Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

Ο Αριστοφάνης για τον Ευριπίδη

 

Αχαρνείς, Θεσμοφοριάζουσες, Βάτραχοι: είναι τρεις από τις αριστοφανικές τραγωδίες στις οποίες εμφανίζεται, ανηλεώς παρωδούμενος, ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης.

Στους Αχαρνείς (425 π.Χ.) ο τραγικός, ο οποίος εμφανίζεται ντυμένος με κουρέλια, χαρακτηρίζεται ρακιοσυρραπτάδης, παραπέμποντας στη συνήθειά του να εμφανίζει επί σκηνής ζητιάνους και ανάπηρους και να ντύνει τους βασιλιάδες του με ράκη. Αυτός, λοιπόν, είναι ο πιο κατάλληλος για να προμηθεύσει στον Δικαιόπολη την απαραίτητη σκευή, προκειμένου εκείνος να αντιμετωπίσει τους Αχαρνείς που τον κατηγορούν για προδότη μετά τη σύναψη ατομικής ειρήνης με τους Σπαρτιάτες.

Στις Θεσμοφοριάζουσες (411 π.Χ.) ο Ευριπίδης κινδυνεύει να απαχθεί και να θανατωθεί από τις γυναίκες επειδή στα έργα του τις έχει κατηγορήσει ως μοιχαλίδες, σεξομανείς και φόνισσες. Για να σωθεί, ντύνει τον Μνησίλοχο με γυναικεία ρούχα και τον στέλνει στη σφηκοφωλιά των γυναικών, που έχουν συγκεντρωθεί για τα Θεσμοφόρια, ζητώντας του να τον υπερασπιστεί. Όμως, η πλαστοπροσωπία αποκαλύπτεται και ο Ευριπίδης, που γελοιοποιείται καθώς πηγαινοέρχεται με διαφορετική αμφίεση κάθε φορά, προσπαθεί να σώσει τον γερο-Μνησίλοχο υποσχόμενος στις γυναίκες ότι δεν θα ξανακουστεί στις τραγωδίες του κακός λόγος γι’ αυτές.

Στους Βατράχους (405 π.Χ.) ο Διόνυσος, απογοητευμένος για την κατάσταση του θεάτρου στην Αθήνα, ταξιδεύει στον Άδη με σκοπό να βρει και να επαναφέρει στον πάνω κόσμο τον τραγικό ποιητή που θα μπορούσε να αναστρέψει τα πράγματα. Ποιος είναι αυτός ο ποιητής; Ο Αισχύλος, πιστός στην κλασική παράδοση της τραγωδίας ή ο νεωτεριστής Ευριπίδης; Οι δύο τραγικοί διασταυρώνουν τα ξίφη τους στον τραγικό αγώνα που διοργανώνεται. Η πλοκή των έργων, οι προθέσεις των ποιητών, η γλώσσα και το ύφος τους, η ηθική, και πολλά άλλα αξιολογούνται και συγκρίνονται. Έχετε αμφιβολία για το ποιος ήταν ο νικητής αυτού του απ’ αρχής μεροληπτικού αγώνα; Παρόλο που ο Διόνυσος επιχειρεί να χρυσώσει το χάπι, ισχυριζόμενος ότι εκτιμά τον Ευριπίδη αλλά επιλέγει τον Αισχύλο όχι επειδή υπερτερεί αισθητικά αλλά επειδή αυτός έχει περισσότερες πιθανότητες να σώσει την Αθήνα, δεν μπορεί να αποφύγει τα πικρόχολα σχόλια και τις χλευαστικές αναφορές στον καημένο τον Ευριπίδη.

Το περίπου «παθολογικό» μένος του Αριστοφάνη για τον Ευριπίδη, που ξεπερνάει ακόμα και το μένος του για τον πολιτικάντη Κλέωνα, δεν μπορούσε να αγνοηθεί από τους Αθηναίους. Ο Κρατίνος, κωμικός ποιητής κι αυτός και μέγας αντίπαλος του Αριστοφάνη, έπλασε μια πολύ φανταχτερή σύνθετη λέξη για να αποδώσει το φαινόμενο: εὐριπιδαριστοφανίζειν.   

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:%27Thesmophoria%27_by_Francis_Davis_Millet,_1894-1897.jpg


Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

Το τρόπαιο των Πλαταιών

 

Τον Αύγουστο του 479 π.Χ. οι Έλληνες νίκησαν οριστικά τους Πέρσες στις Πλαταιές οι οποίοι είχαν εισβάλει στην Ελλάδα για δεύτερη φορά. Βασιλιάς των Περσών ήταν ο Αχαιμενίδης Ξέρξης και στρατηγός του ήταν ο γαμπρός του, ο Μαρδόνιος.

Τέσσερα χρόνια προετοίμαζε ο Ξέρξης την εκστρατεία του μετά την πρώτη αποτυχημένη εισβολή στην Ελλάδα του προκατόχου του, του Δαρείου. Ο στρατός του ήταν μεγάλος σε σύγκριση με τον ελληνικό, παρότι οι Έλληνες συγκέντρωσαν, από την πλευρά τους, όσο μεγαλύτερο στρατό μπορούσαν. Την προηγούμενη χρονιά ο Ξέρξης είχε νικήσει τους Έλληνες στις Θερμοπύλες. Με μπαμπεσιά, βέβαια, αλλά η νίκη είναι νίκη. Στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, που κι αυτή έγινε το 480 π.Χ., είχε, όμως, ηττηθεί.

Στρατηγός των Ελλήνων είχε οριστεί ο Σπαρτιάτης Παυσανίας, εξαιρετικός στρατηγός, ο οποίος, με μια σειρά τακτικών ελιγμών, κατάφερε να φέρει τους Πέρσες σε μειονεκτική θέση. Η σύγκρουση ήταν τρομακτική. Κι εκεί, πάνω στην αντάρα της μάχης, ο Αείμνηστος από τη Σπάρτη πέτυχε, πιθανόν με πέτρα, τον Μαρδόνιο στο κεφάλι και τον σκότωσε. Οι Πέρσες τράπηκαν σε φυγή. Οι Έλληνες είχαν σώσει την Ελλάδα από τον περσικό κίνδυνο, πράγμα που επικυρώθηκε και από τη νίκη τους στη Μυκάλη.

Οι Πέρσες, καθώς έφευγαν πανικόβλητοι, εγκατέλειψαν στις Πλαταιές ένα σωρό πολύτιμα λάφυρα, κι ανάμεσά τους την πολυτελέστατη σκηνή του ίδιου του βασιλιά τους, ο οποίος το είχε βάλει στα πόδια από την προηγούμενη χρονιά, μετά την ήττα στη Σαλαμίνα. Οι Έλληνες, που πήραν τη σκηνή του για τρόπαιο, της άλλαξαν χρήση.

Παραδίδεται (χωρίς βεβαιότητα αξιοπιστίας, αλλά ... τι σημασία έχει;) ότι οι Αθηναίοι την χρησιμοποίησαν ως σκηνικό  για τις παραστάσεις τους στο θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα!

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Greek-Persian_duel.jpg


Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

Richard Burbage


Στην Dulwich Picture Gallery στο νότιο Λονδίνο, σε μια γωνιά της εισόδου, υπάρχει ένα πορτραίτο ζωγραφισμένο στις αρχές του 17ου αιώνα. Δεν έχει πολλά να δει κανείς σ’ αυτό. Εικονίζεται ένας άντρας καμιά σαρανταριά χρονών, με μαλλιά που φαίνεται να λιγοστεύουν, μουστάκι και γενειάδα και κάπως γωνιώδη χαρακτηριστικά. Η έκφρασή του είναι μάλλον αδιάφορη. Μια λεζάντα στο πλάι του πίνακα αναφέρει ότι πρόκειται για τον Richard Burbage. Πόσοι άραγε τον ξέρουν;


Πράγματι, ο Richard Burbage, γιος του James Burbage, είναι σήμερα πολύ λιγότερο γνωστός από τον διάσημο συνεργάτη και φίλο του, τον μεγαλοφυή William Shakespeare. Κι όμως. Στην εποχή του ήταν ένας αληθινός star, αφού ήταν ένας από τους βασικούς ηθοποιούς του Globe Theatre. Εξάλλου, εκτός από ηθοποιός, ήταν επιπλέον ιδιοκτήτης θεάτρου, επιχειρηματίας και ζωγράφος. Αλλά και αδελφός του επίσης ηθοποιού Cuthbert.
Ο Richard, αφού πρώτα έπαιξε ρόλους γυναικών σε διάφορα έργα, όπως έκαναν πολλοί ηθοποιοί της εποχής του, κατέληξε να πρωταγωνιστήσει αργότερα στα μεγάλα σαιξπηρικά έργα, τραγικά κατά προτίμηση: στον Hamlet, στον Othello, στον Richard III, στον King Lear, αλλά και σε μεγάλα έργα άλλων ποιητών, όπως ο Ben Johnson, ο John Marston, ο John Webster, Baumont, Fletcher κ.ά..
Όταν ο πατέρας του πέθανε το 1597, κληροδότησε σε αυτόν και στον αδελφό του δύο θέατρα που είχε ιδρύσει. Τα δυο αδέλφια αποσυναρμολόγησαν (κυριολεκτικά) το ένα από αυτά και δημιούργησαν το Globe, ενώ το άλλο το νοίκιασαν.
Ο Richard Burbage πέθανε το 1619, τρία χρόνια μετά από τον θάνατο του William Shakespeare.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Ο Lekain στο σαλόνι της Mme Geoffrin

Ο Henri Louis Cain, γνωστός με το καλλιτεχνικό όνομα Lekain, έκανε το ντεμπούτο του στην Comédie Française στις 14 Σεπτεμβρίου του 1750. Έπαιζε τον ρόλο του Titus στο θεατρικό έργο του Voltaire με τίτλο Brutus. Ο επόμενος ρόλος του ήταν και πάλι σε θεατρικό του Voltaire, στο Mahomet.  Ωστόσο, η Comédie Française δεν τον ενέταξε στα μέλη της, επειδή καθόλου δεν τον συμπαθούσαν οι συνάδελφοί του και προσελήφθη δοκιμαστικά μόνο μετά από εντολή του βασιλιά Louis XV.  Ο βασιλιάς ανταμείφθηκε για την παρέμβασή του με ένα δάκρυ. Όταν ο Lekain έπαιξε τον ρόλο του Orosman στη βολταιρική Zaira, o Louis XV δήλωσε: «με έκανε να κλάψω και δεν κλαίω ποτέ». Ο  Lekain μονιμοποιήθηκε στην Comédie Française το 1752 και γρήγορα έγινε εξαιρετικά δημοφιλής στους παριζιάνικους κύκλους.


Τόσο δημοφιλής και τόσο γνωστός σε βολταιρικούς ρόλους, ώστε αυτόν επέλεξε να απεικονίσει ο Anicet Charles Gabriel Lemonnier, στον πίνακά του με τίτλο Le salon de Madame Geoffrin en 1755 (Το σαλόνι της κυρίας Geoffrin στα 1755), καθισμένο στο κέντρο της συγκέντρωσης, με κατακόκκινο κοστούμι, να κρατάει  στα χέρια του την τραγωδία με τίτλο L’orpheline de Chine (Η ορφανή της Κίνας) και να διαβάζει αποσπάσματα υπό το βλέμμα του δημιουργού της, του  Voltaire, του οποίου η προτομή δεσπόζει στο βάθος της αίθουσας.


Πηγές για τις εικόνες:
https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Salon_de_Madame_Geoffrin.jpg

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2019

Η Αντιγόνη στους αιώνες


Η Αντιγόνη του Σοφοκλή είναι ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του παγκόσμιου δραματολογίου. Έγινε αντικείμενο σχολιασμού από διάφορους στοχαστές, ανάμεσα στους οποίους ο Percy Shelley, o Soren Kierkegaard, o Hugo von Hofmannsthal. O Gerog Wilhelm Friedrich Hegel το έθεσε στο κέντρο της αισθητικής του θεωρίας. Μουσικοί, όπως ο Felix Mendelssohn και ο Karl Orff, εμπνεύστηκαν απ’ αυτό. Στο θέατρο ανέβηκε από μεγάλους σκηνοθέτες, όπως ο Konstantin Stanislavsky και ο Max Reinhardt. Διασκευάστηκε από διάσημους θεατρικούς συγγραφείς, όπως ο Bertolt Brecht, ή αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία νέων έργων, όπως η Αντιγόνη του Jean Anouilh. Εκείνο που είλκυσε κυρίως την προσοχή και το ενδιαφέρον του κοινού και των δημιουργών υπήρξε η αντίθεση και η διαμάχη ανάμεσα στην ανίσχυρη Αντιγόνη και στον παντοδύναμο Κρέοντα.

Jean-Joseph Benjamin-Constant
Antigone au chevet du Polynice (1868)
Τουλούζη, Musée des Augustins

Παρόλο που οι αναφορές και οι μιμήσεις στο έργο ενδιαφέρονται περισσότερο να αναδείξουν ιδιοσυγκρασίες και λιγότερο μια διαυγή ηθική, είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι η διαμάχη μεταξύ των δύο βασικών προσώπων, του Κρέοντα και της Αντιγόνης, ερμηνεύτηκε κατά περίπτωση ως αντίθεση:
- Οικογενειακού-κρατικού δικαίου (Hegel),
- Ανθρώπινου-θεϊκού δικαίου,
- Οικογενειακής-δημόσιας θρησκείας (Jean-Pierre Vernant),
- Φυσικού-θετού δικαίου,
- Ατόμου-κρατικής εξουσίας (Albin Lesky).

Πηγή για την εικόνα:


Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Απόψε στη Σαμαρκάνδη


«Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στη Βαγδάτη ένας Χαλίφης και ο Βεζίρης του ... Μια μέρα, ο Βεζίρης έφτασε μπροστά στον Χαλίφη ωχρός και τρεμάμενος: “Συγχώρεσε τον τρόμο μου, Φως των Πιστών, αλλά μπροστά στο παλάτι μια γυναίκα μέσα στο πλήθος με έσπρωξε. Γύρισα προς τα πίσω. Και αυτή η γυναίκα, με όψη ωχρή, μαλλιά σκούρα και τον λαιμό σκεπασμένο με μια κόκκινη εσάρπα, ήταν ο Θάνατος. Καθώς με κοίταζε, έκανε μια χειρονομία προς το μέρος μου. [...] Αφού ο Θάνατος με ψάχνει εδώ, Αφέντη, δώσμου την άδεια να φύγω και να κρυφτώ μακριά από ‘δω, στη Σαμαρκάνδη. Αν βιαστώ, θα είμαι εκεί πριν από το βράδυ”. Κι αμέσως απομακρύνθηκε καλπάζοντας γοργά με το άλογό του και εξαφανίστηκε μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης προς τη Σαμαρκάνδη. Ο Χαλίφης βγήκε τότε από το παλάτι του και συνάντησε κι αυτός τον Θάνατο: “Γιατί τρόμαξες τον Βεζίρη μου, που είναι νέος και υγιής;” τον ρώτησε. Και ο Θάνατος απάντησε: “Δεν ήθελα να τον τρομάξω, αλλά, βλέποντάς τον στη Βαγδάτη, μου ξέφυγε μια χειρονομία έκπληξης, γιατί εγώ τον περιμένω απόψε στη Σαμαρκάνδη”».
Αυτή η παραβολή είναι το θέμα του σημαντικότερου θεατρικού έργου του Jacques Deval, με τίτλο Ce soir à Samarcande (Απόψε στη Σαμαρκάνδη), το οποίο, σε σκηνοθεσία του Jean Darcante, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1959 στο ιστορικό Théâtre de la Renaissance.  


Στην ιστορία, λέει ο Clément Rosset, η πρόβλεψη πραγματοποιείται χάρη στην ίδια κίνηση που επιχειρεί να την ξορκίσει: ο Βεζίρης, καλπάζοντας προς τη Σαμαρκάνδη, κατευθύνεται προς τον θάνατο από τον οποίο προσπαθεί να ξεφύγει. Η προσοχή μας όμως πρέπει να στραφεί προς κατιτί βαθύτερο: ο Βεζίρης θα ήταν ανίκανος, αν κάποιος του το ζητούσε, να εξηγήσει τι του συνέβη. Οπωσδήποτε εξαπατήθηκε, αλλά δεν θα ήταν σε θέση να πει ποιο συμβάν ανέμενε, το οποίο σβήστηκε τελικά από το πραγματικό συμβάν κατά τρόπο απροσδόκητο, ή και «λοξό». Το τρομερό συμβάν συνέβη, αλλά συντελέστηκε διαψεύδοντας την προσδοκία του ίδιου συμβάντος για το οποίο πίστευε βέβαια ότι θα συνέβαινε, όμως με άλλον τρόπο.
Ο Βεζίρης περίμενε ότι θα πέθαινε το ίδιο βράδυ, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο ούτε σ’ αυτόν τον τόπο (στη Σαμαρκάνδη): φοβόταν ότι θα πέθαινε με άλλον τρόπο και σε άλλον τόπο. Ποιον άλλον τρόπο, ποιον άλλον τόπο; Πώς να ξέρει; Πάντως, ούτε απόψε, ούτε στη Σαμαρκάνδη.


Παίζει έτσι, όπως όλοι μας, το παιχνίδι μιας παντοδύναμης και πολύτροπης ειμαρμένης, η οποία καταφέρνει και ματαιώνει όλα τα μέσα που επιστρατεύουμε για να την αντιμετωπίσουμε. Ωστόσο, αυτή η ειμαρμένη συγκεκριμενοποιείται κάπως περισσότερο από τη στιγμή που παραδεχόμαστε την απροσδιοριστία της: το μοιραίο συμβάν μάς καταλαμβάνει εξ απήνης, διαγράφοντας ένα υποθετικό άλλο συμβάν για το οποίο τίποτα, ποτέ, δεν μας είχε περάσει από το μυαλό και ούτε είχαμε ποτέ καμιά ιδέα γι’ αυτό. Η έκπληξη προέρχεται από το γεγονός ότι απορρίπτουμε το πραγματικό συμβάν εν ονόματι μιας πραγματικότητας που δεν την έβαλε ούτε θα μπορούσε να την βάλει ποτέ ο νους μας. Θύμα της εξαπάτησης είναι, λοιπόν, όποιος αναμένει ένα συμβάν, αλλά εκπλήσσεται όταν το βλέπει να συμβαίνει. Υπάρχει βεβαίως κάποιου είδους απάτη, που εδρεύει ακριβώς στην ψευδαίσθηση ότι έχουμε εξαπατηθεί, στην ψευδαίσθησή μας να πιστεύουμε πως υπάρχει «κάτι» που τη θέση του πήρε τελικά η πραγματοποίηση του συμβάντος. Όμως, σ’ αυτήν την περίπτωση, απατηλή αποδεικνύεται εν τέλει η εντύπωσή μας ότι έχουμε εξαπατηθεί. Όταν ένα συμβάν πραγματοποιηθεί, δεν έχει κάνει τίποτα άλλο από το να πραγματοποιηθεί. Δεν έχει πάρει τη θέση ενός άλλου συμβάντος.


Πηγές:
Rosset Cl. (2008). Το πραγματικό και το διπλό του. Μτφρ. Ζ. Αντωνοπούλου-Τρεχλή. Αθήνα: Αρμός.

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Edmond Rostand: το λοφίο


Στις 4 Ιουνίου 1903, ο Edmond Rostand κάθεται στη θέση Νο 31 της Γαλλικής Ακαδημίας. Σύμφωνα με την παράδοση, ο εισιτήριος λόγος του νέου Αθανάτου πρέπει  να γίνει στη μνήμη του προκατόχου του Henri de Bornier. Σ’ αυτόν τον λόγο, ο Rostand επεξηγεί τη σημασία που έχει γι’ αυτόν το «panache» (=λοφίο). Ναι, αυτή η δέσμη από φτερά που διακοσμεί τα καπέλα των ιπποτών και που άρχισε να πρωτοχρησιμοποιείται από τον βασιλιά Ερρίκο IV, ο οποίος προέτρεπε τους στρατιώτες του να ακολουθούν στη μάχη το δικό του λευκό «panache», στολίδι του κράνους του.
«Το λοφίο», λέει ο Rostand στον λόγο του, «δεν είναι το μεγαλείο, αλλά κάτι που προστίθεται σ’ αυτό, κάτι που κινείται πάνω απ’ αυτό. Είναι  ένα φτερούγισμα, μια υπερβολή –κατιτί λιγάκι σγουρό […], το λοφίο είναι το πνεύμα της ανδρείας. Το να γελάς όταν αντιμετωπίζεις τον κίνδυνο, αυτό είναι η ύψιστη ευγένεια, μια ντελικάτη άρνηση να παραδοθείς στο τραγικό. Το λοφίο είναι, λοιπόν, η σεμνότητα του ηρωισμού, όπως ένα χαμόγελο συγγνώμης από κάποιον που είναι μεγαλειώδης».


Το λοφίο παρουσιάζεται ως το υλικό σύμβολο μια ηθικής στάσης με τα χαρακτηριστικά του μεγαλείου και τον αέρα του ηρωισμού, που βρίσκει τον ιδανικό του εκφραστή, το αρχέτυπό του, στο πρόσωπο του Cyrano de Bergerac. Έντιμος με τον εαυτό του και με τους άλλους αυτός ο γενναίος Γασκόνος με τη μεγάλη μύτη («σαν ακρωτήριο, σαν χερσόνησος»), πιστός στα ιδανικά της ομορφιάς και της αγνότητας, μάχεται υπερασπιζόμενος μια ορισμένη ιδέα της ποίησης. Θρεμμένος αποκλειστικά με όμορφες λέξεις και φράσεις, εν τέλει ξεχνάει να ζήσει, και όσο οι άλλοι τρώνε, πίνουν και ερωτεύονται, εκείνος αρκείται στο να απαγγέλλει τα ποιήματά του, ακόμη και στη σκιά ενός άλλου.
Επιδεικτικός -σχεδόν φαναφαρόνος- στην αρχή, μελαγχολικός, ακόμη και δραματικός προς το τέλος, αποκαλύπτει τη μοναξιά και την εγκατάλειψη που τον βασανίζουν σ’ εκείνη την περίφημη σκηνή στην οποία εξηγεί γιατί κατηγορηματικά αρνείται να δεχτεί αφεντικό στην ποίησή του:

«Ένα προστάτη ισχυρόν και πάτρωνα να εύρω,
Και σαν τον σκοτεινό κισσόν, εις τον κορμόν του δένδρου
Τριγύρω να τυλίγωμαι και στήριγμά μου νάνε,
Κι ενώ φιλώ την φλοίδα του, με δόλον να σκαλώνω,
Αντί με σθένος ν’ ανεβώ; Ευχαριστώ, ποτέ μου! […]
Να υφίσταμ’ εξευτελισμούς παντοίους καθ’ εκάστην
Κι από το δρόμο την κοιλιά να έχω αφανισμένη,
Και δέρμα, που ακάθαρτον πάντα στο γόνυ νάνε;
Η ράχη μου να εκτελή παιγνίδια ευκαμψίας;
Ευχαριστώ ποτέ, ποτέ! […]
[…] Αλλά … να ψάλλω
Ρεμβός να είμαι, να γελώ, μονάχος να διαβαίνω,
Ελεύθερος, με οφθαλμούς που σε καλοκυττάζουν,
Με παλλομένην την φωνήν, και όταν μου αρέση
Να βαίνω το καπέλλο μου στραβά, μονομαχίαν
Για ένα όχι, για ένα ναι να κάμω –ή δυο στίχους!
Να σκέπτωμαι, αμέριμνος για πλούτον ή για δόξα,
Να κάμω το ταξείδι μου, που θέλω, στο φεγγάρι! […]
Κι εάν ακόμα μία δρυς δεν είσαι ή φιλύρα,
Ίσως να μην υψώνεσαι πολύ ψηλά, πλην μόνος!


Το έργο του Edmond Rostand, με τίτλο Cyrano de Bergerac και πρωταγωνιστή τον ομώνυμο ήρωα, ανεβαίνει στο Παρίσι στις 28 Δεκεμβρίου του 1897. Κάμποσα χρόνια νωρίτερα, στον γαλλοπρωσικό πόλεμο, η Γαλλία έχει χάσει την Αλσατία και τη Λωρραίνη. Η τιμή της χώρας έχει υποστεί βαρύ πλήγμα. Το τραύμα δεν έχει ακόμη επουλωθεί. Η πολιτική της «revanche» επικρατεί σε μια Γαλλία η οποία επιθυμεί να ανακτήσει το γόητρό της και ετοιμάζεται για τον πρώτο μεγάλο πόλεμο που είναι στα σκαριά.
Στο διάλειμμα της παράστασης το κοινό χειροκροτεί όρθιο, ενώ ο υπουργός οικονομικών Georges Cochery βγάζει το παράσημο της λεγεώνας της τιμής που φοράει και το καρφιτσώνει στο στήθος του συγγραφέα. Στο τέλος του έργου, ο Cyrano πεθαίνει με τους στίχους:

«Μου αποσπάτε όλα μου, την δάφνην και το ρόδον!
Πάρτε τα όλα! Κάτι τι όμως μαζύ μου παίρνω
Στο πείσμα σας, και σαν εμπώ απόψε στου θεού μας
Το ουράνιο κατώφλιον, με τον χαιρετισμόν μου
Θε να σαρώσω κάτι τι χωρίς καμμιά κηλίδα
Καμμιά πτυχή, στο πείσμα σας παίρνω μαζύ,
Κι αυτό ‘ναι … το λοφίον μου».

Το λοφίο: αυτή είναι η τελευταία λέξη του ήρωα και του έργου. Πεθαίνει με το λοφίο του, δηλαδή με τιμή και δόξα, τη στιγμή που ο σκοτεινός του αντίπαλος, ο κόμης de Guiche, σε ώρα πολέμου, δεν διστάζει να το πετάξει μακριά για να μην τον αναγνωρίσουν σώζοντας έτσι το τομάρι του.


Το κοινό χειροκροτεί χωρίς σταματημό για είκοσι ολόκληρα λεπτά. Στο πρόσωπο του Cyrano επιδοκιμάζει το μεγαλείο και τη γενναιότητα, αυτή την ιδιότυπη ποιότητα και χάρη: την κίνηση τού να μετατρέπεται η ήττα στο πεδίο της δράσης σε νίκη στο πεδίο της ψυχής και της καρδιάς. Μια ποιότητα που όσοι εκείνο βράδυ παρακολούθησαν την παράσταση την θεώρησαν αποκλειστικά γαλλική, ωστόσο εμείς, αιώνες μετά, την βλέπουμε χωρίς εθνικό πρόσημο, κατάλληλη και αναγκαία για κάθε τόπο και για κάθε εποχή. Είδος προς εξαφάνιση και μαζί είδος που χρειάζεται προστασία όπου και όποτε το συναντούμε.

Πηγές:

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Όταν ο Alphonse Mucha συνάντησε τη Sarah Bernhardt


Παραμονή των Χριστουγέννων του 1894. Εκείνη την ημέρα, το τυπογραφείο Lemercier λαμβάνει μια επείγουσα παραγγελία από τη διασημότερη Παριζιάνα σταρ, τη «θεϊκή» Sarah Bernhardt, η οποία ζητούσε κατεπειγόντως μια διαφημιστική αφίσα για την παράσταση Gismonda του Victorien Sardou που ανέβαινε στο Théâtre de la Renaissance στις 5 Ιανουαρίου του 1895.  Η απαίτηση ήταν σαφής: χρειάζονταν 4000 αφίσες που θα κοσμούσαν τους δρόμους του Παρισιού την πρώτη μέρα του νέου έτους. Ο τυπογράφος βρέθηκε σε απόγνωση. Όλοι του οι καλλιτέχνες ήσαν σε χριστουγεννιάτικες διακοπές. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να εμπιστευθεί τον άσημο τριαντατετράχρονο Τσέχο ζωγράφο  Alphonse  Mucha, ο οποίος είχε φτάσει στην πόλη επτά χρόνια νωρίτερα για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ακαδημία Julian.


Ο Mucha υπήρξε συνεπέστατος στη χρονική προθεσμία που του τέθηκε, ενώ η πρωτοτυπία της αφίσας και η ιεροπρέπεια που εξέπεμπε εξέπληξε το θεατρόφιλο κοινό και ικανοποίησε απολύτως ακόμα και την πολύ δύσκολη ντίβα, η οποία φρόντιζε μετά μανίας την εικόνα της. Η Sarah Bernhardt πραγματικά ενθουσιάστηκε και υπέγραψε εξαετές συμβόλαιο με τον Mucha.


Βάση της σύνθεσης ήταν η σκηνή της πανηγυρικής παρέλασης από την τελευταία πράξη του έργου, τοποθετημένη σε ένα νεωτεριστικό μακρόστενο σχήμα αφίσας, το οποίο ευνοεί την εντύπωση του μεγαλείου που θέλει να δώσει στην τραγωδό. Η Sarah Bernhardt λάμπει, ντυμένη με ένα μεγαλόπρεπο κοστούμι, τοποθετημένη σε ψηφιδωτό φόντο που την σπρώχνει, στην κυριολεξία, προς τον θεατή και με το όνομά της να σχηματίζει πάνω στο κεφάλι της ένα είδος φωτοστέφανου, ενώ το όνομα του θεάτρου της μπερδεύεται με τις πτυχώσεις του μανδύα της.  Ο Mucha εγκαταλείπει τα ζωηρά χρώματα του Toulouse-Lautrec, κατάλληλα για τα καμπαρέ που εκείνος ζωγράφιζε, και επιλέγει χρώματα γήινα που, μαζί με το λεπτοδουλεμένο σχέδιό του, δίνουν στην αφίσα μια ιεροπρέπεια βυζαντινή.

              Πράγα, Nàrodni Galeri

Μετά από αυτό το έργο του Mucha η τέχνη της αφίσας δεν θα είναι ποτέ ξανά ίδια.

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

C’est un cap? … c’est une péninsule!


Ο Hercule-Savinien de Cyrano de Bergerac, o μοναχικός ιππότης του τάγματος των Γασκόνων, που με το ξίφος του δαμάζει ορδές εχθρών, που με τους στίχους του πληγώνει τα αυτιά των φαύλων, αυτό το ελεύθερο πνεύμα, ο εκκεντρικός, ο παληκαράς, o ρομαντικός, έχει μια τεράστια μύτη! Κι αυτό του το ελάττωμα, για το οποίο όλοι τον χλευάζουν –όχι χωρίς επιπτώσεις-, τον εμποδίζει να διεκδικήσει την αγάπη της όμορφης Ρωξάνης.


Ο Cyrano υποχωρεί δανείζοντας συγχρόνως το ποιητικό του ταλέντο στον αντεραστή του, τον ωραίο Christian de Neuvillette, ο οποίος κατακτά τη Ρωξάνη με τα λόγια και τη φωνή του Cyrano. 

                              Syrano και Roxanne

Γεννημένος το 1619, ο Cyrano θα παρέμενε ενδεχομένως άγνωστος (μόνο δυο σκηνές από το έργο του Le Pédant joué θα διασώζονταν παραλλαγμένες στο έργο του Molière με τίτλο Fourberies de Scapin), αν δεν τον διάλεγε για ήρωά του ο Γάλλος δραματουργός του 19ου αιώνα Edmond de Rostand. Ο Rostand είναι ο πατέρας του ρομαντικού ήρωα που ξέρουμε εμείς σήμερα.

       O José Ferrer ως Syrano το 1950

Πόσο κοντά βρίσκεται ο μυθιστορηματικός ήρωας με τον πραγματικό Cyrano, ούτε το ξέρω ούτε, άλλωστε, έχει τόση σημασία. Το σημαντικό είναι πως αυτή η αντιφατική προσωπικότητα (γεμάτος αγριάδα αλλά και τρυφερότητα, αυστηρότητα αλλά και χιούμορ, περιθωριακός αλλά και αφόρητα μόνος) είναι ένας από τους τελευταίους ρομαντικούς ήρωες της γαλλικής λογοτεχνίας και, πάντως, ένας από τους πιο αγαπημένους μας.


Από το 1897, που ανέβηκε στο Παρίσι η πρώτη παράσταση του έργου, ο Cyrano ήταν ο πρωταγωνιστής σε διάφορες θεατρικές παραστάσεις, ταινίες, όπερες, μυθιστορήματα, τραγούδια. Μάλιστα, το 1986 χάρισε το όνομά του σε έναν αστεροειδή.
Από όλους ο πιο διάσημος Cyrano είναι ο Γάλλος ηθοποιός Gérard Deperdieu στην ταινία του 1990 με σκηνοθέτη τον Jean-Paul Rappeneau. Από αυτήν την ταινία, δείτε δύο σκηνές.