Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Madame Bovary (βιβλίο). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Madame Bovary (βιβλίο). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021

Οι δίκες της λογοτεχνίας: Ernest Pinard

 

Ο Ernest Pinard γεννήθηκε το 1822 στην Auton, σπούδασε Νομική στο Παρίσι, έγινε δικηγόρος, κατόπιν μπήκε στο δικαστικό σώμα και στη 1 Μαΐου 1849 διορίστηκε αναπληρωτής εισαγγελέας στην Tonnere. Παρότι η δικαστική διαδρομή του υπήρξε λαμπρή και ο Pinard εθεωρείτο σπουδαίος ρήτορας, πιθανόν εμείς δεν θα είχαμε κανέναν λόγο να τον γνωρίζουμε αν δεν είχε εκφωνήσει, το 1857, το κατηγορητήριο για προσβολή των χρηστών ηθών εναντίον δύο πολύ σπουδαίων συγγραφέων: του Gustave Flaubert για το παρθενικό του έργο με τίτλο Madame Bovary (Μαντάμ Μποβαρί) και του Charles Baudelaire για την ποιητική συλλογή του Les Fleurs du mal (Τα άνθη του κακού).

«Τέχνη που δεν τηρεί κανόνες, δεν είναι πια τέχνη. Μοιάζει με γυναίκα που ξεγυμνώνεται εντελώς. Το να επιβάλλουμε στην τέχνη τον έναν κανόνα της δημόσιας αξιοπρέπειας δεν γίνεται για να την υποτάξουμε, αλλά για να την τιμήσουμε». Με αυτά τα λόγια ο Pinard έκλεισε την επίθεσή του στον «σοκαριστικό» ρεαλισμό και στην «αισχρότητα» του Flaubert, ο οποίος στο μυθιστόρημά του αφηγείται μια ιστορία μοιχείας χωρίς -φευ!- ρητά να καταδικάζει τη μοιχαλίδα. Το δικαστήριο επέκρινε τον συγγραφέα για την αυθάδειά του να μιλήσει για ένα τόσο ιταμό θέμα, του τόνισε ότι «η τέχνη πρέπει να είναι γνήσια και καθαρή όχι μόνο στη μορφή αλλά και στην έκφρασή της», δεν τον καταδίκασε όμως. Άλλωστε, οι σημαντικότεροι πολιτικοί και καλλιτέχνες εξέφρασαν την πλήρη υποστήριξή τους στον συγγραφέα. Όσο για το μυθιστόρημα, εν μέρει και λόγω της δίκης, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Ο Flaubert, που φαίνεται ότι ήξερε από marketing, γράφει στον αδελφό του: «Ο δημόσιος κατήγορος έχει την αμέριστη συμπάθειά μου. Εάν το βιβλίο μου είναι κακό, η δίκη θα το κάνει να φανεί καλύτερο. Εάν, αντίθετα, αντέξει στον χρόνο, η δίκη αυτή θα είναι το θεμέλιό του». Επιπλέον, ο Flaubert, που φαίνεται ότι δεν ήταν καθόλου αγνώμων, αφιερώνει το βιβλίο στον δικηγόρο του σε αυτήν τη δίκη, στον εντιμότατο Antoine Marie Jules Sénard. Μάλλον δεν είχε τόσο χιούμορ ώστε να το αφιερώσει στον δημόσιο κατήγορο!

Η υπόθεση Flaubert εισήχθη στο δικαστήριο τον Ιανουάριο. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς ο Pinard ρητόρευσε εναντίον του Baudelaire, τον οποίο κατηγόρησε για ανηθικότητα. Αυτήν τη φορά κέρδισε τη δίκη. Ο Baudelaire καταδικάστηκε να πληρώσει πρόστιμο 300 φράγκων και 7 από τα ποιήματα της συλλογής του απαγορεύτηκαν, απαγόρευση που παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1948.

Ο Pinard στη συνέχεια τα έβαλε με έναν ακόμα συγγραφέα, τον Eugène Sue για το έργο του Les mystères du peuple (Τα μυστήρια του λαού). Όταν έγινε η δίκη, ο Sue είχε πια πεθάνει και έτσι η καταδικαστική απόφαση στράφηκε εναντίον του εκδότη και του τυπογράφου του.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι επικριτικοί λόγοι του Pinard, υπό τον όρο ότι θα ξεχάσουμε τον ρόλο του λογοκριτή που επεφύλαξε στον εαυτό του, ανέδειξαν τις μεγάλες αρετές του εισαγγελέα: ήταν σπουδαίος γνώστης της λογοτεχνίας, έξυπνος αναγνώστης και λογοτεχνικός κριτικός (τις ερμηνευτικές του προτάσεις για το έργο του Flaubert τις ασπάζονται οι αναγνώστες μέχρι σήμερα). Ο Pinard φαίνεται πως ήταν αρκετά οξυδερκής για να καταλάβει τις λεπτότατες αποχρώσεις της λογοτεχνίας και την ανατρεπτική ισχύ της παρά την ήρεμη και ανέφελη επιφάνειά της. 

Αυτές οι δίκες της λογοτεχνίας, εκτός από την ανάδειξη του δημόσιου κατήγορου, του κυρίου Ernest Pinard, ανέδειξαν επίσης την ύπαρξη μιας σιωπηλής έντασης ανάμεσα στη λογοτεχνία και στις κοινωνικές προσδοκίες και συμβάσεις. Κάποιες φορές η ένταση μεγαλώνει και γίνεται σύγκρουση. Αυτό είναι με λίγα λόγια το χαρακτηριστικό της λεγόμενης «νεωτερικής» λογοτεχνίας, η οποία μόλις αρχίζει να γεννιέται: η άρνησή της να συμμορφωθεί με τα κοινωνικά πρότυπα, η αποτύπωση της σύγκρουσης ανάμεσα σε υψηλές και εξίσου ισχυρές αξίες, ανάμεσα στην ομορφιά, στην αλήθεια και στη δικαιοσύνη. Το πιστοποιεί ο ίδιος ο Flaubert ο οποίος, μετά την αθώωσή του, λέει: «ο αγώνας που έδωσα ήταν ένας αγώνας της ίδιας της σύγχρονης λογοτεχνίας».

Ο Ernest Pinard έλαβε πολλές διακρίσεις και ανήλθε σε υψηλότατες δημόσιες θέσεις. Πέθανε στις 12 Σεπτεμβρίου 1909.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Pinard,_Ernest.jpg


Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Spleen


Στο έργο του Fleurs du mal (Άνθη του κακού), που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1857, και στη θεματική ενότητα με τίτλο “Spleen et Idéal”, ο Charles Baudelaire δημοσιεύει τέσσερα ποιήματα με τον τίτλο “Spleen”. Το ένα από αυτά είναι το εξής:

Je suis comme le roi d’un pays pluvieux,
Riche, mais impuissant, jeune et pourtant très vieux,
Qui, de ses précepteurs méprisant les courbettes,
S’ennuie avec ses chiens comme avec d’autres bêtes.

Rien ne peut l’égayer, ni gibier, ni faucon,
Ni son people mourant en face du balcon.
Du bouffon favori la grotesque ballade
Ne distrait plus le front de ce cruel malade;

Son lit fleurdelisé se transforme en tombeau,
Et les dames d’atour,pour qui tout prince est beau,
Ne savent plus trouver d’impudique toilette
Pour tirer un souris de ce jeune squelette.

Le savant qui lui fait de l’or n’a jamais pu
De son etre extirper l’élément corrompu,
Et dans ces bains de sang qui des Romains nous viennent,
Et don’t sur leurs vieux jours les puissant se souviennent,
Il n’a su réchauffer ce cadavre hébété
Où coule au lieu de sang l’eau verte du Léthé.

Και η μετάφρασή του από τον Νίκο Φωκά, όπως τραγουδήθηκε από τους Πυξ Λαξ:


Είμαι ένας βασιλιάς σε ομιχλώδη χώρα
Βαθύπλουτος μα ανίσχυρος και γερασμένος πρόωρα
Που αηδιάζει με των αυλικών του τα παιχνίδια
Βαριέται γάτες και σκυλιά και τ’ άλλα κατοικίδια.

Ούτε τραγούδι ή γιορτή το πνεύμα χαλαρώνει
Ούτε ο λαός του που πεθαίνει αντίκρυ απ’ το μπαλκόνι
Στου αγαπημένου του τρελού την πρόστυχη μπαλάντα
το μέτωπό του δε γελά σκληρό και γκρίζο πάντα.

Τάφος το απέραντό του γίνεται κρεβάτι
Ενώ οι πουτάνες της αυλής τού κλείνουνε το μάτι
[...................................................................................]

Ο άγγελός του δεν μπορεί παρ’ όλη τη σοφία
Να βγάλει απ’ το είναι του τη χαλασμένη ουσία
Κι αυτά τα αιμάτινα λουτρά γνωστά μας απ’ τη Ρώμη
Που στα στερνά τους οι ισχυροί θυμούνται τώρα ακόμη
Δεν το γιατρεύουν το κορμί του ηλίθιου τούτου αρρώστου
Που αντί για αίμα ένα νερό πράσινο τρέχει εντός του.


Η λέξη spleen, συνδεδεμένη με την ελληνική λέξη «σπλήνα», σημαίνει τη μελαγχολία ή τη μαύρη χολή, η οποία, σύμφωνα με τη μεσαιωνική θεωρία των χυμών του οργανισμού, εθεωρείτο μία έκκριση της σπλήνας.
Στην ποιητική του Baudelaire, η λέξη σημαίνει περίπου ό,τι και η λέξη “ennui”, η οποία ήταν πολύ της μόδας ολόκληρο τον 19ο αιώνα στη Γαλλία και στην Αγγλία. Αόριστη θλίψη, μελαγχολία, πλήξη, ανία, δηλώνουν την απόδραση από τις συμβάσεις, από την καθημερινότητα, από τη ρουτίνα.  

                               Albert Furié, Madame Bovary. 

Η Emma Bovary, η ηρωίδα του Gustave Flaubert, θεωρεί ως στυλ το να είναι μελαγχολική και πλήττει θανάσιμα, τόσο που δεν μπορεί να αντέξει τον άβουλο και άχρωμο Charles και την άχαρη ζωή που ζει στη μικρή επαρχιακή πόλη, γι’ και αυτό βρίσκει εραστή. Αυτός είναι ο τρόπος του Flaubert να σχολιάσει, να επικρίνει και να χλευάσει την banalité της αστικής κοινωνίας. Όμως ο Flaubert σταματά εδώ: ανατέμνει, περιγράφει τον κόσμο, προσέχοντας, από την άλλη, να μην μολυνθεί από τα μικρόβια που θριαμβεύουν σε αυτόν. Η δυσφορία του εκδηλώνεται ως μια εκκεντρική και εκλεπτυσμένη αδιαφορία. Εξάλλου, αυτόν τον ενδιαφέρει μόνο «να κάνει τη δουλειά του Θεού: να δημιουργήσει τον κόσμο» -φυσικά μέσα από την τέχνη του!  Τόση μετριοφροσύνη!
Ο Baudelaire κρατάει μια εντελώς διαφορετική στάση. Η μελαγχολία και η πλήξη τον κάνουν να βουτήξει στον κόσμο, να τον γευθεί και στο τέλος κυριολεκτικά να μολυνθεί από τη σαπίλα και τον θάνατο που παραμονεύει. Επιπλέον, το spleen δεν είναι γι’ αυτόν μόνον απόγνωση και βάσανο, αλλά και έμπνευση και δημιουργία.
Ο Baudelaire εκδίδει τα Άνθη του Κακού το 1857, ταυτόχρονα με τη μεγαλειώδη αλλαγή που συντελείται στο Παρίσι: την αρχιτεκτονική μεταμόρφωσή του από μια μεσαιωνική πόλη σε αστικό κέντρο. Υπεύθυνος γι’ αυτήν την αλλαγή είναι ο Georges Eugène Haussmann, πιο γνωστός ως Baron Haussmann, Préfet de la Seine μεταξύ των ετών 1853 και 1870. Μέσα σε αυτά τα δεκαεπτά χρόνια, οι στενοί, σκοτεινοί και βρώμικοι δρόμοι της πρωτεύουσας, κατοικημένοι από πλήθη εξαθλιωμένων ανθρώπων και με κρυμμένη σε κάθε γωνιά την πανώλη, γίνονται μεγάλες λεωφόροι, ενώ δημιουργούνται τεράστια τετράγωνα, τα οποία απελευθερώνουν τη ροή ανθρώπων και εμπορευμάτων. Ο Haussmann, με απόλυτη εμμονή στη «λατρεία του άξονα», δεν διστάζει να ακρωτηριάσει τον Κήπο του Λουξεμβούργου και να κατεδαφίσει κτήρια «άχρηστα», όπως η Αγορά των Αθώων και η Εκκλησία Saint-Benoit, όπως δεν διστάζει να ξεσπιτώσει χιλιάδες φτωχούς σπρώχνοντάς στα προάστια. “Paris embellie, Paris aggrandie, Paris assainie” («Παρίσι όμορφο, Παρίσι μεγάλο, Παρίσι υγιές») είναι το σύνθημα, αλλά και Παρίσι προστατευμένο από τις εξεγέρσεις, σαν αυτές που το συντάραξαν το 1830 και το 1848.

              Gustave Caillebotte ( 1877), Paris Street .Rainy Day.
                Λάδι σε καμβά. Σικάγο, Art Institute of Chicago.

O Baudelaire γράφει ποίηση ζώντας σ’ αυτό το ανανεωμένο Παρίσι, με τον πολύχρωμο κόσμο να συνωστίζεται στους δρόμους, να πηγαινοέρχεται νωχελικά στους μεγάλους περιπάτους, να μεταφέρει εμπορεύματα, να μεθοκοπάει, να ζητιανεύει. Είναι ένας από αυτούς ή και όλοι μαζί. Είναι ένας flâneur (ένας αργόσχολος), που μετατρέπει την περιπλάνησή του σε ποίηση. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο αποστρέφει τα μάτια του από τη συμβατικότητα και την ηθικολογία και συναντάει απρόσμενες ηδονές, βλέπει ανθρώπους «μακιγιαρισμένους», βλέπει «αθώα τέρατα» κι όλα αυτά είναι τα ποιητικά του θέματα. Μαγεύεται και αηδιάζει.
  
           Gustave Caillebotte (1876), Le Pont de l’Europe.
            Λάδι σε καμβά. Γενεύη, Musée du Petit Palais.

Εκτός από τα Fleurs du Mal, η λέξη spleen και το αίσθημα που αυτή περιγράφει κάνει την εμφάνισή της σε ένα έργο του Baudelaire που εκδόθηκε δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, το Le spleen de Paris (Η μελαγχολία του Παρισιού). Πρόκειται για 51 πεζά ποιήματα, δηλαδή για μια ποίηση ελάχιστα συμβατική, για ένα υβρίδιο, που αποτυπώνει όλη την ένταση της σύγχρονης αστικής κοινωνίας με τις δυνατότητες που αυτή ανοίγει. Ο Baudelaire ζει αυτές τις δυνατότητες στην πιο ακραία τους όψη. Μαγεύεται και αηδιάζει και πεθαίνει, το 1867, περνώντας μέσα από τα ναρκωτικά και τον έρωτα, χτυπημένος από σύφιλη.