Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοφιστική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοφιστική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Το δαχτυλίδι του Γύγη και η ηθική (Μέρος Β΄)


Στην Πολιτεία ο Πλάτων αντιστρέφει τα συμπεράσματα των σοφιστών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο νόμος καταπιέζει τη φύση και, κατ’ επέκτασιν, οδηγούνται στην υπεράσπιση του δίκαιου του ισχυρότερου και στην αξίωση να αποκατασταθεί η φυσική ισότητα. Βασική τους θέση είναι η απόρριψης κάθε απόλυτης αξίας όποια μορφή και αν αυτή παίρνει. Νόμος, δικαιοσύνη, και μαζί τους αρετή, σοφία, αγαθό κ.λπ., είναι λέξεις που περιγράφουν πράγματα χωρίς περιεχόμενο. Τουλάχιστον, χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η σημασία και η βαρύτητά τους αλλάζει κατά περίπτωσιν. Με αυτούς τους όρους, η πολιτική κοινωνία παραπαίει, επειδή η δικαιοσύνη παραπαίει, δεδομένου ότι οι σοφιστές με αφετηρία μια τέτοια αθεμελίωτη φυσιοκρατία οδηγούνται σε ένα διπλό συμπέρασμα, σε μια πολιτική διγλωσσία: από τη μια, θεωρούν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι φύσει ίσοι, καταργώντας έτσι κάθε κοινωνική διαφορά, και, από την άλλη, υποστηρίζουν μια κυρίαρχη ανισότητα, η οποία εκφράζεται ως απαίτηση οι ισχυρότεροι να επιβάλλονται στους πιο ανίσχυρους. Ποια δικαιοσύνη να εφαρμοστεί όταν ισχύει αυτή η διπλή συνθήκη; Πώς να λειτουργήσει η δικαιοσύνη μέσα σε έναν κόσμο γενικευμένης ανισότητας στον οποίο ο κανόνας είναι οι σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής; Η δικαιοσύνη, όπως και κάθε άλλη αξία, είναι υποχρεωτικά σχετική, καθώς σχετική, προσωρινή και συγκυριακή είναι και η κυριαρχία η οποία διατρέχει τον κίνδυνο να ανατραπεί από τη μια στιγμή στην άλλη από έναν διαφορετικό συσχετισμό δυνάμεων, εφόσον ο ισχυρός και ο ανίσχυρος ορίζονται από τον καιρόν που, όταν αλλάξει, τους παρασέρνει μαζί του.


Ο ίδιος ο Πλάτων δεν αρνείται την ανισότητα, και μάλιστα την καθιστά κεντρική στο δικό του σύστημα: η προτεραιότητα της Ιδέας του αγαθού σε σχέση με τον αισθητό κόσμο και η προτεραιότητα του λόγου σε σχέση με τα κατώτερα στρώματα της ψυχής είναι δύο μόνον από τα παραδείγματα που θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε. Διαφωνεί όμως με την αδυναμία των σοφιστών να στηρίξουν οντολογικά αυτήν τη φύσει ανισότητα. Η θεωρία τους κινείται στο περιγραφικό πεδίο και οι εξηγήσεις που δίνουν δεν ξεπερνούν την εμπειρική πιστοποίηση. Ο Πλάτων μεταθέτει το θεμέλιο της δικαιοσύνης στην εμμενή ιδέα του αγαθού, επικαλούμενος το όνομα «γεωμετρική ισότητα» που της είχαν δώσει οι Πυθαγόρειοι, και αυτού του τύπου τη δικαιοσύνη την βρίσκει να αντανακλά στην ανθρώπινη κοινότητα ελαφρώς τροποποιημένη, ως «αριθμητική ισότητα». Η ιστορία που διηγείται ο Πλάτων είναι η ιστορία ενός μετασχηματισμού (των πόλεων και της ψυχής του ανθρώπου): είναι το πέρασμα από τη φυσική κατάσταση της ανισότητας και της αδικίας σε ένα είδος ισότητας και δικαιοσύνης, μετασχηματισμός που όμως θεμελιώνεται οντολογικά και έτσι αποκτά περιωπή εδραίου κανόνα. Η δικαιοσύνη γίνεται έτσι έννοια κομβική της πλατωνικής φιλοσοφίας και ρυθμίζει πια τις ποιότητες της ψυχής.
Γι’ αυτό, με μια μόνο φράση (612b 2-5), ο Πλάτων αντιμετωπίζει τη σοφιστική θέση: Δεν αποδείξαμε ότι καθεαυτήν η δικαιοσύνη είναι το μεγαλύτερο αγαθό της ψυχής αυτής και ότι η ψυχή πρέπει να πράττει τα δίκαια, είτε κατέχει το δαχτυλίδι του Γύγη είτε όχι, ακόμη κι αν έχει, μαζί με το δαχτυλίδι, την περικεφαλαία του Άδη;
Η ηθική του Πλάτωνος δεν είναι à la carte. Ο άνθρωπος πρέπει να είναι δίκαιος, ακόμη κι όταν κινδυνεύει αυτή του η ηθικότητα να στραφεί εναντίον του, όπως έγινε με τον Σωκράτη που προτίμησε να πεθάνει πιστός στις αρχές του παρά να δραπετεύσει.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

Το δαχτυλίδι του Γύγη και η ηθική (Μέρος Α΄)


Θα επέλεγε κάποιος να είναι ηθικός, εάν είχε τη δυνατότητα να διαπράξει αδικία ατιμώρητος;
Αυτό είναι το ερώτημα που τίθεται στη συζήτηση μεταξύ του Σωκράτη και του Γλαύκωνος στο 2ο βιβλίο της πλατωνικής Πολιτείας. Αν σε δύο ανθρώπους, έναν άδικο και έναν δίκαιο, δινόταν η δυνατότητα να αδικούν δίχως τον φόβο της τιμωρίας, τότε ο μεν πρώτος θα συνέχιζε να αδικεί, αλλά και ο δεύτερος, όπως ο καημένος απονήρευτος Γύγης, θα παρασυρόταν κι αυτός στην αδικία, αφού θα είχε το κεφάλι του ήσυχο και δεν θα κινδύνευε καθόλου να υποστεί τις συνέπειες της αδικίας του. Τελικά, οι δίκαιοι άνθρωποι, ισχυρίζεται ο Γλαύκων, είναι δίκαιοι από ανάγκη, αφού αναμφίβολα η ζωή του αδίκου είναι απείρως προτιμότερη από τη ζωή του δικαίου. Έχοντας αυτό κατά νου, ο σοφιστής επιδίδεται σε έπαινο του αδίκου βίου, προκαλώντας ταυτόχρονα τον Σωκράτη να εγκωμιάσει, εάν νομίζει ότι είναι ικανός, τη δικαιοσύνη.
Οι άνθρωποι, λέει ο Γλαύκων, συναίνεσαν ότι είναι πιο συμφέρον γι’ αυτούς ούτε να αδικούν ούτε να αδικούνται, και γι’ αυτό θεμελίωσαν νόμους και όρισαν συμφωνίες. Κι έτσι γεννήθηκε η δικαιοσύνη, η οποία είναι το μέσον ανάμεσα σε δύο πράγματα: ανάμεσα στο καλύτερο, που είναι το να αδικεί κανείς χωρίς να τιμωρείται, και στο χειρότερο, που είναι να μην έχει κανείς τη δύναμη να εκδικηθεί όταν αδικείται. Επομένως, σύμφωνα με τον Γλαύκωνα, η δικαιοσύνη ικανοποιεί τους ανθρώπους όχι γιατί είναι καλή καθεαυτή, αλλά γιατί οι περισσότεροι είναι αδύναμοι και, άρα, δεν είναι σε θέση να αδικούν. Αντίθετα, ο ισχυρός δεν έχει κανέναν λόγο να δεχθεί τον συμβιβασμό της δικαιοσύνης, εφόσον μπορεί να αδικεί όσο θέλει ατιμώρητος. Όσοι, λοιπόν, δεν αδικούν δεν ενεργούν έτσι από ευχαρίστηση, αλλά από αδυναμία, οπότε εύλογα θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι, εάν είχαν στα χέρια τους το μαγικό δαχτυλίδι του Γύγη που θα τους επέτρεπε αόρατοι, και άρα ατιμώρητοι, να αδικούν, τότε εκείνοι δίχως δεύτερη σκέψη, και με δεδομένη την πλεονεξία που διακρίνει την ανθρώπινη φύση, θα επέλεγαν την ηδονή της αδικίας.



Πηγή για την εικόνα:

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017

Περί αρετής


Στον πλατωνικό διάλογο Πρωταγόρας, ο Σωκράτης αγωνίζεται να αποδείξει ότι όλες οι αρετές είναι γνώση, πράγμα που αποτελεί τον ασφαλέστερο τρόπο για να δειχθεί ότι είναι διδακτές, ενώ ο Πρωταγόρας μετακινείται προς την άποψη ότι οι αρετές είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από επιστήμη, πράγμα που σημαίνει ότι αρνείται οποιαδήποτε δυνατότητα διδασκαλίας τους.
Για να βρεθείτε για μια στιγμή στη θέση των δύο αντιπάλων, σας θέτω το εξής ερώτημα: ποιο νομίζετε ότι είναι πιο σωστό, να το βάλει κανείς στα πόδια μπροστά στον κίνδυνο ή να τον αντιμετωπίσει; Αν υποστηρίξετε τον «δειλό», αυτόν που το βάζει στα πόδια, υποστηρίζετε μαζί με τον Πρωταγόρα μια συνεπή αισθησιοκρατική θέση και λέτε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ο «δειλός» κάνει σωστότερη επιλογή έναντι του ανδρείου, αφού το να χάσει τη ζωή του είναι το μέγιστο κακό που μπορεί να του συμβεί και είναι βέβαια παράλογο να το επιδιώκει κανείς. Αν πάλι είστε με το μέρος των «ανδρείων», τότε μαζί με τον Σωκράτη πιστεύετε ότι ανδρείος δεν είναι αυτός που επιζητεί τον κίνδυνο, γιατί τότε θα ήταν απλώς ανόητος, αλλά αυτός που γνωρίζει –τονίζω: αυτός που γνωρίζει- ότι υπάρχουν κακά μεγαλύτερα από τον θάνατο.

Salvator Rosa, Démocrite et Protagoras 
(17ος αιώνας), Musée de l’Ermitage
Ο Πρωταγόρας εικονίζεται στα δεξιά

Μονόλογος, διάλογος, μύθος, ποιητικά αποσπάσματα, επιχειρήματα εμπειρικά και παραγωγικοί συλλογισμοί, όλα αυτά δεν είναι αρκετά για να οδηγήσουν τη συζήτηση σε μια ολοκλήρωση. Όπως συχνά συμβαίνει στους πλατωνικούς διαλόγους, το ζήτημα παραμένει σε εκκρεμότητα. Ο διάλογος τελειώνει με φιλοφρονήσεις και από τις δύο πλευρές και αμοιβαίες υποσχέσεις για επανάληψη της συζήτησης, επιβεβαιώνοντας την παρατήρηση του François Châtelet ότι σε όλες τις συζητήσεις μεταξύ του Σωκράτη και των σοφιστών και οι δύο πλευρές βγαίνουν χαμένες. Οι δεύτεροι, ενώ καμώνονταν πως όλα τα ήξεραν, μένουν μετά τη συζήτηση εκτεθειμένοι και θυμωμένοι. Και ο Σωκράτης ποτέ δεν καταφέρνει να ολοκληρώσει την κουβέντα. Όλα τα θέματα που θίγονται παραμένουν ανοιχτά και το μόνο κέρδος από τη συζήτηση είναι η διαπίστωση πως κάθε άποψη βασισμένη στην υποκειμενικότητα, κάθε γνώμη, είναι κενή, καθώς είναι πάντοτε έκφραση συμφέροντος, πάθους, ιδιοτροπίας.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Πλάτων και Σοφιστές: μια εισαγωγή


Στην εισαγωγή του πλατωνικού Πρωταγόρα, ενός διαλόγου που έχει χαρακτηριστεί τόσο διασκεδαστικός όσο και μια κωμωδία του Αριστοφάνη, ο ανώνυμος εταίρος της αρχής μπερδεύει τη διανοητική έξαψη του Σωκράτη με ερωτική έξαψη. Ο Σωκράτης συζητούσε με τον Πρωταγόρα, ενώ εκείνος φαντάζεται ότι κυνηγούσε τον ὑπηνήτην, (=γενειοφόρο) Αλκιβιάδη. Ο Σωκράτης επαυξάνει τη σύγχυση. Ο Αβδηρίτης ξένος του φάνηκε τόσο πιο όμορφος από την χαριεστάτην ἥβην (=χαριτωμένη νιότη) του γιου του Κλεινία, ώστε συχνά ξεχνούσε την παρουσία του δεύτερου για να αφοσιωθεί στον πρώτο. Η παράξενη αυτή συμπεριφορά του εξηγείται με την καθαρά πλατωνικής κοπής ατάκα: πῶς δ’ οὐ μέλλει τό σοφώτατον κάλλιον φαίνεσθαι; (=πώς μπορεί το σοφότατο να μη φαίνεται ομορφότερο;).
Από την αρχή κιόλας του έργου η συζήτηση με τον μεγάλο εχθρό, τον Πρωταγόρα, ξεπατικώνει, θα λέγαμε, μια ατμόσφαιρα ερωτικού παιχνιδιού. Το φλερτ προϋποθέτει θαυμασμό και ταραχή, και αυτά και τα δυο τα επιδεικνύει ο Σωκράτης το δίχως άλλο. Ο θαυμασμός και η ταραχή επαυξάνονται δια της πλαγίας οδού, καθώς δεν προέρχονται άμεσα από τον Σωκράτη. Ο νεαρός Ιπποκράτης, αγουροξυπνημένος και καταλαχανιασμένος, χτυπάει αξημέρωτα την πόρτα του Σωκράτη για να τον πληροφορήσει για την παρουσία του Πρωταγόρα στην πόλη και να τον παρακαλέσει να τον παρουσιάσει σ’ αυτόν ως επίδοξο μαθητή του. Ο Ιπποκράτης παραληρεί από ενθουσιασμό, ο Σωκράτης μόλις και μετά βίας τον συγκρατεί ώστε να μην εισβάλει τέτοια ακατάλληλη ώρα σε ξένο σπίτι και ο Πλάτων με δυσκολία κρύβει τη χολή του για την αναμφισβήτητη επιτυχία των Σοφιστών. Ο νεαρός Ιπποκράτης καλόπιστα απευθύνεται στον Σωκράτη για να πετύχει το ποθούμενο. Γιατί; Επειδή αυτός, όπως άλλωστε και άλλοι, βλέπει μεγάλη εγγύτητα ανάμεσα στη σοφιστική και στη σωκρατική διδασκαλία, τουλάχιστον στον βαθμό που και οι δυο τα έχουν βάλει με το ancien régime της σκέψης και της γνώσης.

Ο Πλάτων του Paolo Veronese (1560)
Βενετία, Biblioteca Marciana

Βρισκόμαστε πια μέσα στην εγκιβωτισμένη αφήγηση του Σωκράτη. Ό,τι θα γράψει ο Πλάτων από εδώ και πέρα είναι τα λόγια του Σωκράτη και τα λόγια των Σοφιστών που κι αυτά δια στόματος Σωκράτη μεταδίδονται. Αυτό το τέχνασμα της αφήγησης μέσα στην αφήγηση δίνει τη δυνατότητα στον Πλάτωνα να παραμορφώσει κατά βούλησιν και ατιμωρητί τις σοφιστικές θέσεις, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τον σωκρατικό αντίλογο. Δίνει όμως, επιπλέον, τη δυνατότητα στον Σωκράτη να υποδυθεί ως αφηγητής δύο πρόσωπα: τον εαυτό του και τον Πρωταγόρα. Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποιος απ’ τους δυο είναι ο σοφώτερος; 
Αφού ο Σωκράτης έχει φροντίσει να θέσει τον Ιπποκράτη ενώπιον σοβαρού διλήμματος σχετικά με την αξία της μόρφωσης που έναντι υψηλοτάτου τιμήματος πρόκειται να αποκτήσει από τον Πρωταγόρα, σε έναν τυπικό πλατωνικό διάλογο στον οποίο ο συνομιλητής του Σωκράτη δεν λέει περισσότερες από τρεις λέξεις τη φορά, οι δύο φίλοι φτάνουν στο σπίτι του Κλεινία, όπου φιλοξενείται ο διάσημος ξένος. Η πόρτα ανοίγει και κλείνει αμέσως, από έναν δούλο που έχει χάσει την υπομονή του μ’ όλους αυτούς τους Σοφιστές οι οποίοι παρελαύνουν νυχθημερόν προσκεκλημένοι και απρόσκλητοι. Και ο σπαρταριστός διάλογος. Ἔα, λέει ο δούλος, σοφισταί τινες. οὐ σχολή αὐτῷ (=Α, κάτι σοφιστές. Δεν ευκαιρεί), για να πάρει  τη διαβεβαίωση από τον Σωκράτη ότι ούτε ψάχνουν τον Καλλία ούτε είναι Σοφιστές (οὔτε σοφισταί ἐσμεν). Ο Σωκράτης περνιέται από τον δούλο για Σοφιστής. Ένα λάθος που δεν το κάνει μόνον αυτός ο αμαθής υπηρέτης, αλλά και άλλοι, πολύ καλύτεροί του: ο Αριστοφάνης, ο Άνυτος και οι δικαστές που καταδίκασαν τον Σωκράτη σε θάνατο.
Στα νεότερα χρόνια, σε μια προκλητική διατύπωση, ο Jean Bollack θεωρεί τον Σωκράτη ως «έναν Σοφιστή που δεν ήξερε τίποτα». Και ο Gilles Deleuze αναρωτιέται «πώς θα μπορούσε ο Σωκράτης να αναγνωριστεί, πώς θα μπορούσαμε να τον διακρίνουμε από τον Σοφιστή;».

Σημείωση: Η μετάφραση του αρχαιοελληνικού κειμένου είναι του Β. Τατάκη (εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος).

Πηγή για την εικόνα: