Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Πόλεμος και Οικονομία: το παρ' ολίγον Βατερλώ του Nathan Rothschild

Βατερλώ. 18 Ιουνίου 1815. Στο χωριουδάκι που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα έξω από τις Βρυξέλλες έχουν συγκεντρωθεί δύο πολυάριθμοι στρατοί: από τη μια, ο στρατός του μεγάλου Βοναπάρτη και, από την άλλη, ο εβδομηντατριάχρονος Πρώσος στρατάρχης Gebhard Leberecht von Blücher και ο «σιδερένιος» δούκας του Wellington. Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές του προσκηνίου, αυτοί που δοξάζονται στο πεδίο της μάχης. Υπάρχουν, όμως, και οι πρωταγωνιστές του παρασκηνίου. Άγνωστοι, αλλά απαραίτητοι. Χωρίς αυτούς οι πρώτοι δεν έχουν καμιά ελπίδα να δώσουν την παράστασή τους. Βλέπετε, ο πόλεμος είναι πανάκριβη υπόθεση και κάποιος πρέπει να τον πληρώνει.

Πίσω, στο Λονδίνο, ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι ένας Γερμανοεβραίος τραπεζίτης. Το όνομά του είναι Nathan Mayer και είναι 38 ετών. Το επώνυμό του είναι Rothschild. Ο Nathan ασχολήθηκε στην αρχή με το εμπόριο υφασμάτων, που ανθούσε τότε στην Αγγλία. Στη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων έβγαλε χρήματα ως λαθρέμπορος χρυσού, παραβιάζοντας τον αποκλεισμό του Ναπολέοντα στις συναλλαγές μεταξύ Αγγλίας και Ευρώπης.

Το 1814 η αγγλική κυβέρνηση θυμάται τις προηγούμενες καλές υπηρεσίες του Nathan. Έτσι, απευθύνεται σ’ αυτόν ζητώντας του να συγκεντρώσει, μέσα σε μόλις δύο μήνες, γαλλικά χρυσά και αργυρά νομίσματα τα οποία, κατόπιν, θα παραδοθούν σε βρετανικά πλοία που θα τα μεταφέρουν στον Wellington για να υποστηρίξουν την εισβολή του στη Γαλλία (να πληρώσουν τους μισθούς των στρατιωτών, επιχορηγήσεις στους συμμάχους κ.λπ.). Ο  Nathan και τα αδέρφια του, χάρη στο περίπλοκο και πρωτοπόρο ενδοοικογενειακό τραπεζικό δίκτυο που είχαν οργανώσει με έδρα τις μεγάλες πρωτεύουσες της Ευρώπης, ανταποκρίνονται πλήρως στις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει κερδίζοντας τεράστιες προμήθειες.

Όταν, το 1815, φτάνουν τα νέα της επιστροφής του Ναπολέοντα στη Γαλλία, ο Nathan αρχίζει και πάλι να συγκεντρώνει χρυσό, με σκοπό να τον διαθέσει στον Γενικό Επίτροπο Εφοδιασμού του αγγλικού στρατού, ώστε και πάλι να αποσταλεί στον Wellington. Όμως, αντίθετα με τις προβλέψεις, ο νέος πόλεμος με τον Ναπολέοντα είναι σύντομος. Ο Κορσικανός ηττάται στο Βατερλώ σε μία μόλις ημέρα. Ο Nathan βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση, στα πρόθυρα της χρεωκοπίας. Ο χρυσός που έχει συγκεντρώσει είναι άχρηστος, αφού ο πόλεμος έχει τελειώσει (και μαζί του και οι σχετικές δαπάνες), και η τιμή του είναι βέβαιο ότι θα καταρρεύσει.

Δύο ημέρες μετά τη μάχη στο Βατερλώ και τη συντριβή του Ναπολέοντα, στη λονδρέζικη εφημερίδα Courier δημοσιεύεται η είδηση ότι ο Nathan έχει αγοράσει μεγάλο αριθμό βρετανικών ομολόγων, ποντάροντας στην άνοδο της τιμής τους λόγω της βρετανικής νίκης. Και όχι μόνον αυτό. Ο Nathan, με τον χρυσό που είχε συγκεντρώσει, συνεχίζει να αγοράζει ομόλογα, παρά την εκρηκτική άνοδο της τιμής τους, τα οποία ρευστοποιεί μόνο στα τέλη του 1817. Το κέρδος του υπολογίζεται στα 600 εκατομμύρια σημερινές λίρες.

Υπάρχει, βέβαια, ένα κομβικό σημείο σε αυτό το παράτολμο success story του Nathan: το δίκτυο των αγγελιοφόρων του, οι οποίοι μετέφεραν σ’ αυτόν τα νέα της ήττας του Ναπολέοντα δύο ημέρες πριν το μήνυμα του Wellington φτάσει στο βρετανικό υπουργικό συμβούλιο. Αυτή η πρόσβαση στην πληροφορία, σε συνδυασμό με το επιχειρηματικό του σθένος, όχι μόνον έσωσαν τον Nathan από ένα δικό του Βατερλώ, αλλά και τον βοήθησαν να αντιστρέψει προς όφελός του τις δυσμενείς συνθήκες. Στο εξής, η οικογένεια Rothschild θα κυριαρχήσει στην οικονομία, στην ουσία θα την ρυθμίζει. Και ο Nathan θα κερδίσει επάξια το παρωνύμι «Ναπολέων της Οικονομίας».


Πηγές για τις εικόνες:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Maniac-Ravings-Gillray.jpeg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Nathan_Mayer_Rothschild_British_banker.jpg


Τετάρτη 31 Μαρτίου 2021

Ανάμεσα στην ποίηση και στην πολιτική: John Cab Hobhouse

 

Ο John Cab Hobhouse, αργότερα 1ος Βαρόνος του Broughton, γεννήθηκε το 1786 κοντά στο Bristol και δύο είναι τα σημαντικότερα πράγματα που γνωρίζουμε γι’ αυτόν.

Το πρώτο είναι ότι ήταν σύντροφος του Lord Bayron, μαζί με τον οποίο ταξίδεψε στην Ισπανία, στην Τουρκία και στην Ελλάδα. Στη Αθήνα έφτασαν τα Χριστούγεννα του 1809 κι ενώ είχε προηγηθεί η επίσκεψή τους στην αυλή του Αλή Πασά στην Ήπειρο, στο Μεσολόγγι και στους Δελφούς. Ο Hobhouse αγαπούσε τα αρχαία μνημεία, γι’ αυτό και γοητεύτηκε από τα ίχνη του αρχαίου κόσμου που ανακάλυψε στην κατά τα άλλα ρημαγμένη Αθήνα, αλλά περιφρονούσε τους Έλληνες. Ο Bayron μετά βίας άντεχε την αερολογία και την ανούσια αρχαιοπληξία του Hobhouse, που και τα δύο τα σατίρισε στο ποίημά του με τίτλο My boy Hobby O! Ειρωνευόταν μάλιστα τη συνήθειά του να κρατάει ημερολόγιο, ειρωνεία που ευτυχώς δεν επηρέασε τον νεαρό Άγγλο, αφού εκείνος συνέχισε τις καταγραφές παραδίδοντάς μας μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών για συμβάντα και πρόσωπα της εποχής.

Όταν ο Hobhouse επέστρεψε στην Αγγλία, αποφάσισε να πάρει στα σοβαρά τον ρόλο του αριστοκράτη σωτήρα της πατρίδας του και αναμείχθηκε με την πολιτική. Το 1820 εισήλθε στο Κοινοβούλιο ως εκπρόσωπος του Westminster και από το 1830 και μετά, όταν στην εξουσία εκλέχτηκαν οι Whigs, ανέλαβε διάφορα υψηλά καθήκοντα. Μεταξύ των άλλων, έγινε μέλος του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου και δραστηριοποιήθηκε για την υποστήριξη του ελληνικού αγώνα. Ωστόσο, στην Ελλάδα δεν ξαναγύρισε ποτέ.

Η ανάμιξή του στην πολιτική σχετίζεται με τον δεύτερο σημαντικό λόγο για τον οποίο τον γνωρίζουμε . Το 1826, σε μια αντιπαράθεσή του στη Βουλή των Κοινοτήτων με τον Υπουργό Εξωτερικών George Canning, ο Hobhouse χρησιμοποίησε τη φράση “His Majesty's (Loyal) Opposition” (=η νομιμόφρων αντιπολίτευση της Aυτού Μεγαλειότητας), που στα ελληνικά αποδόθηκε ως «αξιωματική αντιπολίτευση» και που έκτοτε καθιερώθηκε στο πολιτικό μας λεξιλόγιο.

Η λαμπρή σταδιοδρομία του Hobhouse συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια συνοδευόμενη και από πολλές τιμές. Η μεγαλύτερη, όμως, τιμή τού είχε ήδη αποδοθεί από τον φίλο των νεανικών του χρόνων, τον μεγάλο Ρομαντικό ποιητή Lord Bayron, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή στο Μεσολόγγι στις 7 Απριλίου 1824. Ο Bayron του αφιέρωσε το 4ο canto από το έργο του Childe Harold’s Pilgrimage (Το προσκύνημα του Childe Harold), που κυκλοφόρησε το 1818.

Ο  Hobhouse πέθανε στις 3 Ιουνίου του 1869.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:John_Cam_Hobhouse.jpg


Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

Μάχη τιτάνων: Leonardo da Vinci VS Michelangelo

 

Το παλιότερο όνομα του Palazzo Vecchio στη Φλωρεντία ήταν Palazzo della Signoria, επειδή εκεί συνεδρίαζε η Signoria, δηλαδή η κυβερνώσα Γερουσία της πόλης. Σε αυτό το μεγαλοπρεπέστατο κτήριο, το χολ, η μεγαλύτερη και πλουσιότερα διακοσμημένη αίθουσα, ονομάζεται Salone dei Cinquecento. Το μήκος της είναι 52 μέτρα και το πλάτος της 23.

Το 1504 η φλωρεντινή Γερουσία ανέθεσε στους δύο μεγαλύτερους τεχνίτες της εποχής, στον Leonardo da Vinci και στον Michelangelo, να διακοσμήσουν αυτήν την αίθουσα. Ο ανατολικός τοίχος κρατήθηκε για τον da Vinci και ο απέναντί του για τον Michelangelo.

Οι δύο καλλιτέχνες ήσαν ορκισμένοι αντίπαλοι. Πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες, αυτοί οι χαρισματικοί άνθρωποι δεν μπόρεσαν ποτέ να συμπαθήσουν ο ένας τον άλλον. Μάλιστα, ο πιο παθιασμένος από τους δύο, ο Michelangelo, φανέρωνε την αποστροφή του για τον Leonardo ακόμα και δημόσια. Αυτή η διπλή παραγγελία έγινε τρόπον τινα η «μητέρα των μαχών» μεταξύ των δύο ανταγωνιστών.

Ο da Vinci άρχισε να ζωγραφίζει τη Μάχη του Anghiari, ενώ ο Michelangelo τη Μάχη της Cascina. Ποια από τις δύο θα ήταν η καλύτερη; Η πόλη χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα. Οι διαφωνίες μαίνονταν.

Ο da Vinci επιχειρούσε να αποδώσει την τραχύτητα της μάχης, ζωγραφίζοντας πολεμιστές πάνω σε άλογα πολέμου να παλεύουν με τρόπαιο τη σημαία. 

Αντίγραφο από τη Μάχη του Anghiari του Leonardo da Vinci,
ζωγραφισμένο το 1603 από τον Peter Paul Rubens
Παρίσι, Musée du Louvre

Ο Michelangelo ζωγραφίζει γυμνούς άντρες που κάνουν μπάνιο στον Άρνο πριν από τη σύγκρουση. Η ένταση της σκηνής, εντελώς καινούρια στην αναγεννησιακή τέχνη, αποτελεί πραγματική αισθητική επανάσταση.

Αντίγραφο από τη Μάχη της Cascina του Michelangelo,
ζωγραφισμένο το 1542 από μαθητή του
Νόρφολκ, Holkham Hall

Όμως, από μια ειρωνεία της τύχης, κανείς τους δύο δεν στέφτηκε νικητής.

Η νωπογραφία του da Vinci καταστράφηκε από λάθος του δημιουργού του. Προσπαθώντας να επιταχύνει τη διαδικασία της ξήρανσης, χρησιμοποίησε πειραματικά ένα νέο βερνίκι που κατέστρεψε τον πίνακα. Ο Michelangelo δεν προχώρησε ποτέ πέρα από μερικά προσχέδια, αφού προσκλήθηκε επειγόντως από τον Πάπα για δουλειά στη Ρώμη.

Για περίπου μια δεκαετία τα δύο μισοτελειωμένα έργα συνέχιζαν να διακοσμούν την αίθουσα. Στις ταραχές του 1512, ο Bartolommeo Bandinelli, από τη ζήλεια του για τον πολύ ανώτερό του συνάδελφο, κομμάτιασε τα προσχέδια του Michelangelo.

Το 2012 μια ομάδα ερευνητών ανακοίνωσαν ότι το έργο του da Vinci είχε διασωθεί κρυμμένο σε μια κοιλότητα, πίσω από έναν ψευδότοιχο που έχτισε για να το προστατεύσει ο Giorgio Vasari. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει αποκαλυφθεί.

 

Πηγές για τις εικόνες:

https://en.wikipedia.org/wiki/The_Battle_of_Anghiari_(Leonardo)#/media/File:Peter_Paul_Ruben's_copy_of_the_lost_Battle_of_Anghiari.jpg

https://en.wikipedia.org/wiki/Battle_of_Cascina_(Michelangelo)#/media/File:Battagliadicascina.jpg


Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

Τα διλήμματα του Robert E. Lee

 

Ο Robert E. Lee ήταν αρχιστράτηγος του συνομοσπονδιακού στρατού (Confederate States Army), ο οποίος συγκροτήθηκε από τους Νότιους προκειμένου να αντιμετωπίσουν, στη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφύλιου Πόλεμου, τον ορμητικά επερχόμενο στρατό των Yankees με επικεφαλής τον William Sherman.

Συνοπτικά, τα γεγονότα είναι τα εξής: λίγο πριν από την εκλογή του Προέδρου Abraham Lincoln, οι νότιες πολιτείες, εύρωστες οικονομικά με τις μεγάλες φυτείες βαμβακιού και τους πολλούς μαύρους δούλους, απαίτησαν την απόσχισή τους από την Ένωση. Ο Βορράς, πυκνοκατοικημένος και βιομηχανικός, ανταπάντησε με πόλεμο. Φυσικά, οι λόγοι της σύγκρουσης δεν ήσαν μόνον οικονομικοί. Ήσαν και πολιτικοί και σχετίζονταν με τον βαθμό εξάρτησης των πολιτειών από την κεντρική εξουσία, με το μέγεθος και την έκταση της δύναμής της, δεδομένου ότι αυτή διαχειριζόταν τη φορολογία.

Την περίοδο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ο Lincoln ζήτησε από τον Lee, ο οποίος ήταν τότε αξιωματικός του στρατού της Ένωσης και πολέμιος της δουλείας, να ηγηθεί των δυνάμεων της Ένωσης. Ο Lee αρνήθηκε, θεωρώντας ότι, παρά την πίστη του στην Ένωση και παρά τις πεποιθήσεις του περί δουλείας, ήταν υποχρεωμένος να υπηρετήσει την πολιτεία της Virginia και να μην «υψώσει το χέρι του ενάντια στους συγγενείς, στα παιδιά και στο σπίτι του». Δεν σταμάτησε όμως εκεί. Όπως έγραψα στην αρχή, ηγήθηκε κιόλας του στρατού των Νοτίων και πολέμησε γενναιότατα για μια υπόθεση που δεν την πίστευε. Πολέμησε, μεταξύ των άλλων, και για τη διατήρηση της δουλείας, την οποία υποστήριζε ο Νότος, όχι όμως και ο ίδιος.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν σε ηθικό επίπεδο είναι πολλά. Πρέπει να θαυμάζουμε ή όχι τον Lee για την πίστη του στη Virginia; Έχει άραγε η πίστη στην κοινότητα ηθική βαρύτητα; Μήπως πρέπει (ή δεν πρέπει) να τον κατηγορήσουμε, καθώς πολέμησε για μια άδικη υπόθεση όπως είναι η δουλεία;

Τα ερωτηματικά δεν θα πάψουν να μας βασανίζουν. Ούτε θα πάψουν να συζητούνται.

Το συμπέρασμα, πάντως, που εξάγεται από την περίπτωση Lee είναι ότι καθένας μας στη ζωή του αντιμετωπίζει συγκρουόμενα βάρη και ανταγωνιστικές απαιτήσεις. Υποχρεώνεται, λοιπόν, να επιλέξει. Μάλλον όχι με γενικούς, αφηρημένους κανόνες, αλλά με αρχές που σχετίζονται με τη συγκρότηση του χαρακτήρα του. Ενδεχομένως αυτές οι διλημματικές συνθήκες είναι αυτές που χτίζουν τον χαρακτήρα του.

Ο Lee, παρά τις προσπάθειες και τη γενναιότητά του, ηττήθηκε από τον ιδιοφυή στρατηγό των Βορείων William Sherman. Ο Lee υπέγραψε την παράδοση των Νοτίων στις 26 Απριλίου 1865.   

 

Πηγή για την εικόνα:  

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:American_Civil_War_Montage_2.jpg


Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

Το τρόπαιο των Πλαταιών

 

Τον Αύγουστο του 479 π.Χ. οι Έλληνες νίκησαν οριστικά τους Πέρσες στις Πλαταιές οι οποίοι είχαν εισβάλει στην Ελλάδα για δεύτερη φορά. Βασιλιάς των Περσών ήταν ο Αχαιμενίδης Ξέρξης και στρατηγός του ήταν ο γαμπρός του, ο Μαρδόνιος.

Τέσσερα χρόνια προετοίμαζε ο Ξέρξης την εκστρατεία του μετά την πρώτη αποτυχημένη εισβολή στην Ελλάδα του προκατόχου του, του Δαρείου. Ο στρατός του ήταν μεγάλος σε σύγκριση με τον ελληνικό, παρότι οι Έλληνες συγκέντρωσαν, από την πλευρά τους, όσο μεγαλύτερο στρατό μπορούσαν. Την προηγούμενη χρονιά ο Ξέρξης είχε νικήσει τους Έλληνες στις Θερμοπύλες. Με μπαμπεσιά, βέβαια, αλλά η νίκη είναι νίκη. Στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, που κι αυτή έγινε το 480 π.Χ., είχε, όμως, ηττηθεί.

Στρατηγός των Ελλήνων είχε οριστεί ο Σπαρτιάτης Παυσανίας, εξαιρετικός στρατηγός, ο οποίος, με μια σειρά τακτικών ελιγμών, κατάφερε να φέρει τους Πέρσες σε μειονεκτική θέση. Η σύγκρουση ήταν τρομακτική. Κι εκεί, πάνω στην αντάρα της μάχης, ο Αείμνηστος από τη Σπάρτη πέτυχε, πιθανόν με πέτρα, τον Μαρδόνιο στο κεφάλι και τον σκότωσε. Οι Πέρσες τράπηκαν σε φυγή. Οι Έλληνες είχαν σώσει την Ελλάδα από τον περσικό κίνδυνο, πράγμα που επικυρώθηκε και από τη νίκη τους στη Μυκάλη.

Οι Πέρσες, καθώς έφευγαν πανικόβλητοι, εγκατέλειψαν στις Πλαταιές ένα σωρό πολύτιμα λάφυρα, κι ανάμεσά τους την πολυτελέστατη σκηνή του ίδιου του βασιλιά τους, ο οποίος το είχε βάλει στα πόδια από την προηγούμενη χρονιά, μετά την ήττα στη Σαλαμίνα. Οι Έλληνες, που πήραν τη σκηνή του για τρόπαιο, της άλλαξαν χρήση.

Παραδίδεται (χωρίς βεβαιότητα αξιοπιστίας, αλλά ... τι σημασία έχει;) ότι οι Αθηναίοι την χρησιμοποίησαν ως σκηνικό  για τις παραστάσεις τους στο θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα!

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Greek-Persian_duel.jpg


Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Σκόρπιες σκέψεις για τον Επιτάφιο


Μερικές σκέψεις και απορίες που μας γεννάει ο Επιτάφιος. Έτσι σκόρπιες και αταξινόμητες.
Του Περικλή ή του Θουκυδίδη; Έχει άραγε τόση σημασία;
Έμφαση στους ζωντανούς (στη ζωή) αντί για τους νεκρούς. Γιατί;
Έμφαση στους πολίτες αντί για την ατομική περίπτωση. Γιατί;
Ο Επιτάφιος αυτονομήθηκε από το υπόλοιπο κείμενο των Ιστοριών του Θουκυδίδη, αποκτώντας ξεχωριστή οντότητα. Γιατί;
Αν και πρόκειται για κείμενο ρητορικό το οποίο, άρα, εκφράζει προσωπικές εκτιμήσεις του ρήτορα (ή του ιστορικού), εντούτοις το περιεχόμενό του ταυτίζεται στη συνείδηση των περισσοτέρων με την ιστορική αλήθεια. Δημιουργεί κάτι τέτοιο στρεβλώσεις;
Υπάρχουν τρόποι να ελεγχθεί η επιχειρηματολογία του Περικλή για την ανωτερότητα της αθηναϊκής δημοκρατίας;
Πώς, μετά τον έπαινο, δικαιολογείται η εξιστόρηση του λοιμού από τον Θουκυδίδη; Ήταν πράγματι η Αθήνα μια ιδεώδης δημοκρατία;
Η altera pars δεν εκπροσωπείται από τον Θουκυδίδη. Μήπως μπορούμε κάπου να αφουγκραστούμε τη φωνή της;


Κλέος (ατομικό και συλλογικό), ελευθερία, αυτάρκεια, ισότητα (ισηγορία, ισονομία, ισομοιρία), αξιοκρατία, σεβασμός της ιδιωτικής ζωής, ενεργητική συμμετοχή στα κοινά, σεβασμός της αισθητικής, σεβασμός της φιλοσοφίας, μέτρο, και υστεροφημία, είναι οι βασικές έννοιες που τέμνονται στο κείμενο.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Στην υγεία του Ομήρου


Τον 17ο αιώνα δεν συνηθιζόταν οι γυναίκες να μορφώνονται. Ο Tanneguy Le Fèvre, ελληνιστής και διευθυντής των βασιλικών εκδόσεων, είχε 5 παιδιά. Η μεγαλύτερη κόρη του ήταν η Anne. Πολύ έξυπνη και φιλομαθής, αλλά χωρίς αξιώσεις για μόρφωση. Ωστόσο, η Anne, εν αγνοία του πατέρα της, επωφελείται από την εκπαίδευση των αδελφών της, μαθαίνει ελληνικά και λατινικά και διακρίνεται για την επιμέλεια και την ικανότητά της. Το 1662, σε ηλικία 15 ετών, παντρεύεται τον άντρα που της υποδεικνύει ο πατέρας της, τον Jean Lesnier II, με τον οποίο χωρίζει 8 χρόνια αργότερα. Τη δεύτερη φορά διαλέγει η ίδια σύζυγο και διαλέγει καλύτερα. Παντρεύεται το 1683 έναν από τους σπουδαστές του πατέρα της, τον επίσης ελληνιστή Andre Dacier, με του οποίου το όνομα έγινε γνωστή.
Η Mme Dacier, μετά τον θάνατο του πατέρα της, αρχίζει να εκδίδει και να μεταφράζει πολλούς Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς. Σπουδαία είναι η έμμετρη μετάφρασή της στην Ιλιάδα και αργότερα στην Οδύσσεια.


Αυτήν τη μετάφραση της Ιλιάδας μάλλον διάβασε ο Antoine Hudar de la Motte, ο οποίος το 1714 δημοσιεύει μια δική του μετάφραση, καθόλου πιστή στο πρωτότυπο. Ο La Motte τροποποιεί τον Όμηρο, επειδή, όπως εξηγεί σε συνοδευτικό κείμενο, ο ομηρικός τρόπος δεν τον ικανοποιεί αισθητικά. Η Mme Dacier υπερασπίζεται τον Όμηρο σε ένα έργο της που κυκλοφορεί την ίδια χρονιά με τίτλο Des causes de la corruption du goût (Αιτίες για την αισθητική διαφθορά). Ο αβάς Jean Terrasson παίρνει τη σκυτάλη της διαμάχης, υποστηρίζοντας ότι μετά την ανάπτυξη της επιστήμης και της φιλοσοφίας, ειδικά από τον René Descartes, η ποίηση είχε φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα μπροστά στα οποία ο Όμηρος δεν πιάνει δεκάρα. Σε συμβιβασμό επιχειρεί να οδηγήσει τις δύο πλευρές ο φιλόσοφος Claude Buffier με το έργο του Homère en arbitrage (Ο Όμηρος σε διαιτησία), υποστηρίζοντας ότι, έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν αρνείται ότι ο Όμηρος είναι από τους πιο ιδιοφυείς συγγραφείς όλων των εποχών και ότι το έργο του έχει τεράστια αξία.
Στις 5 Απριλίου 1716, στο δείπνο που παραθέτει στην οικία του ο ναύαρχος και λόγιος Jean-Baptiste-Henri de Trousset, λόρδος του Valincour, η Mme Dacier και ο la Motte συμφιλιώνονται και τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους στην υγεία του Ομήρου!

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Το παράπονο του Ισοκράτη


Στην Αρχαία Αθήνα υπήρχε ένας πολύ σοφός και πολύ ενδιαφέρων νόμος, ο λεγόμενος «νόμος της αντιδόσεως».
Ως γνωστόν, μέσα στο πλαίσιο του πολιτικού τους καθήκοντος, οι εύποροι Αθηναίοι αναλάμβαναν τις περίφημες «λειτουργίες». Δηλαδή, αναλάμβαναν να καλύψουν με τη δική τους περιουσία διάφορες ανάγκες της πόλεως. Χορηγία, γυμνασιαρχία, εστίαση, αρχιθεωρία, ιπποτροφία ήσαν κάποιες από τις «λειτουργίες». Και ναι μεν οι πλούσιοι Αθηναίοι ξόδευαν πολύ γενναιόδωρα μέρος της περιουσίας τους προς όφελος της πόλεως, αλλά κι εκείνη δεν ήταν αγνώμων: τους περιέβαλλε με λαμπρές τιμές και δόξα.
Κάποιες φορές, όμως, η επιλογή των Αθηναίων που θα βαρύνονταν με τέτοια έξοδα δεν ήταν η ενδεδειγμένη. Τα πρόσωπα που επιλέγονταν δεν ήσαν –ή ισχυρίζονταν ότι δεν ήσαν- τόσο πλούσιοι και, άρα, τους ήταν αδύνατον να αναλάβουν τέτοιο κόστος. Τι γινόταν σ’ αυτήν την περίπτωση; Ο αδικούμενος είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την τιμή που του έκανε η πόλις επιλέγοντάς τον για συγκεκριμένη «λειτουργία». Ζητούσε, λοιπόν, να απαλλαγεί ο ίδιος από την υποχρέωση, υποδεικνύοντας συγχρόνως κάποιον άλλο πλουσιότερο Αθηναίο για να αναλάβει τα έξοδα της «λειτουργίας». Και μάλιστα, τον προκαλούσε σε αντίδοση. Τον προκαλούσε, με άλλα λόγια, να ανταλλάξουν περιουσίες. Το αποτέλεσμα ήταν: ή ο δεύτερος πολίτης να αποδεχτεί την ανάληψη της «λειτουργίας» ή η υπόθεση να οδηγηθεί στο δικαστήριο.
Για μια τέτοια αντιδικία ο διάσημος ρήτορας Ισοκράτης εκφώνησε στο δικαστήριο τον λόγο του Περί Αντιδόσεως. Ο θιγόμενος πολίτης από την επιλογή του για την ανάληψη τριηραρχίας ήταν ο Λυσίμαχος, ο οποίος πρότεινε στη θέση του τον Ισοκράτη και τον προκάλεσε να ανταλλάξουν τις περιουσίες τους. Εκείνος δεν δέχτηκε και η υπόθεση δικάστηκε, με αποτέλεσμα την ήττα του Ισοκράτη.


Ο σωζώμενος λόγος δεν είναι αυτός που εκφωνήθηκε όταν έγινε το περί αντιδόσεως δικαστήριο, αλλά έχει γραφτεί σε μεταγενέστερο χρόνο (354-353 π.Χ.), όταν ο Ισοκράτης ήταν 82 χρονών. Στην ουσία, ο ρήτορας δανείζεται την εξωτερική τυπολογία ενός λόγου περί αντιδόσεως για να υπερασπιστεί τις απόψεις και τον βίο του. Πρόκειται, θα λέγαμε, για απολογία, παρόμοια με τη σωκρατική, που προέκυψε ως αποτέλεσμα της προηγούμενης δίκης και της πικρής διαπίστωσης ότι η εκτίμηση των συμπολιτών του γι’ αυτόν δεν ήταν όση εκείνος πίστευε ότι του είχαν ή ότι του άξιζε.  Μπορούμε ακόμα να θεωρήσουμε τον συγκεκριμένο λόγο και ως αυτοβιογραφία, την πρώτη μάλιστα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Το σημαντικό είναι ότι σε αυτόν τον λόγο ο ρήτορας υπερασπίζεται τον εαυτό του έναντι κάποιων «υποθετικών» συκοφαντών, όχι μόνο με δικανικά επιχειρήματα, αλλά και εκθέτοντας τις πολιτικές και παιδευτικές του ιδέες. Φυσικά, υποστηρίζει ότι ποτέ δεν έγινε πλούσιος. Και σε αυτό το σημείο βρίσκουμε κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Είμαστε στο κεφάλαιο 166, όπου ο Ισοκράτης παραπονιέται για τη μεταχείριση που του επιφύλαξε η πόλις, και μάλιστα συγκρίνοντάς την με εκείνη που επιφύλαξε σε έναν ποιητή, τον Πίνδαρο.
Εσείς, για τους οποίους ξόδεψα ό,τι είχα και δεν είχα, με οδηγήσατε σε δίκη, λέει ο Ισοκράτης. Και το πιο υποτιμητικό. Οι προγενέστεροί σας τον ποιητή Πίνδαρο, μόνο και μόνο για έναν του στίχο, στον οποίο χαρακτηρίζει την Αθήνα “έρεισμα της Ελλάδος”, τόσο πολύ τον τίμησαν, ώστε του έδωσαν τον τίτλο του προξένου και μαζί το σεβαστό ποσό των 10000 δραχμών. Εγώ έχω εγκωμιάσει την πόλιν και τους προγόνους μας πολύ περισσότερο και πολύ καλύτερα. Κι όμως, τώρα κινδυνεύω να μην μπορώ στο εξής να επιβιώσω.
Ρητορική VS Ποίηση. Η ρητορική τα βάζει εδώ με την ποίηση, όπως τα είχε βάλει νωρίτερα μαζί της η φιλοσοφία. Φαίνεται ότι οι εχθροί καθόλου δεν της λείπουν.
Ο Ισοκράτης, πάντως, παρά τον κακοφανισμό του από τη συμπεριφορά των συμπολιτών του, έζησε ακόμη 16 χρόνια. Πέθανε 98 χρονών, χωρίς να έχει διευκρινιστεί το πώς πέθανε. Κάποιοι λένε ότι δεν άντεξε τα νέα για τη νίκη του Φιλίππου στη Χαιρώνεια και αυτοκτόνησε δια λιμοκτονίας. Άλλοι, ωστόσο, ισχυρίζονται ότι καθόλου δεν ενοχλήθηκε από τις επιτυχίες του Φιλίππου, αφού ανήκε σε αυτούς που ενθάρρυναν τα ηγεμονικά του σχέδια.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020

Giulio Duhet: ο αεροπορικός έλεγχος


Ο πρώτος μεγάλος πόλεμος έχει τελειώσει με ολόκληρο τον κόσμο να έχει υποστεί τεράστια πλήγματα σε όλα τα επίπεδα. Όσοι παλιότερα τον είχαν χαρακτηρίσει ως «τον πόλεμο που θα έθετε τέλος σε όλους τους πολέμους» διαψεύστηκαν.
Συμβαίνει μετά το τέλος κάθε πολέμου. Οι άνθρωποι αρχίζουν να αναρωτιούνται πώς θα διεξαχθεί ο επόμενος. Το ίδιο και τώρα. Όλοι καταλαβαίνουν ότι η αναμέτρηση των Μεγάλων Δυνάμεων δεν έχει ολοκληρωθεί και προσπαθούν να φανταστούν και να σχεδιάσουν τη συνέχεια, έχοντας υπ’ όψιν το μάθημα που πήραν: ο πόλεμος φθοράς αυξάνει τις στρατιωτικές απώλειες, άρα πρέπει να επιλεγούν επιχειρήσεις καθοριστικής σημασίας και, επιπλέον, πρέπει να παρακαμφθούν ή να εξουδετερωθούν οι γραμμές άμυνας του εχθρού.
Ο Giulio Duhet είναι Ιταλός στρατηγός και επαγγελματίας μηχανικός, ο οποίος γρήγορα θα ασπαστεί τη φασιστική ιδεολογία. Μεταξύ 1915-1918, ως επιτελικός αξιωματικός, είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει και να αναλύσει τις αποτυχημένες ιταλικές επιθέσεις κατά μήκος του ποταμού Isonzo. Τότε, είχε μάλιστα προτείνει ως λύση τη δημιουργία μιας μεγάλης δύναμης βομβαρδιστικών που θα χρησιμοποιούνταν εναντίον του εχθρού. Το 1921 εκδίδεται το έργο του Il commando den aereo (Ο αεροπορικός έλεγχος). Η βασική παραδοχή αυτού του έργου είναι ότι η μορφή κάθε πολέμου εξαρτάται από τα διαθέσιμα τεχνικά μέσα. Η χρήση των πυροβόλων, τα ταχυβόλα όπλα μικρού διαμετρήματος και το υποβρύχιο ήσαν καινοτομίες που έφεραν την επανάσταση στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου. Η αεροπορική υποστήριξη, ισχυρίζεται ο Duhet, θα προκαλέσει μια νέα επανάσταση στις πολεμικές επιχειρήσεις. 40 αεροσκάφη εφοδιασμένα με 80 τόνους βομβών θα μπορούσαν να καταστρέψουν μια πόλη σαν το Treviso, αναφέρει παραδειγματικά. Ο Duhet προφανώς αναφέρεται σε βομβαρδιστικά αεροσκάφη που θα χρησιμοποιηθούν επιθετικά. Πρόκειται για τον λεγόμενο «στρατηγικό βομβαρδισμό».


Το επιχείρημα του Duhet είναι το εξής: όσο ο πόλεμος διεξαγόταν αποκλειστικά στο έδαφος, νικήτρια του πολέμου αναδεικνυόταν η πλευρά που κατάφερνε να διασπάσει τις γραμμές άμυνας της αντίπαλης. Γνωρίζοντας, όμως, αυτό, κάθε πλευρά ενίσχυε τις αμυντικές της γραμμές ώστε, κάποια στιγμή, η διάσπασή τους καθίστατο αδύνατη. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στα μετόπισθεν ο άμαχος πληθυσμός συνέχιζε ανενόχλητος την παραγωγή υλικού, κι έτσι πρακτικά ο πόλεμος μπορούσε να συνεχίζεται επί σειρά ετών δίχως σταματημό. Αντιθέτως, τα αεροσκάφη, έχοντας τη δυνατότητα να πετούν πάνω από τις γραμμές του μετώπου, ήσαν σε θέση να χτυπούν πληθυσμιακούς και βιομηχανικούς στόχους. Πότε θεωρούμε ότι μία δύναμη έχει τον αεροπορικό έλεγχο; Όταν κατάφερνε να επιτεθεί, στην αρχή κιόλας του πολέμου, στις αεροπορικές εγκαταστάσεις του εχθρού. Μετά απ’ αυτό θα μπορούσε ανενόχλητη να στραφεί σε μη στρατιωτικούς στόχους, πετυχαίνοντας όχι μόνο να προκαλέσει μεγάλους απώλειες στους αντιπάλους της, αλλά και να σπάσει το ηθικό τους. Με την εξουδετέρωση των εχθρικών γραμμών άμυνας, ο πόλεμος θα τελείωνε πριν καν αρχίσει. Με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζει ο Duhet, αντί για έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς, υιοθετείται μια «φιλάνθρωπη» εναλλακτική λύση!


Οι πρακτικές που ακολουθήθηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δικαίωσαν τον Duhet. Όσο για το πόσο «φιλάνθρωπος» ήταν αυτός ο πόλεμος, μιλούν οι αριθμοί: 50 έως 85 εκατομμύρια νεκροί, πράγμα που δίνει στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο μια θλιβερή πρωτιά. Υπήρξε η πιο θανατηφόρα σύγκρουση στην ανθρώπινη ιστορία.

Πηγές για την εικόνες:

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

Για τη συμφωνία Sykes-Picot


Ο Sir Tatton Benvenuto Mark Sykes, 6ος βαρονέτος, είχε τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη το 1914, όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μέχρι τότε, είχε ήδη υπηρετήσει στη Νότια Αφρική κατά τον πόλεμο των Boers, είχε ταξιδέψει στην ασιατική Τουρκία για κάμποσα χρόνια, είχε εκδώσει τα ταξιδιωτικά του ημερολόγια και ήταν εκλεγμένο μέλος του Κοινοβουλίου με το συντηρητικό κόμμα από το 1911. Επειδή είχε πολλές γνώσεις και μεγάλη εμπειρία για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, στην αρχή του μεγάλου πολέμου η κυβέρνηση του ανέθεσε να εργαστεί στο τμήμα πληροφοριών του Υπουργείου Πολέμου, το οποίο διηύθυνε ο λόρδος Kitchener. Ο Sykes έκανε τη δουλειά του τόσο καλά, που γρήγορα απέκτησε μεγάλη επιρροή στη διαμόρφωση των αποφάσεων για ζητήματα της Ανατολής. Εξάλλου, αυτός ήταν που είχε από νωρίς προειδοποιήσει το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας του για την πρόθεση της Τουρκίας να συνταχθεί με τις Κεντρικές Δυνάμεις και όχι με τους Συμμάχους.
Ο Francois Marie Denis Georges-Picot σπούδασε νομικά και στη συνέχεια, το 1895, εντάχθηκε στο διπλωματικό σώμα. Υπηρέτησε στην Κοπεγχάγη, στο Πεκίνο και, λίγο πριν από την αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τοποθετήθηκε ως Γενικός Πρόξενος της Γαλλίας στη Βηρυτό. Με το ξέσπασμα του πολέμου πήγε στο Κάιρο, από όπου ανέπτυξε καλές σχέσεις με τους Μαρωνίτες του Λιβάνου.
Η διανομή των αραβικών εδαφών του «μεγάλου ασθενή», της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε πονοκέφαλο για τις τρεις ενδιαφερόμενες δυνάμεις, τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία, καθεμιά από τις οποίες επιθυμούσε να διατηρήσει σφαίρες επιρροής, εφόσον βέβαια ο μεγάλος πόλεμος είχε γι’ αυτές αίσιο τέλος. Προς αυτήν την κατεύθυνση έγιναν εντατικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή, στις 3 Ιανουαρίου 1916, κι ενώ ο πόλεμος δεν είχε ακόμα κριθεί, μιας μυστικής συμφωνίας μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας. Η συμφωνία είχε και τη συγκατάθεση της Ρωσίας, ελήφθησαν δε υπ’  όψιν και οι αξιώσεις της Ιταλίας. Η μυστική αυτή συμφωνία είναι γνωστή ως συμφωνία Sykes-Picot από τα ονόματα των δύο διπλωματών που ανέλαβαν να την συντάξουν εκ μέρους της Βρετανίας και της Γαλλίας και επικυρώθηκε από τις δύο κυβερνήσεις στις 9 και 16 Μαΐου της ίδιας χρονιάς.
Οι δύο διπλωμάτες φαίνεται να κατέληξαν εύκολα στη μοιρασιά. Ο τριανταεξάχρονος Sykes πήρε στα χέρια του έναν μαρκαδόρο και χάραξε πρόχειρα μια γραμμή πάνω στον χάρτη της Μέσης Ανατολής. Η γραμμή ξεκινούσε από την Άκρα του σημερινού Ισραήλ (στη βόρεια πλευρά του κόλπου της Χάιφα) και έφτανε στα βορειοανατολικά, μέχρι το Κιρκούκ του σημερινού Ιράκ. Όσες περιοχές βρίσκονταν στα νότια της γραμμής ετίθεντο υπό βρετανικό έλεγχο (ώστε η Βρετανία να έχει το απαραίτητο στρατηγικό βάθος που θα προστάτευε τη διώρυγα του Σουέζ) και όσες βρίσκονταν στα βόρεια υπό γαλλικό. Πρακτικά, η μεν Βρετανία προτίμησε το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής που σήμερα αποτελεί το Ιράκ μαζί με τα τεράστια πετρελαϊκά του αποθέματα, ενώ άφησε στους Γάλλους την περιοχή που σήμερα αποτελεί τη Συρία. Για τη Ρωσία κράτησαν τα αρμενικά βιλαέτια που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αφού η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά τής είχαν ήδη παραχωρηθεί με προηγούμενη συμφωνία.


Φυλές, εθνότητες, θρησκείες, ιστορικές παραδόσεις δεν έπαιξαν κανέναν ρόλο στη διανομή και στη συμφωνία. Ούτε έπαιξαν ρόλο οι υποσχέσεις που είχαν προηγουμένως δοθεί: οι Βρετανοί είχαν, για παράδειγμα, υποσχεθεί τη Συρία στον Σαρίφ Χουσεΐν Μπιν Αλί που είχε ξεσηκωθεί κατά Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όμως η συμφωνία την παραχωρούσε στη Γαλλία.
Όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, όταν τα σύνορα χαράζονται αυθαίρετα, τότε υπάρχει αιτία για βιαιότητα και εξτρεμισμό. 
Σήμερα, οι μεγάλες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή εκδηλώνονται ακριβώς στην καρδιά των εδαφών που ρυθμίστηκαν με τη Sykes-Picot.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Ρασπούτιν ή -με το πλήρες όνομα- Grigori Yefimovich Rasputin


Ο τσάρος Νικόλαος Β΄ της Ρωσίας και η σύζυγός του Αλεξάνδρα το είχαν συνήθεια να συμβουλεύονται, για τις προσωπικές τους και για τις κρατικές υποθέσεις, διάφορους «πνευματικούς». Ο πιο επιφανής ανάμεσά τους, εκείνος που υποσκέλισε όλους τους άλλους και κυριολεκτικά κυριάρχησε στη ρωσική πολιτική σκηνή ήταν ο σχεδόν αμόρφωτος, αλλά από πολλές απόψεις εξόχως χαρισματικός, Grigori Yefimovich Rasputin.
Παρά την ταπεινή καταγωγή του, ο Rasputin κατάφερε να εισχωρήσει στους εκλεκτότερους κύκλους, συντροφεύοντας τους άντρες στα σαλόνια και τις γυναίκες στις κρεβατοκάμαρες. Ο μύθος έχει αναμιχθεί με την πραγματικότητα, ωστόσο φαίνεται ότι περνιόταν για άνθρωπος άγιος, με θεραπευτικές ικανότητες θαυματουργές, φήμη που στερεώθηκε κυρίως μετά τη θεραπεία του αιμορροφιλικού γιου του τσαρικού ζεύγους με αποστάγματα και γιατροσόφια δικής του εμπνεύσεως. Εξάλλου, ο Rasputin, θεωρούμενος μοναχός αν και ουδέποτε χειροτονήθηκε, πρότεινε τις δικές του θεραπείες για διάφορα προβλήματα: για τα πολιτικά προβλήματα η θεραπεία που προτιμούσε ήταν η εξόντωση των αντιπάλων του, για τα προβλήματα της γυναικείας ψυχής πρότεινε τη σεξουαλική εξάντληση, με αχαλίνωτα βίτσια και διαστροφές, που θα οδηγούσε στη «θεία αταραξία».


Τόσο ο υστερικός πολιτικός του αμοραλισμός όσο και ο σκανδαλωδέστατος σεξουαλικός του βίος εξόργισαν πολλούς. Κυρίως, όμως, η ακολασία του Rasputin επιδείνωνε την ήδη επισφαλή θέση της ρωσικής μοναρχίας. Κάμποσες απόπειρες δολοφονίας οργανώθηκαν, οι οποίες όμως όλες απέτυχαν. Ώσπου, τη νύχτα της 29ης προς την 30ή  Δεκεμβρίου 1916, μια συνωμοσία εναντίον του στέφθηκε από επιτυχία, αν και αρκετά επεισοδιακά. Οι συνωμότες, με αρχηγό τον εξ αγχιστείας ανεψιό του τσάρου Felix Yusupov, τάισαν τον Rasputin με δηλητηριασμένα γλυκά και τον πότισαν με δηλητηριασμένο κρασί. Εκείνος, όμως, δεν παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα δηλητηρίασης, γι’ αυτό ο Yusupov τον πυροβολεί στο στήθος. Πιστεύοντας ότι είναι νεκρός, τον εγκαταλείπει στο δωμάτιο προκειμένου να φροντίσει να καλύψει τη δολοφονία. Όμως, ο Rasputin όχι μόνο επιβιώνει αλλά και  επιτίθεται στον Yusupov, όταν αυτός επιστρέφει, ενώ καταφέρνει και να συρθεί κραυγάζοντας μέχρι την αυλή. Εκεί, ένας άλλος συνωμότης, ο Vladimir Purishkevich, αδειάζει πάνω του έναν γεμιστήρα. Κατόπιν, τυλίγουν το σώμα του σε χοντρό ύφασμα, του δένουν ένα βαρίδι και το πετούν στον ποταμό Nevka. Παραδόξως, ο  Rasputin ανασαίνει ακόμα. Πεθαίνει μόνον όταν το σώμα του έρχεται σε επαφή με τα παγωμένα νερά.
Τον Μάρτιο του 1917, κι ενώ τον προηγούμενο μήνα είχε σαρωθεί από την επανάσταση το τσαρικό καθεστώς, διατάζεται εκταφή και το νεκρό σώμα του Rasputin καίγεται στην πυρά, έτσι ώστε ο τάφος του να μην γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους υποστηρικτές του παλαιού καθεστώτος. Και τότε ακόμα, κάποιοι μάρτυρες είπαν ότι ο Rasputin δεν ήταν νεκρός και ότι τον είδαν μέσα από τις φλόγες να «ανακάθεται». Αργότερα, κάποιοι άλλοι υποστήριξαν ότι στη δολοφονία του Rasputin αναμίχθηκαν και οι αγγλικές μυστικές υπηρεσίες, δεδομένου ότι, όπως ισχυρίζονται, αυτός ωθούσε τον τσάρο  να υπογράψει με τη Γερμανία χωριστή συμφωνία, πράγμα που θα της επέτρεπε να συγκεντρώσει τις στρατιωτικές δυνάμεις της και να κάμψει το Δυτικό Μέτωπο.
Τα περιστατικά του θανάτου του τροφοδότησαν, εξίσου με τα έκφυλα περιστατικά της ζωής του, τον θρύλο του Rasputin τόσο ώστε οι χωρικοί να φοβούνται στο εξής το στοιχειωμένο πνεύμα του. Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού στη Ρωσία, υπήρξαν ορισμένοι που πρότειναν την αγιοποίησή του και άλλοι που πολέμησαν σφοδρά ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Πάντως, το γεγονός είναι ότι μέχρι σήμερα ο Rasputin αποτελεί πρόσωπο εξαιρετικά μυστηριώδες και αμφιλεγόμενο. Δανείζει, μάλιστα, το όνομά του σε συγκαιρινά μας πολιτικά πρόσωπα που πιστεύεται ότι ξεπατικώνουν τις δαιδαλώδεις μεθοδεύσεις του και τις πανούργες τακτικές του.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 16 Ιουνίου 2019

Ο Miguel de Cervantes στη ναυμαχία της Ναυπάκτου


Το πρωί της 7ης Οκτωβρίου 1571, της ημέρας κατά την οποία ο ενωμένος στόλος των χριστιανικών δυνάμεων κατανίκησε τον τουρκικό στον κόλπο της Ναυπάκτου, ο Miguel de Cervantes, που ήταν στο πλήρωμα του πλοίου Marquesa με διοικητή τον Agostino Barbarigo, είχε υψηλό πυρετό εξαιτίας μια γαστρεντερίτιδας η οποία τον ταλαιπωρούσε κάμποσες ημέρες. Δίπλα του, τον γιατροπόρευε ο αδελφός του Rodrigo.
Ο Miguel είχε καταταγεί στο ναυτικό τον Ιούλιο του 1570. Μερικά χρόνια αργότερα ο ήρωάς του, ο Don Quixote, θα έλεγε: «Δύο δρόμοι υπάρχουν που οι άνθρωποι μπορούν να ακολουθήσουν για να αποκτήσουν πλούτη: ο ένας είναι τα γράμματα και ο άλλος τα όπλα. Εγώ βρίσκομαι πιο κοντά στα όπλα παρά στα γράμματα». Ίσχυε αυτό και για τον συγγραφέα του; Πάντως, γιατί κατατάχθηκε κανείς δεν ξέρει. Ήθελε να αποκτήσει φήμη; Ήθελε να βγάλει σίγουρα χρήματα με τον στρατιωτικό μισθό που θα έπαιρνε; Ήταν απλώς μια νεανική τρέλα;

Το άγαλμα του Cervantes στη Ναύπακτο

Την ημέρα της ναυμαχίας, ο Miguel βγήκε ελεύθερος υπηρεσίας λόγω της ασθένειάς του. Του επιτράπηκε να παραμείνει στις κουκέτες και το ίδιο τον συμβούλευσαν να κάνει ο αδελφός του και οι φίλοι του. Εκείνος, όμως, είχε αντίθετη άποψη. Ρίχτηκε στη μάχη από το πόστο που του όρισαν και πολέμησε λιονταρίσια. Στο τέλος της μάχης η θάλασσα είχε βαφτεί κόκκινη από το αίμα νεκρών και τραυματιών. Ο Cervantes ήταν ανάμεσα στους 100 τραυματίες του  Marquesa. Είχε δεχτεί τρεις σφαίρες: δύο στο στήθος και μία στο αριστερό χέρι. Μαζί με την αύξηση μισθού της τάξης των 3 σκούδων που πήρε την επόμενη ημέρα, ο  Miguel πήρε και εισιτήριο εισόδου για το νοσοκομείο της Μεσίνας. Έμεινε εκεί μερικούς μήνες. Όταν βγήκε, ήταν πια ανάπηρος από το αριστερό του χέρι. Έκτοτε, ο Miguel αυτό το χέρι –και όχι το άλλο που έγραψε τον Don Quixote- επιδείκνυε με ασυγκράτητη υπερηφάνεια. Και μάλιστα, στον πρόλογο του δεύτερου μέρους του έργου του έγραψε: «Αν οι λαβωματιές μου δεν φαντάζουν στα μάτια εκείνου που τις βλέπει, λογαριάζονται τουλάχιστον στην εκτίμηση εκείνων που ξέρουν πού τις έχω παρμένες».
Ο Miguel στην άγρια αυτή ναυμαχία της Ναυπάκτου αφιέρωσε ένα θεατρικό έργο, με τίτλο Η ναυμαχία, το όποιο όμως έχει χαθεί.

Πηγή για την εικόνα: