι, από την εποχή του Αριστοφάνη και μετά, όταν πρόκειται για την ουτοπία, η πολιτική ρητορική αντικαθίσταται από τη λυρική περιγραφή. Το μυθιστόρημα αποδεικνύεται καταλληλότερο να διαγράψει τον ιδεώδη ανθρώπινο βίο από το πολιτικό μανιφέστο .
Τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού απέτυχαν παταγωδώς να ανταποκριθούν στην αξίωση για υπέρβαση των αντιθέσεων, για δίκαιη κατανομή των αγαθών, για απουσία εκμετάλλευσης. Αν και οι λόγοι που κατέρρευσαν ήσαν λόγοι πρακτικής πολιτικής και όχι η αποτυχία τους να πραγματώσουν την ουτοπία, αυτή η τελευταία θεωρήθηκε υπεύθυνη για την αποτυχία. Έτσι, η αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού –που ταυτίστηκε με αποτυχία της ουτοπίας: εκ του μέρους το όλον- και η μετατροπή του σε μια αυταρχική ολοκληρωτική γραφειοκρατία είχε και μια παράπλευρη απώλεια: μια σημασιακή διολίσθηση. Η ουτοπία αποκτά αρνητικό πρόσημο και ταυτίζεται με ένα ελκυστικό μεν ιδεώδες, στο οποίο όμως αγνοούνται τα πραγματικά δεδομένα της ανθρώπινης φύσης και οι πραγματικές συνθήκες της ζωής. Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού είχε και μια δεύτερη παράπλευρη απώλεια: ένα απαισιόδοξο συμπέρασμα. Αν η μαρξιστική ουτοπία απέτυχε, ανάλογη μοίρα περιμένει κάθε ουτοπία. Η εποχή μας αγαπάει να υποδεικνύει το τέλος πολλών πραγμάτων: της ιδεολογίας, της ιστορίας κ.λπ. Ας προσθέσουμε ακόμα ένα: το τέλος της ουτοπίας. Τουλάχιστον: το τέλος μιας πολιτικής ουτοπίας.

Πηγές για τις εικόνες:

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Οικονομικές θεωρίες: John Maynard Keynes


Ο Άγγλος John Maynard, πρώτος βαρώνος Keynes, θεωρείται ο οικονομολόγος με τη μεγαλύτερη επιρροή στον 20ό αιώνα. «We are all keynesians now» (= είμαστε όλοι κεϋνσιανοί τώρα) είναι η διάσημη φράση του ρεπουμπλικανού Αμερικανού προέδρου Ronald Reagan, που δείχνει τη δημοφιλία του Keynes ακόμη και μεταξύ εκείνων που ακολούθησαν αντίθετη οικονομική πολιτική.


Ο Keynes έγινε πολύ γνωστός το 1919, όταν, στο βιβλίο του The Economic Consequences of the Peace (Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης), διέγνωσε –και επιβεβαιώθηκε από τα πράγματα- ότι οι βαρύτατες οικονομικές αποζημιώσεις που οι σύμμαχοι απαίτησαν από τη Γερμανία μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, και τις οποίες οι ηττημένοι αδυνατούσαν να πληρώσουν, θα προκαλούσαν έναν επόμενο μεγάλο πόλεμο.
Διάσημος όμως έγινε με το βιβλίο του The General Theory of Employment, Interest and Money (Γενική θεωρία της απασχόλησης του τόκου και του χρήματος), που εκδόθηκε το 1936 και αντιμετώπιζε το ζήτημα της διογκωμένης μαζικής ανεργίας, η οποία είχε δημιουργηθεί στην Αμερική μετά το οικονομικό κραχ του 1929, προκαλώντας συγχρόνως μεγάλες κοινωνικές αναταραχές. Ο Keynes υποστήριξε ότι, σε αυτήν την κρίσιμη περίσταση, το κράτος έπρεπε να παρέμβει χρηματοδοτώντας την οικονομία και τις επιχειρήσεις, ώστε να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.
Ο Keynes εκκινούσε από τη θέση ότι, όταν δημιουργούνται έκτακτες περιπτώσεις στις οποίες οι άνθρωποι για ψυχολογικούς λόγους αντί να καταναλώνουν αποταμιεύουν, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς δεν καταφέρνει να αυτορρυθμιστεί, με αποτέλεσμα να οδηγείται σε κατάσταση ανισορροπίας και αστάθειας που χαρακτηρίζεται από υψηλή ανεργία και χαμηλό εισόδημα. Ως λύση πρότεινε την ανάγκη δημοσίων επενδύσεων, αγνοώντας το ενδεχόμενο να συμπιεστεί έτσι η ιδιωτική πρωτοβουλία και να στρεβλωθεί η αγορά. Η φράση του: «σε περιόδους κρίσης το κράτος αξίζει να πληρώνει τους εργάτες απλώς και μόνο για να κάνουν τρύπες στο έδαφος. αυτό θα έκανε καλό στην οικονομία» αποδίδει με τρόπο γλαφυρό τη βασική του θέση ότι το κράτος πρέπει να κάνει αποταμίευση σε περιόδους ευημερίας και να δαπανά σε περιόδους κρίσης.


Ορισμένοι, βασισμένοι στην παραπάνω θέση, αποδίδουν στον Keynes αδιαφορία για τα υψηλά ελλείμματα στα οποία μπορεί να οδηγήσει η κρατική παρέμβαση. Ο Robert Skidelsky, στο βιβλίο του Keynes: The Return of the Master (Keynes: επιστροφή στη διδασκαλία του), διευκρινίζει ότι, στην οικονομική θεωρία του Keynes, η κρατική παρέμβαση δεν σημαίνει διογκωμένο κράτος, και οπωσδήποτε δεν σημαίνει αυξημένα ελλείμματα. Το κράτος λειτουργεί συμπληρωματικά προς την αγορά, ενώ τα ελλείμματα μπορούν και χρειάζεται να είναι υψηλά σε περιόδους ύφεσης (τότε που η οικονομία έχει ανάγκη την περαιτέρω ζήτηση), όμως σε περιόδους άνθησης ο προϋπολογισμός πρέπει να είναι πλεονασματικός για να εξασφαλιστεί η ανοδική πορεία.
Πάντως, αν θέλουμε να εντοπίσουμε τη βασική διαφορά του Keynes από τους φιλελεύθερους οικονομολόγους, θα λέγαμε ότι αυτός θεωρεί πιθανή τη δημιουργία μιας ανεπιθύμητης κρίσης στην οικονομία της αγοράς, ενώ εκείνοι απορρίπτουν μια τέτοια ιδέα, εκτιμώντας ότι η ελεύθερη αγορά βρίσκει πάντοτε τρόπους να επιλύει εγγενώς τις κρίσεις και, άρα, αντικρούουν κάθε ιδέα κρατικής παρέμβασης.


Η πραγματικότητα φαίνεται να πήρε το μέρος του Keynes. Η πολιτική του Roosevelt μετά το αμερικανικό κραχ, γνωστή ως New Deal, στηρίχτηκε ακριβώς στις δημόσιες επενδύσεις, ενώ και οι κρατικές στρατιωτικές δαπάνες για τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο αναζωπύρωσαν την αμερικανική οικονομία, περιορίζοντας το πρόβλημα της ανεργίας. Το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί μετά την κρίση του 1929 αντιμετωπίστηκε, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Η οικονομία, όμως, ούτε σχετίζεται ούτε επαληθεύεται σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, θα πει ο Αυστριακός οικονομολόγος Joseph Schumpeter, αμφισβητώντας έτσι τη γενική ισχύ της κεϋνσιανής θεωρίας.

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Οικονομικές θεωρίες: Friedrich von Hayek


Το 1974, ένας εκ των δύο που κέρδισαν το νόμπελ οικονομίας ήταν ο Αυστριακός φιλελεύθερος οικονομολόγος και βασικός εκπρόσωπος της αυστριακής σχολής οικονομικής σκέψης Friedrich von Hayek (ο δεύτερος ήταν ο πολιτικός του αντίπαλος Σουηδός Gunnar Myrdal).


Είχαν περάσει 30 χρόνια από τότε που ο αγγλικός εκδοτικός οίκος Routledge εξέδωσε το κορυφαίο έργο πολιτικού και οικονομικού στοχασμού του Hayek με τίτλο The Road to Serfdom (Ο δρόμος προς τη δουλεία), τίτλο που παραπέμπει στον Γάλλο φιλελεύθερο Alexis de Tocqueville και στον δικό του «road to servitude». Το έργο άρχισε να γράφεται το 1940 και ολοκληρώθηκε το 1943, δηλαδή κατά την εποχή της διαφαινόμενης ήττας του Άξονα. Ο Hayek, τη στιγμή της υποχώρησης του φασισμού, διακρίνει έναν νέο αναδυόμενο κίνδυνο που είναι ενδεχόμενο να υποδουλώσει την Ευρώπη, τον σοσιαλισμό. Ο Hayek ισχυρίζεται ότι τόσο ο ναζισμός στη Γερμανία όσο και ο κομμουνισμός στη Ρωσία είναι απόρροιες του μαρξιστικού σοσιαλισμού και έχουν ως βάση την αντίληψη της σχεδιασμένης οικονομίας. Κατ’ επέκταση, ο Hayek είναι σφοδρός πολέμιος του κολεκτιβισμού, επειδή, ακόμη και σε περιπτώσεις εθελοντικής συνεργασίας, προϋποτίθεται κάποιου είδους ενισχυμένη κεντρική εξουσία.
Αφετηρία, λοιπόν, είναι η διάκριση του Hayek μεταξύ ανοιχτής και σχεδιασμένης οικονομίας. Η πρώτη διευθετεί από μόνη της τα θέματα που προκύπτουν, ενώ η δεύτερη βασίζεται σε ένα άνωθεν σχέδιο που καταπνίγει την ελευθερία και διευθύνει κεντρικά την οικονομική δραστηριότητα. Όχι όμως μόνο αυτήν, αλλά και την ανθρώπινη δραστηριότητα εν γένει, καθώς η οικονομία αναπτύσσει μηχανισμούς που ασκούν έλεγχο στην κοινωνική σφαίρα. Επιπλέον, ενδιαφέρον έχει η θέση του Hayek ότι ο σοσιαλισμός έχει διαβρώσει πολιτικούς από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα.
Στο σύστημα του Hayek κυρίαρχη θέση κατέχει η έννοια της «αυθόρμητης τάξης» (spontaneous order), συνέχεια και επέκταση της «αόρατης χειρός» του Adam Smith. Δεν πρόκειται για αρμονία συμφερόντων, αλλά για δυνατότητα συμβιβασμού των αντιτιθέμενων συμφερόντων. Ο Hayek εξήγησε στο έργο του Prices and Production in Society (Τιμές και παραγωγή) ότι αυτός ο συντονισμός οφείλεται στον μηχανισμό του χρήματος που αυτορρυθμίζεται μέσω της ίδιας της διαδικασίας της αγοράς. Όπως είχε επισημάνει και στο άρθρο του «The Use of Knowledge in Society» («Η χρήση της γνώσης στην κοινωνία»), η αγορά διαθέτει την απαραίτητη ροή πληροφοριών που την καθιστούν ικανή και να ελέγξει την προσφορά του χρήματος και να την χρησιμοποιήσει σωστά, πράγμα αμφίβολο για έναν, π.χ., μονοπωλιακό κυβερνητικό θεσμό όπως είναι μια κεντρική τράπεζα. Εξάλλου, στο ίδιο άρθρο, ο Hayek υποστήριξε ότι ο μηχανισμός του τιμών είναι πιο αποτελεσματικός, συγκριτικά με τον κεντρικό σχεδιασμό, στη διανομή και στον συγχρονισμό της κατακερματισμένης σε τοπικό και ατομικό επίπεδο γνώσης. Απλούστερα, καθένας που λαμβάνει οικονομικές αποφάσεις μπορεί να επικοινωνήσει με τη διεσπαρμένη στους άλλους γνώση με αποκλειστικό μέσον τις ενδείξεις των τιμών. Με άλλα λόγια, το ελεύθερο σύστημα των τιμών, όπως και η εξέλιξη της γλώσσας, είναι μεν αποτέλεσμα της ανθρώπινης δράσης, χωρίς όμως να είναι αποτέλεσμα ανθρώπινου σχεδιασμού.
Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον σημείο των αντιλήψεων του Hayek είναι η απόρριψη της έννοιας της «κοινωνικής δικαιοσύνης», κι αυτό επειδή οδηγεί σε κρατική παρέμβαση που με τη σειρά της οδηγεί σε ολοκληρωτισμό και δουλεία. Δεν διαθέτουμε, υποστηρίζει ο  Hayek, ούτε τη γνώση ώστε να προγραμματίσουμε την οικονομία ούτε το ηθικό δικαίωμα ώστε να επιβάλουμε έλεγχο στην προσωπική ζωή των ανθρώπων (κάτι τέτοιο θα ήταν απαραίτητο εάν επρόκειτο να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα κοινωνικής δικαιοσύνης). Εάν, λοιπόν, εισαχθεί ως αρχή η δικαιοσύνη στη διανομή, τότε χρειάζεται ολόκληρη η κοινωνία να οργανωθεί σύμφωνα με τις επιταγές της. Όμως, μια τέτοια κοινωνία θα βρισκόταν στον αντίποδα μιας ελεύθερης κοινωνίας. Γι’ αυτό, η μοναδική έγκυρη και συμβατή με την ελευθερία τάξη είναι η «αυθόρμητη τάξη» της αγοράς. Τα αποτελέσματα της ανθρώπινης δράσης είναι αναγκαστικά απρόβλεπτα και, άρα, το ερώτημα κατά πόσον η απορρέουσα διανομή είναι ή όχι δίκαιη δεν έχει κανένα νόημα. Βεβαίως, είναι πιθανόν οι ενδεείς να προβούν σε πράξεις απελπισίας που θα απειλήσουν τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό ο Hayek παραδέχτηκε την ανάγκη να υπάρχει δίχτυ ασφαλείας για όσους αντιμετωπίζουν την πείνα και την ένδεια.


Τιμημένος από πολλές πλευρές ο Hayek, έχει επίσης επικριθεί έντονα, με τον χαρακτηρισμό «νεοφιλελεύθερος» να τον συνοδεύει, ιδίως λόγω της συνεργασίας του με τη Βρετανίδα πρωθυπουργό Margaret Thatcher. Οπωσδήποτε, πάντως, η σκέψη του επηρέασε τη σύγχρονη οικονομική επιστήμη, ενέπνευσε πολλούς οικονομολόγους και δεν είναι τυχαίο ότι είναι ο δεύτερος οικονομολόγος με τις περισσότερες παραπομπές (μετά τον Kenneth Arrow).  

Πηγές για τις εικόνες: