Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hume D.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hume D.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2021

Η "boo-hurrah" ηθική θεωρία

 

«Είναι κακό να κλέβεις χρήματα». Φαντάζομαι θεωρείτε ότι αυτή η ηθική δήλωση έχει νόημα. Θα μπορούσατε να υποστηρίξετε ότι διατυπώνετε με αυτά τα λόγια μια αντικειμενική αλήθεια, μια αλήθεια την οποία συμμερίζονται και πολλοί άλλοι άνθρωποι.

Δεν θα συμφωνούσαν, όμως, μαζί σας οι ηθικοί φιλόσοφοι που συνηθίζουμε να τους ονομάζουμε υποκειμενιστές. Οι αξίες, θα σας έλεγαν, δεν βρίσκονται «κάπου εκεί έξω» στον κόσμο, δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από τους ανθρώπους που τις παραδέχονται. Επιπλέον, κοιτάξτε γύρω σας πόσες διαφωνίες υπάρχουν, μέσα στο ίδιο ή σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια, για τις ηθικές αξίες. Μπορείτε να διαβεβαιώσετε ότι υπάρχουν ηθικές αξίες με αντικειμενικό και παγκόσμιο κύρος; Όχι, βέβαια.

Γι’ αυτό, μην γελιέστε. Η φράση «είναι κακό να κλέβεις χρήματα» δεν είναι ούτε αληθής, ούτε αναληθής, επειδή της λείπουν δύο χαρακτηριστικά: α) δεν είναι εξ ορισμού αληθής και β) δεν είναι εμπειρικά επαληθεύσιμη. Ως εκ τούτου, η φράση είναι άνευ νοήματος (α-νόητη). Δεν δηλώνει ένα αντικειμενικό ηθικό γεγονός, αλλά είναι μια έκφραση συναισθηματική, συγκινησιακή. Είναι σαν να λέτε: «Μην κλέβεις χρήματα!!!». Με αυτήν τη φράση, που συνοδεύεται από τα τρία θαυμαστικά, δεν προσπαθείτε να εξετάσετε αντικειμενικά την ηθικότητα της κλοπής, εκφράζετε απλώς την ηθική σας αποδοκιμασία απέναντί της. Το συναίσθημά σας είναι που εκφράζει ό,τι νιώθετε για τη συγκεκριμένη πράξη, ενώ δεν μπορείτε στην ίδια την πράξη να ανακαλύψετε αμαρτία ή ανηθικότητα. Το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις άλλες πράξεις τις οποίες εξετάζει η ηθική. Αντικειμενικά ηθικά γεγονότα δεν υπάρχουν, λένε οι υποκειμενιστές. Επομένως, σε διλημματικές ηθικές περιπτώσεις, δεν μπορούμε να καταλήξουμε ποιο στρατόπεδο έχει δίκιο. Όλα τα επιχειρήματα που διατυπώνονται είναι στην πραγματικότητα ένας εκλεπτυσμένος τρόπος για να εκφραστεί η επιδοκιμασία ή η αποδοκιμασία μας. Εμείς νομίζουμε ότι επιχειρηματολογούμε, ενώ το μόνο που κάνουμε είναι να αναφωνούμε είτε «κάτω!» (“boo”) είτε «ζήτω!» (“hurrah”). Γι’ αυτό, αυτή η ηθική θεωρία ονομάζεται “boo-hurrah theory” («κάτω-ζήτω θεωρία»).

Ο Σκωτσέζος εμπειριστής φιλόσοφος David Hume και η άποψή του ότι η «συμπάθεια» (δηλαδή, η ικανότητα να μοιραζόμαστε με τους άλλους τα συναισθήματα της ευτυχίας ή της δυστυχίας), και όχι η λογική, προσφέρει το κίνητρο για τις ηθικές μας πράξεις, είναι η βάση του υποκειμενισμού στην ηθική. Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ο Άγγλος Sir Alfred Jules “Freddie” Ayer, φιλόσοφος και πράκτορας της MI6, επανέρχεται και επεκτείνει αυτήν την αντίληψη στο έργο του Language, Truth and Logic (Γλώσσα, αλήθεια και λογική) και έτσι γίνεται ο εισηγητής του συγκινησιασμού στην ηθική.

Η θεωρία του υποκειμενισμού ή συγκινησιασμού πέφτει, όμως, στην ίδια παγίδα που έστησε για τις άλλες θεωρίες. Πώς είναι βέβαιο ότι είναι εξ ορισμού αληθής; Ποια εμπειρική παρατήρηση θα μπορούσε να την επαληθεύσει ή ανασκευάσει; 

 

Πηγή για την εικόνα:

Φωτογραφία από <a href="https://pixabay.com/el/users/clker-free-vector-images-3736/?utm_source=link-attribution&amp;utm_medium=referral&amp;utm_campaign=image&amp;utm_content=310474">Clker-Free-Vector-Images</a> από το <a href="https://pixabay.com/el/?utm_source=link-attribution&amp;utm_medium=referral&amp;utm_campaign=image&amp;utm_content=310474">Pixabay</a>


Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2020

Το δικράνι του Hume

 

Το δικράνι, όπως ξέρετε, έχετε δύο ωραιότατα μυτερά δόντια. Ένα καλό δικράνι πρέπει να μπορεί να καρφώσει και με τα δύο του αυτά δόντια. Τι να καρφώσει; Μα … προτάσεις! Γιατί να τις καρφώσει; Διότι αυτός είναι ένας αξιόπιστος τρόπος για να ξέρουμε αν οι ισχυρισμοί τους είναι αληθείς ή αναληθείς και, επομένως, αν η πρόταση θα διασωθεί ή θα καταλήξει στον σκουπιδοτενεκέ.

Το πρώτο δόντι πρέπει να μπορεί να καρφώσει τις προτάσεις που ονομάζουμε αναλυτικές. Οι προτάσεις αυτές βασίζονται στη Λογική, είναι κυρίως οι μαθηματικές και είναι αυτοαναφορικές, δηλαδή δεν εξαρτώνται από τίποτα το οποίο υπάρχει στο σύμπαν. Υπ’ αυτήν την έννοια, αυτές οι προτάσεις περιγράφουν στην ουσία σχέσεις μεταξύ ιδεών. Μια τέτοια πρόταση είναι, για παράδειγμα, το «1+1=2». Κι αυτό, επειδή ο ανθρώπινος νους αναγνωρίζει ότι η ιδέα «2» αντιστοιχεί με την ιδέα «1+1» και, συνεπώς, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πρόταση «1+1=2» είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση βέβαιη. Γενικά μιλώντας, οι αναλυτικές προτάσεις είτε είναι ταυτολογικές, του τύπου το χ είναι χ, είτε είναι αντιφατικές, του τύπου το χ δεν είναι χ.

Το δεύτερο δόντι πρέπει να μπορεί να καρφώσει τις προτάσεις που ονομάζουμε συνθετικές. Δηλαδή, τις προτάσεις που περιγράφουν γεγονότα και οι οποίες θεωρούνται αληθείς με βάση τα τεκμήρια που μας παρέχουν οι αισθήσεις μας ή οι εμπειρίες μας. Το μεγαλύτερο μέρος της σκέψης ή της ομιλίας μας αποτελείται από τέτοιες προτάσεις. «Οι Βρυξέλλες είναι η πρωτεύουσα του Βελγίου», «το χιόνι είναι λευκό», «το καινούριο μου φόρεμα είναι στην ντουλάπα» κ.λπ.. Μπορούν αυτές οι προτάσεις να αποδειχθούν με βεβαιότητα; Όχι. Διότι, ακόμα κι αν τις απορρίψουμε, δεν δημιουργείται καμία αντίφαση. Μπορώ να σκεφτώ ότι το καινούριο φόρεμά μου είναι πράγματι στην ντουλάπα, αλλά εξίσου μπορώ να σκεφτώ ότι δεν είναι. Πώς ξέρω αν μια τέτοια πρόταση είναι βέβαιη; Όχι συσχετίζοντας ιδέες, αλλά απλούστατα ανοίγοντας την ντουλάπα μου και υπό την προϋπόθεση ότι εμπιστεύομαι τα μάτια μου που μου λένε ότι το καινούριο μου φόρεμα είναι εκεί. Επομένως, κάθε συνθετική πρόταση είναι είτε αληθής, όταν περιγράφει ορθά μια κατάσταση στον εμπειρικό κόσμο, είτε αναληθής, αν δεν περιγράφει ορθά μια κατάσταση στον εμπειρικό κόσμο.   

Ο Σκωτσέζος φιλόσοφος David Hume υποστήριξε ότι μόνον αυτές οι δύο κατηγορίες προτάσεων, δηλαδή οι αναλυτικές και οι συνθετικές, έχουν νόημα. Όλες οι άλλες είναι απλώς α-νόητες. Επομένως, αν μια πρόταση δεν μπορεί να την καρφώσει ούτε το ένα ούτε το άλλο δόντι του δικρανιού, αν δηλαδή δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι: α) ταυτολογία ή αντίφαση και β) εμπειρικά αληθής ή αναληθής, τότε πρόκειται απλούστατα για ανοησία, για σοφιστεία και ψευδαίσθηση, οπότε χάνουμε την ώρα μας όταν ασχολούμαστε με αυτήν.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:DavidHume.jpg


Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

Όταν ο Immanuel Kant συνάντησε τον David Hume

 

Ο σπουδαίος Γερμανός φιλόσοφος Immanuel Kant ήταν ένας άνθρωπος με πολύ απλές συνήθειες. Σε αντίθεση με τις εκκεντρικότητες πολλών άλλων φιλοσόφων, εκείνος ζούσε μια ζωή ήσυχη, της οποίας τη ρουτίνα για κανένα λόγο δεν διατάρασσε.

Γεννήθηκε και έζησε ολόκληρη τη ζωή του στο Königsberg της Ανατολικής Πρωσίας, απ’ όπου ουδέποτε απομακρύνθηκε περισσότερο από 15 χιλιόμετρα. Κάθε απόγευμα, την ίδια πάντοτε ώρα, διέκοπτε τη μελέτη του και έβγαινε για έναν περίπατο. Μόνο μία φορά εγκατέλειψε αυτή την υγιεινή του συνήθεια: όταν έφτασε στα χέρια του ένα αντίτυπο από το έργο Treatise of Human Nature (Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση) του David Hume, στο οποίο ο Σκωτσέζος φιλόσοφος, σε μάλλον δυσνόητο και επιτηδευμένο ύφος, επιχειρεί να εισαγάγει την εμπειρική μέθοδο αιτιολόγησης στα ηθικά ζητήματα, ενώνοντας έτσι τη φυσική με την ηθική φιλοσοφία, τη γνώση με την πράξη.

Ο ίδιος ο Hume παραδέχτηκε ότι το πρώτο αυτό φιλοσοφικό του εγχείρημα δεν ήταν ιδιαιτέρως επιτυχημένο. «Το βιβλίο βγήκε θνησιγενές από το τυπογραφείο», έγραψε. Και η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε ήταν εξόχως χλιαρή. Κανένα ενδιαφέρον δεν προκάλεσε, κι ακόμα περισσότερο καμία αντιπαράθεση. 

Φαίνεται πως μόνον ο  Kant μπόρεσε να διακρίνει τις αρετές του έργου και την πρωτοτυπία του φιλοσοφικού συστήματος του Hume. Απορροφήθηκε, μάλιστα, τόσο πολύ από τη μελέτη του που εκείνο το απόγευμα δεν το κούνησε από το σπίτι του. Όσο για τον Hume, σε όλη την υπόλοιπη ζωή του και σε όλα τα μεταγενέστερα έργα του, επαναδιατύπωνε, με τρόπο απλούστερο και πιο ελκυστικό, εκείνες τις ιδέες που είχε αναπτύξει στο πρώτο του έργο.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:A_Treatise_of_Human_Nature_by_David_Hume.jpg


Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

Francis Bacon: Για τα δόντια του αλόγου

Το σωτήριον έτος 1432 μια οδυνηρή διαμάχη συντάραξε μια ομάδα μοναχών. Το πρόβλημα ήταν ο αριθμός των δοντιών στο στόμα ενός αλόγου. Για δεκατρείς μέρες η διαφωνία μαινόταν. Κατέφυγαν στα αρχαία βιβλία και στα χρονικά. Το έργο του Αριστοτέλη μελετήθηκε εξονυχιστικά. Η απάντηση, όμως, δεν βρέθηκε. Τότε, τη δέκατη τέταρτη ημέρα, ένας νεότερος και πιο αφελής μοναχός ζήτησε από τους ανωτέρους του την άδεια να πάει στους στάβλους, να ανοίξει το στόμα ενός αλόγου και να μετρήσει τα δόντια του! Η αξιοπρέπεια των υπολοίπων πληγώθηκε σοβαρά. Έπεσαν πάνω του και τον χτύπησαν. Στη συνέχεια, τον απέβαλαν από το μοναστήρι, επειδή θεώρησαν ότι σίγουρα ο Σατανάς είχε πειράξει τον νου του, βάζοντάς τον να κηρύσσει ανίερους και ανυπόφορους τρόπους εύρεσης αλήθειας που έρχονταν σε αντίθεση με όλες τις διδασκαλίες των Πατέρων. Κατόπιν τούτου, η διαμάχη κηρύχθηκε περαιωθείσα, αφού οι μοναχοί συμφώνησαν πως το πρόβλημα θα παραμείνει ένα αιώνιο μυστήριο λόγω έλλειψης ιστορικών και θεολογικών αποδείξεων!΄


Αυτή η μικρή ιστορία αποδίδεται –αν και χωρίς βεβαιότητα- στον ελισαβετιανό φιλόσοφο Francis Bacon, ο οποίος πίστευε ότι η αφηρημένη εικοτολογία του Αριστοτέλη δεν ήταν κατάλληλη για να αποκαταστήσει την κυριαρχία του ανθρώπου στη φύση. Βάλθηκε, λοιπόν, να την επεκτείνει και να την διορθώσει. Ο Bacon απέρριπτε τις δογματικές υποθέσεις και τις βιαστικές γενικεύσεις. Υποστήριζε ότι οι γενικές αλήθειες πρέπει να προσδιορίζονται με μια σταδιακή άνοδο από τον μικρότερο στον μεγαλύτερο βαθμό καθολικότητας. Και τόνιζε ότι απαιτείται προσεκτική παρατήρηση της φύσης και των τρόπων της. Μάλιστα, ο ίδιος συνέταξε πίνακες των παρατηρήσεών του, χρησιμοποιώντας μια διαδικασία διαγραφής, ώστε να ανακαλύψει ποιες από τις ιδιότητες που συνοδεύουν μια δεδομένη κατάσταση είναι μόνιμες και ποιες είναι τυχαίες. Όπως ο νεοφώτιστος καλόγερος, έτσι και ο Bacon ανέπτυξε μια μέθοδο ριζωμένη στον κόσμο που μπορούμε να εποπτεύσουμε, που μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε.
Κάποιους αιώνες αργότερα ο Σκωτσέζος φιλόσοφος David Hume ανέδειξε τα μειονεκτήματα της επαγωγικής μεθόδου του Bacon και άλλων με την εξής φράση: «Αντιπαραβάλλω το ένα θαύμα με το άλλο … και πάντοτε απορρίπτω το μεγαλύτερο».
Ο Francis Bacon ήταν θύμα της μεθόδου του. Το 1626, όταν, επιχειρώντας να ανακαλύψει τα μυστικά της κατάψυξης, γέμισε μια χήνα με χιόνι, άρπαξε ένα κρύωμα που τον οδήγησε στον θάνατο!

Πηγή για την εικόνα:

Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

Η γλώσσα της εξαπάτησης


Ό,τι μπορεί κανείς να μάθει από τη λογοτεχνία για τον πραγματικό κόσμο, μπορεί ακόμα καλύτερα να το μάθει από μη λογοτεχνικές πηγές: αυτό είναι το κυριότερο επιχείρημα των φιλοσόφων που απορρίπτουν τη γνωστική αξία της λογοτεχνίας. Επαγγελματίες ψεύτες, ονομάζει ο Hume τους ποιητές και ο Russell χαρακτηρίζει ψευδείς όλες τις προτάσεις του σαιξπηρικού Hamlet, βασισμένος αποκλειστικά στο γεγονός ότι πρόσωπο με το όνομα Hamlet δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Russell, οι μυθιστορηματικές προτάσεις είναι ψευδείς επειδή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως διατυπώσεις έξω από το φανταστικό σύμπαν της λογοτεχνίας.
“[N]ow for the Poet, he nothing affirmeth, and therefore never lieth”, γράφει ο Sir Philip Sidney το 1595. Αυτή η πρώιμη διατύπωση θα βρει συνέχεια στον 20ό αιώνα, οπότε φιλόσοφοι όπως ο P. F. Strawson, ο H. L. A. Hart, ο Joseph Margolis, ο Roger Scruton κ.ά, βασισμένοι στη θεωρία του νοήματος του Gottlob Frege, επιχειρούν μια σαφή διάκριση ανάμεσα στη δηλωτική/αποφαντική (assertive) και στη μυθιστορηματική (fictive) χρήση της γλώσσας. Η δεύτερη, προσιδιάζουσα στη λογοτεχνία, είναι μια γλώσσα από την οποία λείπει η αναφορική δύναμη, καθώς το λογοτεχνικό σημείο δεν συνδέεται με κάτι υπαρκτό στην εξωτερική πραγματικότητα.
Αν όμως ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα, δεν αναφέρεται στην πραγματικότητα, τότε τι ακριβώς κάνει; Προσποιείται, απαντά μια μερίδα φιλοσόφων. Ο συγγραφέας προσποιείται και ο αναγνώστης εμπλέκεται οικειοθελώς σε αυτήν τη διαδικασία. Ο J. L. Austin και ο John R. Searle, βασικοί εκπρόσωποι αυτής της θέσης, αναπτύσσουν την άποψή τους για τη λογοτεχνία βασισμένοι στη θεωρία των γλωσσικών πράξεων (speech acts). Ο συγγραφέας –υποστηρίζουν-, γράφοντας, απλώς υποκρίνεται ότι επιτελεί προσλεκτικές πράξεις (illocutionary acts), καθώς, σύμφωνα με τον Austin, η κανονική συνθήκη αναφοράς είναι εκκρεμής στη λογοτεχνία. Ο Searle, από την πλευρά του, τονίζει ότι η λογοτεχνία καταστρατηγεί τους κανόνες που ισχύουν για τις δηλωτικές/αποφαντικές γλωσσικές πράξεις. Δηλαδή: ο λογοτέχνης δεν δεσμεύεται στην αλήθεια των ισχυρισμών του (παραμένει λογικά εκτεθειμένος) και, επομένως, δεν νιώθει υποχρεωμένος να τους αποδείξει. Επιπλέον, διατυπώνει προτάσεις που και ο ίδιος δεν τις πιστεύει ως αληθινές (παραμένει ηθικά εκτεθειμένος), χωρίς ωστόσο να περάσει από το μυαλό κανενός να του προσάψει την κατηγορία ότι λέει ψέματα. Ο Richard Ohmann συμπληρώνει αυτήν τη θέση προσθέτοντας και το στοιχείο της μίμησης. Η προσλεκτική δύναμη της λογοτεχνίας είναι, σύμφωνα με τον Ohmann, μιμητική. Ο συγγραφέας, αφενός, μιμείται γλωσσικές πράξεις του πραγματικού κόσμου και, αφετέρου, προβαίνει σε μια προσλεκτική πράξη μίμησης δημιουργώντας έναν αφηγητή ή χαρακτήρες οι οποίοι αναλαμβάνουν την επιτέλεση αυτών των γλωσσικών πράξεων (το επιχείρημα είναι ισχυρό, ακόμα και στις περιπτώσεις που ο αφηγητής ή ο ήρωας λειτουργούν ως personae του συγγραφέα).
Τέλος, ο Kendall L. Walton αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως ένα παιχνίδι προσποίησης (make-believe game) στο οποίο εμπλέκονται οικειοθελώς ο συγγραφέας και ο αναγνώστης. Τη θέση του υιοθετεί και ο Gregory Currie. Και οι δυο κατατάσσουν τη λογοτεχνία στην κατηγορία των παιχνιδιών που παίζουν τα μικρά παιδιά, όταν παριστάνουν, για παράδειγμα, τους πειρατές ή τους ιππότες. Έτσι και ο αναγνώστης διαβάζει το λογοτεχνικό έργο σαν να ήταν αληθινό, σαν τα γεγονότα που αυτό αφηγείται να έχουν πράγματι συμβεί. Παρότι –πρέπει να σημειωθεί- υπάρχει ενδεχόμενο, και συμβαίνει συχνά, κάποια από τα αφηγημένα γεγονότα να είναι πράγματι αληθινά και κάποιες από τις μυθιστορηματικές προτάσεις, που συνήθως διακόπτουν την αφήγηση, να είναι πράγματι δηλωτικές και να γίνονται με την προσδοκία ότι θα γίνουν πιστευτές από τον αναγνώστη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: το κείμενο είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Ο Bertrand Russell και η επαγωγίστρια γαλοπούλα


Υπάρχει κανείς που αμφιβάλλει ότι αύριο ο ήλιος θα ανατείλει και πάλι; Προφανώς όχι. Επειδή κάθε μέρα, ανελλιπώς, ο ήλιος ανατέλλει. Εφόσον δεν υπήρξε ως τώρα καμία εξαίρεση, ένας επαγωγιστής θεωρεί λογικό να συμπεράνει ότι ούτε αύριο θα υπάρξει εξαίρεση, κάνοντας έτσι μια πρόβλεψη για το μέλλον.
Ο Bertrand Russell, το 1912, στο 6ο κεφάλαιο του βιβλίου του The Problems of Philosophy, με τίτλο «On Ιnduction», επανέρχεται σε ένα ζήτημα που είχε απασχολήσει τον σκεπτικιστή φιλόσοφο David Hume. Ο Hume, μιλώντας για την αιτιότητα στη φύση, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει αναγκαία σύνδεση στην εμφάνιση δύο συμβάντων Α και Β. Απλώς έχουμε τη «συνήθεια» να αναμένουμε ότι η εμφάνιση ενός γεγονότος Α θα οδηγήσει σε ένα γεγονός Β.
Ο Russell αποδεικνύει πως ο Hume έχει δίκιο: η επαγωγή δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Όπως το θέτει ο Russell, πρέπει να προβληματιστούμε εάν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε σε ό,τι ονομάζουμε «ομοιομορφία της φύσης». Πρόκειται για την πίστη πως ό,τι συνέβη ή θα συμβεί είναι ένδειξη ενός γενικού νόμου στον οποίο δεν χωρούν εξαιρέσεις. Μπορούμε όμως να βεβαιώσουμε ότι υπάρχει μια τέτοια «ομοιομορφία της φύσης»;
Κι εδώ εμφανίζεται η περίπτωση της επαγωγίστριας γαλοπούλας (στην πραγματικότητα ήταν κοτόπουλο!), την οποία χρησιμοποιεί παραδειγματικά ο Russell για να δείξει τους περιορισμούς της επαγωγής, και η οποία έχει ως εξής:
Όταν η γαλοπούλα μεταφέρθηκε στη φάρμα, διαπίστωσε ότι ο αγρότης τάιζε όλα τα πουλερικά του την ίδια ώρα κάθε μέρα. Επειδή ήταν μια πολύ προσεκτική επαγωγίστρια, δεν βιάστηκε να βγάλει συμπεράσματα, αλλά περίμενε να συγκεντρώσει περισσότερα στοιχεία. Μετά από κάμποσο καιρό, μπορούσε πια να πει με βεβαιότητα ότι ο αγρότης, κάθε μέρα, με ζέστη ή με κρύο, με ήλιο ή με βροχή, τάιζε τα πουλερικά του την ίδια ώρα. Τα στοιχεία ήσαν, λοιπόν, αρκετά και πλέον ήταν σε θέση να προβλέψει τεκμηριωμένα πως την επόμενη ημέρα, τη συνηθισμένη ώρα, ο αγρότης θα ταΐσει και πάλι τα πουλερικά του. Συνέβη όμως, δυστυχώς, η επόμενη ημέρα να είναι η παραμονή των Χριστουγέννων. Εκείνη την ημέρα, ο αγρότης, αντί να φέρει φαγητό στα πουλερικά του, τους έκοψε τον λαιμό.


Επομένως, η επαγωγή μπορεί μόνο να μας πει το εξής: όταν βρεθεί  πως ένα πράγμα Α συνδέεται με ένα πράγμα Β, και δεν βρεθεί ποτέ να μην συνδέεται με το πράγμα Β, τότε, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των περιπτώσεων που το Α συνδέεται με το Β, τόσο μεγαλύτερες είναι πιθανότητες τα δύο πράγματα να συνδέονται και σε μια άλλη περίπτωση στην οποία να εμπλέκεται το ένα από τα δύο.
Η επαγωγή δεν μπορεί, λοιπόν, να εγγυηθεί την αλήθεια, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως ένας τρόπος για να βγάλουμε συμπεράσματα για τον κόσμο. Γιατί τότε θεωρούμε ότι η επαγωγή είναι αποτελεσματική; Επειδή ήταν αποτελεσματική στο παρελθόν. Όμως, έτσι, μπλεκόμαστε σε ένα φαύλο κύκλο, αφού προσπαθούμε να τεκμηριώσουμε την επαγωγή με την επαγωγή. Και αυτή η λογική πλάνη πρέπει να προβληματίσει όχι μόνον τους φιλοσόφους αλλά και όσους, σαν τον εντιμότατο κύριο Sherlock Holmes, ερευνούν το έγκλημα.

Πηγή για την εικόνα: