Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dumas A.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dumas A.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Η παρέα των "άτακτων αγοριών"


Στις 14 Ιανουαρίου 1869 ανέβηκε στο Παρίσι, στο θέατρο Odéon, το έργο του François Coppée με τίτλο Le Passant. Η επιτυχία, ενισχυμένη και από μια παρεούλα κλακαδόρων που σε όλη τη διάρκειά του χειροκροτούσαν ασταμάτητα, ήταν μεγάλη. Ο Victor Cochinat, χρονικογράφος της εφημερίδας Le Naine Jaune, έγραψε τότε μια φράση για την παράσταση που έδωσε το όνομά της σε  μια καλλιτεχνική συντροφιά η οποία σχηματίστηκε εκείνη τη χρονιά: “Ah! C’était une belle réunion composée des bien vilains bonshommes” («Α! Ήταν μια ωραία επανένωση άτακτων αγοριών»).  
Ο Paul Verlaine, ο Léon Valade, ο Albert Mérat, ο Charles Cros και τα αδέλφια του Henry και Antoine, ο Camille Pelletan, ο Émile Blémont, ο Ernest d’Hervilly και ο Jean Aicard  ήσαν τα ιδρυτικά μέλη των Vilains Bonshommes (άτακτα αγόρια). Μαζί τους ήταν ο ίδιος ο François Coppée, ο ζωγράφος Henri Fantin-Latour, ο συγγραφέας Paul Bourget, οι καρικατουρίστες André Gill και Félix Régamey και οι παρνασσιστές Léon Dierx, Catulle Mendès, Théodore de Banville και Stéphane Mallarmé. Και ένας φωτογράφος: ο Étienne Carjat. Με πρόσκληση του Verlaine, στο δείπνο του Σαββάτου της 30ης Σεπτεμβρίου 1871, κατέφθασε στην παρέα, για να διαβάσει το “Bateau Ivre” («Μεθυσμένο Καράβι») και να αποθεωθεί, ο Arthur Rimbaud.
Ο Carjat, ο φωτογράφος της παρέας, που ήταν επίσης συγγραφέας, σκιτσογράφος, συνιδρυτής  του περιοδικού Le Diogène και εκδότης του Le Boulevard, δεν έχασε την ευκαιρία να φωτογραφίσει μερικά από τα διάσημα μέλη της συντροφιάς. Με την ικανότητά του να καθοδηγεί τα μοντέλα του σε φυσικές πόζες, χωρίς να τα ταλαιπωρεί όπως συνηθιζόταν σε εκείνη την πρώιμη φωτογραφική εποχή, αλλά και χωρίς να χρησιμοποιεί εκκεντρικά φόντα και εφέ, δημιούργησε έργα που διακρίνονται από ρεαλισμό και απλότητα.
   
Καρικατούρα του Alexandre Dumas από τον Étienne Carjat

Η περίφημη φωτογραφία του Charles Baudelaire από τον Étienne Carjat

Τον Ιανουάριο του 1872, στη διάρκεια ενός δείπνου, ξέσπασε σφοδρός καυγάς μεταξύ του Rimbaud και του Carjat. Ο πρώτος τον απείλησε με ξίφος και ο δεύτερος κατέστρεψε όλες τις φωτογραφικές πλάκες με τα πορτραίτα του Rimbaud. Επιβίωσαν μόνον 8 εκτυπώσεις από τις πρωτότυπες φωτογραφίες. Αυτή ήταν η τελευταία εμφάνιση του Rimbaud στα δείπνα των Vilains Bonshommes, που και αυτών η ιστορία δεν κράτησε πολύ: την ίδια χρονιά διαλύθηκαν.

Ο Arthur Rimbaud φωτογραφημένος από τον Étienne Carjat

Πηγή για τις εικόνες:

Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

Οι Μούσες του Proust: Madeleine Lemaire


Η Madeleine Lemaire εικάζεται ότι ήταν η άλλη πηγή έμπνευσης για τον Marcel Proust στη δημιουργία της Mme Verdurin. Salonnière κι αυτή, όπως η Mme Arman de Caillavet, και τόσο αντίθετη από το μυθιστορηματικό αντίγραφό της: όμορφη, κομψή και εκλεπτυσμένη, ανυπόκριτη, ειλικρινής και ζεστή.
Η Madeleine Lemaire ήταν ζωγράφος, που αγαπούσε να αποτυπώνει στους πίνακές της σκηνές της καθημερινής ζωής και λουλούδια. Η «βασίλισσα των ρόδων» ήταν το παρωνύμι της και πιο κάτω είναι ένας από τους πίνακές της.


Το αρχοντικό της βρισκόταν στην οδό de Monceau. Στον κήπο του είχε εγκαταστήσει το ατελιέ της. Η πριγκίπισσα της Ουαλίας, η αυτοκράτειρα της Γερμανίας, ο βασιλιάς της Σουηδίας, η βασίλισσα του Βελγίου, όταν ήρθαν στο Παρίσι, ζήτησαν να το επισκεφθούν. Σιγά-σιγά, εκεί άρχισαν να συγκεντρώνονται φίλοι της οικοδέσποινας, καλλιτέχνες και διανοούμενοι. Χωρίς καμιά προσποίηση, χωρίς τίποτα «δήθεν», με τον καιρό αυτές οι συγκεντρώσεις ξεπέρασαν σε λαμπρότητα πνεύματος κάθε οργανωμένο γκαλά. Οι ίδιοι οι καλεσμένοι ζωγράφιζαν, έπαιζαν μουσική και χόρευαν. Απροσχεδίαστα και με απλότητα. Κι αυτό ήταν αρκετό για να αναγνωριστεί η καλλιτεχνική αξία τους και να ανέλθουν κοινωνικά.
Όλοι οι Παριζιάνοι, κυρίως όσοι είχαν κοινωνικές φιλοδοξίες, έλιωναν από επιθυμία να γίνουν δεκτοί σε αυτό το ιδιόμορφο σαλόνι. Οι απόπειρες να το πετύχουν δεν είχαν τις περισσότερες φορές αίσιο αποτέλεσμα. Μόνο αν βρισκόταν κάποιος φίλος που είχε ήδη γίνει δεκτός, για να μεσολαβήσει για χάρη τους, η επιθυμία γινόταν πραγματικότητα. Λίγο-λίγο ο κόσμος που συνέρρεε ήταν τόσος, ώστε όλοι οι γειτονικοί δρόμοι έκλειναν από την κίνηση των αμαξών και οι καλεσμένοι που δεν χωρούσαν στο στούντιο απολάμβαναν τα ανθισμένα λουλούδια του κήπου. Το ατελιέ ήταν κι αυτό πνιγμένο από τριαντάφυλλα, μέσα σε βάζα και πάνω στους καμβάδες. Γύρω-γύρω τα ζωγραφισμένα πορτραίτα γνωστών Παριζιάνων, ανδρών και γυναικών. Όσοι κατάφερναν να στριμωχτούν σ’ αυτό δυσκολεύονταν να βρουν θέση να καθίσουν.

Το σαλόνι της Madeleine Lemaire
από το πινέλο του Pierre-Georges Jeanniot

Κι εκεί, ανάμεσά τους, ο Alexandre Dumas υιός, ο Saint Saëns, ο Anatole France, ο Lucien Guitry και πολλοί άλλοι. Επίσης, ο εικοσάχρονος Marcel Proust και ο συνθέτης Reynaldo Hahn, τους οποίους η Madeleine συνέστησε στην καλή παρισινή κοινωνία. Ο δεύτερος της το ξεπλήρωσε παίζοντας πιάνο σ’ εκείνες τις λαμπρές Πέμπτες, κάνοντάς τους όλους να εκστασιάζονται. Κι ο Marcel ξεπατίκωσε τα soirée της, δείχνοντας όμως πόση καλλιέργεια και λεπτότητα χρειάζεται για να μην μετατραπούν σε κωμικές συγκεντρώσεις αδαών φιλόδοξων πλουσίων.

Η Madeleine Lemaire, ο Marcel Proust και ο Reynaldo Hahn

Πηγές για τις εικόνες:
http://eve-adam.over-blog.com/article-le-salon-de-madeleine-lemaire-1845-1928-103808969.html

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2020

Οι Μούσες του Proust: Mme Arman de Caillavet

Η Léontine Lippmann, πιο γνωστή με το επώνυμο του συζύγου της ως Mme Arman de Caillavet, δεν ήταν καθόλου τυχαία γυναίκα. Πρώτα-πρώτα καταγόταν από πλούσια εβραϊκή οικογένεια, έπειτα ήταν η μούσα και η αγαπημένη του σπουδαίου πεζογράφου Anatole France, που για χάρη της έγραψε τα μυθιστορήματα Thaïs (Θαΐς) και Le lys rouge (Κόκκινος κρίνος). Τέλος, ήταν μία διάσημη salonnière στην περίοδο της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας.
Ήταν όμορφη γυναίκα, μελαχρινή με γαλανά μάτια, κι επίσης ήταν έξυπνη και καλλιεργημένη. Στο σαλόνι της, στη λεωφόρο Hoche, κοντά στην Place de l’ Étoile, καθισμένη στην μπερζέρα της πλάι στη φωτιά, υποδεχόταν ανθρώπους της γαλλικής ελίτ: συγγραφείς, ηθοποιούς, δικηγόρους και πολιτικούς. Κάθε Τετάρτη παρέθετε δείπνο στους επιφανείς καλεσμένους της, ανάμεσα στους οποίους ο Alexandre Dumas, ο Ernest Renan, ο Maurice Barrès, η Sarah Bernhardt, ο Aristide Briand, ο Georges Clemanceau, η Collete, ο Lucien Guitry και ο γιος του Sasha, ο Jean Jaurès, ο Raymond Poincaré, ο Marcel Prévost και φυσικά ο Anatole France. Κι ακόμα ένας διάσημος, ο Marcel Proust, σύχναζε στο σαλόνι της.


Αυτός ο τελευταίος ήταν που αθανάτισε τη Mme Arman de Caillavet, αφού αυτή ήταν η έμπνευση για τη δική του μυθιστορηματική salonnière, πιο γνωστή και από τις πραγματικές, τη Mme Verdurin. Το σαλόνι της βρισκόταν στο quai de Conti και οι «πιστοί» του υποχρεώνονταν να υιοθετήσουν τις αισθητικές προτιμήσεις της οικοδέσποινας. Να λατρέψουν τον ποιητή που λάτρευε, να εγκωμιάσουν τον μουσικό που εγκωμίαζε, να αναγνωρίσουν τον ζωγράφο που αναγνώριζε. Είναι η ίδια που βοήθησε να αναπτυχθεί το ειδύλλιο ανάμεσα στον Charles Swann και στην Odette και είναι η ίδια που θέλησε να τους απομακρύνει όταν ανακάλυψε ότι ο Swann την πρόδιδε συναναστρεφόμενος ανωτέρους ανθρώπους από αυτήν.
Η Mme Verdurin είναι τελείως διαφορετική από την Mme Arman de Caillavet. Αυτή η εκπρόσωπος της υψηλής μπουρζουαζίας είναι ανόητη, επηρμένη, και κακόβουλη. Ο Proust την γελοιοποιεί καταπώς της αξίζει, καθώς εξηγεί ότι η κυρία δεν τολμά να γελάσει από φόβο μήπως της πέσει το σαγόνι, μια που κάτι τέτοιο της είχε συμβεί στο παρελθόν και σώθηκε μόνο χάρη στην ικανότητα του γιατρού Cottard, τον οποίο έκτοτε η ευγνωμονούσα Mme Verdurin αποκαλούσε Docteur Dieu. Κι όμως, παρά τη ρηχότητα και την υποκρισία της, η Mme Verdurin, μετά τον θάνατο του πρώτου συζύγου της, παντρεύεται τον πρίγκιπα de Guermantes και έτσι –αλίμονο!- παίρνει τον τίτλο της πριγκίπισσας κυριολεκτικά, αλλά και της «πριγκίπισσας» της παρισινής ζωής.
Τόσο ζωντανά περιγράφει ο Proust, στο À la recherche du temps perdu (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο) την παρακμή που σέρνεται στη Γαλλία κατά την προπολεμική περίοδο!

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

Στη σκιά του Alexandre Dumas: Auguste Maquet


Τον Δεκέμβριο του 1838 ο Γάλλος καθηγητής Φιλολογίας Auguste Maquet, με τη μεσολάβηση του Gérard de Nerval, επισκέπτεται τον τριανταεξάχρονο, ήδη διάσημο θεατρικό κυρίως συγγραφέα Alexandre Dumas (père). Είναι η κατάλληλη στιγμή. Ο Dumas επιθυμεί να κάνει στροφή στην καριέρα του. Τα θεατρικά του έργα έχουν κουράσει το κοινό. Το μυθιστόρημα ανοίγει για εκείνον ένα νέο πεδίο δόξας.
Ο Maquet διαθέτει αρετές πολύτιμες. Γνωρίζει καλά την Ιστορία, ξέρει πώς να κάνει έρευνα για ιστορικά θέματα και έχει καλές ιδέες. Είναι, δηλαδή, ό,τι ακριβώς χρειάζεται ο Dumas. Επιπλέον, μπορεί να εργάζεται ακούραστα για ώρες, όπως ακριβώς και ο ιδιοφυής συγγραφέας.

Καρικατούρα του Maquet (1852)

Οι δύο άνδρες αρχίζουν να συνεργάζονται με μεγάλη επιτυχία. Ο Maquet συγκεντρώνει το υλικό και ακατέργαστο το προσκομίζει στον Dumas, ο οποίος το μετατρέπει σε γοητευτικά μυθιστορήματα με πλοκή, διαλόγους, ρυθμό, τόνο και ύφος.
Το πρώτο έργο που παράγεται από αυτήν τη συνεργασία έχει τον τίτλο Le chevalier dHarmental (Ο ιππότης ντ' Αρμεντάλ) και ακολουθούν τα έργα που θα κάνουν τον Dumas κοσμαγάπητο και, κυρίως, πάμπλουτο και εξαιρετικά σπάταλο: Les trois mousquetaires (Οι τρεις σωματοφύλακες), La reine Margot (Βασίλισσα Μαργκό), Le comte de Monte-Cristo (Ο κόμης Μοντεκρίστο) κ.ά.
Η συνεργασία διακόπτεται το 1851. Εν τω μεταξύ, ο Dumas έχει ζήσει στα άκρα, έχει κερδίσει τεράστια χρηματικά ποσά, έχει χρεοκοπήσει, έχει αρχίσει να καταδιώκεται από τους πιστωτές του. Ο ίδιος ποτέ δεν αρνείται τη συμβολή του Maquet στο έργο του, ωστόσο οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι οικειοποιήθηκε τη δουλειά του συνεργάτη του, και όχι μόνον του Maquet, αλλά και κάμποσων ακόμη, ότι το θαυμάσιο έργο του δεν είναι παρά το προϊόν μιας καλοστημένης λογοτεχνικής βιομηχανίας.  
Το 1858 δίνεται το οριστικό τέλος αυτής της πολύ προσοδοφόρας φιλίας: ο Maquet διεκδικεί δικαστικά πνευματικά δικαιώματα επί των έργων που μέχρι τότε αποδίδονταν αποκλειστικά στον Dumas. Του επιδικάζεται οικονομική αποζημίωση, όμως ο Dumas διατηρεί την κυριότητα των έργων.
Μέχρι τον θάνατό του, το 1888, ο Maquet εξακολουθεί  να γράφει. Αν και μάλλον μέτρια τα έργα του, του αποφέρουν τόσα χρήματα ώστε να αγοράσει έναν πύργο στη γαλλική επαρχία.
Η σχέση του Maquet με τον Dumas έγινε ταινία το 2010, με τίτλο Lautre Dumas (Ο άλλος Δουμάς), σε σκηνοθεσία του Safy Nebbou. Στον ρόλο του Dumas ο Gérard Depardieu και στον ρόλο του Maquet ο Benoît Poelvoorde.


Πηγές για τις εικόνες:

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Υπεράνθρωποι


Μεταξύ των ετών 1883-85 ο Γερμανός φιλόσοφος Friedrich Nietzsche γράφει το έργο του Also sprach Zarathustra (Τάδε έφη Ζαρατούστρα), στο οποίο προαναγγέλλεται η έλευση του υπερανθρώπου (Übermensch).
Σε προηγούμενα έργα του, ο φιλόσοφος είχε υποστηρίξει την ανατροπή κάθε ιεραρχίας που έως τότε κυβερνούσε την ηθική, την πολιτική και την αισθητική, προκειμένου έτσι να μπει φρένο στην παρακμή του ανθρώπινου είδους. Πρόκειται για έναν αντι-θεμελιωτισμό, ο οποίος θα αποτελέσει τη βάση της μεταμοντέρνας σκέψης, κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και του οποίου το περιεχόμενο είναι στενά συνδεδεμένο με δύο από τις βασικές φιλοσοφικές θέσεις του Nietzsche.


Η πρώτη είναι η αντίληψη για τον θάνατο του Θεού. Είναι λιγότερο μια θρησκευτική θέση και περισσότερο η αντίθεση στην πλατωνική θέση της ύπαρξης ενός ιδεώδους με ανώτερη αρμοδιότητα, το οποίο εγγυάται την πραγματικότητα του υλικού κόσμου. Ο Nietzsche ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει ούτε αφετηρία ούτε τέρμα. Πως δεν υπάρχουν μορφές, δεν υπάρχει νοούμενο (με την καντιανή έννοια), δεν υπάρχει Ιστορία. Άρα, δεν υπάρχει τίποτα με το οποίο εμείς οι άνθρωποι χρειάζεται να αναμετρηθούμε. Κανένας σκοπός, κανένα θεμέλιο, κανένα πλαίσιο δεν εμποδίζει τους ανθρώπους να ζήσουν. Να ζήσουν με δύναμη, με ένταση.
Η δεύτερη είναι η θεωρία της βούλησης για δύναμη. Είναι ταυτόχρονα μια δημιουργική αρχή αλλά και μια κατάληξη, εφόσον αποτελεί κίνητρο για δράση που έχει ως τελικό αποτέλεσμα την ίδια τη βούληση για δύναμη, οριζόμενη ως βίωμα κυριαρχίας και συνδεόμενη έτσι με την ελευθερία. Σε κάθε κοινωνία, υποστηρίζει ο Nietzsche, υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: οι κύριοι και οι δούλοι, βάσει των οποίων διαμορφώνεται και η αντίστοιχη ηθική. Κύριοι είναι όσοι διακατέχονται από τη βούληση για δύναμη και η ηθική τους περιλαμβάνει την επιθετικότητα, την παρατολμία, την ανάγκη για υπερίσχυση έναντι των άλλων, ενώ η ηθική των δούλων χαρακτηρίζεται από μνησικακία έναντι των κυρίων, που δεν εκδηλώνεται όμως λόγω της μετριοπάθειας, του φόβου και της ταπεινότητας οι οποίες ως αξίες τους χαρακτηρίζουν.  
Αν και σαφώς υπέρ της ηθικής των κυρίων, ο Nietzsche παραδέχεται ότι «πέρα από το καλό και το κακό, υπάρχει ένας άνθρωπος, που δικαιώνει τον άνθρωπο ως λυτρωτική μορφή, που εμπνέει πίστη στον άνθρωπο», κι αυτός είναι ο υπεράνθρωπος, στον οποίο η βούληση για δύναμη αποτελεί θεμελιώδες οντολογικό χαρακτηριστικό. Ο υπεράνθρωπος είναι ο λυτρωτής του ανθρώπου από την ηθική της δουλείας.


Πολλοί μίλησαν για την επίδραση που άσκησε η σκέψη του Nietzsche, και ιδιαίτερα η αντίληψη για τον υπεράνθρωπο, στη μεταγενέστερη φιλοσοφία, στην πολιτική, στην ψυχανάλυση, σε ό,τι θεωρούμε υψηλή λογοτεχνία. Λίγοι πρόσεξαν ότι ο υπεράνθρωπος είχε γεννηθεί πριν από τον Nietzsche και επιβίωσε μετά από αυτόν στα feuilleton, στα μυθιστορήματα με άλλα λόγια των επιφυλλίδων, στην αστυνομική και κατασκοπευτική λογοτεχνία, στα comics. Από τον πρίγκηπα Rodolphe στο έργο Les mystères de Paris (Τα μυστήρια των Παρισίωντου Eugène Sue και τον κόμητα Monte-Cristo του Alexandre Dumas (πατέρα) ως τον Arsène Lupin και αργότερα τον James Bond, τον Superman, τον Batman κ.ά., υπάρχει πάντοτε ένας ήρωας με εξαιρετικές ικανότητες που παρεμβαίνει για να αποκαταστήσει την κοινωνική δικαιοσύνη με πράξεις ιδιωτικής δικαιοσύνης. Χωρίς να είναι προφήτης της κοινωνικής πάλης, καταστρέφει τους κακούς και ανταμείβει τους καλούς, παρηγορώντας τους αναγνώστες με την προβολή της εικόνας μιας μυθικής δικαιοσύνης.


Πηγές:
Έκο Ου. (1989). Ο υπεράνθρωπος των μαζών. Μτφ.: Έφη Καλλιφατίδη. Αθήνα: Γνώση.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CF%81%CE%AF%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%87_%CE%9D%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B5#/media/File:Nietzsche1.jpg

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Η νέα εποχή στο Παρίσι


1889. Εκατό χρόνια μετά την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης. Το Παρίσι γιορτάζει, ενώ συγχρόνως στην πόλη λαμβάνει χώρα η Exposition Universelle, η διεθνής βιομηχανική έκθεση η οποία είχε για πρώτη φορά οργανωθεί το 1851 στο Λονδίνο και είχε ως τότε κάμποσες φορές φιλοξενηθεί και στη γαλλική πρωτεύουσα.
Η έκθεση δεν έχει μόνον οικονομική σημασία. Οι κυβερνήσεις έχουν αντιληφθεί πόσο η υπεροχή στον τομέα της τεχνολογίας, η οποία κυριολεκτικά εκρήγνυται, μπορεί να συνοδευτεί και με πολιτική υπεροχή. Η γαλλική κυβέρνηση έχει αποφασίσει να εντυπωσιάσει, ενισχύοντας επιπλέον το κύρος της. Δυο χρόνια νωρίτερα, ο Gustave Eiffel, με τη βοήθεια ενός αρχιτέκτονα, του Stephen Sauvesrte, και δύο μηχανικών, του Émile Nouguier και του Maurice Koechlin, έχει αναλάβει να κατασκευάσει ένα έργο, το οποίο επρόκειτο να στεγάσει την έκθεση και το οποίο προοριζόταν να αποτελέσει σημείο αναφοράς αναδεικνύοντας τις δυνατότητες και τη γοητεία της τεχνολογικής επανάστασης.


Πράγματι, στις 6 Μαΐου 1889, μετά από σκληρή και ιδιαιτέρως επικίνδυνη δουλειά, το έργο είναι έτοιμο και η Exposition Universelle ανοίγει τις πόρτες της για το κοινό. Είναι ένα έργο μνημειακών διαστάσεων. Ένας πύργος με ύψος 325 μέτρα, που γίνεται το υψηλότερο κτήριο του κόσμου, κατασκευασμένο από 10038 κομμάτια σφυρήλατου σίδερου τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με 2,5 εκατομμύρια πριτσίνια.
Ο πύργος, στο 7ο παρισινό διαμέρισμα, δίπλα στις όχθες του Σηκουάνα, παίρνει το όνομα το κατασκευαστή του: Tour Eiffel. Κι ενώ ο κόσμος συρρέει για να τον επισκεφτεί, οι διανοούμενοι συνεχίζουν τις διαμαρτυρίες τους οι οποίες είχαν αρχίσει σχεδόν ταυτόχρονα με την κατασκευή του.

Georges Seurat (1889), La Tour Eiffel
Σαν Φρανσίσκο
California Palace of the Legion of Honor

Ο Alexandre Dumas, ο Charles Gounod, ο Paul Verlaine, ο Léon Bloy είναι κάποιοι από τους πιο φανατικούς πολέμιους αυτού του «ημιτελούς, συγκεχυμένου, παραμορφωμένου ιστού από σίδερο», «αυτού του συμβόλου μιας άχρηστης δύναμης». Ο Guy de Maupassant, που πρωτοστάτησε στις λεγόμενες «protestations des artists contre la Tour Eiffel», από τις στήλες του περιοδικού Le Temps, συνήθιζε να τρώει το μεσημεριανό του γεύμα κάθε μέρα στο εστιατόριο του πύργου, επειδή, όπως έλεγε, ήταν το μοναδικό σημείο του Παρισιού από το οποίο μπορούσε κάποιος να αποφύγει να τον βλέπει.
Μετά το τέλος της έκθεσης, ο πύργος επρόκειτο να αποσυναρμολογηθεί, εφόσον στους όρους του διαγωνισμού για την κατασκευή του ήταν η ευκολία να κατεδαφιστεί. Ωστόσο, παρέμεινε στη θέση μέχρι το 1909, χρονιά κατά την οποία έληγε η άδεια την οποία είχε λάβει ο Eiffel για το στήσιμό του και η ιδιοκτησία του περιήλθε στον δήμο του Παρισιού.

Robert Delauney (1911), La Tour Eiffel
Ν. Υόρκη, Musée Solomon R. Gauggenhaim

Ο πύργος σώθηκε. Κι αυτό χάρη στο ραδιόφωνο. Το ύψος του τον έκανε ιδανικό σημείο για να εγκατασταθεί η ραδιοφωνική κεραία. 
Έκτοτε, 126 χρόνια μετά, αποτελεί το σήμα κατατεθέν του Παρισιού και σταθερό σκηνικό κάθε χολυγουντιανής ταινίας που γυρίζεται στη γαλλική πρωτεύουσα.

Πηγές για τις εικόνες: