Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Reagan R.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Reagan R.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2021

Είναι δίκαιη η ζωή;

 

Είναι δίκαιη η ζωή; Σε αυτό το ερώτημα ο σπουδαίος Αμερικανός οικονομολόγος Milton Friedman απαντά «όχι», προσθέτοντας ότι, αντί να γκρινιάζουμε για την αδικία, είναι σκόπιμο να παραδεχτούμε ότι επωφελούμαστε από αυτήν. Επιχειρηματολογεί, μάλιστα, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του Cassius Clay, γνωστότερου με το όνομα Muhammad Ali. Ο Friedman, φλογερός θαυμαστής του laissez-faire και απολύτως επικριτικός στις εξισωτικές ιδέες, παραδέχεται, ωστόσο, ότι δεν είναι δίκαιο έναντι όλων των υπόλοιπων το ότι ο Muhammad Ali γεννήθηκε με την ικανότητα εκείνη που του επέτρεψε να γίνει μεγάλος πυγμάχος. Επιπλέον, ο Cassius Clay κέρδιζε σε μια νύχτα εκατομμύρια δολάρια, πολλά περισσότερα από όσα μπορεί να κερδίσει για τον ίδιο χρόνο εργασίας ένας λιμενεργάτης. Θα το λέγαμε αυτό δίκαιο; Αν η πρώτη απάντηση που σας έρχεται στο μυαλό είναι «όχι», ίσως θα συμφωνούσα μαζί σας, μόνο που πρέπει να σκεφτείτε και κάτι ακόμα: θα θεωρούσατε δίκαιο αν, στο όνομα ενός αφηρημένου ιδεώδους δικαιοσύνης, απαγορεύαμε στον Cassius Clay να αγωνίζεται και να κερδίζει εκατομμύρια δολάρια, στερώντας όμως έτσι από τους ανθρώπους την απόλαυση να τον παρακολουθούν;

Μήπως, λοιπόν, εάν εξαλείφαμε αυτό που στην αρχή θεωρήσαμε ως αδικία (το ξεχωριστό χάρισμα του Cassius Clay που του εξασφάλιζε κέρδος εκατομμυρίων), διαπράτταμε μια άλλη αδικία απέναντι τους οπαδούς του; Μα, θα μου πείτε, θα μπορούσαμε να υποχρεώσουμε τον Cassius Clay να αγωνίζεται με αμοιβή ίση προς εκείνη του λιμενεργάτη, διασώζοντας έτσι και την απόλαυση των ανθρώπων. Ποιος, όμως, θα υποστήριζε στα σοβαρά ότι η αγωνιστική δεινότητα του Cassius Clay θα ήταν ίδια αν οι απολαβές του ήσαν τόσο πενιχρές;

Εν τέλει, δεν είναι η οικονομία της ελεύθερης αγοράς που καθορίζει την αξία των αγαθών; Μπορείτε να επεκτείνετε το παράδειγμα και σε άλλες κατηγορίες ταλαντούχων ανθρώπων: τραγουδιστών, ηθοποιών κ.λπ.. Μπορείτε να το επεκτείνετε και σε διάφορες κατηγορίες, κατά γενική ομολογία «άχρηστων», αγαθών. Πιστεύετε πως είναι άδικο να αγοράζονται, παρόλο που καλύπτουν τις, έστω και «φανταστικές» ανάγκες των ανθρώπων; Μήπως θα έπρεπε να υπάρχουν συστάσεις ή επιβολή (από μια αδιευκρίνιστη κρατική ή ιδιωτική αυθεντία) για το τι αξίζει να αγοράζουμε; Δεν σας περνάει από το μυαλό ότι κάτι τέτοιο, όπου έχει συμβεί, συνδέεται με αυταρχικότητα και ολοκληρωτισμό;

Πάντως, ο  Milton Friedman, στο βιβλίο του με τίτλο Free to Choose (Ελεύθεροι να διαλέγουμε), το οποίο έγραψε μαζί με τη σύζυγό του, υπερασπίζεται με πάθος την ελεύθερη αγορά. Το βιβλίο του κυκλοφόρησε στην Αμερική το 1980, όταν υποψήφιος για την προεδρία ήταν ο Ronald Reagan. Έτσι κι αλλιώς, ο Milton Friedman εκτιμούσε ιδιαιτέρως την οικονομική πολιτική του προεδρικού υποψήφιου και μετέπειτα Προέδρου.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/Muhammad_Ali#/media/File:Zbigniew_Pietrzykowski_and_Muhammad_Ali_1960.jpg


Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Για τη Mont Pelerin Society


Ο σπουδαίος ιστορικός, ακραιφνής φιλελεύθερος, πολέμιος κάθε πολιτικού και θρησκευτικού φανατισμού, John Emerich Edward Dalberg, 1ος βαρόνος Acton of Aldenham, είναι ο ένας από τους δύο ανθρώπους που παραλίγο να δώσουν το όνομά τους σε μια εταιρεία η οποία δημιουργήθηκε στις 10 Απριλίου 1947. Ο δεύτερος ήταν ο άλλος φιλελεύθερος, ο γνωστός Γάλλος Alexis-Charles-Henri-Clérel de Tocqueville, που έγραψε το δίτομο De la démocratie en Amérique (Η δημοκρατία στην Αμερική), μία από τις πρώτες πραγματείες στην κοινωνιολογία και στην πολιτική επιστήμη.
Η ιδέα για την εταιρεία που χρειαζόταν να βαφτιστεί προέκυψε σε ένα συνέδριο το οποίο είχε οργανώσει ένας τρίτος κλασικός φιλελεύθερος οικονομολόγος, ο Αυστριακός Friedrich August Hayek. Σε αυτό το συνέδριο συμμετείχαν 39 πανεπιστημιακοί ερευνητές, οικονομολόγοι πρωτίστως, αλλά και ιστορικοί και φιλόσοφοι. Ο σκοπός της συνάντησης; Το μέλλον του φιλελευθερισμού και ο πόλεμος ενάντια στην «κρατικιστική υπεροχή και στη μαρξιστική ή κευνσιανή αντίληψη περί κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας που εξαπλωνόταν στην υφήλιο» (state ascendancy and Marxist or Keynesian planning [that was] sweeping the globe).
Η εταιρεία, που ιδρύθηκε από τον Hayek με συνιδρυτές τον Karl Popper, τον Ludwich Heinrich Edler von Mises, τον George Stigler και τον Milton Friedman, δεν είχε κανέναν προπαγανδιστικό προσανατολισμό, ούτε επεδίωκε να εγκαθιδρύσει κάποια ορθοδοξία. Στόχευε στη διευκόλυνση ανθρώπων με όμοιες αντιλήψεις να ανταλλάσσουν ιδέες, σε μια προσπάθεια ενδυνάμωσης των αρχών της ελεύθερης κοινωνίας, καθώς και μελέτης της λειτουργίας, των αξιών και των ατελειών ενός οικονομικού συστήματος προσανατολισμένου στην αγορά.


Όσο για το όνομά της … Ο συνδυασμός Acton-Tocqueville (Acton-Tocqueville Society) απορρίφθηκε από δύο εξέχουσες προσωπικότητες. Από τον von Mises, ο οποίος εξέφρασε την ανησυχία του για το ότι η εταιρεία θα φορτωνόταν τα λάθη των επωνύμων της Lord Acton και Tocqueville. Και από τον Frank Knight, ο οποίος εξήγησε πόσο θα επηρεαζόταν το κύρος της εταιρείας αν έπαιρνε το όνομά της από δύο «ρωμαιοκαθολικούς αριστοκράτες»!
Ποιο όνομα πήρε τελικά; Πήρε το μάλλον αδιάφορο όνομα Mont Pelerin Society (MPS), από το ελβετικό χωριό όπου γινόταν η συνάντηση.
Το αδιάφορο, όμως, όνομα δεν την εμπόδισε να ασκήσει τέτοια επιρροή, ώστε πολλά μεταγενέστερα think tanks να χρωστάνε σε αυτήν τη δημιουργία τους. Επιπλέον, ανάμεσα στα κατά καιρούς μέλη της φιγουράρουν διάσημοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι, οικονομολόγοι και σύμβουλοι κυβερνήσεων. Χαρακτηριστικά, από τους 76 οικονομικούς συμβούλους του προσωπικού της προεκλογικής εκστρατείας του Αμερικανού Προέδρου Ronald Wilson Reagan το 1980, οι 22 ήσαν ενεργά μέλη της Mont Pelerin Society. Από την άλλη πλευρά, μαρξιστές θεωρητικοί την κατηγόρησαν ως υπεύθυνη όχι για την εξάπλωση του φιλελευθερισμού, όπως δηλωνόταν στην ιδρυτική της πράξη, αλλά του νεοφιλελευθερισμού, ενώ κάποιοι άλλοι θεωρητικοί την εγκάλεσαν για στροφή στον σοσιαλισμό (sic!).

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019

Οικονομικές θεωρίες: η καμπύλη Laffer


Το 1974, στο εστιατόριο Two Continents του ξενοδοχείου Washington, δειπνούν ο Jude Wanniski, συντάκτης της Wall Street Journal, οι ρεπουμπλικανοί πολιτικοί Dick Cheney, μετέπειτα Αντιπρόεδρος της Αμερικής, και Donald Rumsfeld, Υπουργός Άμυνας υπό την προεδρία του Gerald Ford, η αναπληρωτής  Γραμματέας Τύπου Grace-Marie Arnett και ο οικονομολόγος και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Chicago Arthur Laffer.


Ο Laffer επιχειρηματολογεί εναντίον της φορολογικής πολιτικής του Προέδρου Gerald Ford, εξηγώντας πόσο λανθασμένη είναι η αύξηση της φορολογίας. Σε μια χαρτοπετσέτα σχεδιάζει πολύ πρόχειρα μια καμπύλη η οποία αποδίδει το επιχείρημά του. Πρόκειται για ένα απλό διάγραμμα που στον κάθετο άξονα μετρά το ύψος του φορολογικού συντελεστή και στον οριζόντιο το ύψος των φορολογικών εσόδων. Στην καμπύλη υπάρχουν δύο σημεία τα οποία παραδόξως καταλήγουν στο ίδιο τελικό ύψος των φορολογικών εσόδων: το πρώτο στην αρχή της καμπύλης, όταν ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής είναι μηδέν οπότε δεν υπάρχουν φορολογικά έσοδα, και το δεύτερο στο τέλος της καμπύλης, όπου, εάν κάποιος προσπαθήσει να επιβάλει πραγματικό φορολογικό συντελεστή 100%, τότε τα φορολογικά έσοδα πάλι μηδενίζονται.
Τι υποστηρίζει ο Laffer; Ότι, αν το κράτος συλλέγει όλα τα έσοδα από μια δραστηριότητα, τότε έσοδα δεν υπάρχουν, επειδή κανείς δεν έχει κίνητρο για εργασία και παραγωγή γνωρίζοντας ότι τον κόπο του θα τον εισπράξει το κράτος. Επομένως, αποδεικνύει ο Laffer, ανάμεσα στο 0 και στο 100 υπάρχει ένας ιδανικός φορολογικός συντελεστής που μεγιστοποιεί τα φορολογικά έσοδα. Στην περίπτωση που ο ισχύων συντελεστής είναι μεγαλύτερος από τον ιδανικό, τότε το κράτος εισπράττει λιγότερα έσοδα από όσα θα μπορούσε. Αν, αντίθετα, είναι μικρότερος, τότε το κράτος μπορεί να τον αυξήσει, ανεξαρτήτως της δημοσιονομικής κατάστασης, έτσι ώστε να προσεγγίσει τον ιδανικό συντελεστή και να μεγιστοποιήσει τα φορολογικά έσοδα.


Πρακτικά, η αύξηση του φορολογικού συντελεστή συνδέεται με μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των φορολογούμενων και, κατά συνέπεια, με μείωση της συνολικής ιδιωτικής κατανάλωσης, μείωση της συνολικής αποταμίευσης και τελικά μείωση των επενδύσεων της χώρας και ύφεση.
Το ενδιαφέρον με την καμπύλη, που συνηθίζουμε να την ονομάζουμε «καμπύλη Laffer» (Laffer curve), είναι ότι δεν μπορεί να επαληθευτεί εμπειρικά. Γιατί; Διότι, πρώτον, δεν υπάρχει καμία τόσο ανόητη κυβέρνηση (ή μήπως υπάρχει;) που θα αύξανε τόσο πολύ τους φορολογικούς συντελεστές ώστε να καταλήξουν σε απώλεια εσόδων και, δεύτερον, ακόμα κι αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, υπάρχουν άλλοι παράγοντες (μαύρη οικονομία, φοροδιαφυγή κ.λπ.) που θα μείωναν τον πραγματικό φορολογικό συντελεστή μόλις αυτός ξεπέρναγε κάποια όρια.  
Παρά την κριτική περί υπεραπλούστευσης που έχει ασκηθεί (προϋποθέτει έναν ενιαίο φορολογικό συντελεστή και μια ενιαία προσφορά εργασίας, ενώ τα σύγχρονα δημοσιονομικά συστήματα είναι εξαιρετικά σύνθετα), η καμπύλη Laffer είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα οικονομική θεωρία. Και μπορεί να μην υπάρχει τόσο ανόητη κυβέρνηση (ή μήπως υπάρχει;) που θα αύξανε τόσο πολύ τους φορολογικούς συντελεστές, ώστε να οδηγήσει σε δραματική απώλεια εσόδων, αλλά ιστορικά υπήρξαν κυβερνήσεις που μείωσαν δραστικά τους φορολογικούς συντελεστές, με αποτέλεσμα μεγάλη αύξηση των φορολογικών τους εσόδων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τη δεκαετία του ’80, η κυβέρνηση Ronald Reagan στην Αμερική. Με την ανάληψη της προεδρίας του και σε βάθος επταετίας, ο Reagan μείωσε τους φορολογικούς συντελεστές από το 70% στο 29%. Τα πέντε πρώτα τρίμηνα η ανάπτυξη εκτινάχθηκε στο 8,5% και κατά τα επόμενα τρία χρόνια σταθεροποιήθηκε στο 3,5%. Τα έσοδα του αμερικανικού προϋπολογισμού διπλασιάστηκαν κατά την περίοδο 1980-1990 (από 517 δισεκατομμύρια δολάρια στο 1 τρισεκατομμύριο δολάρια).
Η γραμμένη στη χαρτοπετσέτα οικονομική θεωρία φαίνεται ότι είναι πολύ πιο αποτελεσματική από άλλες γραμμένες σε πιο classy υλικά.

Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Οικονομικές θεωρίες: Milton Friedman


Η πολιτική που εφάρμοσε ο Αμερικανός πρόεδρος Franklin Roosevelt, επιχειρώντας να επιλύσει το πρόβλημα που ανέκυψε μετά τη μεγάλη ύφεση του 1929, ονομάστηκε New Deal και περιλαμβάνει συνεχείς κρατικές παρεμβατικές μικροδιορθώσεις στην οικονομία, προκειμένου να επανέλθει η ισορροπία.
Αυτή η πολιτική είχε έναν αναπάντεχο σύμμαχο: έναν νεαρό μεταπτυχιακό φοιτητή, τον Milton Friedman, ο οποίος επικρότησε μια περιορισμένη κρατική παρέμβαση για την υπέρβαση της κρίσης. Αργότερα, ο Friedman, αξιολογώντας συνολικά την εφαρμοζόμενη στρατηγική, διατύπωσε την άποψη ότι η κρατική παρέμβαση στην πολιτική New Deal ήταν «λάθος θεραπεία για λάθος ασθένεια». Επρόκειτο στην ουσία για ευθεία επίθεση του Friedman στην κεϋνσιανή αντίληψη ότι η αύξηση των δημοσίων δαπανών οδηγεί αυτόματα στην πλήρη απασχόληση. Λύση, κατά τη γνώμη του, θα μπορούσε να είχε δώσει όχι η κρατική παρέμβαση, αλλά μια κεντρική τράπεζα που θα επέβαλε αυστηρούς γενικούς κανόνες, ιδίως στο ζήτημα των επιτοκίων, προσφέροντας συγχρόνως ρευστότητα στον τραπεζικό τομέα (αυξάνοντας, δηλαδή, αντί να μειώσει την προφορά του χρήματος), ενώ οι τιμές θα αφήνονταν ελεύθερες να προσεγγίσουν τα φυσικά τους επίπεδα.


Η θέση του Friedman ονομάστηκε μονεταρισμός και μπορεί να συνοψιστεί στη διάσημη φράση: «Ο αποπληθωρισμός των τιμών μπορεί να καταπολεμηθεί με το πέταγμα χρημάτων από ένα ελικόπτερο». Σύμφωνα, λοιπόν, με τη θεωρία του, τη λεγόμενη «ποσοτική θεωρία» του χρήματος, οι τιμές σε κάθε αγορά καθορίζονται από την προσφορά χρήματος και η νομισματική πολιτική είναι αυτή που μπορεί να ελέγξει τους επιχειρηματικούς κύκλους. Για τον Friedman, ο πληθωρισμός των τιμών πρέπει να ρυθμίζεται μέσω νομισματικού αποπληθωρισμού και ο αποπληθωρισμός των τιμών μέσω νομισματικού πληθωρισμού. 


Όμως, ο Friedman  προχώρησε ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι οι κρατικές παρεμβάσεις δεν είναι μόνον αντιπαραγωγικές για την οικονομία, αλλά είναι και αντίθετες προς τις αξίες μιας ανοιχτής κοινωνίας ελεύθερων ατόμων. Στα έργα του Capitalism and Freedom (Καπιταλισμός και ελευθερία) και Free to Choose (Ελεύθερος να διαλέξεις), ο Friedman επιχειρηματολόγησε για τα πλεονεκτήματα ενός οικονομικού συστήματος ελεύθερης αγοράς με ελάχιστη κρατική παρέμβαση. Ο ρόλος του κράτους πρέπει να περιοριστεί στην προστασία μας από εξωτερικούς εχθρούς και, εσωτερικά, στον έλεγχο της εφαρμογής των ιδιωτικών συμφωνιών και στην προώθηση της ανταγωνιστικότητας στην αγορά. Σε όλα τα άλλα πεδία (ακόμη και στην υγεία και στην παιδεία) το κράτος μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει, οπότε καλύτερο είναι να αφεθεί να λειτουργήσει ο ελεύθερος ανταγωνισμός.
Ο Friedman συνέδεσε το όνομά του με το περίφημο «δόγμα του σοκ», που εφαρμόστηκε στη Χιλή, μια χώρα με πληθωρισμό στο 350%, για την οποία πρότεινε δραστικότατη περικοπή των δημόσιων δαπανών και δημοσιονομική συρρίκνωση. Τα μέτρα που με τη συμβουλή του εφαρμόστηκαν βελτίωσαν τους αριθμούς, όμως προκάλεσαν τρομακτική άνοδο της ανεργίας και μία από τις βαρύτερες επισιτιστικές κρίσεις της χώρας. Ωστόσο, ο Friedman, πιστός στις απόψεις του για τη σύνδεση της ελεύθερης αγοράς με την πολιτική ελευθερία, δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι οι προτάσεις του είχαν ως αποτέλεσμα τον εκδημοκρατισμό της Χιλής.


Μολονότι στην πράξη ο φιλελευθερισμός του Friedman προδόθηκε ακόμη και από τους πιο πιστούς οπαδούς του (βλ. Margaret Thatcher και Ronald Reagan), το 1976 ο οικονομολόγος τιμήθηκε με το βραβείο νόμπελ.

Πηγές για τις εικόνες:

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Οικονομικές θεωρίες: John Maynard Keynes


Ο Άγγλος John Maynard, πρώτος βαρώνος Keynes, θεωρείται ο οικονομολόγος με τη μεγαλύτερη επιρροή στον 20ό αιώνα. «We are all keynesians now» (= είμαστε όλοι κεϋνσιανοί τώρα) είναι η διάσημη φράση του ρεπουμπλικανού Αμερικανού προέδρου Ronald Reagan, που δείχνει τη δημοφιλία του Keynes ακόμη και μεταξύ εκείνων που ακολούθησαν αντίθετη οικονομική πολιτική.


Ο Keynes έγινε πολύ γνωστός το 1919, όταν, στο βιβλίο του The Economic Consequences of the Peace (Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης), διέγνωσε –και επιβεβαιώθηκε από τα πράγματα- ότι οι βαρύτατες οικονομικές αποζημιώσεις που οι σύμμαχοι απαίτησαν από τη Γερμανία μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, και τις οποίες οι ηττημένοι αδυνατούσαν να πληρώσουν, θα προκαλούσαν έναν επόμενο μεγάλο πόλεμο.
Διάσημος όμως έγινε με το βιβλίο του The General Theory of Employment, Interest and Money (Γενική θεωρία της απασχόλησης του τόκου και του χρήματος), που εκδόθηκε το 1936 και αντιμετώπιζε το ζήτημα της διογκωμένης μαζικής ανεργίας, η οποία είχε δημιουργηθεί στην Αμερική μετά το οικονομικό κραχ του 1929, προκαλώντας συγχρόνως μεγάλες κοινωνικές αναταραχές. Ο Keynes υποστήριξε ότι, σε αυτήν την κρίσιμη περίσταση, το κράτος έπρεπε να παρέμβει χρηματοδοτώντας την οικονομία και τις επιχειρήσεις, ώστε να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.
Ο Keynes εκκινούσε από τη θέση ότι, όταν δημιουργούνται έκτακτες περιπτώσεις στις οποίες οι άνθρωποι για ψυχολογικούς λόγους αντί να καταναλώνουν αποταμιεύουν, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς δεν καταφέρνει να αυτορρυθμιστεί, με αποτέλεσμα να οδηγείται σε κατάσταση ανισορροπίας και αστάθειας που χαρακτηρίζεται από υψηλή ανεργία και χαμηλό εισόδημα. Ως λύση πρότεινε την ανάγκη δημοσίων επενδύσεων, αγνοώντας το ενδεχόμενο να συμπιεστεί έτσι η ιδιωτική πρωτοβουλία και να στρεβλωθεί η αγορά. Η φράση του: «σε περιόδους κρίσης το κράτος αξίζει να πληρώνει τους εργάτες απλώς και μόνο για να κάνουν τρύπες στο έδαφος. αυτό θα έκανε καλό στην οικονομία» αποδίδει με τρόπο γλαφυρό τη βασική του θέση ότι το κράτος πρέπει να κάνει αποταμίευση σε περιόδους ευημερίας και να δαπανά σε περιόδους κρίσης.


Ορισμένοι, βασισμένοι στην παραπάνω θέση, αποδίδουν στον Keynes αδιαφορία για τα υψηλά ελλείμματα στα οποία μπορεί να οδηγήσει η κρατική παρέμβαση. Ο Robert Skidelsky, στο βιβλίο του Keynes: The Return of the Master (Keynes: επιστροφή στη διδασκαλία του), διευκρινίζει ότι, στην οικονομική θεωρία του Keynes, η κρατική παρέμβαση δεν σημαίνει διογκωμένο κράτος, και οπωσδήποτε δεν σημαίνει αυξημένα ελλείμματα. Το κράτος λειτουργεί συμπληρωματικά προς την αγορά, ενώ τα ελλείμματα μπορούν και χρειάζεται να είναι υψηλά σε περιόδους ύφεσης (τότε που η οικονομία έχει ανάγκη την περαιτέρω ζήτηση), όμως σε περιόδους άνθησης ο προϋπολογισμός πρέπει να είναι πλεονασματικός για να εξασφαλιστεί η ανοδική πορεία.
Πάντως, αν θέλουμε να εντοπίσουμε τη βασική διαφορά του Keynes από τους φιλελεύθερους οικονομολόγους, θα λέγαμε ότι αυτός θεωρεί πιθανή τη δημιουργία μιας ανεπιθύμητης κρίσης στην οικονομία της αγοράς, ενώ εκείνοι απορρίπτουν μια τέτοια ιδέα, εκτιμώντας ότι η ελεύθερη αγορά βρίσκει πάντοτε τρόπους να επιλύει εγγενώς τις κρίσεις και, άρα, αντικρούουν κάθε ιδέα κρατικής παρέμβασης.


Η πραγματικότητα φαίνεται να πήρε το μέρος του Keynes. Η πολιτική του Roosevelt μετά το αμερικανικό κραχ, γνωστή ως New Deal, στηρίχτηκε ακριβώς στις δημόσιες επενδύσεις, ενώ και οι κρατικές στρατιωτικές δαπάνες για τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο αναζωπύρωσαν την αμερικανική οικονομία, περιορίζοντας το πρόβλημα της ανεργίας. Το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί μετά την κρίση του 1929 αντιμετωπίστηκε, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Η οικονομία, όμως, ούτε σχετίζεται ούτε επαληθεύεται σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, θα πει ο Αυστριακός οικονομολόγος Joseph Schumpeter, αμφισβητώντας έτσι τη γενική ισχύ της κεϋνσιανής θεωρίας.

Πηγές για τις εικόνες: