Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mill J. S.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Mill J. S.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

Martha Nussbaum και κειμενική ηθική


Ο Πλάτων εξόρισε ακόμη και τον Όμηρο από την ιδεώδη πολιτεία του ακριβώς επειδή τον υποληπτόταν υπερβολικά. Πίστευε ότι η ηθική δύναμη της ποίησής του (με τον όρο, ας εννοούμε τη «λογοτεχνία» εν γένει) είναι τόσο μεγάλη ώστε μπορεί να διαφθείρει το πνεύμα των ανθρώπων. και ο Πλάτων ήθελε να κρατήσει τους φύλακες της πολιτείας του μακριά από τέτοιες επιρροές. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η πλατωνική επίθεση στην ποίηση δεν οφείλεται σε ελαττώματα σχετικά με τη σύνθεσή της, αλλά στο γεγονός ότι η επίδρασή της στους ανθρώπους είναι επιβλαβής: προκαλεί τον ενθουσιασμό αντί να τους κάνει να στοχάζονται, δημιουργεί στους αδαείς την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουν.
Η Martha Nussbaum  συμφωνεί με τον Πλάτωνα για την ισχυρή επίδραση που ασκεί η λογοτεχνία στους ανθρώπους, διαφωνεί όμως με εκείνον υποστηρίζοντας ότι η επιρροή της είναι τέτοια ώστε να μας κάνει ηθικότερους. Πρόκειται γι’  αυτό που άλλοι θα ονομάσουν «κειμενική ηθική» (textual ethics) και είναι ένα ζήτημα που άνοιξε με την έκδοση, από τον Ralph Cohen το 1983, ενός τεύχους του περιοδικού New Literary History το οποίο έφερε τον τίτλο “Literature and/as Moral Philosophy”. Η Nussbaum, καταπιάνεται με το θέμα παραπέμποντας παραδειγματικά στους δύο αγαπημένους της συγγραφείς, τον Henry James και τον Marcel Proust. Εξηγεί, λοιπόν, ότι αυτοί και οι υπόλοιποι σχολικοί της σύντροφοι λειτούργησαν γι’ αυτήν ως πηγές ηθικού στοχασμού πολύ πριν έρθει σε επαφή με τον δομημένο φιλοσοφικό λόγο.
Το κρίσιμο επιχείρημα της Nussbaum είναι ότι η ηθική αντίληψη σχηματίζεται βασισμένη όχι αποκλειστικά στη διανοητική δραστηριότητα (στην επίκληση, με άλλα λόγια, γενικών αρχών), αλλά εμπλέκει και τα συναισθήματα. Σε τούτο το σημείο η λογοτεχνία υπερέχει της φιλοσοφίας, ισχυρίζεται η Nussbaum, καθώς τα συναισθήματα (πρωτίστως ο έρωτας που κινείται εναλλακτικά μεταξύ έκστασης και οδύνης) και η φαντασία οξύνονται μέσω αυτής. η ενσυναίσθηση ενδυναμώνεται. Επιπλέον, η λογοτεχνία μας παρέχει τη δυνατότητα να εξερευνήσουμε βαθιά ποικίλες ηθικές θέσεις (σαν να ζούμε πολλές ζωές), όμως να τις εξερευνήσουμε από μακριά, από απόσταση ασφαλείας, διατηρώντας την ουδετερότητά μας. Τα μυθιστορήματα είναι έτσι μια πρόβα πριν από τη ζωντανή παράσταση.


Αν νοιαζόμαστε για την ανάδειξη των κοινωνικών αδικιών, ο Immanuel Kant ή ο John Stuart Mill είναι πιο κατάλληλοι και αποτελεσματικοί από –ας πούμε- τον Charles Dickens, καθώς οι πρώτοι χειρίζονται καλύτερα τα φιλοσοφικά επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία για να θεμελιώσουν την θέση τους, υποστηρίζουν κάποιοι φιλόσοφοι. Η Nussbaum διαφωνεί με αυτό, και φαίνεται ότι η θέση της επιβεβαιώνεται και από τα πράγματα, αν λάβουμε υπ’ όψιν την επίδραση που είχε, παραδείγματος χάριν, το έργο της Harriet Beecher Stowe Uncle Tom’s Cabin για τη μεταστροφή των Αμερικανών στο ζήτημα της δουλείας.  Έτσι, η Nussbaum σπάζει το νήμα του καντιανισμού και του ωφελιμισμού που εξοστρακίζουν τα συναισθήματα από τη σφαίρα της ηθικής φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία περιγράφει τα συναισθήματα είτε ως τυφλές, άλογες παρορμήσεις χωρίς καμιά σχέση με τη γνώση, καθώς χρειάζεται να ελεγχθούν από τη λογική, είτε θεωρεί ότι, ακόμη κι αν έχουν κάποια γνωστική αξία, το παραγόμενο από αυτά γνωστικό προϊόν είναι ψευδές. Η Nussbaum, αντίθετα, ισχυρίζεται ότι τα βιώματα, τα συναισθήματα και η φαντασία έχουν γνωστική αξία (περίπου ισοδύναμη με την παραγωγική και επαγωγική λογική του ανθρώπινου νοείν) και, άρα, είναι μέρος του υποστρώματος που θα αξιοποιήσει ο συλλογισμός (η προτεραιότητά του παραμένει αναμφισβήτητη) ώστε να καταλήξει στο τι πρέπει να πράξουμε και να υποστηρίξει τη συνεπόμενη ηθική πράξη.
Με την παραδοχή της αυτή η φιλόσοφος ξαναφέρνει στο προσκήνιο την παλιά συζήτηση για την αντίθεση μεταξύ περιεχομένου και φόρμας στην προσέγγιση του λογοτεχνικού έργου. Αν και δίχως διάθεση πολεμικής, η θέση της αποτελεί υπέρβαση του φορμαλισμού (μολονότι η  Nussbaum δεν αρνείται την ερμηνευτική δύναμη της μορφής, εφόσον, επιπλέον, αποφαίνεται ότι ορισμένες φόρμες είναι καταλληλότερες από άλλες στο να μεταφέρουν το περιεχόμενο) και στοίχιση στην άποψη εκείνη που θέλει τη λογοτεχνία φορέα μηνυμάτων, και μάλιστα μηνυμάτων με επίκεντρο τον κόσμο και τον άνθρωπο. Με τον κίνδυνο, πάντως, η λογοτεχνία να υποταχθεί σε εξωτερικές ως προς τη φύση της επιδιώξεις.


Επίσης, η Nussbaum επαναφέρει και μια άλλη συζήτηση, ιδιαιτέρως προσφιλή στη μετα-Barthes εποχή, για τον ρόλο του συγγραφέα. Μιλάμε για την ηθική διάσταση της λογοτεχνίας με τρόπο απρόσωπο, θεωρώντας ότι ο συγγραφέας είναι νεκρός, όπως μας το ανήγγειλε ο Roland Barthes.  Πριν, όμως, από την αναγγελία θανάτου του, ο συγγραφέας ήταν μια σεβάσμια πατριαρχική φιγούρα επιφορτισμένη να κηρύσσει το δέον. Αρκεί μάλιστα να βρεθεί ένας Staline για να τον παρουσιάσει ως «μηχανικό των ανθρώπινων ψυχών», και τότε, αιφνίδια, η ηθική διάσταση της λογοτεχνίας θα βρεθεί πολύ κοντά στον ηθικισμό ή σε κάτι ακόμα χειρότερο. Πώς, λοιπόν, να δεχτούμε ότι η λογοτεχνία είναι ηθική, χωρίς να διερευνήσουμε την πρόθεση του συγγραφέα; Και αν χρειάζεται να μάθουμε την πρόθεση συγγραφέα; Και αν χρειάζεται να μάθουμε την πρόθεση του συγγραφέα, τότε μήπως αυτός νεκρανασταίνεται και η θεωρία του λογοτεχνικού κειμένου ως ανοιχτού σε διαρκείς επανερμηνείες είναι εσφαλμένη; Αλλά, ας σκεφτούμε κι αυτό: εάν το νόημα είναι πράγματι, όπως υποστηρίζουν οι σύγχρονες αναγνωστικές θεωρίες, υπόθεση του αναγνώστη, μήπως χρειάζεται να εξετάσουμε και τη δική του ευθύνη στην ηθική του κειμένου;


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγές για τις εικόνες:

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

John Stuart MIll: η αρχή της βλάβης


«Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο το κράτος μπορεί να περιορίσει την ελευθερία ενός μέλους μιας πολιτισμένης κοινότητας ενάντια στη θέλησή του είναι για να μην προκαλέσει βλάβη σε άλλους. Δεν αποτελεί, όμως, επαρκή νομιμοποίηση ο περιορισμός της ελευθερίας του ατόμου για το δικό του καλό, σωματικό ή ηθικό».
Το απόσπασμα προέρχεται από το πρώτο κεφάλαιο του σπουδαίου έργου του John Stuart Mill, On Liberty (Περί ελευθερίας), το οποίο εκδόθηκε το 1859 και στο οποίο ο φιλόσοφος, σταθερά καχύποπτος έναντι του κράτους, προσπαθεί να προσδιορίσει τη φύση και τα όρια της εξουσίας που το τελευταίο νομιμοποιείται να ασκεί πάνω στα άτομα. Η αρχή την οποία εισηγείται ο Mill, γνωστή ως «αρχή της βλάβης» (harm principle), προκύπτει από την «αρχή της ωφέλειας» και υποστηρίζει ότι τα άτομα είναι ελεύθερα να ενεργούν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους εφόσον οι ενέργειές τους δεν βλάπτουν τους άλλους, εγκαινιάζοντας έτσι μια νέα εποχή στις σχέσεις κράτους-ατόμου: η ατομική ελευθερία παύει να αποτελεί ευγενική παραχώρηση της κρατικής εξουσίας και, επίσης, παύει να αποτελεί πεδίο διαπραγμάτευσης στην περίπτωση έκτακτων συνθηκών. Η ελευθερία γίνεται πλέον η προτεραιότητα της οργανωμένης κοινωνίας.

Αυτή η θεμελιώδης –όσο και εύλογη- θέση έχει, ωστόσο, γεννήσει ευρύ προβληματισμό με αφετηρία το ίδιο το περιεχόμενο της λέξης «βλάβη». Εξηγώντας με κάποια σχηματικότητα τη θέση του Mill, φαίνεται ότι μιλώντας για βλάβη αναφέρεται: α) στην απτή βλάβη, όταν δηλαδή με τις πράξεις μας υποβάλλουμε κάποιον σε παράλογο κίνδυνο και β) στην ακραία «προσβολή» προς ένα πρόσωπο δια των ενεργειών ή των απόψεών μας και υπό την προϋπόθεση ότι οι ενέργειες ή οι απόψεις μας δεν μπορούν απλούστατα να ταξινομηθούν σε ό,τι αποδεχόμαστε ως ελευθερίας έκφρασης.
Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι ο Mill, θεωρώντας πως τα άτομα είναι ορθολογικά και, άρα, καταλληλότερα από κάθε άλλον να λάβουν αποφάσεις και να ρυθμίσουν τη ζωή τους, δεν υποστηρίζει καμία παρέμβαση στην περίπτωση που κάποιος αποφασίζει να βλάψει σοβαρά τον εαυτό του, απορρίπτοντας έτσι κάθε πατερναλιστική προσέγγιση του ζητήματος. Ως γνήσιος φιλελεύθερος, ο Mill υποστηρίζει ότι η ελευθερία έχει αυτόνομη αξία παρά τη διακινδύνευση που κάποιος αναλαμβάνει διαθέτοντάς την, αλλά και παρά τη διακινδύνευση που αναλαμβάνει η κοινωνία (δεδομένου ότι ο Mill δεν μπορεί παρά να αποδεχθεί ότι η πράξη ενός ατόμου επηρεάζει τη ζωή και όσων συνδέονται με αυτό). Τέλος, ο φιλόσοφος αντιτίθεται στον ηθικισμό, ισχυριζόμενος ότι η κοινωνία δεν δικαιούται να περιορίσει την ελευθερία ενός ατόμου με το επιχείρημα ότι της προκαλείται γενικότερη βλάβη από ορισμένες ηθικές ή αξιακές επιλογές του.
«Το άτομο είναι κυρίαρχο πάνω στον εαυτό του, πάνω στο σώμα του και στο μυαλό του», είναι η ρητή διατύπωση του Mill.

Πηγές:
Χατζής Α., Φιλελευθερισμός, Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2017.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

Όταν ο John Stuart Mill συνάντησε τον William Wordsworth


Το 1826, σε ηλικία 20 ετών, ο John Stuart Mill υπέστη νευρικό κλονισμό. Οι γιατροί απέδωσαν το πρόβλημα στη μεγάλη σωματική και πνευματική του επιβάρυνση λόγω εντατικής μελέτης.
Βλέπετε, ο Mill άρχισε να μελετάει Αρχαία Ελληνικά όταν ήταν 3 ετών, στα 8 του είχε διαβάσει κάμποσα αρχαιοελληνικά έργα και είχε διδαχθεί Φυσική, Αριθμητική και Αστρονομία, ενώ άρχισε επιπλέον τη μελέτη των Λατινικών και της Άλγεβρας. Όταν ήταν 10 χρονών, διάβαζε Πλάτωνα και Δημοσθένη με ευκολία, στα 12 ασχολήθηκε συστηματικά με τη σχολαστική λογική και διάβασε τα λογικά έργα του Αριστοτέλη από το πρωτότυπο. Στα 13 ενδιαφέρθηκε για την Πολιτική Οικονομία, ενώ η Ιστορία δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί ένα από τα βασικά πεδία του ενδιαφέροντός του.  Στα 17 του χρόνια εξέδιδε μαζί με τον Jeremy Bentham την εφημερίδα Westminster Review, και στα 20 προσπαθούσε να αποστασιοποιηθεί και να αναθεωρήσει τη θεωρία του Bentham.
Η κατάσταση της υγείας του κρίθηκε σοβαρή, αφού ήταν ανίκανος να εκδηλώσει οποιοδήποτε συναίσθημα. Και τότε, μετά από δύο χρόνια ασθένειας, μπήκε στη ζωή του η ποίηση του William Wordsworth, ενός από τους μεγαλύτερους Άγγλους ρομαντικούς ποιητές. Ο ποιητής δεν «ακούγεται», αλλά «κρυφακούγεται», είπε ο Mill μετά την εμπειρία του με την ποίηση του Wordsworth, αναδεικνύοντας έτσι την ιδιαίτερη σχέση του ποιητή, μοναχικού και συχνά περιθωριακού, με τους αναγνώστες του.

William Wordsworth

Οπωσδήποτε, η ποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως φάρμακο. Επίσης, ως έμπνευση για κάποιον του οποίου η σκέψη βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Οι μελετητές υποστηρίζουν ότι η επίδραση του Wordsworth είναι εμφανέστατη στο On Liberty (Περί ελευθερίας) του Mill. Η προτεραιότητα του συναισθήματος έναντι του λόγου και η συναισθηματική αντιληπτικότητα έναντι της λογικής αναμείχθηκαν με την ορθολογική επιχειρηματολογία, εμπνέοντας στον φιλόσοφο μια νέα αντίληψη περί εαυτού και περί προσωπικής ελευθερίας.
Στην περίπτωση, πάντως, του Mill, φαίνεται ότι και ο έρωτας έπαιξε σημαντικό ιαματικό ρόλο. Η κατάθλιψη υποχώρησε χάρη στην παρηγοριά που του προσέφερε η συντροφία της Harriet Taylor, την οποία ο Mill παντρεύτηκε το 1851, μετά από δυο δεκαετίες στενής φιλίας.

Ο John Stuart Mill και η Harriet Taylor

Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Η μπύρα και η ηθική: John Stuart Mill


Ποια σχέση μπορεί να έχει ο σπουδαίος Βρετανός φιλόσοφος του 19ου αιώνα John Stuart Mill με την μπύρα; Σε πόσο δύσκολη θέση μπορεί να βρίσκεται, όταν καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δυο απολαυστικά μπουκάλια, με το περιεχόμενό τους έτοιμο να προσφέρει ηδονή στους ουρανίσκους που θα έρθουν σε επαφή μαζί του;


Η μεγιστοποίηση της ευτυχίας είναι το κριτήριο που θα καθορίσει την επιλογή ανάμεσα στις δύο μάρκες. Είναι το ίδιο κριτήριο που, σύμφωνα με τον Mill, μπορεί να αξιολογήσει την ανθρώπινη πράξη.
«Οι πράξεις είναι ορθές στο βαθμό που τείνουν να μεγιστοποιούν την ευτυχία και εσφαλμένες στο βαθμό που τείνουν να προκαλούν ό,τι αντίκειται σε αυτή», γράφει ο φιλόσοφος, συνεχιστής του κλασικού/ηδονιστικού ωφελιμισμού του Bentham, στο βιβλίο του που εκδόθηκε το 1861 με τον τίτλο Utilitarianism (Ωφελιμισμός). Διαφοροποιείται όμως από τον Bentham, επειδή ο Mill αντιλαμβάνεται πως μια καθαρά ποσοτική προσέγγιση της ηθικής δεν μπορεί να είναι ικανοποιητική. Αυτός θέλει να θεμελιώσει μια ηθική κατάλληλη για ανθρώπους και όχι για γουρούνια.


Εισάγει, λοιπόν, και μια ποιοτική διάσταση, θεωρώντας ότι μόνον ένας ενήμερος άνθρωπος, για παράδειγμα ο Σωκράτης, είναι σε θέση να αποτιμήσει  την πραγματική ηδονή την οποία μπορεί να προσφέρει μια πράξη και, επομένως, μόνον αυτός είναι σε θέση να πάρει τη σωστή απόφαση όταν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές πράξεις.
 Μία χρονιά πριν, το 1860, ο Mill  είχε εκδώσει ένα ακόμα βιβλίο με τίτλο On Liberty (Περί ελευθερίας). Σε αυτό, αναφερόμενος στην πλευρά εκείνη της ελευθερίας την οποία αποκαλούμε αρνητική και την οποία πολύ αργότερα θα αναλύσει διεξοδικά ο Isaiah Berlin, προτείνει την ελευθερία ως τον βέλτιστο τρόπο για τη μεγιστοποίηση της ανθρώπινης ευτυχίας. Σκέψη η οποία οδηγεί κατ’ ανάγκην στη σύνδεση της ελευθερίας με την ηθική πράξη. Αυτή η συνεπαγωγή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και νεωτεριστική, δεδομένου ότι τα πολιτικά συμφραζόμενα της εποχής του ευνοούν την άποψη ότι η ηθική είναι ένα σύνολο κανόνων επιβεβλημένων από τον Θεό.
Αν, λοιπόν, βρίσκεστε σε δίλημμα ποια μπύρα να διαλέξετε, ο Mill είναι ο άνθρωπός σας. Τουλάχιστον μέχρι να εμφανιστεί ο Immanuel Kant. Εκείνος καθόλου δεν συμπαθούσε την μπύρα. Η επιλογή της μπύρας ως ποτού, έλεγε ο Γερμανός φιλόσοφος είναι δείγμα κακού γούστου.

Πηγές:
Τζων Στιούαρτ Μιλ, Ωφελιμισμός, ελλ. μτφ. Φιλήμων Παιονίδης, Αθήνα: Πόλις, 2002.