Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Holmes Sh.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Holmes Sh.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

Ο Sherlock Holmes στο βιβλιοπωλείο

 

Από τον Αύγουστο του 1901 έως τον Απρίλιο του 1902 δημοσιεύεται σε συνέχειες στο περιοδικό The Strand το τρίτο αστυνομικό μυθιστόρημα του Arthur Conan Doyle που είχε τίτλο The Hound of the Baskervilles (Το σκυλί των Baskervilles). Η δράση τοποθετείται στο ήσυχο και ειρηνικό Dartmoor του Devon, στη νοτιοδυτική Αγγλία.

Ο δαιμόνιος Sherlock Holmes κυριολεκτικά επιστρέφει από τους νεκρούς, αφού ο δημιουργός του τον έχει σκοτώσει στο προηγούμενο διήγημά του με τίτλο The Final Problem (Η τελευταία υπόθεση). Αυτήν την φορά θα λύσει ένα μυστήριο και θα προστατεύσει έναν άνθρωπο ο οποίος υποτίθεται ότι κινδυνεύει από την κατάρα της οικογένειας των Baskervilles. Όλα ξεκινούν από έναν Baskerville που έζησε τον 17ο αιώνα, τον Sir Hugo. Αυτός ήταν ένας ακόλαστος μέθυσος ο οποίος τιμωρήθηκε για τα παραπτώματά του πεθαίνοντας από τα δόντια ενός διαβολικού κυνηγόσκυλου που ξερνούσε φλόγες από το στόμα του. Την ίδια τύχη είχε και ο απόγονός του, ο μαλθακός και κάπως αφελής Sir Charles Baskerville. Παρότι ο δικός του θάνατος αποδόθηκε σε καρδιακή προσβολή, πλάι στο νεκρό του σώμα βρέθηκαν ίχνη που δεν θα μπορούσαν να ανήκουν παρά σε ένα τεράστιο σκυλί. Αυτά τα ίχνη υποψιάζουν τον έξυπνο και αφοσιωμένο γιατρό της οικογένειας, τον Dr Mortimer για πλεκτάνη, ο οποίος πείθει τον Sir Henry Baskerville, ανεψιό και μοναδικό κληρονόμο του Sir Charles, να προσλάβει τον Sherlock Holmes ώστε να μην βρει το ίδιο οικτρό τέλος με τον θείο του.

Ο Sherlock Holmes, ψύχραιμος και ορθολογιστής, προφανώς δεν πιστεύει σε λαϊκούς θρύλους για εκδικητικά κυνηγόσκυλα. Αντίθετα, πιστεύει στην κακία των ανθρώπων. Κι έτσι, ψάχνοντας και μελετώντας, βρίσκει τον ένοχο στο πρόσωπο ενός γείτονα, του Jack Stapleton, ενός φυσιοδίφη που ζει στην περιοχή μαζί με τον αδελφή του Beryl, η οποία στο τέλος αποδεικνύεται ότι είναι δεν είναι αδελφή αλλά σύζυγός του. Ο Stapleton, ένας τύπος σκοτεινός και βίαιος παρά τη φαινομενική καλλιέργεια και ευγένειά του, είναι κι αυτός απόγονος των Baskervilles. Διεκδικώντας την οικογενειακή περιουσία, φτάνει μέχρι τον φόνο του καημένου του Sir Charles και τώρα είναι έτοιμος να δολοφονήσει και τον Sir Henry. Φυσικά τα σχέδιά του ματαιώνονται από τον Sherlock Holmes και από τον βοηθό και απομνημονευματογράφο του Dr John Watson.

Είπα πιο πάνω ότι ο Sherlock Holmes λύνει το μυστήριο ψάχνοντας και μελετώντας. Ένα από τα πράγματα που μελετά, για να αποκτήσει αντίληψη της περιοχής στην οποία όλα αυτά συμβαίνουν, είναι ένας χάρτης. Και αυτόν τον χάρτη τον παραγγέλνει σε ένα εξειδικευμένο ταξιδιωτικό βιβλιοπωλείο του Λονδίνου, το Stanfords. Η αρχική έδρα του Stanfords ήταν στην Charing Cross, στην περίφημη λονδρέζικη οδό των βιβλιοπωλείων, όμως το 1901 μεταφέρθηκε στον αριθμό 12-14 της Long Acre, εκεί όπου άλλοτε βρισκόταν μόνον το εκδοτικό τμήμα.

Το βιβλιοπωλείο υφίσταται μέχρι σήμερα, με παραρτήματα και σε άλλες αγγλικές πόλεις, και υπερηφανεύεται για το πλήθος των διασημοτήτων που χρειάστηκαν τις υπηρεσίες του. Ο Sherlock Holmes είναι ένας από τους επιφανέστερους πελάτες του, που ανεβάζει κατακόρυφα την αξία και τη φήμη του ιστορικού βιβλιοπωλείου.

 

Πηγές για τις εικόνες:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Houn-54_-_The_Hound_killed_by_Holmes.jpg

https://www.stanfords.co.uk/our-history


Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Don't break the immersion


«Οι ταλαντούχοι ρεαλιστές θα έπρεπε, κυρίως αυτοί, να ονομάζονται ιλλουζιονιστές», γράφει το 1887 ο Guy de Maupassant στον πρόλογο του Pierre et Jean.
Καταλήγοντας σε αυτό το συμπέρασμα, ο συγγραφέας διατυπώνει στην ουσία μία αξιολογική κρίση για τη λογοτεχνία και τον λογοτέχνη: καλός λογοτέχνης είναι εκείνος που δημιουργεί έναν κόσμο αληθινό. Το κλειδί είναι η λέξη «δημιουργεί». Η λογοτεχνία δημιουργεί έναν κόσμο, δεν αναπαράγει (=αναδημιουργεί) τον αληθινό κόσμο. Ο αναγνώστης της λογοτεχνίας είναι ενήμερος γι’ αυτήν τη σύμβαση. “Don’t break the immersion”: αυτή η φράση αποτελεί βασικό κανόνα στα σύγχρονα RPGs (role playing games). Η ίδια φράση είναι ισχυρή και στο παιχνίδι της λογοτεχνίας. Όταν διαβάζουμε λογοτεχνία, βυθιζόμαστε σε αυτήν, αποκρούοντας τις επιθέσεις της λογικής (είναι δυνατόν ένας φυλακισμένος να επενδύσει τα  χρήματά του στη μόρφωση και στην κοινωνική ανέλιξη ενός φτωχού αγοριού, όπως ισχυρίζεται ο κ. Dickens; πόσες madeleine να καταβροχθίσω για να αναζητήσω τον χαμένο χρόνο μου; ένας τόσο δαιμόνιος ντετέκτιβ σαν τον κ. Holmes μπορεί να υπάρχει;). Χανόμαστε μέσα στο μυθιστόρημα, δραπετεύουμε από την «πραγματική» πραγματικότητα και εισχωρούμε για τα καλά στο λογοτεχνικό σύμπαν. Μάλιστα, όπως μας το υπέδειξε ο Maupassant, με την έκταση αυτής της «βύθισης» ζυγιάζουμε την αξία του έργου που μελετούμε.
Από την άλλη μεριά, ένας φιλόσοφος θα έλεγε πως κάτι τέτοιο δεν είναι καλό σημάδι, καθώς σημαίνει πως η λογοτεχνία μας οδηγεί στο να χάνουμε την επαφή μας με την πραγματικότητα, εφόσον δεχόμαστε για αληθινό κάτι που δεν είναι. Έτσι κι αλλιώς, η φιλοσοφία, από την απαρχή της και σε κάθε στιγμή της εξέλιξής της, δεν μπορεί να νοηθεί αποσυνδεδεμένη από την αλήθεια, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο αυτή συλλαμβάνεται. Χωρίς αλήθεια, φιλοσοφική διερώτηση δεν υπάρχει. η φιλοσοφία γίνεται πρακτικά ανύπαρκτη. Οι φιλόσοφοι είναι, λοιπόν, αυτοί που διαρκώς μας υπενθυμίζουν τη διαφορά ανάμεσα στη μυθιστορηματική και στην «πραγματική» πραγματικότητα, καθώς αυτοί διαρκώς αναρωτιούνται εάν κάτι υπάρχει πραγματικά. Εξ αυτού, ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα, τους απασχολεί η αλήθεια της λογοτεχνίας, τόσο αναφορικά με τη γλώσσα της όσο και αναφορικά με το περιεχόμενό της.

Henri Matisse, Liseuse à l’ombrelle (1921)
Λονδίνο, Tate Gallery

Αν η αλήθεια ενός λογοτεχνικού έργου είναι ίδιου τύπου με την αλήθεια του πραγματικού κόσμου, τότε πώς θα εξηγήσουμε το γεγονός ότι η λογοτεχνία ικανοποιεί την απαίτηση της αλήθειας χωρίς να χρησιμοποιεί δηλωτικές/αποφαντικές προτάσεις από αυτές που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας συνομιλία για να διατυπώσουμε έναν ισχυρισμό μας; Αν πάλι η λογοτεχνική αλήθεια είναι διαφορετικού τύπου, τότε τι είδους αλήθεια είναι; Οι φιλόσοφοι που ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία αυτό το ζήτημα έχουν να αντιμετωπίσουν. Η συνηθέστερη απάντηση είναι ότι η λογοτεχνία παράγει μια αλήθεια διαφορετική: καλλιτεχνική, ποιητική, η οποία, επιπλέον, τοποθετείται στο στόμα όχι του συγγραφέα, ενός προσώπου με σάρκα και οστά, αλλά στο στόμα ενός αφηγητή ή ενός μυθιστορηματικού ήρωα. Τοποθετείται, επίσης, σε έναν άλλο κόσμο από τον πραγματικό. Και αν κάποιος δεν βλέπει αυτήν τη διαφορά, τότε –ισχυρίζεται ο Michael Riffaterre- υποπίπτει σε «πλάνη αναφορικότητας» (referential fallacy). Ο κόσμος της λογοτεχνίας, προσθέτει ο Paul Ricoeur, είναι ένας κλειστός, αυτάρκης κόσμος, και οι δηλώσεις που γίνονται εντός του αυτόν τον κλειστό κόσμο έχουν ως αποκλειστική αναφορά. Ας προσθέσουμε: αυτός ο κόσμος γίνεται πιστευτός όταν πειθαρχεί σε περιορισμούς. Όμως, οι αναγκαίοι περιορισμοί δεν σχετίζονται με τον υποκείμενο αληθινό κόσμο, αλλά προσδιορίζονται από τις εντός του προκαθορισμένες δομές, ώστε αυτός ο μυθιστορηματικός κόσμος, αν και πλασματικός, να γίνει πιθανός.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: το κείμενο είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:
http://www.tate.org.uk/art/artworks/matisse-reading-woman-with-parasol-n04924

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Arsène Lupin


Ο Arsène Lupin είναι καρκίνος στο ζώδιο, αφού γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1905. Τόπος γέννησής του είναι το περιοδικό Je sais tout (Τα ξέρω όλα) και πατέρας του είναι ο Γάλλος συγγραφέας Maurice Leblanc. Η πρώτη περιπέτεια στην οποία πρωταγωνιστεί έχει τον τίτλο L’ arrestation d’Arsène Lupin (Η σύλληψη του Αρσέν Λουπέν), η οποία αργότερα επανακυκλοφόρησε με τον τίτλο που έκανε διάσημο τον ήρωά της: Arsène Lupin gentleman (Αρσέν Λουπέν, ο αριστοκράτης).
Ο αριστοκράτης αυτός δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας κοινός διαρρήκτης, αρχηγός συμμορίας, που μπαίνει σε σπίτια, με τη βοήθεια διάφορων άλλων παλιόμουτρων, και κυριολεκτικά τα αδειάζει από καθετί πολύτιμο. Όμως, χωρίς σκληρότητα, χωρίς να χύσει ποτέ αίμα.


«Gentleman cabrioleur» («αριστοκράτης διαρρήκτης») είναι η έκφραση που τον περιγράφει καλύτερα. Καλοντυμένος, ευγενής, αβρός, ιπποτικός με τις γυναίκες και πλούσιος που θέλει να γίνει πλουσιότερος με τον πιο εύκολο τρόπο: αναδιανέμοντας τον πλούτο τον οποίο συσσωρεύουν ορισμένοι, όχι ευνοώντας σαν τον Robin Hood τους πιο φτωχούς, αλλά ευνοώντας τον εαυτό του και μόνον τον εαυτό του.
Γεμάτος ενέργεια, ευθυμία, διάθεση για έρωτες και όρεξη για δράση, μεταμφιέζεται, αλλάζει ταυτότητες (44 διαφορετικά ονόματα χρησιμοποιεί στις 40-50 περιπέτειές του), οργανώνει ληστείες, εμπαίζει την αστυνομία και σπαταλάει τα χρήματα που του αποφέρουν οι παρανομίες του.

Από την ταινία του Jean-Paul Salomé (2004)

Μεγάλος του διώκτης ο σπουδαίος Sherlock Holmes. Μεταξύ τους υπάρχει χάος. Με το μέρος του νόμου ο μαιτρ της λογικής, ο Holmes, θέλει να συλλάβει και να χώσει στη φυλακή τον πανέξυπνο απατεώνα. Με την ψυχή του διαρρήκτη ο Lupin, καταφέρνει πάντοτε να ξεγλιστράει εμπαίζοντας τον αντίπαλό του.
Τολμηρός, ψύχραιμος, διορατικός, έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για να γίνει συμπαθής, ένας διαφορετικός υπερήρωας που ικανοποιεί την ενδόμυχη επιθυμία μας για παρανομία, όμως με τον μανδύα της αθωότητας.

Πηγές για τις εικόνες:

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Οι 4 εποχές της αστυνομικής λογοτεχνίας (Μέρος Β΄)


Το 1930 κάνει την εμφάνιση του ο ο Sam Spade. Αμερικανός και πολύ ζόρικος, από την κατηγορία των tough guys της εποχής. Η ηθική του είναι αμφισβητούμενη, η συμπεριφορά του ωμή και αγέρωχη, η ζωή του ριψοκίνδυνη. Γύρω του, στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις, τούτη την περίοδο του μεσοπολέμου και της ποτοαπαγόρευσης, το οργανωμένο έγκλημα κάνει θραύση, οι συμμορίες των gangsters σκορπούν τον τρόμο, η πορνεία αποτελεί πολύ επικερδή επιχείρηση, ο τζόγος επίσης.
Ο Sam Spade θα μπορούσε θαυμάσια να είναι ένας πραγματικός άνθρωπος, με περισσότερα κουσούρια από αρετές. Ο Dashiell Hammett, που τον επινόησε για τις ανάγκες του έργου του The Maltese Falcon (Το γεράκι της Μάλτας), γνωρίζει πολύ καλά τη σκοτεινή πλευρά του κόσμου, αφού και ο ίδιος έχει εργαστεί ως ιδιωτικός ντετέκτιβ στο διάσημο πρακτορείο Pinkerton. Γι’ αυτό και το αστυνομικό μυθιστόρημα που γράφει απομακρύνεται εντελώς από τα στερεότυπα του είδους όπως είχαν διαμορφωθεί από τους προγενέστερους (Poe, Conan Doyle, Christie, Chesterton). Τώρα, η ικανότητα να ρίχνει γροθιές, να χειρίζεται το περίστροφο, να μιλάει τη γλώσσα της πιάτσας σε όλα τα επίπεδα, είναι πολύ πιο σημαντική από την αναλυτική λογική του τυπικού ντετέκτιβ ήρωα της προηγούμενης εποχής. Το αστυνομικό αφήγημα ζει τη δεύτερη εποχή του, γίνεται σκληρό, «hard-boiled» όπως συνήθως το ονομάζουν.


Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο έτερος εκπρόσωπος της ίδιας περιόδου, ο Philip Marlowe, ο χαρακτήρας που πρωτοπαρουσίασε το 1939 ο Raymond Chadler στο έργο του The Big Sleep (Ο μεγάλος ύπνος).  


Η τηλεοπτική διασκευή του έργου The Adventure of the Cheap Flat (Υπόθεση φτηνό διαμέρισμα) της Agatha Christie αρχίζει με τον Poirot να παρακολουθεί μια κινηματογραφική ταινία στην οποία και ο παράνομος και ο αστυνομικός σκορπούν αδιακρίτως πυροβολισμούς. Εκείνος, εντελώς αντίθετος με τέτοιου είδους παράλογη βία, κλείνει τα μάτια του μέχρι να τελειώσει η σκηνή, ενώ γύρω του όλοι οι άλλοι κρατούν την ανάσα τους από την αγωνία. Το εύρημα του σκηνοθέτη είναι έξυπνο, επειδή αποτυπώνει τη διαφορά ανάμεσα στις δύο εποχές της αστυνομικής λογοτεχνίας. 


Ενώ ο Holmes ή ο Poirot θα μπορούσαν να εξιχνιάσουν μια υπόθεση στρογγυλοκαθισμένοι στην πολυθρόνα τους, βάζοντας μόνον το μυαλό τους να δουλέψει, ο Spade και ο Marlowe, αντίθετα, πρέπει να βγουν στους δρόμους, να πληγώσουν και να πληγωθούν. Τώρα, δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι είναι οι κακοί. Οι μέθοδοι, πάντως, που χρησιμοποιούν μοιάζουν πολύ, ενώ επιπλέον ο ντετέκτιβ Marlowe είναι ένας πρώην κατάδικος. Τόσο μακριά από τον φλεγματικό Sherlock Holmes και τον κομψό, αυτάρεσκο και κάπως σνομπ Hercule Poirot. 


Σκεφτείτε μόνον πως στον κινηματογράφο ο ηθοποιός που ενσάρκωσε με τρόπο υποδειγματικό τους δύο ντετέκτιβ νέας κοπής, τον  Spade και τον Marlowe, ήταν ο «σκληρός» του Hollywood, o Humphrey Bogart. 

Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Οι 4 εποχές της αστυνομικής λογοτεχνίας (Μέρος Α΄)


Το 1841 δημοσιεύεται στην Αμερική, στο Graham’s Magazine, το σύντομο διήγημα του Edgar Allan Poe με τίτλο: The Murders in the Rue Morgue (Διπλή δολοφονία στην οδό Μοργκ), το οποίο θεωρείται ως το πρώτο έργο μιας ιδιαίτερης λογοτεχνικής κατηγορίας, της αστυνομικής. Ο ίδιος o Poe μάλλον δεν είχε καμία πρόθεση να γράψει αστυνομική λογοτεχνία όπως την ορίζουμε εμείς σήμερα. Περισσότερο συνέχιζε το κλίμα μυστηρίου που ήταν οικείο από ιστορίες όπως αυτές της Charlotte Brontë (Jane Eyre), του Charles Dickens (Bleak House) και άλλων.


Θα ακολουθήσει ο Sir Arthur Conan Doyle, ο οποίος, το 1887, στην καρδιά της βικτωριανής Αγγλίας, θα δημοσιεύσει την πρώτη του ιστορία με ήρωα τον δαιμόνιο ντετέκτιβ-σύμβουλο Sherlock Holmes. Τίτλος της: A Study in Scarlet (Σπουδή στο κόκκινο). 


Μια γυναίκα, η επίσης Αγγλίδα Agatha Christie, θα απαντήσει το 1920, δημοσιεύοντας το έργο The Mysterious Affair at Styles (Η μυστηριώδης υπόθεση Στάιλς). Πρωταγωνιστής είναι ο μικρόσωμος, μυστακοφόρος Βέλγος ντετέκτιβ Hercule Poirot. 


Επτά χρόνια αργότερα θα εμφανιστεί στην κατεξοχήν ανδροκρατούμενη σκηνή της αστυνομικής λογοτεχνίας η άλλη ηρωίδα της Agatha Christie, η Miss Jane Marple. Το πρώτο έργο με πρωταγωνίστρια την πανέξυπνη γεροντοκόρη έχει τίτλο: The Thirteen Problems (Τα δεκατρία προβλήματα). 


Είναι και ο G. K. Chesterton, ο οποίος μας συστήνει τον ήρωά του, τον πατέρα Brown, στο έργο The Blue Cross (Ο γαλάζιος σταυρός) το 1910.


Τα έργα και των τριών αυτών συγγραφέων μπορούν να ενταχθούν στο λεγόμενο «ορθόδοξο» αστυνομικό αφήγημα, που αλλιώς θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε και «detective fiction». Ο ντετέκτιβ ήρωας είναι συνήθως ένας εκκεντρικός αλλά εξαιρετικά χαρισματικός άνθρωπος, ο οποίος, με όπλο την αναλυτική λογική ή/και τη διαίσθησή του, καταφέρνει να λύσει ακόμα και τα πιο περίπλοκα αστυνομικά αινίγματα. Πλάι του βρίσκεται συνήθως ένας σύντροφος, πιστός αλλά δίχως ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες, που έχει για ρόλο του να αναδεικνύει την ανωτερότητα του πρωταγωνιστή. Τον ίδιο ρόλο προορίζονται να παίξουν ο σκηνικός χώρος, που δημιουργεί την εντύπωση ότι το έγκλημα ήταν αδύνατο να συμβεί, και η λύση του εγκλήματος, εντελώς απροσδόκητη τις περισσότερες φορές. Ο αγώνας μεταξύ καλού και κακού λήγει πάντοτε με νίκη του πρώτου, και μάλιστα χωρίς να πλανάται καμία αμφιβολία περί αυτού. Η διασαλευμένη ηθική τάξη αποκαθίσταται και μαζί της καταλαγιάζει και η αγωνία του αναγνώστη.  
Ούτε αίματα, ούτε σφοδρά ερωτικά πάθη, ούτε λεπτομερής ψυχογραφία των ηρώων, ούτε κοινωνιολογική αναφορά. Ή, πάντως, πολύ μικρή δόση από όλα αυτά, επειδή ακριβώς δεν παίζουν σοβαρό ρόλο στην εξιχνίαση της υπόθεσης. Εδώ μετράει η σχεδόν μαθηματική λογική του ντετέκτιβ, ο οποίος διασταυρώνει πληροφορίες, αποκλείει υποθέσεις, επεξεργάζεται δεδομένα και, εν τέλει, τοποθετεί στη σωστή τους θέση όλα τα κομμάτια του puzzle.

Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

C. Auguste Dupin: Το μυστήριο της Μαρί Ροζέ


Κάθε ντετέκτιβ που σέβεται τον εαυτό του χρειάζεται έναν ικανό βιογράφο. Ο Ιππότης C. Auguste Dupin βιογραφείται από τον ανώνυμο φίλο και συγκάτοικό του, όπως ο Sherlock Holmes βιογραφείται από τον επίσης αφοσιωμένο φίλο και συγκάτοικό του Dr. John Watson και ο Hercule Poirot από τον ελαφρώς αφελή συνεργάτη και φίλο του Captain Arthur Hastings.


Αυτήν την φορά ο ανώνυμος βιογράφος διηγείται την επιτυχία του Dupin να αποκαλύψει τις λεπτομέρειες ενός εγκλήματος που έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων ως «η δολοφονία της Μαρί Ροζέ». Ο Dupin, μετά την εξιχνίαση των φόνων της οδού Morgue, επέστρεψε στη μοναχική καθημερινότητά του. Όμως, η Αστυνομία δεν τον ξέχασε, μολονότι, ανίκανη να παρακολουθήσει τη συλλογιστική που τον οδήγησε στη λύση του μυστηρίου, απέδωσε την επιτυχία του σε ένα είδος μαγείας και ερμήνευσε τις αναλυτικές του ικανότητες ως απλή διαίσθηση.
Όταν έγινε γνωστή η δολοφονία της νεαρής κομψευόμενης Marie, μετά από δύο μυστηριώδεις εξαφανίσεις της, κι ενώ το Παρίσι ήταν ανάστατο και η έρευνα φαινόταν να έχει βαλτώσει παρά το υψηλό ποσόν της προκήρυξης που ανακοινώθηκε, ο ίδιος ο αστυνομικός διευθυντής G- ζήτησε τη βοήθεια του Ιππότη Dupin. Εκείνος δέχτηκε και το κομπλιμέντο και τη γενναιόδωρη προσφορά του αστυνομικού, και ανέθεσε στον φίλο του να συγκεντρώσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία.
O Dupin εξέτασε τα στοιχεία που του δόθηκαν και τις ατεκμηρίωτες υποθέσεις των αρχών και του τύπου, υποβάλλοντάς τα στην πιο σκληρή και μεθοδική λογική ανάλυση, αξιοποιώντας ταυτόχρονα τα πιο σύγχρονα επιστημονικά πορίσματα. Βασισμένος στο ρεπορτάζ των εφημερίδων, με τη χρήση της αναλυτικής μεθόδου και με εμμονή σε εκείνες που έμοιαζαν να είναι οι πιο ασήμαντες λεπτομέρειες, ο ερασιτέχνης ντετέκτιβ κατάφερε να εισχωρήσει στο μυαλό του δολοφόνου και οδηγήθηκε στη λύση του μυστηρίου (που, ως προφανής ή ως αδιάφορη, δεν αποκαλύπτεται), απολαμβάνοντας έτσι τα πλεονεκτήματα της συμφωνίας που είχε κάνει με τον αστυνομικό διευθυντή.
Ο Poe δημοσίευσε αυτήν τη σύντομη ιστορία μυστηρίου το 1842, στο Snowden’s Ladies’ Companion, σε τρεις συνέχειες, δημιουργώντας, κατά κάποιον τρόπο, ένα sequel της πρώτης του αστυνομικής ιστορίας που είχε ήρωα τον Ιππότη C. Auguste Dupin. Βασίστηκε στα πραγματικά περιστατικά μιας υπόθεσης δολοφονίας που έλαβε χώρα στη Νέα Υόρκη με θύμα τη Mary Cecilia Rogers. Ο Dupin, προσωπείο του συγγραφέα σε αυτήν την ιστορία, είναι το άλλοθι για να εκθέσει ο Poe τη δική του εκδοχή σχετικά με τη μυστηριώδη δολοφονία της νεαρής κοπέλας, ο ένοχος της οποίας στην πραγματική ζωή παρέμεινε άγνωστος. Μάλιστα, ο Poe, έπεισε τους εκδότες να δημοσιεύσουν την ιστορία του διαβεβαιώνοντάς τους πως είχε εξιχνιάσει το έγκλημα.


Περισσότερο δοκίμιο ή διάλεξη και λιγότερο λογοτεχνική αφήγηση χαρακτήρισαν το διήγημα οι επικριτές του. Ακόμα κι έτσι όμως, παραμένει το γεγονός πως ήταν η πρώτη φορά που ένα αληθινό έγκλημα ενέπνευσε μια μυθιστορηματική αφήγηση μυστηρίου. Εξάλλου, εκτός από επικριτές, η ιστορία είχε και φανατικούς θαυμαστές, μεταξύ των άλλων τον Charles Baudelaire, ο οποίος εκτιμούσε πως επρόκειτο για αριστούργημα.


Πηγές:
Έντγκαρ Άλλαν Πόε (2005). Τρία αστυνομικά προβλήματα για τον Αύγουστο Ντυπέν. Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας. Αθήνα: Ερατώ.