Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Newton I.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Newton I.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Friedrich Nietzsche: αιώνια επιστρέφοντας


Ο Διαφωτισμός και η επιστημονική επανάσταση που εκπροσωπήθηκε από τρεις κορυφαίες μορφές: τον Nicolaus Copernicus, τον Isaac Newton και τον Galileo Galilei, αποτελούν την εισαγωγή στην περίοδο που ονομάζουμε νεωτερικότητα. Ο άνθρωπος αφήνεται τώρα εντελώς μόνος. Ούτε ο κόσμος, άπειρος πλέον και χαοτικός, ούτε ο Θεός μπορούν να του προσφέρουν καμία βοήθεια. Στο εξής ο άνθρωπος αναλαμβάνει ο ίδιος να κατασκευάσει νόμους για να δώσει νόημα στο απομαγεμένο σύμπαν και, ως εκ τούτου, η ηθική προσδιορίζεται ελεύθερα από την «καλή βούληση» του ανθρώπου/υποκειμένου, με προϋποτιθέμενους όρους την ανιδιοτέλεια και την καθολικότητα. Ο νέος χώρος συμβίωσης που δημιουργείται έχει, λοιπόν, τρία βασικά χαρακτηριστικά: την τυπική ισότητα, τον ατομικισμό και την πρόταξη της ιδέας της εργασίας. Όμως, αυτό που προκάλεσε τη μεγαλύτερη αμηχανία είναι το θέμα της σωτηρίας. Αν ο κόσμος δεν είναι πια μια αρμονική τάξη και αν ο Θεός είναι νεκρός (Gott is tot), για ποια σωτηρία μπορούμε να μιλάμε;
Ο Friedrich Nietzsche αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να συγκροτήσει μια πνευματικότητα μετανεωτερικής κοπής. Δεν υπάρχει, λέει λοιπόν ο εικονοκλάστης φιλόσοφος, τίποτα έξω και πάνω από τη ζωή και, επομένως, δεν υπάρχει καμιά αντικειμενική αξιολογική κρίση. «Δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά μόνον ερμηνείες». Δεν υπάρχει καμιά κανονικότητα και κάθε τέτοια ιδέα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση και αυταπάτη. Η μεταφυσική, η θρησκεία, ακόμα και η επιστήμη, ως «αντενεργές δυνάμεις», αποδομούνται ριζικά από τον Nietzsche και οι «ενεργές δυνάμεις» επιστρατεύονται για να ιεραρχηθούν τα πολλαπλά στοιχεία που απαρτίζουν τη ζωή. Η ηθική του είναι ακριβώς αυτή η ιεράρχηση και η εναρμόνιση, ο μη-αποκλεισμός ακόμα και των πιο αντιθετικών στοιχείων, όπως είναι η λογική και τα πάθη. Και η σωτηρία που προτείνει είναι επίγεια. Είναι το να μάθουμε να διακρίνουμε αυτό που αξίζει να βιωθεί και αυτό που αξίζει να χαθεί. Τις αποδυναμωμένες μορφές της ζωής από τις έντονες και τις μεγαλειώδεις. Ποιο είναι το κριτήριο αυτής της διάκρισης; Είναι το κριτήριο της αιώνιας επιστροφής. Τι θέλουμε να επανέρχεται αιωνίως, αν όχι οι βιωμένες στιγμές χαράς, αγάπης, διαύγειας και ηρεμίας; Να ελπίζεις κάπως λιγότερο, να μετανιώνεις κάπως λιγότερο, να αγαπάς κάπως περισσότερο: σε αυτές τις τρεις προτροπές συνοψίζεται η νιτσεϊκή διδασκαλία.

Edvard Munch, Friedrich Nietzsche (1906) 

Η μετά τον Nietzsche φιλοσοφία έπρεπε ή να συνεχίσει την αποδόμηση ή να την υπερβεί. Και οι δυο τάσεις εκδηλώθηκαν στο πέρασμα των χρόνων. Όμως, αυτό που έχει σημασία είναι αν ο ανθρωπισμός μπορεί εκ νέου να μας απασχολήσει μετά την αποδόμηση. Με άλλα λόγια, το ερώτημα είναι αν μπορούμε να μιλάμε για ανθρωπισμό και ταυτόχρονα να δεχόμαστε ότι τα είδωλα έχουν καταρρεύσει.

Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Οι τρεις περίοδοι της Φιλοσοφίας


Στο φιλοσοφικό πεδίο, η μεταφυσική αρχίζει να χάνει το πρωτείο της ήδη από τον 14ο αιώνα, όμως είναι τον 16ο αιώνα που επιχειρείται συστηματικά και γενικεύεται ο χωρισμός της μεταφυσικής από τη λογική, γεγονός που αποτελεί το πρώτο βήμα για την εκθρόνιση της μεταφυσικής από τον φιλοσοφικό θρόνο. Αυτή η εξέλιξη δεν αποτελεί απλό καπρίτσιο, αλλά αποτυπώνει το αίτημα της εποχής για έλλογη αποδεικτική γνώση με την οποία δεν συμβιβάζεται, καθώς το δείχνει η ιστορική της διαδρομή, η μεταφυσική. Ο 16ος αιώνας αποκόπτει τη λογική από τη διδασκαλία της ουσίας, την στρέφει προς την εμπειρία και ευνοεί την επινόηση της μεθόδου, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανατροπή της παραδοσιακής ιεράρχησης και την αναβάθμιση της φύσης. Ο 17ος αιώνας θα καταφέρει το οριστικό πλήγμα στην ήδη πληγωμένη μεταφυσική, καθιστώντας κενό περιεχομένου το πρώτο συνθετικό της –η ύπαρξη μιας εντελούς πραγματικότητας μετά τη(ν) (ασταθή και ατελή) φυσική πραγματικότητα αμφισβητείται ριζικά: η φυσική πραγματικότητα έχει έλλογη δομή και μπορεί, άρα, να αποτελέσει αντικείμενο νοητικής σύλληψης, ενώ και ο χαρακτηρισμός της μεταφυσικής ως «πρώτης φιλοσοφίας» (prima philosophia) υφίσταται ανεπανόρθωτη βλάβη. Συγχρόνως, με την ανάπτυξη του φυσικοεπιστημονικού προτύπου πλήττεται καίρια η καθησυχαστική αντίληψη περί της φιλοσοφίας ως αναπαράστασης της πραγματικότητας. Είναι σαν να υποστηρίζει κανείς ότι, σε τεχνικό επίπεδο, μεταξύ της τέχνης και της φωτογραφίας, η πρώτη είναι που αναπαριστά πιστότερα την πραγματικότητα από τη δεύτερη.



Πάντως, η φιλοσοφία, μετά από αλλεπάλληλες παλινωδίες, βρίσκει έναν ρόλο που της επιτρέπει να επανακάμψει. Η επιστημολογική αισιοδοξία, που είχε ως αφετηρία τον Newton, εύλογα προκάλεσε την αντίρροπη τάση της στοχαστικής αμηχανίας και, μέσα σε αυτό το κλίμα, η φιλοσοφία στρέφει το ενδιαφέρον της προς τη θεμελίωση της γνώσης. Η γνωσιολογία της αρχαίας φιλοσοφίας καθορίστηκε εν πολλοίς από την πλατωνική θεωρία της ανάμνησης: γνωρίζω σημαίνει ξαναθυμάμαι. Τώρα όμως, είτε ως ρεαλισμός είτε ως ιδεαλισμός, είτε ακόμα ως φαινομενολογία, η γνωσιολογία συνδέεται με μείζονες επιστημολογικές θέσεις και η φιλοσοφία ενδιαφέρεται πια για το πώς ο άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει τον κόσμο και να διατυπώσει την αλήθεια του. Πιο συγκεκριμένα, το νευτώνειο μοντέλο, παρά τις πρόδηλες αδυναμίες του, επιβάλλει, θα λέγαμε, στη φιλοσοφία αντιλήψεις όπως αυτήν του ενιαίου νόμου και αυτήν μιας διατεταγμένης φύσης που χαρακτηρίζεται από ακλόνητη νομιμότητα και συμπαντική αιτιοκρατία. από την άλλη, φαίνεται πως η φιλοσοφία προσφέρει στην αναδυομένη επιστήμη της φυσικής ένα «θεμέλιο».
Το επιστημολογικό ενδιαφέρον της φιλοσοφίας έχει συνέχεια: τον Frege και τη λεγόμενη «γλωσσολογική καμπή», που υποστηρίζει –το λέω χοντρικά– ότι τα μεταφυσικά προβλήματα μπορούν να νομιμοποιηθούν με τη βοήθεια ενός «θεραπευτικού θετικισμού».  Απαιτείται μεγάλη συζήτηση για να προσδιορίσουμε τις παραμέτρους και τα όρια αυτής της εξέλιξης, όπως και για να περιγράψουμε τη (γαλλική κυρίως) «φιλοσοφία της διαφοράς» που εμφανίστηκε ως το αντίπαλον δέος. Διασκευάζοντας, πάντως, τον Gadamer, μέσα στην έρευνα για τη γλώσσα εγγράφεται (να τολμήσω να προσθέσω: πρέπει να εγγράφεται) τόσο η επιστήμη όσο και η ηθική μέριμνα, αλλά και η βίωση της ζωής. Αλλά και η σύνθεση που επιχειρεί ο Ricœur ανάμεσα στην ερμηνευτική και στη φαινομενολογία είναι τόσο γοητευτική: η ζωή, λέει, είναι ένα κείμενο προς ανάγνωση. 


Για να διαβάσουμε οποιοδήποτε κείμενο, και τη ζωή βέβαια, χρειαζόμαστε εργαλεία: τη φιλοσοφία, την επιστήμη, και, να μην ξεχάσουμε, την τέχνη.