Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κούροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κούροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2018

Για τον Κούρο του Getty


Λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘80 εμφανίστηκε στην αγορά της τέχνης ένας ελληνικός Κούρος, πανομοιότυπος σχεδόν με τον διάσημο Κούρο που είχε αγοράσει το 1985 το Μουσείο Getty (γνωστό και ως Κούρο του Getty), για τον οποίο είχε πληρώσει το αστρονομικό ποσό των 10.000.000 δολαρίων. Η μόνη διαφορά των δύο έργων ήταν στο μέγεθος. Ο Κούρος του Getty έχει ύψος 2.06 μέτρα, ενώ ο άλλος ήταν μικρότερος. Η εμφάνιση του δεύτερου Κούρου έσπειρε σοβαρές αμφιβολίες για τη γνησιότητα του πρώτου.
Οι αμφιβολίες εντάθηκαν και από το γεγονός ότι το J. Paul Getty Museum, που βρίσκεται στο Los Angeles της Καλιφόρνια και είναι ένα από τα πλουσιότερα του κόσμου, είχε και άλλες φορές, κατά τη δεκαετία 1970-1980, εμπλακεί σε αμφιλεγόμενες αγοραπωλησίες και είχε επανειλημμένως κατηγορηθεί για την αγορά αντικειμένων προερχόμενων από αρχαιοκαπηλία.  Όλα ξεκίνησαν όταν επιμελητής του Μουσείου έγινε ο Τσεχο-Αμερικανός αρχαιολόγος Jiřì Frel. Ο Frel υιοθέτησε ένα σύστημα διευθέτησης της φορολογίας που επέτρεψε στο Μουσείο να εμπλουτίσει σημαντικά τις συλλογές του, με την αγορά, όμως, έργων αμφίβολης προέλευσης καθώς και έργων πλαστών.


Πάντως, στην προκειμένη περίπτωση, επρόκειτο ολοφάνερα για παιχνίδι εξουσίας ανάμεσα σε δύο πολύ ισχυρούς ανθρώπους της αγοράς της τέχνης. Ο ένας ήταν αυτός που πούλησε στο Μουσείο τον πλαστό Κούρο. Ο δεύτερος ήταν ένας ανταγωνιστής του, ο Ιταλός Giacomo Medici, ένας από τους σημαντικότερους τροφοδότες του Μουσείου Getty. Ο Medici, αν και μεγαλωμένος στην Piazza Borgheze της Ρώμης όπου οι γονείς του είχαν πάγκο με αντίκες, εξελίχθηκε σε εξαίρετο γνώστη της τέχνης και έτσι αντιλήφθηκε αμέσως την πλαστότητα του έργου. Το σπουδαιότερο: έγινε έξω φρενών όταν έμαθε ότι ο αντίπαλός του σχεδίασε μια τόσο επιτυχημένη απάτη η οποία του απέδωσε 10 ολόκληρα εκατομμύρια. Το κύρος του Medici είχε πληγεί ανεπανόρθωτα. Η διακίνηση του δεύτερου Κούρου στην αγορά ήταν μια ιδέα που σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από αυτόν. Ήταν στην ουσία μια έμμεση υπόδειξη της πλαστότητας του έργου που είχε αγοραστεί από το Μουσείο.
Αυτή η υπόδειξη του Medici ήταν αρκετή για να αρχίσει η αρχαιολογική έρευνα, η οποία επιβεβαίωσε την απάτη. Το Μουσείο, αναγνωρίζοντας την πλαστότητα του έργου, το οποίο εξέθετε (και συνεχίζει να εκθέτει) ανάμεσα σε άλλες αρχαιοελληνικές, ρωμαϊκές και ετρουσκικές αρχαιότητες, στην ταμπέλα που συστήνει τον ελληνικό Κούρο, σημειώνει: «έργο του 530 π.Χ. ή σύγχρονη απομίμηση». Όσο για τον Medici, συνελήφθη για αρχαιοκαπηλία το 1997. Το 2004 καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 χρόνων και του επιδικάστηκε πρόστιμο –τι ειρωνεία!- 10.000.000 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει ποτέ επιβληθεί στην Ιταλία για τέτοιο αδίκημα. 

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 24 Απριλίου 2018

Αρχαϊκή εποχή (Μέρος Β΄)


Τα έργα της αρχαϊκής γλυπτικής έχουν προφανέστατη σύνδεση με τις οικονομικο-πολιτικές συνθήκες της εποχής. Η Κόρη της Ακροπόλεως (γύρω στο 500 π.Χ.) ήταν το δίχως άλλο ανάθημα από κάποιον αριστοκράτη, ενώ οι Κούροι του Σουνίου (γύρω στο 590 π.Χ.) θα πρέπει να ήσαν αφιερωμένοι από κάποιους καραβοκυραίους που πλούτισαν από το εμπόριο και καλόπιαναν με τα δώρα τους τον θεό της θάλασσας.



Ο πολιτικός χαρακτήρας των αρχαϊκών γλυπτών εκδηλώνεται στη χρήση τους πρώτα-πρώτα –αναθήματα ή σήματα, κατά τον John Boardman- αλλά και στην οπτική γλώσσα που χρησιμοποιείται: ιδεατότητα και ταυτόχρονα λεπτομερής, σχεδόν ρεαλιστική, σπουδή των ανθρώπινων χαρακτηριστικών, μετωπικότητα, συμμετρία και ακινησία και ταυτόχρονα βραχύνσεις, αποκλίσεις, ελαχιστότατες μετατοπίσεις, ρευστότητα και ζωντάνια. Τα αρχαϊκά γλυπτά εικονοποιούν τις αντιφάσεις της εποχής τους: αυστηρότητα και μαζί μια πρωτόγνωρη ελευθερία. Και, πάντως, παρουσιάζουν μια εξωστρέφεια παρόμοια με την πολιτική εξωστρέφεια –την ψυχολογική ελευθερία του Forrest- η οποία εκείνη την εποχή εγκαινιάζεται.   
Επιπλέον, οι δημιουργοί των αρχαϊκών γλυπτών έχουν, όπως και οι δημιουργοί των λυρικών ποιημάτων, ταυτότητα. Δειλά στην αρχή, πιο τολμηρά στη συνέχεια, βγαίνουν από το σκοτάδι της ανωνυμίας και τολμούν να υπογράψουν τα έργα τους, αναγνωρίζοντας έτσι και αποκτώντας συνείδηση της αξίας τους. Ευθυκαρτίδης είναι το όνομα του γλύπτη, χαραγμένο στον Κούρο της Δήλου που χρονολογείται μεταξύ του 600 και του 525 π.Χ. Επίσης, στην επιτύμβια στήλη του Αριστίωνος αναγράφει το όνομά του, όχι χωρίς κάποια διάθεση αυτοπροβολής για λόγους ίσως διαφημιστικούς, ο γλύπτης Αριστοκλής. Αναγράφουν το όνομά τους ποιοι; Οι «καλλιτέχνες» λέμε σήμερα, ξεχνώντας ότι στην εποχή τους έλειπε το πρώτο συνθετικό της λέξης. Τεχνίτες ήσαν, άνθρωποι με θέση χαμηλή στην κοινωνική ιεραρχία, για τους ευπατρίδες απλοί δημιουργοί, χαρακτηρισμός αυτός ο τελευταίος που μόνο στα νεότερα χρόνια πήρε το πλούσιο νόημα που ακόμα έχει.


Και όπως οι λυρικοί ποιητές έτσι και οι γλύπτες, μαζί με το όνομα, φανερώνουν κι αυτοί τα αισθήματά τους. Ορισμένοι όχι μόνον αποφασίζουν να υπογράψουν, αλλά, μαζί με την υπογραφή, κάποια σύντομη συνήθως φράση δηλώνει τη στάση τους έναντι της τέχνης τους. Ἄγαλμα είναι η λέξη που χρησιμοποιείται ήδη από τον Όμηρο για να αποδώσει την οπτική απόλαυση που προκαλείται στον θεατή αλλά και στον θεό στον οποίο αφιερώνεται περικαλλές και καλόν είναι τα επίθετα που την συνοδεύουν και φανερώνουν τον δημιουργό ταυτόχρονα και ως κριτή της τέχνης του, να επιδιώκει και να προκαλεί τον θαυμασμό εκ μέρους των θεατών.
Πρόκειται για το ἀριστεύειν, δηλαδή, για τη συνειδητή επιλογή της αθανασίας μέσω της αθάνατης φήμης. Με πόσο όμως διαφορετικό περιεχόμενο από τα ομηρικά χρόνια. Οι ομηρικοί ήρωες με την αριστεία συνοψίζουν τη ζωή τους σε ένα μοναδικό κατόρθωμα, όπως ωραία το διατυπώνει η Hannah Arendt. Στην αρχαϊκή περίοδο, οι θνητοί δημιουργοί αφήνουν κι αυτοί πίσω τους άφθαρτα ίχνη, καθώς η τέχνη είναι που τούς καταξιώνει στα μάτια των άλλων.
«Πρέπει να ένιωσα μέσα στον κούρο την υπερηφάνεια, ότι είναι απλώς άνθρωπος: όχι ένα άτομο με καθημερινές διαστάσεις, όχι ένας χαρακτήρας με τα ελαττώματα και τα ιδιαίτερα προσόντα του, αλλά ήδη, μέσα στην ευγένεια του αρχαϊσμού, ένας πολίτης που αποδέχεται τους κανόνες και αντλεί, από αυτήν την αποδοχή, τη δύναμή του –και αυτό είναι η απαρχή εκείνου που αργότερα θα επιτρέψει όλες τις κατακτήσεις», γράφει για τη στιγμή που πρωταντικρίζει τους αρχαϊκούς Κούρους η Jacqueline de Romilly.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Και τα δύο έργα (Κούρος του Σουνίου και Επιτύμβια Στήλη Αριστίωνος) φυλάσσονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Πηγή για τις εικόνες:

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι ΙΙ


Η Μελίτη, κόρη του δαδοποιού Φιλάρετου, κεντούσε το πέπλο του Υμέναιου καιρό τώρα. Ήταν παιδούλα ακόμη, μα μεγαλύτερη έδειχνε. Ήταν όμορφη και τρυφερή. Το δέρμα της ήταν λευκό, πιο λευκό από το γάλα, και η φωνή της πιο γλυκιά από της λύρας. Ήταν περήφανη η Μελίτη, περήφανη σαν ατίθασο άλογο.
Είδε τον νέο να περνάει μπροστά από το παραθύρι της, ημίγυμνο, νευρώδη, με τετράγωνους ώμους. Έλαμπε το στενόμακρο πρόσωπό του, ενώ από το κεφάλι του έτρεχαν, όμοιοι με φλόγες, οι καλοπλεγμένοι βόστρυχοι. Ίδιος θεός ήταν ο αγαθός νέος της Βολομάνδρας με το μοναδικό χαμόγελο. Πήγαινε στην αγορά. Ένας ποιητής είχε φθάσει στην πόλη. Ένας σοφός ποιητής, είπε κάποιος. Όλοι οι πολίτες εκεί θα ήταν μαζεμένοι. Χαρούμενοι θα ήταν και θα χαμογελούσαν με ψυχή ανάλαφρη. Θα πείραζαν ο ένας τον άλλον και θα χαίρονταν, γιατί είχαν μάθει από τους ποιητές πως κανείς δεν γίνεται να ελπίζει σ’ ολάκερη την ευτυχία. ένα μικρό μερίδιο μπορεί να προσδοκά μονάχα  κει που δεν το περιμένει.
Έτσι έγινε. Η ζωή του νέου δεν κράτησε πολύ. Αφήνιασε το άλογο ένα πρωί. Πιάστηκε το πόδι του στα γκέμια. Ξωπίσω του τον τράβηξε το άτι. Σφηνώθηκε ανάμεσα σε δυο δέντρα. Εκεί χωρίστηκε από το κορμί η χαμογελαστή ψυχή του.
Το άγαλμα που στήσανε μπροστά στο ιερό δεν προκαλούσε θλίψη. Ίσα ίσα, γλύκαινε την ψυχή των προσκυνητών.


Λίγο καιρό μετά, μια φεγγαρόφωτη νύχτα,  η Μελίτη βγαίνει κρυφά από το σπίτι της και πάει στο ιερό. Αστράφτει η χαμογελαστή πέτρα στο σκοτάδι. Η παιδούλα κρατάει στο χέρι της ένα μπακιρένιο δοχείο γεμάτο με πυρίκαυστο υγρό. Ανεβαίνει στο μαρμάρινο βάθρο του αγάλματος και απλώνει το εύφλεκτο υγρό πάνω στο κορμί του νέου. Σαν τελειώνει, βγάζει από τον κόρφο της το δαντελένιο πέπλο, αυτό που έπλεκε για την ημέρα του γάμου της,  και τυλίγει το λατρεμένο κορμί.
«Πού νάξερες», του λέει και τον χαϊδεύει τρυφερά, «έτοιμη ήμουν να σε δεχτώ».
Το χάδι αυτό, το τελευταίο, το τόσο θερμό, δίνει φωτιά στο μάρμαρο. Φουντώνει στη στιγμή το πυρίκαυστο υγρό και καίγεται μαζί του η παρθενική δαντέλα.
«Το χνάρι της Αφροδίτης», είπαν εκστασιασμένοι οι περαστικοί, όταν στο φως του ήλιου είδαν ανάγλυφα πάνω στο υπέροχο γλυπτό τα ανεξίτηλα  στολίδια της θεάς.

Σημείωση: Ο επιτύμβιος κούρος της Βολομάνδρας, που εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, έχει ύψος 1,79 μέτρα, κατασκευάστηκε μεταξύ 570 και 550 π.Χ. και είναι από τους αντιπροσωπευτικότερους της μέσης αρχαϊκής περιόδου.  Η διακοσμητική του απόδοση έχει γίνει με μεγάλη επιτηδειότητα και οι λεπτομέρειες του σώματος είναι πολύ στρογγυλεμένες.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Όταν ο Οδυσσέας Ελύτης συνάντησε τον Henri Matisse


«Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse»: γράφει ο Ελύτης στον Μικρό Ναυτίλο (Μυρίσαι το Άριστον XIV).
Οι καλλιτέχνες συναντιούνται στους δρόμους της τέχνης τους. Τι κι αν ο ένας είναι ποιητής κι ο άλλος ζωγράφος; Ο Ελύτης είναι ένας ποιητής που επιθυμεί να εκφραστεί και μέσω της ζωγραφικής. Η ζωγραφική του Matisse, από την άλλη, είναι απτή ποίηση. Χρωματιστά χαρτιά που επιλέγονται και τοποθετούνται το ένα πλάι στο άλλο, άφθονα, ζωντανά, αρμονικά, αμφίσημα, ακτινοβόλα, καταιγιστικά. Αστέρια, φύκια, φύλλα, φιγούρες, βρίσκονται καρφωμένα πάνω σε ένα μπλε που πονάει τα μάτια.

                        Ίκαρος.
    Εικονογράφηση για το βιβλίο Τζαζ.

Ο Matisse κόβει τα κομμάτια των χαρτοκοπτικών του στα γραφεία του περιοδικού Verve, το οποίο εκδίδει ο Έλληνας Emmanuel Tériade, φίλος στενός του Ελύτη. Ο Tériade προθυμοποιείται να εκδώσει ένα ολόκληρο βιβλίο του  Matisse μ’ αυτές τις χαρτοκοπτικές, αλλά δεν είναι εύκολο να βρεθεί ικανοποιητικός τρόπος αναπαραγωγής των εικόνων λόγω της τεχνικής που χρησιμοποιείται. Εκδίδεται, λοιπόν, το 1947, με τον τίτλο Τζαζ, ένα βιβλίο στο οποίο η τυπογραφική μελάνη έχει εγκαταλειφθεί και αντικατασταθεί με γκουάς, απλωμένο στα φύλλα που χρησιμοποιήθηκαν μετά τη χαρτοκοπτική.

                                       Το τσίρκο.
                   Εικονογράφηση για το βιβλίο Τζαζ.

Ο Ελύτης επιχειρεί να πολλαπλασιάσει τη λάμψη, να αποδώσει το εκτυφλωτικό φως, όχι το φυσικό, μα αυτό που υπάρχει πραγματικά –στο κεφάλι του.  Ο ήλιος, ο ουρανός, η θάλασσα, και όλα τα μαγικά τους πλάσματα (άγγελοι, γοργόνες, κορίτσια, αγάλματα), όσα υμνεί στην ποίησή του, τα βρίσκει και στα χρωματιστά χαρτάκια, τα πολύ μικρά αντικείμενα και τα υφασμάτινα κουρελάκια που σχηματίζουν τα κολάζ του. Πάνω και κάτω δεν υπάρχει, ο νόμος της βαρύτητας καταργείται,  το όνειρο θριαμβεύει.