Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2022

Λογοτεχνία και μαθηματικά: η ακολουθία Fibonacci


Η ακολουθία Φιμπονάτσι μπήκε στη ζωή όσων δεν είμαστε μαθηματικοί από το πολύ δημοφιλές βιβλίο του Dan Brown Κώδικας Da Vinci, που στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ψυχογιός το 2014. Ακολουθώντας και σε αυτό το βιβλίο την επιτυχημένη συνταγή του πρώτου του έργου, ο Dan Brown παρακολουθεί τον ήρωά του, τον καθηγητή συμβολολογίας Robert Langdon (που στην ομώνυμη ταινία τον υποδύεται ο Tom Hanks), και τη Γαλλίδα αποκρυπτογράφο Sophie Neveu (στον ρόλο της Sophie η Audrey Tautou) να ξεδιαλύνουν μυστήρια που σχετίζονται με τα έγγραφα του Κοινού της Σιών και τους απογόνους του Ιησού. Ένας από τους γρίφους είναι η ακολουθία Φιμπονάτσι που περιλαμβάνεται στο μήνυμα του δολοφονημένου επιμελητή του Μουσείου Λούβρου Jacques Saunière. 

Η ακολουθία Φιμπονάτσι είναι μια σειρά αριθμών που ξεκινά από το 0 και το 1. Όλοι οι επόμενοι αριθμοί παράγονται ως άθροισμα των δύο προηγούμενων, ενώ ο λόγος ενός αριθμού με τον αμέσως προηγούμενό του τείνει προς τη χρυσή τομή. Ο τύπος είναι: Fn= Fn-1 + Fn-2, με F0 = 0 F1 = 1. 

Η ακολουθία πήρε το όνομά της από έναν Ιταλό μαθηματικό, που γεννήθηκε το 1275 στη Μπετζάγια της Αλγερίας, τον Leonardo Pisano, του οποίου το παρωνύμι ήταν Fibonacci. Το όνομα του Fibonacci, που εμείς γνωρίσαμε μέσω ενός πρωτότυπου λογοτεχνικού μυστηρίου, συνδέεται με πολύ πιο πρακτικά, γήινα πράγματα. 

Βρισκόμαστε στον σφύζοντα 13ο αιώνα. Πολλοί χαρακτηρίζουν αυτήν την περίοδο Μεσαίωνα. Η Ιταλία είναι διαιρεμένη σε πάμπολλες φεουδαρχικές πόλεις-κράτη που κερδίζουν την ισχύ και την ευμάρειά τους με το εμπόριο. Τα χρηματοοικονομικά είναι βεβαίως άγνωστα. Οι ανάγκες όμως είναι μεγάλες και περίπλοκες και τα εργαλεία δυτικής κοπής ανεπαρκή. Ειδικά στην Πίζα, τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα αυξημένα, διότι οι έμποροι έπρεπε να τα βγάλουν πέρα με τους επτά διαφορετικούς τύπους νομισμάτων που κυκλοφορούσαν. Ο νεαρός Fibonacci είχε μελετήσει συνδυασμένα ινδικά και αραβικά μαθηματικά, και αυτό του έδωσε την ιδέα να εισαγάγει στην Ευρώπη το αραβικό δεκαδικό σύστημα αρίθμησης. Μάλιστα, το 1202, δημοσιεύει ένα βιβλίο πραγματικά επαναστατικό για τις εμπορικές χρηματικές ανταλλαγές, με τίτλο Liber Abaci.  

Στο βιβλίο του ο Leonardo δείχνει τον τρόπο με τον οποίο το αραβικό σύστημα αρίθμησης μπορεί να αξιοποιηθεί για την τήρηση λογιστικών βιβλίων, τη μετατροπή νομισμάτων και, κυρίως, τον υπολογισμό του τόκου. Ο δανεισμός χρήματος μετά από αυτό γνωρίζει μεγάλες δόξες. Ιδιαίτερα η Βενετία γίνεται το κέντρο του ευρωπαϊκού δανεισμού, πράγμα που και πάλι το γνωρίζουμε χάρη στη λογοτεχνία. Θυμηθείτε τον σαιξπηρικό Έμπορο της Βενετίας, και τον Σάιλοκ, την αρχετυπική μορφή τοκογλύφου. 


Πηγές για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Fibonacci2.jpg


Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι XVI


Τρέχαμε με τη μικρή Σελάνα στην αμμουδιά, εκεί που σκάει το κύμα, και παίζαμε με τα σχήματα που άφηνε πίσω του ο φλοίσβος, μαζί κοχύλια και φύκια.

- Κοίτα, Φάων, μου είπε, στιγμή δεν μένουν ακίνητα.

Το αδηφάγο κύμα πήγαινε κι ερχόταν αδιάκοπα. Σε μια ανέμελη στιγμή το πόδι μου άγγιξε κάτι σκληρό κι έσκυψα να το πιάσω. Ένα κομμάτι μάρμαρο, ίσα με τη μισή μου παλάμη, ήταν. Τα άκρα του που θα του έδιναν μορφή είχαν χαθεί. Είχανε γίνει άμμος.

- Α, τι ωραίο που είναι, αναφώνησε η Σελάνα.

Το περιεργάστηκα με προσοχή. Φαίνεται πως ο χρόνος και η άμμος κατεργάστηκαν με μαστοριά τις όμορφες καμπύλες του. Το ακούμπησα στο απλωμένο χέρι της. Την ήξερα καλά την αγαπημένη μου, δεν ήθελε πολλά για να είναι ευτυχισμένη. Της αρκούσε να περπατάει στην ακροθαλασσιά και να έχει κάτι δικό μου στα χέρια της.

- Το νερό, οι πέτρες, τ’ αστέρια, όλα έχουν ψυχή, είπε.

- Λες πως ένα τόσο δα μικρό κομμάτι μάρμαρο είχε κάποτε ζωή;

- Δες το και μόνος σου.

- Πες μου, γλυκιά μου, εσύ που συνηθίζεις να βλέπεις τρυφερά όνειρα, ποιανού ψυχή να έφτιαξε τούτο εδώ το ειδώλιο; Ποια δάχτυλα το έπλασαν; Σε ποιο εργαστήρι; Για ποιον να έγιναν όλα αυτά;

Έκλεισε τα μάτια, όπως κάνουν οι μάντισσες, έστρεψε το κεφάλι της στον ουρανό, προς τη μεριά του ήλιου και αποκρίθηκε.

- Νέος στα χρόνια ήταν και πικράθηκε πολύ όταν έχασε την αγάπη του. Αυτός το άφησε εκεί που σκάει το κύμα, να το σμιλέψει η θάλασσα.

- Για ποια νάταν άραγε;

- Ποιος να σου απαντήσει, καλέ μου Φάωνα; Ο φλοίσβος που πηγαινοέρχεται και μουρμουράει αδιάκοπα; Τη γλώσσα του δεν ξέρεις κι ούτε ποτέ θα μάθεις.

Έπιασα το χέρι της που το κρατούσε τρυφερά.

- Πόσα φεγγάρια να πέρασαν μέχρι να χαθεί η μορφή του.

- Καλύτερα να σκέφτεσαι πόσα φεγγάρια θα περάσουν ακόμη για να γίνει άμμος αυτό το μικρό ειδώλιο.

- Αμέτρητα, φαντάζομαι, ώσπου να χαθεί μέσα στους μύριους κόκκους.

- Αμέτρητα, ναι, μα τίποτα δεν θα χαθεί. Σ’ αυτή την αμμουδιά θα ζει και θα τα λέει με το κύμα.

- Για πάντα;

- Ποιος ξέρει; Ο φλοίσβος κρατάει καλά τα μυστικά της ζωής.

- Να χαρώ την ομορφιά σου τότε πριν την κλέψει ο χρόνος, πριν η μνήμη του ονόματός μου χαθεί από τη γλώσσα των άλλων.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πρόκειται για βιολόσχημο ειδώλιο από τον Σάλιαγκο της Αντιπάρου (5300 π.Χ.), ύψους 6,6 εκ.,

Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

 

Πηγή για την εικόνα:

http://www.arxeion-politismou.gr/2018/01/violoeidi-violosxima-eidolia-6500-xronon.html 


Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι XV

 

- Άκου, φίλε, είπε η Σφίγγα, όταν ο νεαρός ταξιδιώτης κάθισε στην πέτρα απέναντί της. Ο δρόμος αυτός που πήρες δεν θα σου βγει σε καλό. Εμείς οι δυο θα παίξουμε με τις λέξεις, όπως τα παιδιά παίζουν με τα κότσια, να ξέρεις όμως πως στο τέλος θα βγούμε και οι δυο χαμένοι. Όχι γιατί θα φταίνε τα λάθη των γονιών μας, ούτε γιατί δεν τα λογαριάσαμε σωστά, αλλά γιατί κάποιος άλλος, κάποιος ποιητής, κάποιος θεατρίνος, που του αρέσει να δίνει ρόλους στους ανθρώπους, επινόησε να βρεθούμε εδώ στην ερημιά για να στήσει τον ντροπιαστικό μας θάνατο. Αν θέλεις, πριν αρχίσουμε να ρίχνουμε τα ζάρια, πριν αρχίσω τις ερωτήσεις, να την κάνουμε από εδώ. Κανείς δεν θα μάθει τίποτα για μας. Κανείς δεν θα μας μνημονεύσει και κανείς αγγειοποιός δεν θα πουλήσει τα αγγεία του με τις μουτσούνες μας επάνω.

Ο νεαρός ταξιδιώτης άκουσε με προσοχή τη Σφίγγα και απάντησε. 

- Καταλαβαίνω πως θέλεις να το βάλεις στα πόδια για να γλιτώσεις από μένα, αλλά, πριν τα συμφωνήσουμε, θα ήθελα να μου λύσεις μια απορία. Πες μου ποιανού ποιητή κόρη είσαι; Γιατί μ’ αυτό το μπέρδεμα που βλέπω πάνω σου δεν ξέρω τι να υποθέσω.

- Με κοροϊδεύεις;

- Καθόλου, αλλά να, έχω ακούσει πως όταν ανακατεύονται τα ζώα με τους ανθρώπους γεννάνε τέρατα.

- Δεν σε παρεξηγώ, η άγνοια είναι ανθρώπινη αδυναμία. Πράγματι πάνω μου βλέπεις παράξενα πράγματα και δεν έχεις άδικο να υποθέτεις ό,τι θέλεις. Το ίδιο όμως δεν γίνεται και όταν ανακατεύονται στην ψυχή του ανθρώπου παράταιρα πράγματα;

- Τι ξέρεις που δεν ξέρω;

- Την ψυχή σου να φυλάξεις, δεν ξέρεις τι σχεδιάζει ο ποιητής για σένα.

- Σ’ αυτό δεν έχεις άδικο, μάντης δεν είμαι, αλλά το βρίσκεις σωστό να πάμε κόντρα στους χρησμούς των θεών; Στην επιθυμία των αφεντάδων μας; Στη φαντασία των ποιητών;

- Άσε τους θεούς και τους βασιλιάδες στην ησυχία τους. Από το μυαλό του ποιητή πρέπει να δραπετεύσουμε πριν μας καταστρέψει και τους δύο.

- Σου αρέσουν τα μεγάλα λόγια, αλλά μάλλον είσαι αφελής. Μόνο αν σβήσει ο ήλιος θα γλιτώσουμε από τους ποιητές. Ο ποιητής με έφερε στον δρόμο σου γιατί ήρθε η ώρα σου να χαθείς. Είπε: από το σφιχτό αγκάλιασμά της δεν θα πεθάνει άλλος.

- Αγνόησέ τον και άκουσέ με πριν να είναι αργά. Πάμε να φύγουμε μακριά από τους ανθρώπους, μακριά από την άθλια μοίρα τους. Θα τους απαλλάξουμε από ένα βουνό βάσανα και θα γλιτώσουμε κι εμείς.

- Προτιμώ να ακολουθήσω τη μοίρα μου παρά μια ζωή όπου δεν θα έχω κάποιο ρόλο.

- Πάρε την καλή απόφαση πριν να είναι αργά.

- Με προστάζεις ή μου ζητάς να συμφιλιωθώ μαζί σου; Μήπως θέλεις οι δυο μας να γράψουμε την ιστορία των ανθρώπων από την αρχή;

- Όχι!

- Όχι; Τότε, αν δεν γίνουμε ποιητές, ποιος ο λόγος να σε ακολουθήσω; Ο άνθρωπος υπάρχει γιατί κάποιος ποιητής έδωσε νόημα στη ζωή του. Άκου με προσεχτικά και δεν θα ξανακούσεις τη φωνή μου. Πιο πολύ εμπιστεύομαι τον ποιητή παρά την ουρά σου. Είναι πιο έντιμος από σένα και σ’ αυτόν θα μείνω πιστός. Κι αν αυτός αποφάσισε να χαθείς εσύ απ’ το δικό μου χέρι κι εγώ με τη σειρά μου να χαθώ από κάτι άλλο, θα έχει τους λόγους του. Αλλά πολλά είπαμε.

Και με μια γρήγορη κίνηση ο νεαρός ταξιδιώτης έσυρε το σπαθί του ποιητή από τη θήκη του και έκοψε το λαιμό της Σφίγγας.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πρόκειται για αττική κύλικα, που εικονίζει τον Οιδίποδα και τη Σφίγγα (470-460 π.Χ.). 

Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.


Πηγή για την εικόνα:

https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oedipus_and_the_Sphinx_of_Thebes,_Red_Figure_Kylix,_c._470_BC,_from_Vulci,_attributed_to_the_Oedipus_Painter,_Vatican_Museums_(9665213064).jpg


Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

Robert Burton ή, αλλιώς, Δημόκριτος ο Νεότερος


Στα τέλη της Αναγέννησης, και πιο συγκεκριμένα το 1621, κυκλοφορεί μια περιβόητη, ογκωδέστατη (900 σελίδες στην πρώτη έκδοση) πραγματεία με τον περιγραφικότατο και εντελώς αντιεμπορικό τίτλο (κρατήστε την ανάσα σας!) The Anatomy of Melancholy, What it is: with all the Kinds, Causes, Symptomes, Prognostickes, and Several Cures of it. In Three Maine Partitions with their several Sections, Members, and Subsections. Philosophically, Medicinally, Historically, Opened and Cut Up (Η ανατομία της μελαγχολίας, τι είναι: με όλα τα είδη, αίτια, συμπτώματα, προγνώσεις, και αρκετές θεραπείες της. Τρεις κύριες διαμερίσεις με αρκετές ενότητες, τμήματα, και υποενότητες, φιλοσοφικά, ιατρικά, ιστορικά, ανοιγμένα και τετμημένα).

Συγγραφέας της είναι ο Robert Burton, σπουδαίος λόγιος του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και εκκλησιαστικός αξιωματούχος. Πρόκειται, όπως το λέει και ο τίτλος, για ιατρική πραγματεία. Στην ουσία, όμως, πρόκειται για εγκυκλοπαίδεια, ιδιότυπο λογοτεχνικό έργο, φιλοσοφικό δοκίμιο, όλα αυτά μαζί. Εκτός από το βασικό του θέμα, που είναι η μελαγχολία (θρησκευτική, ερωτική κ.λπ.), αντιμετωπίζει και θέματα όπως: η χώνεψη, οι καλικάντζαροι, η γεωγραφία της Αμερικής κ.ά.. Ψυχολογία, φυσιολογία, αστρονομία, μετεωρολογία, θεολογία, αστρονομία, μέχρι και δαιμονολογία, είναι οι επιστήμες που αξιοποιούνται. Επίσης, αποφθέγματα και εξαντλητικές αναφορές σε παλαιότερους φιλοσόφους είναι συχνά στο έργο. Σοβαρότητα και αστεϊσμοί εναλλάσσονται

Το αστείο ξεκινά ήδη από πρόλογο, όπου ο Burton χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Democritus Junior (Δημόκριτος ο Νεότερος), και συνεχίζεται στην εισαγωγή όπου υπάρχει σημείωμα του συγγραφέα με τίτλο: “Democritus Junior to the Reader” («Ο Δημόκριτος ο Νεότερος προς τον αναγνώστη»), ένα ποίημα στα λατινικά με τίτλο: “Democritus Junior to his Book” («Ο Δημόκριτος ο Νεότερος προς το βιβλίο του») και μια προειδοποίηση προς “The Reader who Employs his Leisure Ill” («Τον αναγνώστη που χρησιμοποιεί τον χρόνο του απερίσκεπτα»).

Πού βρίσκεται, όμως, το αστείο; Στο γεγονός ότι ο συγγραφέας ενός βιβλίου για τη μελαγχολία, ο οποίος μάλιστα εξομολογείται ότι επιλέγει το θέμα για να αποφύγει να νιώθει ο ίδιος μελαγχολικός, προτιμά ως ψευδώνυμο το Democritus Junior (Δημόκριτος ο Νεότερος. Σκεφτείτε ότι ο αρχαίος Δημόκριτος, από την εποχή του Κικέρωνα και του Ορατίου, είχε το προσωνύμιο «Γελαστός Φιλόσοφος» για να διακρίνεται έτσι από τον «κλαψιάρη» Ηράκλειτο!

Ο Robert Burton έγραψε ο ίδιος το επίγραμμα που θα κοσμούσε τον τάφο του: “Paucis notus, paucioribus ignotus, hic jacet Democritus Junior, cui vitam dedit et mortem Melancholia” («Ελάχιστα γνωστός, λιγότερο άγνωστος, εδώ κείτεται ο Δημόκριτος ο Νεότερος, ο οποίος αφιέρωσε την ζωή και τον θάνατό του στη μελαγχολία»). 

Πέθανε στις 25 Ιανουαρίου 1640.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/The_Anatomy_of_Melancholy#/media/File:Robert_Burton's_Anatomy_of_Melancholy,_1626,_2nd_edition.jpg


Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021

Οι δίκες της λογοτεχνίας: Ernest Pinard

 

Ο Ernest Pinard γεννήθηκε το 1822 στην Auton, σπούδασε Νομική στο Παρίσι, έγινε δικηγόρος, κατόπιν μπήκε στο δικαστικό σώμα και στη 1 Μαΐου 1849 διορίστηκε αναπληρωτής εισαγγελέας στην Tonnere. Παρότι η δικαστική διαδρομή του υπήρξε λαμπρή και ο Pinard εθεωρείτο σπουδαίος ρήτορας, πιθανόν εμείς δεν θα είχαμε κανέναν λόγο να τον γνωρίζουμε αν δεν είχε εκφωνήσει, το 1857, το κατηγορητήριο για προσβολή των χρηστών ηθών εναντίον δύο πολύ σπουδαίων συγγραφέων: του Gustave Flaubert για το παρθενικό του έργο με τίτλο Madame Bovary (Μαντάμ Μποβαρί) και του Charles Baudelaire για την ποιητική συλλογή του Les Fleurs du mal (Τα άνθη του κακού).

«Τέχνη που δεν τηρεί κανόνες, δεν είναι πια τέχνη. Μοιάζει με γυναίκα που ξεγυμνώνεται εντελώς. Το να επιβάλλουμε στην τέχνη τον έναν κανόνα της δημόσιας αξιοπρέπειας δεν γίνεται για να την υποτάξουμε, αλλά για να την τιμήσουμε». Με αυτά τα λόγια ο Pinard έκλεισε την επίθεσή του στον «σοκαριστικό» ρεαλισμό και στην «αισχρότητα» του Flaubert, ο οποίος στο μυθιστόρημά του αφηγείται μια ιστορία μοιχείας χωρίς -φευ!- ρητά να καταδικάζει τη μοιχαλίδα. Το δικαστήριο επέκρινε τον συγγραφέα για την αυθάδειά του να μιλήσει για ένα τόσο ιταμό θέμα, του τόνισε ότι «η τέχνη πρέπει να είναι γνήσια και καθαρή όχι μόνο στη μορφή αλλά και στην έκφρασή της», δεν τον καταδίκασε όμως. Άλλωστε, οι σημαντικότεροι πολιτικοί και καλλιτέχνες εξέφρασαν την πλήρη υποστήριξή τους στον συγγραφέα. Όσο για το μυθιστόρημα, εν μέρει και λόγω της δίκης, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Ο Flaubert, που φαίνεται ότι ήξερε από marketing, γράφει στον αδελφό του: «Ο δημόσιος κατήγορος έχει την αμέριστη συμπάθειά μου. Εάν το βιβλίο μου είναι κακό, η δίκη θα το κάνει να φανεί καλύτερο. Εάν, αντίθετα, αντέξει στον χρόνο, η δίκη αυτή θα είναι το θεμέλιό του». Επιπλέον, ο Flaubert, που φαίνεται ότι δεν ήταν καθόλου αγνώμων, αφιερώνει το βιβλίο στον δικηγόρο του σε αυτήν τη δίκη, στον εντιμότατο Antoine Marie Jules Sénard. Μάλλον δεν είχε τόσο χιούμορ ώστε να το αφιερώσει στον δημόσιο κατήγορο!

Η υπόθεση Flaubert εισήχθη στο δικαστήριο τον Ιανουάριο. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς ο Pinard ρητόρευσε εναντίον του Baudelaire, τον οποίο κατηγόρησε για ανηθικότητα. Αυτήν τη φορά κέρδισε τη δίκη. Ο Baudelaire καταδικάστηκε να πληρώσει πρόστιμο 300 φράγκων και 7 από τα ποιήματα της συλλογής του απαγορεύτηκαν, απαγόρευση που παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1948.

Ο Pinard στη συνέχεια τα έβαλε με έναν ακόμα συγγραφέα, τον Eugène Sue για το έργο του Les mystères du peuple (Τα μυστήρια του λαού). Όταν έγινε η δίκη, ο Sue είχε πια πεθάνει και έτσι η καταδικαστική απόφαση στράφηκε εναντίον του εκδότη και του τυπογράφου του.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι επικριτικοί λόγοι του Pinard, υπό τον όρο ότι θα ξεχάσουμε τον ρόλο του λογοκριτή που επεφύλαξε στον εαυτό του, ανέδειξαν τις μεγάλες αρετές του εισαγγελέα: ήταν σπουδαίος γνώστης της λογοτεχνίας, έξυπνος αναγνώστης και λογοτεχνικός κριτικός (τις ερμηνευτικές του προτάσεις για το έργο του Flaubert τις ασπάζονται οι αναγνώστες μέχρι σήμερα). Ο Pinard φαίνεται πως ήταν αρκετά οξυδερκής για να καταλάβει τις λεπτότατες αποχρώσεις της λογοτεχνίας και την ανατρεπτική ισχύ της παρά την ήρεμη και ανέφελη επιφάνειά της. 

Αυτές οι δίκες της λογοτεχνίας, εκτός από την ανάδειξη του δημόσιου κατήγορου, του κυρίου Ernest Pinard, ανέδειξαν επίσης την ύπαρξη μιας σιωπηλής έντασης ανάμεσα στη λογοτεχνία και στις κοινωνικές προσδοκίες και συμβάσεις. Κάποιες φορές η ένταση μεγαλώνει και γίνεται σύγκρουση. Αυτό είναι με λίγα λόγια το χαρακτηριστικό της λεγόμενης «νεωτερικής» λογοτεχνίας, η οποία μόλις αρχίζει να γεννιέται: η άρνησή της να συμμορφωθεί με τα κοινωνικά πρότυπα, η αποτύπωση της σύγκρουσης ανάμεσα σε υψηλές και εξίσου ισχυρές αξίες, ανάμεσα στην ομορφιά, στην αλήθεια και στη δικαιοσύνη. Το πιστοποιεί ο ίδιος ο Flaubert ο οποίος, μετά την αθώωσή του, λέει: «ο αγώνας που έδωσα ήταν ένας αγώνας της ίδιας της σύγχρονης λογοτεχνίας».

Ο Ernest Pinard έλαβε πολλές διακρίσεις και ανήλθε σε υψηλότατες δημόσιες θέσεις. Πέθανε στις 12 Σεπτεμβρίου 1909.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Pinard,_Ernest.jpg


Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

Ο Sherlock Holmes στο βιβλιοπωλείο

 

Από τον Αύγουστο του 1901 έως τον Απρίλιο του 1902 δημοσιεύεται σε συνέχειες στο περιοδικό The Strand το τρίτο αστυνομικό μυθιστόρημα του Arthur Conan Doyle που είχε τίτλο The Hound of the Baskervilles (Το σκυλί των Baskervilles). Η δράση τοποθετείται στο ήσυχο και ειρηνικό Dartmoor του Devon, στη νοτιοδυτική Αγγλία.

Ο δαιμόνιος Sherlock Holmes κυριολεκτικά επιστρέφει από τους νεκρούς, αφού ο δημιουργός του τον έχει σκοτώσει στο προηγούμενο διήγημά του με τίτλο The Final Problem (Η τελευταία υπόθεση). Αυτήν την φορά θα λύσει ένα μυστήριο και θα προστατεύσει έναν άνθρωπο ο οποίος υποτίθεται ότι κινδυνεύει από την κατάρα της οικογένειας των Baskervilles. Όλα ξεκινούν από έναν Baskerville που έζησε τον 17ο αιώνα, τον Sir Hugo. Αυτός ήταν ένας ακόλαστος μέθυσος ο οποίος τιμωρήθηκε για τα παραπτώματά του πεθαίνοντας από τα δόντια ενός διαβολικού κυνηγόσκυλου που ξερνούσε φλόγες από το στόμα του. Την ίδια τύχη είχε και ο απόγονός του, ο μαλθακός και κάπως αφελής Sir Charles Baskerville. Παρότι ο δικός του θάνατος αποδόθηκε σε καρδιακή προσβολή, πλάι στο νεκρό του σώμα βρέθηκαν ίχνη που δεν θα μπορούσαν να ανήκουν παρά σε ένα τεράστιο σκυλί. Αυτά τα ίχνη υποψιάζουν τον έξυπνο και αφοσιωμένο γιατρό της οικογένειας, τον Dr Mortimer για πλεκτάνη, ο οποίος πείθει τον Sir Henry Baskerville, ανεψιό και μοναδικό κληρονόμο του Sir Charles, να προσλάβει τον Sherlock Holmes ώστε να μην βρει το ίδιο οικτρό τέλος με τον θείο του.

Ο Sherlock Holmes, ψύχραιμος και ορθολογιστής, προφανώς δεν πιστεύει σε λαϊκούς θρύλους για εκδικητικά κυνηγόσκυλα. Αντίθετα, πιστεύει στην κακία των ανθρώπων. Κι έτσι, ψάχνοντας και μελετώντας, βρίσκει τον ένοχο στο πρόσωπο ενός γείτονα, του Jack Stapleton, ενός φυσιοδίφη που ζει στην περιοχή μαζί με τον αδελφή του Beryl, η οποία στο τέλος αποδεικνύεται ότι είναι δεν είναι αδελφή αλλά σύζυγός του. Ο Stapleton, ένας τύπος σκοτεινός και βίαιος παρά τη φαινομενική καλλιέργεια και ευγένειά του, είναι κι αυτός απόγονος των Baskervilles. Διεκδικώντας την οικογενειακή περιουσία, φτάνει μέχρι τον φόνο του καημένου του Sir Charles και τώρα είναι έτοιμος να δολοφονήσει και τον Sir Henry. Φυσικά τα σχέδιά του ματαιώνονται από τον Sherlock Holmes και από τον βοηθό και απομνημονευματογράφο του Dr John Watson.

Είπα πιο πάνω ότι ο Sherlock Holmes λύνει το μυστήριο ψάχνοντας και μελετώντας. Ένα από τα πράγματα που μελετά, για να αποκτήσει αντίληψη της περιοχής στην οποία όλα αυτά συμβαίνουν, είναι ένας χάρτης. Και αυτόν τον χάρτη τον παραγγέλνει σε ένα εξειδικευμένο ταξιδιωτικό βιβλιοπωλείο του Λονδίνου, το Stanfords. Η αρχική έδρα του Stanfords ήταν στην Charing Cross, στην περίφημη λονδρέζικη οδό των βιβλιοπωλείων, όμως το 1901 μεταφέρθηκε στον αριθμό 12-14 της Long Acre, εκεί όπου άλλοτε βρισκόταν μόνον το εκδοτικό τμήμα.

Το βιβλιοπωλείο υφίσταται μέχρι σήμερα, με παραρτήματα και σε άλλες αγγλικές πόλεις, και υπερηφανεύεται για το πλήθος των διασημοτήτων που χρειάστηκαν τις υπηρεσίες του. Ο Sherlock Holmes είναι ένας από τους επιφανέστερους πελάτες του, που ανεβάζει κατακόρυφα την αξία και τη φήμη του ιστορικού βιβλιοπωλείου.

 

Πηγές για τις εικόνες:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Houn-54_-_The_Hound_killed_by_Holmes.jpg

https://www.stanfords.co.uk/our-history


Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020

Hugh Hefner και Ray Bradbury: μια απρόσμενη συνάντηση


Ο Hugh Hefner είναι ο ιδρυτής του Playboy, του διασημότερου lifestyle περιοδικού για άντρες, το οποίο άλλαξε άρδην τη βιομηχανία της ενήλικης διασκέδασης και συνέβαλε στη σεξουαλική απελευθέρωση της δεκαετίας του ΄60. Δημιούργησε, επίσης, μια «τάση» στον τρόπο ζωής, που αφορά σε εύπορους άντρες οι οποίοι αγαπούν τις απολαύσεις και λατρεύουν τη συντροφιά των γυναικών. Ο John F. Kennedy, ο Errol Flynn, ο Julio Iglesias, ο George Best είναι από τους πιο γνωστούς playboys.  

Ο Hefner εξέδωσε το Playboy την 1η Οκτωβρίου 1953 στο Chicago, επενδύοντας ένα μικρό ποσόν, από το οποίο τα 1000 δολάρια τα είχε δανειστεί από τη μητέρα του. Στις κεντρικές σελίδες του το περιοδικό είχε φωτογραφίες γυμνών ή ημίγυμνων μοντέλων (playmates) που σκανδάλισαν και σόκαραν τις συντηρητικές κοινωνίες της δεκαετίας του ΄50. Ούτε femmes fatales, ούτε μυστηριώδεις και απρόσιτες ντίβες, Μόνο κορίτσια καθημερινά, παιχνιδιάρικα, χαμογελαστά και εξόχως αποκαλυπτικά. Η Marilyn Monroe, η Jayne Mansfielfd, η Ursula Andress, η Kim Basinger, η Nancy Sinatra είναι κάποια από τα κορίτσια του εξωφύλλου ή των κεντρικών σελίδων. Logo του περιοδικού –και ίσως ένα από τα πιο διάσημα logo-, με σαφείς ερωτικούς υπαινιγμούς, είναι ένα χαριτωμένο κουνελάκι σε προφίλ, με τα δύο μαύρα αυτάκια του ανασηκωμένα, το οποίο φοράει σμόκιν και μαύρο παπιγιόν. Κουνελάκια είναι ντυμένα και τα κορίτσια που σερβίρουν στα Playboy Clubs, τα οποία δημιουργήθηκαν μεταξύ 1960 και 1988. Η μεγάλη επιτυχία του Hefner στις επιχειρήσεις συνοδεύτηκε από έξαλλα parties, προκλητικό sex, εκκεντρική πολυτέλεια, αλλά και ακτιβισμό και φιλανθρωπίες. Όλα στα άκρα. Ο Hugh Hefner πέθανε το 2017 σε ηλικία 91 ετών.

Ο Ray Douglas Bradbury γεννήθηκε στο Waukegan του Illinois το 1920. Ήταν συγγραφέας και σεναριογράφος. Τα διηγήματα που έγραφε δεν είχαν μεγάλη επιτυχία. Εκείνος, όμως, δεν σταμάτησε να γράφει. Όπως αναφέρει ο ίδιος, το 1950 ήταν μάλλον φτωχός. Χρειαζόταν ένα γραφείο, αλλά χρήματα για να το συντηρήσει δεν υπήρχαν. Μέχρι που ανακάλυψε ότι στην πανεπιστημιούπολη του UCLA υπήρχαν αίθουσες, όπου μπορούσε κάποιος να γράψει νοικιάζοντας μια γραφομηχανή. Έπρεπε γι’ αυτό να πληρώνει 10 cents τη μισή ώρα. Ο Bradbury άρχισε να γράφει με μανία. Και επειδή είχε ιδέες, αλλά και επειδή η μισή ώρα περνούσε γρήγορα και τα κέρματα τελείωναν γρήγορα κι αυτά. Το αποτέλεσμα αυτής της τρελής κούρσας ήταν ένα βιβλίο που ενσωμάτωνε πολλά από τα προηγούμενα διηγήματά του και είχε τον τίτλο Fahrenheit 451 (Φαρενάιτ 451). Ο τίτλος του δηλώνει τη θερμοκρασία «στην οποία το χαρτί των βιβλίων πιάνει φωτιά και καίγεται». Πρόκειται για μια δυστοπία όπου τα βιβλία καταστρέφονται, ενώ οι άνθρωποι επιδίδονται σε διάφορες «πλαστικές» δραστηριότητες, ψυχροί, απομονωμένοι, στενόμυαλοι, άδειοι και δυστυχείς. Οι λίγοι επαναστάτες –ανάμεσά τους και ο μεταστραφείς πυρονόμος Guy Montag- συγκεντρώνονται σε μια περιοχή όπου ζουν προσπαθώντας να συντηρήσουν στη μνήμη όσα βιβλία έχουν απομνημονεύσει.

Το Fahrenheit 451 εκδόθηκε το 1953. Ο συγγραφέας και ο εκδότης του, για διαφημιστικούς λόγους, επιθυμούσαν να δημοσιευτούν αποσπάσματα σε περιοδικά, αλλά δεν συνάντησαν καμία προθυμία. Το γεγονός έχει εξήγηση. Από το 1950 είχαν ξεκινήσει οι απαγορεύσεις ορισμένων «ανατρεπτικών» βιβλίων. Το 1953 ο Γερουσιαστής Joe McCarthy ορίστηκε Πρόεδρος στη Μόνιμη Υποεπιτροπή Ερευνών της Γερουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής που ανέλαβε τον εντοπισμό των επικίνδυνων βιβλίων. Και τότε εμφανίζεται ο νεαρός Hugh Hefner. Για 450 δολάρια αγοράζει τα δικαιώματα και, αδιαφορώντας για τις συνέπειες, δημοσιεύει αποσπάσματα του βιβλίου σε συνέχειες, στο δεύτερο, στο τρίτο και στο τέταρτο τεύχος του νεοεκδοθέντος περιοδικού του.

Το βιβλίο του Ray Bradbury έχει πουλήσει μέχρι σήμερα 5 εκατομμύρια αντίτυπα! Όσο για τον Hugh Hefner, κάπως έτσι –με τη συνδρομή και της λογοτεχνίας- ξεκίνησε να αλλάζει τον κόσμο!


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το Fahrenheit 451 εκδόθηκε στα ελληνικά το 2012, σε μετάφραση Βασίλη Δουβίτσα, από τις εκδόσεις Άγρα.

 

Πηγές για τις εικόνες:

By Source, Fair use, https://en.wikipedia.org/w/index.php?curid=8464988

http://www.agra.gr/searchl.asp?ID=1155


Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

1816: η χρονιά δίχως καλοκαίρι

 

Το 1816 είναι γνωστό ως «η χρονιά δίχως καλοκαίρι». Τον Απρίλιο της προηγούμενης χρονιάς είχε εκραγεί στην Ινδονησία το ηφαίστειο Tambora. Η έκρηξη ακούστηκε μέχρι το νησί Σουμάτρα. 71000 υπολογίζονται οι νεκροί. Οι 60000 δεν πέθαναν από την τέφρα και τα αέρια της έκρηξης, αλλά λιμοκτόνησαν. Η έκρηξη προκάλεσε, επίσης, για τρία ολόκληρα χρόνια σοβαρές κλιματικές ανωμαλίες στο μεγαλύτερο μέρος του βορείου ημισφαιρίου, μεταξύ των οποίων και το φαινόμενο γνωστό με το όνομα «ηφαιστειακός χειμώνας». Η θερμοκρασία έπεσε κάθετα και η ατμόσφαιρα γέμισε με μια λεπτή σκόνη που εμπόδιζε τις ακτίνες του ήλιου να φτάσουν στη γη, με αποτέλεσμα έναν παρατεταμένο χειμώνα. Η αγροτική παραγωγή καταστράφηκε και τα ζώα πέθαναν. Οι άνθρωποι υπέφεραν. Πολλοί αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν.

Caspar David Friedrich, Two Men by the Sea (1817),
Βερολίνο, Alte Nationalgalerie.
Ο ζωγράφος φαίνεται επηρεασμένος από την ατμόσφαιρα
που επικρατούσε εκείνη τη χρονιά δίχως καλοκαίρι.

Εκείνο το υγρό και θλιβερό καλοκαίρι του 1816 o ποιητής Percy Bysshe Shelley και η επίσης συγγραφέας σύζυγός του Mary Shelley μαζί με την αδελφή της Claire Clairmont, αποφασίζουν να το περάσουν στην Ελβετία. Το σπίτι όπου μένουν γειτονεύει με τη Villa Diodatti, στο χωριό Cologny, δίπλα στη λίμνη της Γενεύης, που την έχει νοικιάσει ο Λόρδος Bayron και στην οποία έρχεται να μείνει με τον προσωπικό του γιατρό και συνοδό, ποιητή επίσης, τον John William Polindori. Η Claire γνωρίζει καλά τον Bayron. Πολύ καλά, μάλιστα. Η πρόσφατη ερωτική σχέση της μαζί του την έχει αφήσει έγκυο στο παιδί του. Αρχίζουν όλοι να κάνουν παρέα και στην αρχή, όπως το είχαν σχεδιάσει, περνούν τον χρόνο τους με περιπάτους στις όχθες της λίμνης και βαρκάδες. Όμως, η βροχή που πέφτει ακατάπαυστα τους υποχρεώνει να μένουν πολλές ώρες μέσα στο σπίτι. Αρχίζουν να βαριούνται. Για να διασκεδάσουν καθώς είναι καθισμένοι πλάι στο τζάκι, σκέφτονται να διαβάσουν ο ένας στον άλλον ιστορίες φαντασμάτων. Έχουν μαζί τους μια γαλλική συλλογή γερμανικών ιστοριών τρόμου, τη Fantasmagoriana. Αλλά κι αυτό το παιχνίδι κάποτε τους κουράζει.

Και τότε, ο Bayron έχει την ιδέα να γράψουν οι ίδιοι ιστορίες με φαντάσματα. Βάζουν την ιδέα σε εφαρμογή. Ένα απόσπασμα της ιστορίας που έγραψε ο Bayron τυπώθηκε αργότερα στο τέλος του ποιήματός του «Mazeppa». O Shelley γράφει πέντε τέτοιες ιστορίες, βασισμένες σε παιδικές του εμπειρίες, οι οποίες συγκεντρώνονται και εκδίδονται μετά τον θάνατό του με τον τίτλο Journal at Geneva (Ημερολόγιο της Γενεύης). Ο Polindori σκέφτεται μια σκοτεινή ηρωίδα, την οποία όμως πραγματικά δεν ξέρει καθόλου τι να την κάνει. Η πεζογραφία φαίνεται ότι δεν ταιριάζει στους ποιητές.

Η Mary Shelley δυσκολεύεται να βρει μια καλή ιδέα για τη δική της ιστορία. Όμως, παρακολουθώντας τις συζητήσεις των τριών ανδρών, μια νύχτα αϋπνίας συλλαμβάνει μια πραγματικά τρομακτική ιστορία. Ένας φιλοπερίεργος νεαρός σπουδαστής συναρμολογεί και δίνει ζωή σε ένα απαίσιο πλάσμα. Ο νεαρός, μόλις αντιλαμβάνεται την επιτυχία του, τρομάζει και φεύγει μακριά. Ησυχάζει μόνο με την ιδέα ότι η ζωή που εμφύσησε στο ανόσιο δημιούργημά του θα σβήσει. Δεν γίνεται έτσι. Βρίσκει το πλάσμα να στέκεται πλάι στο κρεβάτι του και να τον κοιτάζει με τα κίτρινα, άτονα μάτια του.

Το μακάβριο όραμα στοιχειώνει τη Mary Shelley, η οποία αποφασίζει να  το καταγράψει. Το αποτέλεσμα είναι ένα από τα διασημότερα λογοτεχνικά βιβλία του 19ου αιώνα. Ο τίτλος του: Frankenstein, or the Modern Prometheus (Φρανκενστάιν ή ο σύγχρονος Προμηθέας).


Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/Year_Without_a_Summer#/media/File:Caspar_David_Friedrich_-_Two_Men_by_the_Sea_-_WGA8249.jpg


Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

Alasdair MacIntyre: αφηγούμενοι τη ζωή μας


Κάποιος κραυγάζει, κυριολεκτικά βγάζει αφρούς, όταν θυμώνει. Ένας άλλος παραμένει πιο ήρεμος και κατευναστικός. Κάποια συνηθίζει να καλοδιπλώνει το φουλάρι γύρω από τον λαιμό της το καταχείμωνο, ψάχνοντας τα πιο εκκεντρικά δεσίματα. Μια άλλη το στριφογυρίζει μια-δυο φορές γύρω από τον λαιμό της, αφού νοιάζεται μόνο για το πώς θα την προστατεύσει από το κρύο.
Μπορεί άραγε κάποιος, που λατρεύει να παρατηρεί τους ανθρώπους, να βγάλει συμπεράσματα για τον «αληθινό» χαρακτήρα τους από τον τρόπο που συμπεριφέρονται, από τον τρόπο που ντύνονται, από τον τρόπο που χαμογελούν ή κλαίνε; Βεβαίως ναι, θα ισχυριστούν μερικοί. Αυτοί άλλο δεν κάνουν από το να βλέπουν και να υποθέτουν. Βεβαίως όχι, θα αντιτάξουν κάποιοι άλλοι. Νομίζουμε ότι μπορούμε να καταλάβουμε τους άλλους από τις εξωτερικές τους αντιδράσεις. Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να τους καταλάβουμε από τέτοια σημάδια, επειδή έτσι οι άλλοι καθίστανται προβλέψιμοι –και, άρα, ακίνδυνοι. Αυτό εξυπηρετούν οι «ταμπέλες» που βάζουμε στους ανθρώπους, οι οποίες, όμως, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, καθόλου δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αλλά αποτελούν αυθαίρετες γενικεύσεις. Εξάλλου, υπάρχει ένας ακόμα λόγος για να μην δίνουμε σημασία στα εξωτερικά σημάδια, ένας λόγος που σχετίζεται με τη δική μας εικόνα. Η δική μας αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά μάς ξεχωρίζει από τους άλλους, μας κάνει απρόβλεπτους, μυστηριώδεις, άρα, και ενδιαφέροντες.


Ένας σπουδαίος Σκωτσέζος νεοαριστοτελικός ηθικός φιλόσοφος, ο Alasdair MacIntyre, το σκέφτηκε ως εξής. Ο άνθρωπος, είπε, στη φαντασία του αλλά και στη ζωή του, είναι ένα ζώο αφηγηματικό (a story-telling animal). Στο ερώτημα «τι κάνω;» μπορεί να απαντήσει μόνον αφού προηγουμένως έχει σκεφτεί «ποιας ιστορίας είμαι κομμάτι». Κακές μητριές, εγκαταλελειμμένα παιδιά, όλα όσα ακούνε τα πιτσιρίκια στα παραμύθια δεν είναι παρά μια άσκηση για να αντιληφθούν τη σημασία ορισμένων ρόλων και να βάλουν τάξη σε έναν χαοτικό κόσμο. Ως υποκείμενα, είμαστε συγγραφείς της δικής μας ζωής και συγχρόνως ηθοποιοί στη ζωή των άλλων. Μόνο στη φαντασία μας ζούμε σύμφωνα με την αφήγηση που προτιμούμε. Στην πραγματική ζωή, ανεβαίνουμε στη σκηνή όχι από την αρχή του έργου, αλλά σε κάποιο σημείο του με βάση έναν σχεδιασμό που δεν είναι αποκλειστικά δικός μας. Ό,τι λέμε και κάνουμε επηρεάζεται σοβαρά και από τον ρόλο που οι άλλοι μάς αναθέτουν. Καθένας μας αφηγείται τη ζωή του, με πρωταγωνιστή τον εαυτό του, αλλά, επίσης, του ανατίθεται κάποιος ρόλος και από τους άλλους, πράγμα που εμπλουτίζει και τροποποιεί τον αρχικό του ρόλο. Ζούμε με τους άλλους σε παράλληλες αφηγήσεις, που κάποιες φορές συναντιούνται. Κι έτσι ξεδιπλώνεται ο εαυτός μας μέσα σε μια αφηγηματική ενότητα η οποία κρατάει μια ζωή. Η προσωπική ταυτότητα δεν είναι υπόθεση συνέχειας ή ασυνέχειας του ψυχολογικού εγώ, αλλά ενότητας του αφηγηματικού χαρακτήρα, υποστηρίζει ο MacIntyre.
Τίποτα δεν αποδεικνύει τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό του, είναι το τελικό συμπέρασμα του MacIntyre. Το πώς μια κυρία δένει το φουλάρι στον λαιμό της δεν αποδεικνύει τίποτα για τον χαρακτήρα της, αποδεικνύει μόνον τον τρόπο με τον οποίο δένει το φουλάρι στον λαιμό της. Καμία λογική σχέση δεν υπάρχει μεταξύ των δύο. Ως εκ τούτου, από μια βαθύτερη αιτία, που σχετίζεται με το πώς οι ίδιοι αφηγούμαστε τη ζωή μας και το πώς αυτή καθορίζεται από τις αφηγήσεις των άλλων, καθένας μας παραμένει άλυτο αίνιγμα για τους υπόλοιπους.
Ο άνθρωπος είναι ζώο αφηγηματικό. Και, όπως όλοι οι αφηγητές, λέει αλήθειες και ψέματα. Για τον εαυτό του, για τη ζωή του. Είμαστε αυτό που θέλουμε να δείξουμε ότι είμαστε και είμαστε αυτό που οι άλλοι βλέπουν σ’ εμάς.  

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020

Για τη "μαύρη σειρά" της αστυνομικής λογοτεχνίας


Ο Marcel Duhamel ήταν ηθοποιός και σεναριογράφος, ο οποίος είχε, επίσης, ασχοληθεί με τη μετάφραση, μεταφράζοντας στα γαλλικά έργα του John Steinbeck και του Ernest Heminway. Το 1945 ο Duhamel ανέλαβε τη διεύθυνση μιας νέας σειράς των εκδόσεων Gallimard. Νονός της ήταν ο ποιητής Jacques Prévert και το όνομα που της χάρισε ήταν série noire (μαύρη σειρά), απολύτως ταιριαστό με το περιεχόμενό της: έργα αστυνομικής λογοτεχνίας. Με αυτήν την κίνηση, οι εκδόσεις Gallimard απαντούσαν στην ολοένα αυξανόμενη ζήτηση του κοινού για τέτοιου είδους βιβλία, τα οποία, ωστόσο, ακόμα θεωρούνταν περιθωριακά και υποδεέστερα. Το εξώφυλλο της νέας σειράς, κίτρινο και μαύρο, είναι εντυπωσιακό.


Η εκδοτική ιστορία της σειράς ξεκίνησε με τα βιβλία των Άγγλων Peter Cheney και James Hadley Chase. Σιγά-σιγά, όμως, προωθήθηκαν βιβλία της λεγόμενης αμερικανικής hardboiled αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο Raymond Chandler, ο Dashiell Hammett, ο Chester Himes και ο William R. Burnett είναι μερικοί από τους συγγραφείς των οποίων τα βιβλία εκδόθηκαν στη συγκεκριμένη σειρά. Ποτοαπαγόρευση, gangsters, αστυνομική διαφθορά, οικονομική κρίση είναι τα αγαπημένα τους θέματα.
Έναν χρόνο μετά, το 1946, το πολύ επιτυχημένο όνομα της σειράς έδωσε στον Γάλλο κριτικό Nino Frank την ιδέα να ονομάσει μια ολόκληρη κατηγορία χολιγουντιανών ταινιών film noir: αστυνομικά, δικαστικά και κοινωνικά δράματα, ρομαντικά ειδύλλια κ.λπ.. Χαμηλός φωτισμός, βροχερά σκηνικά, οξείες ασπρόμαυρες αντιθέσεις, κυνικοί ιδιωτικοί detectives και femmes fatales είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά τους.
Τόσο η μαύρη σειρά των εκδόσεων Gallimard όσο και οι μαύρες ταινίες έγιναν εξαιρετικά δημοφιλείς και η εμπορική τους επιτυχία ήταν τεράστια. Όσο για την αισθητική τους αξία, αυτή άρχισε όλο και λιγότερο να αμφισβητείται.
Οι υπεύθυνοι της série noire αλλάζουν καθώς τα χρόνια περνούν, το ίδιο και οι εμφάνισή της, όμως φαίνεται ότι η βασική ιδέα έχει διάρκεια. Και οι αναγνώστες της ξαγρυπνούν, ριγμένοι σε έναν κόσμο κυνισμού, βίας και ανηθικότητας, που μοιάζει πολύ με τον πραγματικό.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Η παρέα των "άτακτων αγοριών"


Στις 14 Ιανουαρίου 1869 ανέβηκε στο Παρίσι, στο θέατρο Odéon, το έργο του François Coppée με τίτλο Le Passant. Η επιτυχία, ενισχυμένη και από μια παρεούλα κλακαδόρων που σε όλη τη διάρκειά του χειροκροτούσαν ασταμάτητα, ήταν μεγάλη. Ο Victor Cochinat, χρονικογράφος της εφημερίδας Le Naine Jaune, έγραψε τότε μια φράση για την παράσταση που έδωσε το όνομά της σε  μια καλλιτεχνική συντροφιά η οποία σχηματίστηκε εκείνη τη χρονιά: “Ah! C’était une belle réunion composée des bien vilains bonshommes” («Α! Ήταν μια ωραία επανένωση άτακτων αγοριών»).  
Ο Paul Verlaine, ο Léon Valade, ο Albert Mérat, ο Charles Cros και τα αδέλφια του Henry και Antoine, ο Camille Pelletan, ο Émile Blémont, ο Ernest d’Hervilly και ο Jean Aicard  ήσαν τα ιδρυτικά μέλη των Vilains Bonshommes (άτακτα αγόρια). Μαζί τους ήταν ο ίδιος ο François Coppée, ο ζωγράφος Henri Fantin-Latour, ο συγγραφέας Paul Bourget, οι καρικατουρίστες André Gill και Félix Régamey και οι παρνασσιστές Léon Dierx, Catulle Mendès, Théodore de Banville και Stéphane Mallarmé. Και ένας φωτογράφος: ο Étienne Carjat. Με πρόσκληση του Verlaine, στο δείπνο του Σαββάτου της 30ης Σεπτεμβρίου 1871, κατέφθασε στην παρέα, για να διαβάσει το “Bateau Ivre” («Μεθυσμένο Καράβι») και να αποθεωθεί, ο Arthur Rimbaud.
Ο Carjat, ο φωτογράφος της παρέας, που ήταν επίσης συγγραφέας, σκιτσογράφος, συνιδρυτής  του περιοδικού Le Diogène και εκδότης του Le Boulevard, δεν έχασε την ευκαιρία να φωτογραφίσει μερικά από τα διάσημα μέλη της συντροφιάς. Με την ικανότητά του να καθοδηγεί τα μοντέλα του σε φυσικές πόζες, χωρίς να τα ταλαιπωρεί όπως συνηθιζόταν σε εκείνη την πρώιμη φωτογραφική εποχή, αλλά και χωρίς να χρησιμοποιεί εκκεντρικά φόντα και εφέ, δημιούργησε έργα που διακρίνονται από ρεαλισμό και απλότητα.
   
Καρικατούρα του Alexandre Dumas από τον Étienne Carjat

Η περίφημη φωτογραφία του Charles Baudelaire από τον Étienne Carjat

Τον Ιανουάριο του 1872, στη διάρκεια ενός δείπνου, ξέσπασε σφοδρός καυγάς μεταξύ του Rimbaud και του Carjat. Ο πρώτος τον απείλησε με ξίφος και ο δεύτερος κατέστρεψε όλες τις φωτογραφικές πλάκες με τα πορτραίτα του Rimbaud. Επιβίωσαν μόνον 8 εκτυπώσεις από τις πρωτότυπες φωτογραφίες. Αυτή ήταν η τελευταία εμφάνιση του Rimbaud στα δείπνα των Vilains Bonshommes, που και αυτών η ιστορία δεν κράτησε πολύ: την ίδια χρονιά διαλύθηκαν.

Ο Arthur Rimbaud φωτογραφημένος από τον Étienne Carjat

Πηγή για τις εικόνες: