Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επαγωγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επαγωγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

Ο Sherlock Holmes στο βιβλιοπωλείο

 

Από τον Αύγουστο του 1901 έως τον Απρίλιο του 1902 δημοσιεύεται σε συνέχειες στο περιοδικό The Strand το τρίτο αστυνομικό μυθιστόρημα του Arthur Conan Doyle που είχε τίτλο The Hound of the Baskervilles (Το σκυλί των Baskervilles). Η δράση τοποθετείται στο ήσυχο και ειρηνικό Dartmoor του Devon, στη νοτιοδυτική Αγγλία.

Ο δαιμόνιος Sherlock Holmes κυριολεκτικά επιστρέφει από τους νεκρούς, αφού ο δημιουργός του τον έχει σκοτώσει στο προηγούμενο διήγημά του με τίτλο The Final Problem (Η τελευταία υπόθεση). Αυτήν την φορά θα λύσει ένα μυστήριο και θα προστατεύσει έναν άνθρωπο ο οποίος υποτίθεται ότι κινδυνεύει από την κατάρα της οικογένειας των Baskervilles. Όλα ξεκινούν από έναν Baskerville που έζησε τον 17ο αιώνα, τον Sir Hugo. Αυτός ήταν ένας ακόλαστος μέθυσος ο οποίος τιμωρήθηκε για τα παραπτώματά του πεθαίνοντας από τα δόντια ενός διαβολικού κυνηγόσκυλου που ξερνούσε φλόγες από το στόμα του. Την ίδια τύχη είχε και ο απόγονός του, ο μαλθακός και κάπως αφελής Sir Charles Baskerville. Παρότι ο δικός του θάνατος αποδόθηκε σε καρδιακή προσβολή, πλάι στο νεκρό του σώμα βρέθηκαν ίχνη που δεν θα μπορούσαν να ανήκουν παρά σε ένα τεράστιο σκυλί. Αυτά τα ίχνη υποψιάζουν τον έξυπνο και αφοσιωμένο γιατρό της οικογένειας, τον Dr Mortimer για πλεκτάνη, ο οποίος πείθει τον Sir Henry Baskerville, ανεψιό και μοναδικό κληρονόμο του Sir Charles, να προσλάβει τον Sherlock Holmes ώστε να μην βρει το ίδιο οικτρό τέλος με τον θείο του.

Ο Sherlock Holmes, ψύχραιμος και ορθολογιστής, προφανώς δεν πιστεύει σε λαϊκούς θρύλους για εκδικητικά κυνηγόσκυλα. Αντίθετα, πιστεύει στην κακία των ανθρώπων. Κι έτσι, ψάχνοντας και μελετώντας, βρίσκει τον ένοχο στο πρόσωπο ενός γείτονα, του Jack Stapleton, ενός φυσιοδίφη που ζει στην περιοχή μαζί με τον αδελφή του Beryl, η οποία στο τέλος αποδεικνύεται ότι είναι δεν είναι αδελφή αλλά σύζυγός του. Ο Stapleton, ένας τύπος σκοτεινός και βίαιος παρά τη φαινομενική καλλιέργεια και ευγένειά του, είναι κι αυτός απόγονος των Baskervilles. Διεκδικώντας την οικογενειακή περιουσία, φτάνει μέχρι τον φόνο του καημένου του Sir Charles και τώρα είναι έτοιμος να δολοφονήσει και τον Sir Henry. Φυσικά τα σχέδιά του ματαιώνονται από τον Sherlock Holmes και από τον βοηθό και απομνημονευματογράφο του Dr John Watson.

Είπα πιο πάνω ότι ο Sherlock Holmes λύνει το μυστήριο ψάχνοντας και μελετώντας. Ένα από τα πράγματα που μελετά, για να αποκτήσει αντίληψη της περιοχής στην οποία όλα αυτά συμβαίνουν, είναι ένας χάρτης. Και αυτόν τον χάρτη τον παραγγέλνει σε ένα εξειδικευμένο ταξιδιωτικό βιβλιοπωλείο του Λονδίνου, το Stanfords. Η αρχική έδρα του Stanfords ήταν στην Charing Cross, στην περίφημη λονδρέζικη οδό των βιβλιοπωλείων, όμως το 1901 μεταφέρθηκε στον αριθμό 12-14 της Long Acre, εκεί όπου άλλοτε βρισκόταν μόνον το εκδοτικό τμήμα.

Το βιβλιοπωλείο υφίσταται μέχρι σήμερα, με παραρτήματα και σε άλλες αγγλικές πόλεις, και υπερηφανεύεται για το πλήθος των διασημοτήτων που χρειάστηκαν τις υπηρεσίες του. Ο Sherlock Holmes είναι ένας από τους επιφανέστερους πελάτες του, που ανεβάζει κατακόρυφα την αξία και τη φήμη του ιστορικού βιβλιοπωλείου.

 

Πηγές για τις εικόνες:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Houn-54_-_The_Hound_killed_by_Holmes.jpg

https://www.stanfords.co.uk/our-history


Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

Francis Bacon: Για τα δόντια του αλόγου

Το σωτήριον έτος 1432 μια οδυνηρή διαμάχη συντάραξε μια ομάδα μοναχών. Το πρόβλημα ήταν ο αριθμός των δοντιών στο στόμα ενός αλόγου. Για δεκατρείς μέρες η διαφωνία μαινόταν. Κατέφυγαν στα αρχαία βιβλία και στα χρονικά. Το έργο του Αριστοτέλη μελετήθηκε εξονυχιστικά. Η απάντηση, όμως, δεν βρέθηκε. Τότε, τη δέκατη τέταρτη ημέρα, ένας νεότερος και πιο αφελής μοναχός ζήτησε από τους ανωτέρους του την άδεια να πάει στους στάβλους, να ανοίξει το στόμα ενός αλόγου και να μετρήσει τα δόντια του! Η αξιοπρέπεια των υπολοίπων πληγώθηκε σοβαρά. Έπεσαν πάνω του και τον χτύπησαν. Στη συνέχεια, τον απέβαλαν από το μοναστήρι, επειδή θεώρησαν ότι σίγουρα ο Σατανάς είχε πειράξει τον νου του, βάζοντάς τον να κηρύσσει ανίερους και ανυπόφορους τρόπους εύρεσης αλήθειας που έρχονταν σε αντίθεση με όλες τις διδασκαλίες των Πατέρων. Κατόπιν τούτου, η διαμάχη κηρύχθηκε περαιωθείσα, αφού οι μοναχοί συμφώνησαν πως το πρόβλημα θα παραμείνει ένα αιώνιο μυστήριο λόγω έλλειψης ιστορικών και θεολογικών αποδείξεων!΄


Αυτή η μικρή ιστορία αποδίδεται –αν και χωρίς βεβαιότητα- στον ελισαβετιανό φιλόσοφο Francis Bacon, ο οποίος πίστευε ότι η αφηρημένη εικοτολογία του Αριστοτέλη δεν ήταν κατάλληλη για να αποκαταστήσει την κυριαρχία του ανθρώπου στη φύση. Βάλθηκε, λοιπόν, να την επεκτείνει και να την διορθώσει. Ο Bacon απέρριπτε τις δογματικές υποθέσεις και τις βιαστικές γενικεύσεις. Υποστήριζε ότι οι γενικές αλήθειες πρέπει να προσδιορίζονται με μια σταδιακή άνοδο από τον μικρότερο στον μεγαλύτερο βαθμό καθολικότητας. Και τόνιζε ότι απαιτείται προσεκτική παρατήρηση της φύσης και των τρόπων της. Μάλιστα, ο ίδιος συνέταξε πίνακες των παρατηρήσεών του, χρησιμοποιώντας μια διαδικασία διαγραφής, ώστε να ανακαλύψει ποιες από τις ιδιότητες που συνοδεύουν μια δεδομένη κατάσταση είναι μόνιμες και ποιες είναι τυχαίες. Όπως ο νεοφώτιστος καλόγερος, έτσι και ο Bacon ανέπτυξε μια μέθοδο ριζωμένη στον κόσμο που μπορούμε να εποπτεύσουμε, που μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε.
Κάποιους αιώνες αργότερα ο Σκωτσέζος φιλόσοφος David Hume ανέδειξε τα μειονεκτήματα της επαγωγικής μεθόδου του Bacon και άλλων με την εξής φράση: «Αντιπαραβάλλω το ένα θαύμα με το άλλο … και πάντοτε απορρίπτω το μεγαλύτερο».
Ο Francis Bacon ήταν θύμα της μεθόδου του. Το 1626, όταν, επιχειρώντας να ανακαλύψει τα μυστικά της κατάψυξης, γέμισε μια χήνα με χιόνι, άρπαξε ένα κρύωμα που τον οδήγησε στον θάνατο!

Πηγή για την εικόνα:

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

C. Auguste Dupin: Το κλεμμένο γράμμα


Στις 26 Απριλίου 1955, στο πλαίσιο του σεμιναρίου του με τίτλο Le moi dans la théorie de Freud et dans la technique de la psychanalyse (Το εγώ στη φροϋδική θεωρία και στην τεχνική της ψυχανάλυσης), ο Jacques Lacan κάνει μία διάλεξη που στηρίζεται εξ ολοκλήρου στο διήγημα του Edgar Allan Poe με τίτλο The Purloined Letter (Το κλεμμένο γράμμα). Έναν χρόνο αργότερα, το επεξεργασμένο κείμενο της διάλεξής του δημοσιεύεται στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Phychanalyse. Πρόκειται για κείμενο εμβληματικό, ιδρυτικό της κλασικής λακανικής ψυχανάλυσης, όπως αναπτύχθηκε από το 1953 έως το 1960 και  συμπίπτει με την επιστροφή στον Freud.


Το Kλεμμένο γράμμα είναι το τρίτο διήγημα του Poe με ήρωα τον Ιππότη C. Auguste Dupin και δημοσιεύθηκε το 1845 στο ετήσιο περιοδικό The Gift. Είναι η ιστορία ενός γράμματος που κρύβεται και ξαναβρίσκεται δύο φορές. Την πρώτη φορά η βασίλισσα λαμβάνει ένα γράμμα, το οποίο, για να κρύψει από τον βασιλιά που μπαίνει αιφνίδια στο δωμάτιό της και να το κάνει να φανεί αθώο, το αφήνει πάνω σε ένα τραπέζι, έκθετο στα μάτια όλων. Ο βασιλιάς δεν υποψιάζεται τίποτα, αλλά ο ύπουλος υπουργός D. αντιλαμβάνεται την αξία του και, προκειμένου να αποκτήσει επιρροή πάνω στη βασίλισσα, το κλέβει τοποθετώντας στη θέση του ένα πλαστό. Ο διευθυντής της αστυνομίας G- επιφορτίζεται να ανακαλύψει το αυθεντικό γράμμα, επειδή όμως αποτυγχάνει, καταφεύγει στον Dupin, τον ερασιτέχνη ντετέκτιβ με τις πολύ ιδιαίτερες ικανότητες. Ο Dupin καταλήγει πως ο καλύτερος τρόπος να κρύψεις κάτι είναι να το τοποθετήσεις κάπου φανερά. Επισκέπτεται, λοιπόν, τον υπουργό, βρίσκει το γράμμα έκθετο πάνω στο τζάκι και η ιστορία επαναλαμβάνεται: κλέβει το γράμμα και στη θέση του τοποθετεί ένα πλαστό. Μια σκηνή που επαναλαμβάνει την πρωταρχική σκηνή, αλλά με μια διαφορά: αυτήν τη δεύτερη φορά ένα πρόβλημα λύνεται χωρίς να δημιουργηθεί κάποιο νέο.


Ο Lacan επισημαίνει ότι ο άξονας του διήγηματος είναι η επανάληψη: μια ιστορία μέσα στην ιστορία, μια κριτική επανάληψη. Το περιεχόμενο του γράμματος παραμένει άγνωστο και εξιστορείται μόνον η κυκλοφορία του γράμματος μέσα στο «συμβολικό κύκλωμα», δίνοντας την ευκαιρία στον Lacan να υποστηρίξει την υπεροχή του συμβολικού έναντι του φαντασιακού αλλά και την αναγκαιότητά του για τη συγκρότηση της υποκειμενικότητας. Το γράμμα, ισχυρίζεται ο Lacan είναι ένα καθαρό σημαίνον (συνδυασμός απουσίας και κίνησης), εντελώς διαχωρισμένο από το σημαινόμενό του, εφόσον ο τρόπος με τον οποίο περνάει από χέρι σε χέρι,αλλά και οι αντιδράσεις που προκαλεί σε  διαφορετικούς ανθρώπους, είναι άσχετα με το τι σημαίνει.


Ο σωστός τρόπος του βλέμματος (στην πραγματική και στη ψυχική ζωή) είναι ένα άλλο σημείο που ενδιαφέρει τον Lacan στην ιστορία του Poe. Μόνον μια συγκεκριμένη ερμηνευτική στρατηγική θα αποκαλύψει το αντικείμενο. Η αστυνομία κοιτάζει την πραγματικότητα με τρόπο «ρεαλιστικό» και ανόητο, σε αντίθεση με τον ντετέκτιβ και τον ψυχαναλυτή. Το γράμμα και το ασυνείδητο δεν μπορούν να χαθούν ή να κρυφτούν για πάντα, διαβεβαιώνει ο Lacan, αρκεί να ξέρεις πώς θα τα ψάξεις.  

Πηγές:
Έντγκαρ Άλλαν Πόε (2005). Τρία αστυνομικά προβλήματα γιατον Αύγουστο Ντυπέν. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας. Αθήνα: Ερατώ.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

C. Auguste Dupin: Το μυστήριο της Μαρί Ροζέ


Κάθε ντετέκτιβ που σέβεται τον εαυτό του χρειάζεται έναν ικανό βιογράφο. Ο Ιππότης C. Auguste Dupin βιογραφείται από τον ανώνυμο φίλο και συγκάτοικό του, όπως ο Sherlock Holmes βιογραφείται από τον επίσης αφοσιωμένο φίλο και συγκάτοικό του Dr. John Watson και ο Hercule Poirot από τον ελαφρώς αφελή συνεργάτη και φίλο του Captain Arthur Hastings.


Αυτήν την φορά ο ανώνυμος βιογράφος διηγείται την επιτυχία του Dupin να αποκαλύψει τις λεπτομέρειες ενός εγκλήματος που έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων ως «η δολοφονία της Μαρί Ροζέ». Ο Dupin, μετά την εξιχνίαση των φόνων της οδού Morgue, επέστρεψε στη μοναχική καθημερινότητά του. Όμως, η Αστυνομία δεν τον ξέχασε, μολονότι, ανίκανη να παρακολουθήσει τη συλλογιστική που τον οδήγησε στη λύση του μυστηρίου, απέδωσε την επιτυχία του σε ένα είδος μαγείας και ερμήνευσε τις αναλυτικές του ικανότητες ως απλή διαίσθηση.
Όταν έγινε γνωστή η δολοφονία της νεαρής κομψευόμενης Marie, μετά από δύο μυστηριώδεις εξαφανίσεις της, κι ενώ το Παρίσι ήταν ανάστατο και η έρευνα φαινόταν να έχει βαλτώσει παρά το υψηλό ποσόν της προκήρυξης που ανακοινώθηκε, ο ίδιος ο αστυνομικός διευθυντής G- ζήτησε τη βοήθεια του Ιππότη Dupin. Εκείνος δέχτηκε και το κομπλιμέντο και τη γενναιόδωρη προσφορά του αστυνομικού, και ανέθεσε στον φίλο του να συγκεντρώσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία.
O Dupin εξέτασε τα στοιχεία που του δόθηκαν και τις ατεκμηρίωτες υποθέσεις των αρχών και του τύπου, υποβάλλοντάς τα στην πιο σκληρή και μεθοδική λογική ανάλυση, αξιοποιώντας ταυτόχρονα τα πιο σύγχρονα επιστημονικά πορίσματα. Βασισμένος στο ρεπορτάζ των εφημερίδων, με τη χρήση της αναλυτικής μεθόδου και με εμμονή σε εκείνες που έμοιαζαν να είναι οι πιο ασήμαντες λεπτομέρειες, ο ερασιτέχνης ντετέκτιβ κατάφερε να εισχωρήσει στο μυαλό του δολοφόνου και οδηγήθηκε στη λύση του μυστηρίου (που, ως προφανής ή ως αδιάφορη, δεν αποκαλύπτεται), απολαμβάνοντας έτσι τα πλεονεκτήματα της συμφωνίας που είχε κάνει με τον αστυνομικό διευθυντή.
Ο Poe δημοσίευσε αυτήν τη σύντομη ιστορία μυστηρίου το 1842, στο Snowden’s Ladies’ Companion, σε τρεις συνέχειες, δημιουργώντας, κατά κάποιον τρόπο, ένα sequel της πρώτης του αστυνομικής ιστορίας που είχε ήρωα τον Ιππότη C. Auguste Dupin. Βασίστηκε στα πραγματικά περιστατικά μιας υπόθεσης δολοφονίας που έλαβε χώρα στη Νέα Υόρκη με θύμα τη Mary Cecilia Rogers. Ο Dupin, προσωπείο του συγγραφέα σε αυτήν την ιστορία, είναι το άλλοθι για να εκθέσει ο Poe τη δική του εκδοχή σχετικά με τη μυστηριώδη δολοφονία της νεαρής κοπέλας, ο ένοχος της οποίας στην πραγματική ζωή παρέμεινε άγνωστος. Μάλιστα, ο Poe, έπεισε τους εκδότες να δημοσιεύσουν την ιστορία του διαβεβαιώνοντάς τους πως είχε εξιχνιάσει το έγκλημα.


Περισσότερο δοκίμιο ή διάλεξη και λιγότερο λογοτεχνική αφήγηση χαρακτήρισαν το διήγημα οι επικριτές του. Ακόμα κι έτσι όμως, παραμένει το γεγονός πως ήταν η πρώτη φορά που ένα αληθινό έγκλημα ενέπνευσε μια μυθιστορηματική αφήγηση μυστηρίου. Εξάλλου, εκτός από επικριτές, η ιστορία είχε και φανατικούς θαυμαστές, μεταξύ των άλλων τον Charles Baudelaire, ο οποίος εκτιμούσε πως επρόκειτο για αριστούργημα.


Πηγές:
Έντγκαρ Άλλαν Πόε (2005). Τρία αστυνομικά προβλήματα για τον Αύγουστο Ντυπέν. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας. Αθήνα: Ερατώ.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

C. Auguste Dupin: Διπλή δολοφονία στην οδό Μόργκ


Ο νεαρός Ιππότης C. Auguste Dupin καταγόταν από μια ξακουστή οικογένεια, όμως διάφορα δυσάρεστα περιστατικά τον οδήγησαν σε ακραία φτώχεια και μόνον η ευγένεια των πιστωτών του τού επέτρεψε να διατηρήσει ένα μικρό εισόδημα ώστε να μπορεί, με αιματηρές οικονομίες είναι η αλήθεια, να ζει. Μοναδική του πολυτέλεια ήταν τα βιβλία. Τα σπάνια πολύτιμα βιβλία, τα οποία συνήθιζε να αναζητεί στη σκοτεινή βιβλιοθήκη της Montmartre, στο Παρίσι. Σε μια τέτοια αναζήτηση,  συνάντησε έναν άλλον νεαρό κύριο ο οποίος εντυπωσιάστηκε από την ευφυΐα και τη φρεσκάδα της φαντασίας του και ένιωσε πως η συντροφιά μαζί του θα ήταν για εκείνον θησαυρός. Αποφάσισαν να μείνουν μαζί και εγκαταστάθηκαν σε ένα παμπάλαιο, ετοιμόρροπο, ακατοίκητο από καιρό, παράξενο σπίτι, που βρισκόταν σε μια ερημική γωνιά του Saint-Germain.


Ο νεαρός Dupin, όπως ανακάλυψε σύντομα ο συγκάτοικός του, διάθετε μια σπάνια αναλυτική ικανότητα, γι’ αυτό οι γρίφοι, τα αινίγματα και τα ιερογλυφικά του πρόσφεραν μεγάλη απόλαυση. Αγαπούσε επίσης την απομόνωση και τη νύχτα. Παρέα με τον πρόθυμο φίλο του τριγύριζαν στην πόλη, συζητώντας και ψάχνοντας για τις συγκινήσεις εκείνες που μπορεί να προσφέρει ο ήρεμος στοχασμός. Ο Dupin, σε αυτές τις νυχτερινές εξορμήσεις, εύρισκε την ευκαιρία να επιδεικνύει την αναλυτική του οξυδέρκεια (ratiocination), υπερφυσική για την κοινή λογική, καταλήγοντας σε συμπεράσματα που προϋπέθεταν συστηματική μέθοδο αλλά και πολλή διαίσθηση.
Έτσι περιγράφει ο Edgar Allan Poe τον ήρωά του, τον πρώτο μυθιστορηματικό ντετέκτιβ, πρόγονο του Sherlock Holmes και του Hercule Poirot. Ο Dupin κάνει την πρώτη του εμφάνιση το 1841, στο σύντομο διήγημα του Poe, The Murders in the Rue Morgue (Διπλή δολοφονία στην οδό Μοργκ), το οποίο δημοσιεύθηκε στο Graham's Magazine. Στο διήγημα, ο εκκεντρικός Dupin λύνει το αίνιγμα της δολοφονίας δύο γυναικών, εξηγώντας συγχρόνως πώς είναι δυνατόν έξι άτομα να ακούσουν μια πολύ παράξενη φωνή να μιλάει χωρίς να μπορούν να συμφωνήσουν σε ποια γλώσσα.

     Εικονογράφηση του Byam Shaw (1909)

Η φωνή, καθώς και η τρίχα που βρέθηκε στη σκηνή του εγκλήματος δεν ανήκουν σε άνθρωπο, αλλά σε έναν τεράστιο ουραγκοτάγκο, καταλήγει με λογικές συνεπαγωγές ο Dupin, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του διευθυντή της αστυνομίας ο οποίος είχε εντελώς παραπλανηθεί σχετικά με τον ένοχο. Ο Dupin δεν θα του κρατήσει κακία, αλλά θα κλείσει την εκτίμησή του γι’ αυτόν με τα λόγια του Jean-Jacques Rousseau στη Nouvelle Héloise: «Θέλω να μιλήσω για τη μανία του να αρνείται αυτό που υπάρχει και να εξηγεί αυτό που δεν υπάρχει». Αυτή η φράση συνοψίζει την ιδιαιτερότητα της σκέψης του νεαρού Dupin, ο οποίος κάνει το αντίθετο ακριβώς από τον συμβατικό αστυνομικό διευθυντή: δέχεται την προτεραιότητα του πραγματικού, όσο κι αν αυτό μοιάζει να διαψεύδει την προφάνεια του κοινού νου, ενώ απαιτεί σύνθετες διεργασίες για να αναλυθεί και να δώσει καρπούς. 

  

Πηγές:
Έντγκαρ Άλλαν Πόε (2005). Τρία αστυνομικά προβλήματα για τον Αύγουστο Ντυπέν. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας. Αθήνα: Ερατώ.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Ο Bertrand Russell και η επαγωγίστρια γαλοπούλα


Υπάρχει κανείς που αμφιβάλλει ότι αύριο ο ήλιος θα ανατείλει και πάλι; Προφανώς όχι. Επειδή κάθε μέρα, ανελλιπώς, ο ήλιος ανατέλλει. Εφόσον δεν υπήρξε ως τώρα καμία εξαίρεση, ένας επαγωγιστής θεωρεί λογικό να συμπεράνει ότι ούτε αύριο θα υπάρξει εξαίρεση, κάνοντας έτσι μια πρόβλεψη για το μέλλον.
Ο Bertrand Russell, το 1912, στο 6ο κεφάλαιο του βιβλίου του The Problems of Philosophy, με τίτλο «On Ιnduction», επανέρχεται σε ένα ζήτημα που είχε απασχολήσει τον σκεπτικιστή φιλόσοφο David Hume. Ο Hume, μιλώντας για την αιτιότητα στη φύση, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει αναγκαία σύνδεση στην εμφάνιση δύο συμβάντων Α και Β. Απλώς έχουμε τη «συνήθεια» να αναμένουμε ότι η εμφάνιση ενός γεγονότος Α θα οδηγήσει σε ένα γεγονός Β.
Ο Russell αποδεικνύει πως ο Hume έχει δίκιο: η επαγωγή δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Όπως το θέτει ο Russell, πρέπει να προβληματιστούμε εάν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε σε ό,τι ονομάζουμε «ομοιομορφία της φύσης». Πρόκειται για την πίστη πως ό,τι συνέβη ή θα συμβεί είναι ένδειξη ενός γενικού νόμου στον οποίο δεν χωρούν εξαιρέσεις. Μπορούμε όμως να βεβαιώσουμε ότι υπάρχει μια τέτοια «ομοιομορφία της φύσης»;
Κι εδώ εμφανίζεται η περίπτωση της επαγωγίστριας γαλοπούλας (στην πραγματικότητα ήταν κοτόπουλο!), την οποία χρησιμοποιεί παραδειγματικά ο Russell για να δείξει τους περιορισμούς της επαγωγής, και η οποία έχει ως εξής:
Όταν η γαλοπούλα μεταφέρθηκε στη φάρμα, διαπίστωσε ότι ο αγρότης τάιζε όλα τα πουλερικά του την ίδια ώρα κάθε μέρα. Επειδή ήταν μια πολύ προσεκτική επαγωγίστρια, δεν βιάστηκε να βγάλει συμπεράσματα, αλλά περίμενε να συγκεντρώσει περισσότερα στοιχεία. Μετά από κάμποσο καιρό, μπορούσε πια να πει με βεβαιότητα ότι ο αγρότης, κάθε μέρα, με ζέστη ή με κρύο, με ήλιο ή με βροχή, τάιζε τα πουλερικά του την ίδια ώρα. Τα στοιχεία ήσαν, λοιπόν, αρκετά και πλέον ήταν σε θέση να προβλέψει τεκμηριωμένα πως την επόμενη ημέρα, τη συνηθισμένη ώρα, ο αγρότης θα ταΐσει και πάλι τα πουλερικά του. Συνέβη όμως, δυστυχώς, η επόμενη ημέρα να είναι η παραμονή των Χριστουγέννων. Εκείνη την ημέρα, ο αγρότης, αντί να φέρει φαγητό στα πουλερικά του, τους έκοψε τον λαιμό.


Επομένως, η επαγωγή μπορεί μόνο να μας πει το εξής: όταν βρεθεί  πως ένα πράγμα Α συνδέεται με ένα πράγμα Β, και δεν βρεθεί ποτέ να μην συνδέεται με το πράγμα Β, τότε, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των περιπτώσεων που το Α συνδέεται με το Β, τόσο μεγαλύτερες είναι πιθανότητες τα δύο πράγματα να συνδέονται και σε μια άλλη περίπτωση στην οποία να εμπλέκεται το ένα από τα δύο.
Η επαγωγή δεν μπορεί, λοιπόν, να εγγυηθεί την αλήθεια, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως ένας τρόπος για να βγάλουμε συμπεράσματα για τον κόσμο. Γιατί τότε θεωρούμε ότι η επαγωγή είναι αποτελεσματική; Επειδή ήταν αποτελεσματική στο παρελθόν. Όμως, έτσι, μπλεκόμαστε σε ένα φαύλο κύκλο, αφού προσπαθούμε να τεκμηριώσουμε την επαγωγή με την επαγωγή. Και αυτή η λογική πλάνη πρέπει να προβληματίσει όχι μόνον τους φιλοσόφους αλλά και όσους, σαν τον εντιμότατο κύριο Sherlock Holmes, ερευνούν το έγκλημα.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Ο Sherlock Holmes και η επαγωγή (Μέρος Β΄)


Όταν ο γιατρός John Watson ξύπνησε, στις 4 Μαρτίου του 1878, βρήκε τον συγκάτοικό του, τον εντιμότατο κύριο Sherlock Holmes, να απολαμβάνει το πρόγευμά του. Η σπιτονοικοκυρά είχε καθυστερήσει να ετοιμάσει το δικό του πρόγευμα και, για να ξεπεράσει τη νευρικότητά του, στράφηκε στην ανάγνωση ενός άρθρου με τον φιλόδοξο τίτλο: «Το Βιβλίον της Ζωής».


Η εντύπωσή του για το άρθρο υπήρξε αμφίθυμη. Ένας αξιοσημείωτος συνδυασμός εξυπνάδας και παραλογισμού. Συλλογισμός προσεκτικός και δυνατός, αλλά παρατραβηγμένα και υπερβολικά συμπεράσματα. «Από μια σταγόνα νερού», έλεγε ο συγγραφέας, «ένας ορθολογιστής θα μπορούσε να συμπεράνει με βεβαιότητα πως αυτή προέρχεται από τον Ατλαντικό ή το Νιαγάρα χωρίς να έχει δει ή να έχει ακούσει ποτέ για τον ένα ή για τον άλλο». Αυτό ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα με το οποίο ο παράξενος συγγραφέας, που, όπως αργότερα αποκαλύφθηκε, δεν ήταν άλλος από τον Sherlock Holmes, υποστήριζε την επιστήμη της επαγωγής και της ανάλυσης.


Ο διάσημος ντετέκτιβ ισχυριζόταν πως από μια φευγαλέα έκφραση, από έναν στιγμιαίο μορφασμό, από μια σύσπαση στο πρόσωπο ή από μια λάμψη στο βλέμμα, μπορεί κανείς να κατανοήσει τις ενδόμυχες σκέψεις ενός ανθρώπου. Εφόσον κάποιος είναι εκπαιδευμένος στην παρατήρηση και στην ανάλυση, η εξαπάτηση είναι αδύνατη και τα συμπεράσματα εμφανίζονται αδιάψευστα όσο και πολλά από τα θεωρήματα του Ευκλείδη.
Ο John Watson, δόκτωρ της Ιατρικής, που τίποτα αξιοθαύμαστο δεν έχει κάνει στη ζωή του εκτός από το να έχει πληγωθεί σοβαρά υπηρετώντας ως βοηθός χειρουργού στο αφγανικό μέτωπο, αδυνατεί να εκτιμήσει την αξία του άρθρου αλλά και του συγγραφέα του, που μάλιστα τον φαντάζεται, ως κάποιον αργόσχολο, λάτρη της πολυθρόνας, απομονωμένο στο μελετητήριό του. Εντελώς ανυποψίαστος για τις αρχές της επαγωγής, βγάζει από τα διαθέσιμα στοιχεία ολωσδιόλου λανθασμένα συμπεράσματα. 
Απέναντί του ο δραστήριος Sherlock Holmes, ο οποίος έχει κάνει τις θεωρίες του επάγγελμα. Ένα επάγγελμα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του, γι’ αυτό και είναι ο μοναδικός στον κόσμο που το εξασκεί. Εργάζεται ως συμβουλευτικός ντετέκτιβ. Σε αυτόν απευθύνονται όσοι κυβερνητικοί ή ιδιωτικοί πράκτορες βρίσκονται σε λανθασμένη πορεία κι εκείνος καταφέρνει να διαλευκάνει τα πιο περίπλοκα προβλήματα. Η επαγωγή είναι η μέθοδός του. Ανεκτίμητη από πρακτικής απόψεως. Και η παρατήρηση, αυτή που τον προμηθεύει με στοιχεία, είναι η δεύτερη φύση του. Αθεράπευτος επαγωγιστής, λοιπόν, ο Holmes και στο έργο A Study in Scarlet (Σπουδή στο Κόκκινο), που γράφτηκε από τον Sir Arthur Conan Doyle το 1886 και εκδόθηκε τον αμέσως επόμενο χρόνο.


Πηγές:
Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, Σέρλοκ Χολμς. Σπουδή στο κόκκινο, ελλ. μτφ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Αθήνα: Ερατώ, 1984.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Τα Χριστούγεννα του Sherlock Holmes


Όταν ο Watson επισκέπτεται τον Sherlock Holmes το δεύτερο πρωινό μετά τα Χριστούγεννα, τον βρίσκει να χουζουρεύει στον καναπέ φορώντας μια βαθυκόκκινη ρόμπα. Δίπλα στον καναπέ είναι ένα ξύλινο κάθισμα και στη ράχη του κρέμεται ένα πανάθλιο καπέλο από σκληρή τσόχα. Ένας φακός και μία λαβίδα φανερώνουν ότι το καπέλο έχει κρεμαστεί εκεί για εξέταση. Το καπέλο έφτασε στο σπίτι του Holmes το πρωί των Χριστουγέννων μαζί με μια τετράπαχη χήνα. Ο Peterson, ο κλητήρας, τα έφερε και τα δυο στον διάσημο ντετέκτιβ για να τα παραδοθούν στον ιδιοκτήτη τους, ο οποίος μπλέχτηκε σε καυγά με κάποιους ταραξίες και τα εγκατέλειψε στο πεδίο της μάχης μόλις εμφανίστηκε ο Peterson νομίζοντας, λόγω της στολής που φορούσε, πως είχε να κάνει με αστυνομικό.  


Ο ιδιοκτήτης του καπέλου είναι άγνωστος, όμως ο  Holmes, με την αλάνθαστη επαγωγική του μέθοδο, έχει εξασφαλίσει πολλά στοιχεία για την ταυτότητά του: πρόκειται, λέει, για πνευματικό άτομο, ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση τα τρία τελευταία χρόνια παρόλο που τώρα γνωρίζει δύσκολες μέρες, είναι προνοητικός, αν και τώρα λιγότερο από άλλοτε, με κάποιες τάσεις ηθικής οπισθοδρόμησης οι οποίες, σε συνδυασμό με την κακοτυχία του, μάλλον υποδηλώνουν κακές επιρροές, ίσως ποτό, η γυναίκα του έχει πάψει να τον αγαπά, αν και εκείνος διατηρεί κάποιον αυτοσεβασμό, ζει καθιστική ζωή, βγαίνει λίγο και δεν ασκείται καθόλου, είναι μεσήλικας, έχει ψαρά μαλλιά, τα οποία έκοψε τις τελευταίες μέρες και τα οποία αλείφει με μπριγιαντίνη, δεν έχει γκάζι στο σπίτι του.



Τα δύο αυτά αντικείμενα, το παλιό τσόχινο καπέλο και η τροφαντή χήνα, οδηγούν τον Holmes στην εξιχνίαση της κλοπής του μυθικού γαλάζιου ρουμπινιού, που έγινε πέντε μέρες πριν και για την οποία κατηγορήθηκε ένας αθώος, ο Horner. Η αλήθεια αποκαλύπτεται, ο Horner επελευθερώνεται, αλλά και ο ένοχος, ένας δυστυχής μικροαπατεώνας, κερδίζει τη χριστουγεννιάτικη συγγνώμη του Holmes, ο οποίος, μετά τη διανοητική απόλαυση της λύσης του μυστηρίου, ετοιμάζεται για την πατροπαράδοτη γαστριμαργική απόλαυση.


Η περιπέτεια The Adventure of the Blue Carbuncle, που γράφτηκε από τον Sir Arthur Conan Doyle, δημοσιεύτηκε στο Strand Magazine τον Ιανουάριο του 1892.