Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Giovanni Acuto, o condottiero

 

Ο Sir John Hawkwood, που έζησε τον 14ο αιώνα, επέλεξε να κάνει ένα πολύ επικερδές επάγγελμα: διέπρεψε ως condottiero.  Οι condottieri ήσαν στρατιωτικοί ανάδοχοι επί συμβάσει. Έκαναν, δηλαδή, τη βρώμικη δουλειά του πολέμου. Συγκέντρωναν μισθοφορικό στρατό που αναλάμβανε να πολεμήσει αντί για τους πολίτες των ιταλικών πόλεων.

Ήταν μια περίοδος κατά την οποία οι μεσαιωνικές πόλεις-κράτη της Ιταλίας έδειχναν μεγάλη διάθεση για πόλεμο, διότι τα συμφέροντα ήσαν τεράστια και τα εδάφη προσφέρονταν για κατάκτηση.

Ο Hawkwood δεν ήταν Ιταλός, αλλά Άγγλος από το Essex. Αποδείχθηκε ικανότατος στο να οδηγεί τους μισθοφόρους του στην κατάκτηση εδαφών και στη λεηλασία του διαθέσιμου πλούτου. Οι Ιταλοί τον εκτίμησαν και τον τίμησαν ιδιαιτέρως. Πρώτα-πρώτα, του χάρισαν διάφορα κομμάτια γης, ένα από τα οποία ήταν το επιβλητικό Castello di Monteccio. Επίσης, και διότι δυσκολεύονταν να προφέρουν το αγγλικό του όνομα, του έδωσαν το παρωνύμι Giovanni Acuto (Ιωάννης ο Οξυδερκής).

Όμως, ο Hawkwood δεν ήταν πιστός στα αφεντικά του. Στην πραγματικότητα, πιστός ήταν μόνο στο χρήμα, το οποίο ακολουθούσε όπου το μύριζε. Το 1364, όταν ήταν στην αρχή της καριέρας του, στον πόλεμο μεταξύ Πίζας και Φλωρεντίας, ο Hawkwood πολεμούσε υπέρ της Πίζας, όμως δεκαπέντε χρόνια αργότερα μεταστράφηκε υπέρ της Φλωρεντίας, πόλη στην οποία εγκαταστάθηκε μέχρι το τέλος της στρατιωτικής του καριέρας.

Και ναι μεν ο Hawkwood βοήθησε τη Φλωρεντία να κερδίζει πολέμους, όμως αυτοί οι πόλεμοι ήσαν τόσο δαπανηροί ώστε η πόλη άρχισε να έχει σοβαρά  ελλείμματα. Η λύση βρέθηκε: οι πολίτες αναγκάστηκαν να δανείζουν την κυβέρνηση της πόλης τους και σε αντάλλαγμα λάμβαναν κυβερνητικά ομόλογα από τα οποία εισέπρατταν τόκους! Και, επειδή αυτοί που εξέδιδαν τα ομόλογα οι ίδιοι τα αγόραζαν, φρόντιζαν να εισπράττουν τους τόκους τους. Και όλοι ήσαν ικανοποιημένοι, μέχρι την εποχή που ο αριθμός των ομολόγων αυξήθηκε τόσο, ώστε ο τόκος ήταν αδύνατο να πληρωθεί και τα κράτη πνίγηκαν στα χρέη.

Τελικά, μόνος κερδισμένος φάνηκε ότι ήταν ο Hawkwood. Τουλάχιστον όσο ήταν εν ζωή. Διότι, όταν πέθανε, η τόσο επίπονα κερδισμένη περιουσία του κυριολεκτικά εξανεμίστηκε. Μόνον η φήμη του διασώθηκε. Και η μορφή του, αφού οι Φλωρεντινοί, από ευγνωμοσύνη για τις υπηρεσίες του, παρήγγειλαν στον Paolo Uccelo μια τοιχογραφία, την οποία τοποθέτησαν στη Duomo. Περισσότεροι από τέσσερα εκατομμύρια τουρίστες την βλέπουν κάθε χρόνο.


Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/John_Hawkwood#/media/File:Paolo_Uccello_044.jpg


Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Πόλεμος και Οικονομία: το παρ' ολίγον Βατερλώ του Nathan Rothschild

Βατερλώ. 18 Ιουνίου 1815. Στο χωριουδάκι που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα έξω από τις Βρυξέλλες έχουν συγκεντρωθεί δύο πολυάριθμοι στρατοί: από τη μια, ο στρατός του μεγάλου Βοναπάρτη και, από την άλλη, ο εβδομηντατριάχρονος Πρώσος στρατάρχης Gebhard Leberecht von Blücher και ο «σιδερένιος» δούκας του Wellington. Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές του προσκηνίου, αυτοί που δοξάζονται στο πεδίο της μάχης. Υπάρχουν, όμως, και οι πρωταγωνιστές του παρασκηνίου. Άγνωστοι, αλλά απαραίτητοι. Χωρίς αυτούς οι πρώτοι δεν έχουν καμιά ελπίδα να δώσουν την παράστασή τους. Βλέπετε, ο πόλεμος είναι πανάκριβη υπόθεση και κάποιος πρέπει να τον πληρώνει.

Πίσω, στο Λονδίνο, ο μεγάλος πρωταγωνιστής είναι ένας Γερμανοεβραίος τραπεζίτης. Το όνομά του είναι Nathan Mayer και είναι 38 ετών. Το επώνυμό του είναι Rothschild. Ο Nathan ασχολήθηκε στην αρχή με το εμπόριο υφασμάτων, που ανθούσε τότε στην Αγγλία. Στη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων έβγαλε χρήματα ως λαθρέμπορος χρυσού, παραβιάζοντας τον αποκλεισμό του Ναπολέοντα στις συναλλαγές μεταξύ Αγγλίας και Ευρώπης.

Το 1814 η αγγλική κυβέρνηση θυμάται τις προηγούμενες καλές υπηρεσίες του Nathan. Έτσι, απευθύνεται σ’ αυτόν ζητώντας του να συγκεντρώσει, μέσα σε μόλις δύο μήνες, γαλλικά χρυσά και αργυρά νομίσματα τα οποία, κατόπιν, θα παραδοθούν σε βρετανικά πλοία που θα τα μεταφέρουν στον Wellington για να υποστηρίξουν την εισβολή του στη Γαλλία (να πληρώσουν τους μισθούς των στρατιωτών, επιχορηγήσεις στους συμμάχους κ.λπ.). Ο  Nathan και τα αδέρφια του, χάρη στο περίπλοκο και πρωτοπόρο ενδοοικογενειακό τραπεζικό δίκτυο που είχαν οργανώσει με έδρα τις μεγάλες πρωτεύουσες της Ευρώπης, ανταποκρίνονται πλήρως στις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει κερδίζοντας τεράστιες προμήθειες.

Όταν, το 1815, φτάνουν τα νέα της επιστροφής του Ναπολέοντα στη Γαλλία, ο Nathan αρχίζει και πάλι να συγκεντρώνει χρυσό, με σκοπό να τον διαθέσει στον Γενικό Επίτροπο Εφοδιασμού του αγγλικού στρατού, ώστε και πάλι να αποσταλεί στον Wellington. Όμως, αντίθετα με τις προβλέψεις, ο νέος πόλεμος με τον Ναπολέοντα είναι σύντομος. Ο Κορσικανός ηττάται στο Βατερλώ σε μία μόλις ημέρα. Ο Nathan βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση, στα πρόθυρα της χρεωκοπίας. Ο χρυσός που έχει συγκεντρώσει είναι άχρηστος, αφού ο πόλεμος έχει τελειώσει (και μαζί του και οι σχετικές δαπάνες), και η τιμή του είναι βέβαιο ότι θα καταρρεύσει.

Δύο ημέρες μετά τη μάχη στο Βατερλώ και τη συντριβή του Ναπολέοντα, στη λονδρέζικη εφημερίδα Courier δημοσιεύεται η είδηση ότι ο Nathan έχει αγοράσει μεγάλο αριθμό βρετανικών ομολόγων, ποντάροντας στην άνοδο της τιμής τους λόγω της βρετανικής νίκης. Και όχι μόνον αυτό. Ο Nathan, με τον χρυσό που είχε συγκεντρώσει, συνεχίζει να αγοράζει ομόλογα, παρά την εκρηκτική άνοδο της τιμής τους, τα οποία ρευστοποιεί μόνο στα τέλη του 1817. Το κέρδος του υπολογίζεται στα 600 εκατομμύρια σημερινές λίρες.

Υπάρχει, βέβαια, ένα κομβικό σημείο σε αυτό το παράτολμο success story του Nathan: το δίκτυο των αγγελιοφόρων του, οι οποίοι μετέφεραν σ’ αυτόν τα νέα της ήττας του Ναπολέοντα δύο ημέρες πριν το μήνυμα του Wellington φτάσει στο βρετανικό υπουργικό συμβούλιο. Αυτή η πρόσβαση στην πληροφορία, σε συνδυασμό με το επιχειρηματικό του σθένος, όχι μόνον έσωσαν τον Nathan από ένα δικό του Βατερλώ, αλλά και τον βοήθησαν να αντιστρέψει προς όφελός του τις δυσμενείς συνθήκες. Στο εξής, η οικογένεια Rothschild θα κυριαρχήσει στην οικονομία, στην ουσία θα την ρυθμίζει. Και ο Nathan θα κερδίσει επάξια το παρωνύμι «Ναπολέων της Οικονομίας».


Πηγές για τις εικόνες:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Maniac-Ravings-Gillray.jpeg

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Nathan_Mayer_Rothschild_British_banker.jpg


Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

Τα διλήμματα του Robert E. Lee

 

Ο Robert E. Lee ήταν αρχιστράτηγος του συνομοσπονδιακού στρατού (Confederate States Army), ο οποίος συγκροτήθηκε από τους Νότιους προκειμένου να αντιμετωπίσουν, στη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφύλιου Πόλεμου, τον ορμητικά επερχόμενο στρατό των Yankees με επικεφαλής τον William Sherman.

Συνοπτικά, τα γεγονότα είναι τα εξής: λίγο πριν από την εκλογή του Προέδρου Abraham Lincoln, οι νότιες πολιτείες, εύρωστες οικονομικά με τις μεγάλες φυτείες βαμβακιού και τους πολλούς μαύρους δούλους, απαίτησαν την απόσχισή τους από την Ένωση. Ο Βορράς, πυκνοκατοικημένος και βιομηχανικός, ανταπάντησε με πόλεμο. Φυσικά, οι λόγοι της σύγκρουσης δεν ήσαν μόνον οικονομικοί. Ήσαν και πολιτικοί και σχετίζονταν με τον βαθμό εξάρτησης των πολιτειών από την κεντρική εξουσία, με το μέγεθος και την έκταση της δύναμής της, δεδομένου ότι αυτή διαχειριζόταν τη φορολογία.

Την περίοδο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ο Lincoln ζήτησε από τον Lee, ο οποίος ήταν τότε αξιωματικός του στρατού της Ένωσης και πολέμιος της δουλείας, να ηγηθεί των δυνάμεων της Ένωσης. Ο Lee αρνήθηκε, θεωρώντας ότι, παρά την πίστη του στην Ένωση και παρά τις πεποιθήσεις του περί δουλείας, ήταν υποχρεωμένος να υπηρετήσει την πολιτεία της Virginia και να μην «υψώσει το χέρι του ενάντια στους συγγενείς, στα παιδιά και στο σπίτι του». Δεν σταμάτησε όμως εκεί. Όπως έγραψα στην αρχή, ηγήθηκε κιόλας του στρατού των Νοτίων και πολέμησε γενναιότατα για μια υπόθεση που δεν την πίστευε. Πολέμησε, μεταξύ των άλλων, και για τη διατήρηση της δουλείας, την οποία υποστήριζε ο Νότος, όχι όμως και ο ίδιος.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν σε ηθικό επίπεδο είναι πολλά. Πρέπει να θαυμάζουμε ή όχι τον Lee για την πίστη του στη Virginia; Έχει άραγε η πίστη στην κοινότητα ηθική βαρύτητα; Μήπως πρέπει (ή δεν πρέπει) να τον κατηγορήσουμε, καθώς πολέμησε για μια άδικη υπόθεση όπως είναι η δουλεία;

Τα ερωτηματικά δεν θα πάψουν να μας βασανίζουν. Ούτε θα πάψουν να συζητούνται.

Το συμπέρασμα, πάντως, που εξάγεται από την περίπτωση Lee είναι ότι καθένας μας στη ζωή του αντιμετωπίζει συγκρουόμενα βάρη και ανταγωνιστικές απαιτήσεις. Υποχρεώνεται, λοιπόν, να επιλέξει. Μάλλον όχι με γενικούς, αφηρημένους κανόνες, αλλά με αρχές που σχετίζονται με τη συγκρότηση του χαρακτήρα του. Ενδεχομένως αυτές οι διλημματικές συνθήκες είναι αυτές που χτίζουν τον χαρακτήρα του.

Ο Lee, παρά τις προσπάθειες και τη γενναιότητά του, ηττήθηκε από τον ιδιοφυή στρατηγό των Βορείων William Sherman. Ο Lee υπέγραψε την παράδοση των Νοτίων στις 26 Απριλίου 1865.   

 

Πηγή για την εικόνα:  

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:American_Civil_War_Montage_2.jpg


Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

Περί πολέμου: von Clausewitz


Ο Πρώσος στρατηγός και θεωρητικός του πολέμου Carl Philip Gottlieb von Clausewitz δεν κατάφερε μέχρι το τέλος της ζωής του να ολοκληρώσει το opus magnum του που είχε τον λιτό τίτλο Vom Kriege (Περί πολέμου). Πέθανε, εξάλλου, νέος, μόλις 51 ετών (το 1831), και μάλιστα όχι στο πεδίο της μάχης, αλλά από χολέρα. Το βιβλίο άρχισε να γράφεται μετά την αποστρατεία του και αφού πρώτα ο Clausewitz είχε διακριθεί σε πολλές μάχες και είχε υπηρετήσει ως επιτελάρχης στη μάχη εναντίον του Ναπολέοντα στο Βατερλώ.


Το έργο του Clausewitz αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς, επειδή ξεκαθαρίζει και διασαφηνίζει έννοιες από άποψη ανθρωπολογική και φιλοσοφική, επειδή έχει χαρακτήρα τόσο θεωρητικό όσο και πρακτικό, επειδή έχει αφηρημένο βάθος και ταυτόχρονα είναι το συστηματικό αποτέλεσμα μιας βιωματικής σχέσης με το αντικείμενό του. 
Ο πόλεμος είναι «πράξη βίας προκειμένου να εξαναγκάσουμε τον αντίπαλο να εκτελέσει τη βούλησή μας»: αυτός είναι ο πιο γνωστός ορισμός του πολέμου (είναι η αμιγής του έννοια), ο οποίος έχει το πλεονέκτημα της καθολικής εφαρμογής ανεξαρτήτως κοινωνίας, πολιτισμού ή πολιτικής, που σχηματίζονται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Η έχθρα και το μίσος, ακόμα και σε μεγάλης κλίμακας πολέμους, αποτελούν τα κίνητρα, σε συνδυασμό με τη φιλοδοξία και τη φιλαρχία και, επομένως, οι πηγές του πολέμου έχουν μια διάσταση υπαρξιακή. Κατά συνέπεια, η βία, ακόμα και η άκρα βία, είναι απολύτως προϋποθετική και αναμενόμενη, ενώ ο «μετριασμός» είναι απολύτως παράλογος, όποιο είδος πολέμου και αν διεξάγεται έστω κι αν πρόκειται για αγώνα μεταξύ δύο μόνον αντιπάλων (εξάλλου, ο πόλεμος δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μονομαχία σε ευρύτερη κλίμακα) και, υπ’ αυτήν την έννοια, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι η έκταση, αλλά η ένταση της βίας. Βεβαίως, η συνθήκη του πολιτισμού, παρότι δεν μεταβάλλει την ουσία του, μεταβάλλει τη φυσιογνωμία του πολέμου, εμποδίζοντας την ολοκληρωτική αποφόρτιση λόγω της έλλειψης συνοχής και λόγω των αντίρροπων, αμφίρροπων ή ομόρροπων παραγόντων που ρυθμίζουν το πολιτισμικό σύνολο. Η ενότητα των πρωτόγονων πολέμων πολλαπλασιάζεται και κατακερματίζεται και ο πόλεμος δεν κερδίζεται πια με μάχη (οπότε είναι χρήσιμη η τακτική) αλλά με μάχες (οπότε είναι χρήσιμη η στρατηγική). Ολοκληρωτική κινητοποίηση δεν υφίσταται στον «πολιτισμένο» πόλεμο, υφίσταται όμως τελειοποίηση της πολεμικής τέχνης: η βία εξοπλίζεται με τις εφευρέσεις των τεχνών και των επιστημών.


Από την άλλη, η πολιτική, η δημόσια-πολιτική επικοινωνία των ανθρώπων στο πλαίσιο της κοινωνικής ένωσης, σχετίζεται με τον πόλεμο όπως ο άνθρωπος σχετίζεται με τη βία: χωρίς να παραιτείται από αυτήν, δεν μπορεί, ωστόσο, να ζει συνεχώς με αυτήν. Η αναγκαιότητα της ειρήνης δεν οφείλεται, λοιπόν, σε ηθικούς αλλά σε πολιτισμικούς παράγοντες και η πολιτική είναι αυτή που χαλιναγωγεί την τυφλή βία, προσδιορίζει τα κίνητρα και υποτάσσει τον πόλεμο στους σκοπούς της. Πολιτική και πόλεμος δεν αποτελούν διαφορετικές συνθήκες. «Ο πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», σύμφωνα με την πιο γνωστή ρήση του Clausewitz. Και η στρατηγική, ως μετάβαση από το πεδίο της μάχης στο θέατρο του πολέμου, αγγίζει έτσι την πολιτική ή κυβερνητική τέχνη, θα λέγαμε ότι ακόμα και ταυτίζεται με αυτήν. Στην ουσία, ο πόλεμος είναι μέρος της πολιτικής (και όχι το αντίθετο), ένα ιδιαίτερο πεδίο μέσα στο ευρύτερο πεδίο της δεύτερης, ένα στοιχείο της πολιτικής σύγκρουσης. Και όχι … η πολιτική δεν έχει ηθικές υποχρεώσεις (δεν υπάρχει ηθική εξουσία έξω από την έννοια του κράτους και του νόμου), παρά είναι κι αυτή αγώνας ισχύος και, άρα, δεν χρειάζεται κανείς να χασομεράει άσκοπα για κάτι που είναι αναγκασμένος να αποδεχθεί ως αμετάβλητο και αναπόδραστο.


Ούτε στον πόλεμο χωρούν ηθικές αναστολές: όλα επιτρέπονται και αποτιμώνται με μέτρο τον βασικό στόχο των επιχειρήσεων. Η μόνη «φιλανθρωπία» που δικαιολογείται στον πραγματικό πόλεμο είναι η συντριβή του αντιπάλου που θα τον καταστήσει ανίκανο να συνεχίσει να μάχεται και, άρα, ακίνδυνο. Η αιματοχυσία δεν μπορεί να αποφευχθεί και η καλοσύνη είναι ασυγχώρητη. Όσο για το αποτέλεσμα ενός πολέμου, είναι τόσο αβέβαιο (με τη φράση Fog of War = Ομίχλη του πολέμου αποδίδεται συνήθως αυτή η αβεβαιότητα)!
Είναι ο Clausewitz πολεμοχαρής; Το ερώτημα είναι καταστατικά άκυρο. Ο Πρώσος δεν προτείνει τον πόλεμο, δεν μπορεί όμως να τον αποκλείσει, και αυτό για λόγους ανθρωπολογικούς και ιστορικούς. Η θεώρησή του είναι καταφανώς περιγραφική, δίχως κανένα κανονιστικό περιεχόμενο.

Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

Ο Clausewitz θαυμαστής του Ναπολέοντα


Ο Πρώσος στρατηγός Carl Philip Gottlieb von Clausewitz, που έζησε μεταξύ 1780 και 1831, υπήρξε μέγας θαυμαστής του Ναπολέοντα. Πολέμησε μάλιστα εναντίον του το 1806, στη μάχη της Jena-Auerstedt, όπου η Πρωσία υπέστη δεινή ήττα από τη γαλλική Μεγάλη Στρατιά και ο Clausewitz, στον τρίτο μόλις χρόνο της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας, συνελήφθη και παρέμεινε αιχμάλωτος για δύο χρόνια.  

Ο Ναπολέων επιβλέπει τη στρατιά του πριν από τη μάχη της Jena

Ο Ναπολέων ήταν αναμφίβολα σπουδαίος στρατηγός. Εξάλλου, δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο, δεδομένου ότι αντλούσε την ισχύ του αποκλειστικά από τις νίκες του. Χωρίς αυτές ήταν απλώς ένας Κορσικανός, με καταγωγή από τα χαμηλότερα αριστοκρατικά στρώματα και με μικρές πιθανότητες εξέλιξης, παρά τα αναμφισβήτητα προσόντα του. Μόνον οι στρατιωτικοί του θρίαμβοι έκλειναν τα στόματα και έκαναν τους εχθρούς του να λησμονούν όσα έπρεπε να λησμονηθούν.
Ως στρατηγός ήταν ριψοκίνδυνος, δεν χρονοτριβούσε όταν επρόκειτο να λάβει αποφάσεις και συνδύαζε θαυμάσια τα μέσα που είχε στη διάθεσή του Στήριζε τη δύναμη του στρατού του στο πεζικό και χρησιμοποιούσε το ιππικό ως μέσο τρομοκράτησης των εχθρών. Η ταχύτητα, η μαζικότητα και η επιθετικότητα των ελιγμών ήσαν τα χαρακτηριστικά της τακτικής του, μαζί με το υψηλό ηθικό (που ενισχυόταν και από τις υψηλές αμοιβές, από τις δυνατότητες ανέλιξης και από τις τιμητικές διακρίσεις που απένεμε) και τον μεγάλο αριθμό των στρατιωτών του. Ήταν εκείνος που αναλάμβανε την πρωτοβουλία της επίθεσης, εκείνος καθόριζε τη θέση της μάχης, εκείνος αποφάσιζε τον τρόπο της μάχης. Χτυπούσε τους εχθρούς του αλύπητα, διαλέγοντας την πτέρυγα εκείνη που ήταν καθοριστική επειδή συνδεόταν με τις επικοινωνίες τους. Τα πλευρικά χτυπήματα με μέρος ή με ολόκληρο τον στρατό του υπερφαλάγγιζαν τους αντιπάλους του, τους αιφνιδίαζαν και τους ανάγκαζαν να κάνουν προσαρμογές στη μέση της μάχης, ενισχύοντας την απειλούμενη πλευρά αλλά αποδυναμώνοντας κάποια άλλη. Άφηναν έτσι στο έλεός του στρατιωτικά τμήματα στα οποία εκείνος εφορμούσε κεραυνοβόλα με άλλο μέρος της δύναμής του. Αν συνέβαινε ο εχθρικός στρατός να είναι πολυπληθέστερος, προτιμούσε να διαιρέσει τον στρατό του, να απομονώσει τμήματα του εχθρικού στρατού και να επιτεθεί, αξιοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο και τις εφεδρείες του.

Πληγωμένοι Πρώσοι στρατιώτες μετά τη μάχη της Jena

Αυτά τα προσόντα του Ναπολέοντα και οι στρατιωτικές του καινοτομίες, που τον οδήγησαν σε αλλεπάλληλες λαμπρές νίκες (με μία μοναδική εξαίρεση: την ήττα του στο Βατερλώ), γοήτευσαν τον
Clausewitz και έγιναν η έμπνευση για να γραφεί η μεγάλη του πραγματεία για τον πόλεμο. Τα ιστορικά δεδομένα χτίζουν τη θεωρία του περί πολέμου, οδηγούν στην αφαίρεση και στην εύρεση κανόνων με γενική ισχύ.

Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

William Sherman


Στις 15 Νοεμβρίου 1864, ο στρατός των Βορείων, με επικεφαλής τον William Tecumseh Sherman, αφήνει πίσω του την κατειλημμένη Atlanta και προελαύνει, σε μια πορεία που έκτοτε ονομάστηκε March to the Sea (Πορεία προς τη θάλασσα). Ονομάστηκε, επίσης, Savannah Campaign (Εκστρατεία της Savannah), επειδή, στις 21 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, έληξε με την κατάληψη του λιμανιού της Savannah. Η Savannah ήταν το χριστουγεννιάτικο δώρο του Sherman στον πρόεδρο Abraham Lincoln.


Ο Sherman ακολουθεί μια πολύ διαφορετική πολεμική στρατηγική στις επιχειρήσεις που αναλαμβάνει. Μέχρι τότε, όπως αποτυπώθηκε κυρίως στο στρατιωτικό δόγμα του Πρώσου στρατηγού και θεωρητικού Carl von Clausesewitz, ο πόλεμος ήταν υπόθεση αποκλειστικά των στρατιωτικών, ενώ προστατεύονταν οι άμαχοι. Κάποιες παρεκκλίσεις, που σημειώθηκαν κατά την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση (πρόκειται για τη λεγόμενη μαζική εξέγερση ή, χρησιμοποιώντας τον γαλλικό όρο, για τη levée des masses), δεν είχαν μονιμότητα ούτε καθολικότητα. Όμως, ο Sherman έχει άλλη αντίληψη. Στην πολεμική προσπάθεια (war effort) συμμετέχουν όχι μόνον τα στρατιωτικά σώματα, αλλά κινητοποιούνται συντονισμένα και όλοι οι πολίτες. Επιπλέον, όλοι οι πόροι και όλες οι υποδομές διατίθενται για την επιτυχία του, θέτοντας στο περιθώριο τις μη πολεμικές ανάγκες. Κατ’ επέκταση, οι πολίτες, οι πόροι και οι υποδομές θεωρούνται πλέον και αυτοί νόμιμοι στρατιωτικοί στόχοι. Ένα δικράνι είναι εξίσου όπλο με ένα κανόνι. Μια γυναίκα που πλέκει κάλτσες για τους φαντάρους είναι εξίσου αντίπαλος με έναν σιδερόφρακτο στρατιώτη. Και αυτή η γυναίκα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με την ίδια σκληρότητα. Τούτο το νέο δόγμα, που δεν περιορίζει τον πόλεμο από άποψη όπλων, επικράτειας και στόχων, έχει επικρατήσει να ονομάζεται total war (ολικός πόλεμος).


Ο στρατηγός Ulysses S. Grant, μετά τη Savannah, δίνει διαταγή στον Sherman να επιβιβάσει τον στρατό του σε ατμόπλοια και να ενταχθεί στις δυνάμεις που αντιμετωπίζουν τον στρατηγό των Νοτίων Robert Edward Lee στη Virginia. Εκείνος, όμως, έχει άλλη άποψη. Με μια πολύ τολμηρή κίνηση στρέφεται με τον στρατό του στις δύο Carolinas, που τις υπερασπίζεται ο Joseph E. Johnston, χωρίς μάλιστα να διαθέτει αλυσίδα ανεφοδιασμού επειδή φοβάται μήπως προδοθεί. Κάθε στρατιώτης κουβαλάει ο ίδιος τα απαραίτητα. Η αρπαγή και η λεηλασία είναι στην ημερήσια διάταξη, όπως είχε συμβεί και στην Atlanta. Ο Sherman αφήνει πίσω του «καμένη γη»: στρατιωτικοί στόχοι, βιομηχανίες, υποδομές και ιδιωτικές περιουσίες, εξαφανίζονται ολοσχερώς. Η οικονομία και τα δίκτυα μεταφοράς διαλύονται. Η μάχη του Bentonville, μεταξύ 19 και 21 Μαΐου 1865, είναι η αρχή του τέλος του πολέμου. Οι ομόσπονδες Πολιτείες του Νότου (Νότια Carolina, Mississippi, Florida, Alabama, Louisiana και Texas), των οποίων η οικονομία βασιζόταν στις μεγάλες φυτείες βαμβακιού, που τις καλλιεργούσαν Αφρο-Αμερικανοί δούλοι, ηττώνται κατά κράτος. Ο στρατηγός Lee παραδίδεται στον Grant. Ο πρόεδρος Lincoln δολοφονείται στις 14 Απριλίου 1865. Ο Sherman, με τις ανορθόδοξες πολεμικές μεθόδους του, είναι ο μεγάλος νικητής. Η δουλεία καταργείται στην Αμερική.


Μετά τον πόλεμο ο Sherman τιμάται για την προσφορά του με πολύ υψηλές στρατιωτικές θέσεις στις οποίες επίσης διαπρέπει, αρνείται όμως σθεναρά να εμπλακεί με την πολιτική. Μόνο στα τελευταία χρόνια ζωής του, αυτός ο σκληρός άντρας, που ωστόσο δεν ήταν επαγγελματίας στρατιωτικός αλλά επιχειρηματίας (τραπεζίτης, δικηγόρος κ.λπ.), μπορεί να αφοσιωθεί στις αγαπημένες του ασχολίες: στο θέατρο και στη ζωγραφική. Μπορεί επίσης να συζητάει χαριτωμένα σε δείπνα και συμπόσια παραθέτοντας αποσπάσματα από τον αγαπημένο του William Shakespeare.


Ο Sherman πεθαίνει το 1891 από πνευμονία.

Πηγές για τις εικόνες: