Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Nietzsche Fr.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Nietzsche Fr.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Το σφυρί του Nietzsche


Δεν θα λέγαμε ότι ο Friedrich Nietzsche, ο φιλόσοφος της αιώνιας επιστροφής, ήταν ένας αισιόδοξος φιλόσοφος ή ένας χαριτωμένος άνθρωπος. Μάλιστα, ήταν το ακριβώς αντίθετο: ένας μισάνθρωπος που είχε βάλει στόχο να υπονομεύει και να κατεδαφίζει ό,τι θύμιζε παράδοση ή σύμβαση. Και κατεδάφιζε με σφυρί, όπως παραδεχόταν ο ίδιος στο τελευταίο έργο που έγραψε έχοντας σώας τας φρένας, με τίτλο Gotzen-Dammerung (Το λυκόφως των ειδώλων) και με τον εύγλωττο υπότιτλο Wie man mit dem Hammer philosophiert (Πώς μπορεί κανείς να φιλοσοφεί με το σφυρί), το οποίο γράφτηκε το 1888 και εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο.


Τι ακριβώς περιλαμβάνει το πλάνο κατεδάφισής του; Ολόκληρο τον φιλοσοφικό κανόνα του νεωτερικού δυτικού πολιτισμού, που έχει την αφετηρία του στον Πλάτωνα. Όλα τα κούφια είδωλα ισοπεδώνονται σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα, θρησκείες και μεταφυσική εξουδετερώνονται. Βοή και αντάρα προκαλείται. Κι όταν κατακαθίσει η σκόνη; Μετά τι; Ο Nietzsche δεν προσφέρει καμία διευκόλυνση, κανένα manual. Αφήνει μόνο χέρσο έδαφος για να χτιστεί το νέο πάνω σ’ αυτό: νέοι κανόνες, νέες αξίες. Με το σφυρί ως εργαλείο (το όργανο καταστροφής που γίνεται όργανο οικοδόμησης) και με οικοδομικά υλικά δικά μας. Αυτή είναι η συμβολή του. 
Φαίνεται ότι στους φιλοσόφους αρέσει να χρησιμοποιούν εργαλεία, όταν θέλουν να αποδομήσουν ή να γκρεμίσουν.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

Ο Nietzsche και ο εθνικοσοσιαλισμός


Η Terese Elisabeth Alexandra Nietzsche παντρεύτηκε το 1885 τον Bernhard Förster, έναν τέως καθηγητή που έγινε στη συνέχεια υποστηρικτής του γερμανικού εθνικισμού και σφοδρός αντισημίτης. Μετά τον γάμο της η Elizabeth απομακρύνθηκε από τον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερο αδελφό της τον Friedrich, με τον οποίο ως παιδιά ήσαν πολύ δεμένοι.
Το 1889 ο Friedrich έχασε τα λογικά του. Τέσσερα χρόνια αργότερα η Elisabeth επέστρεψε από την Παραγουάη, όπου ζούσε προσπαθώντας μαζί με τον σύζυγό της να δημιουργήσει έναν καθαρά Άρειο οικισμό, και ανέλαβε την προώθηση του έργου του αδελφού της, σε μια εποχή που οι φιλοσοφικές του ιδέες είχαν αρχίσει να αποτελούν αντικείμενο μεγάλου ενδιαφέροντος στο ευρωπαϊκό κοινό. Το 1894 η Elisabeth ίδρυσε στο Naumburg το Nietzsche Archive, έναν οργανισμό που είχε ως σκοπό να συγκεντρώσει τα υπάρχοντα στοιχεία για τη ζωή Friedrich, αλλά και να διαχειριστεί τα πνευματικά δικαιώματα του έργου του. Μεταξύ 1894 και 1926 η Elisabeth συνεργάστηκε με τον C. G. Naumann για την έκδοση είκοσι τόμων με γραπτά του αδελφού της. Ανάμεσα σε αυτά περιέλαβε και μια συλλογή αποσπασμάτων από τα σημειωματάριά του, τα οποία έκοψε και έραψε καταπώς εξυπηρετούσαν  τη ρατσιστική οπτική της, προδίδοντας καταφανώς τις ιδέες του αδελφού της, και στα οποία έδωσε τον τίτλο Der Wille zur Macht (Θέληση για δύναμη). Η Elisabeth υποστήριξε ότι επρόκειτο για το opus magnum του Friedrich το οποίο εκείνος ήλπιζε ότι θα κατόρθωνε κάποτε να ολοκληρώσει.

Edvard Munch, Elisabeth Förster-Nietzsche (1906)
Όσλο, Munch Museum

Το αποτέλεσμα; Οι φιλοσοφικές ιδέες του Nietzsche εμφανίστηκαν ως προπαγάνδα υπέρ του Ναζισμού, ο φιλόσοφος έγινε ο αγαπημένος του Τρίτου Ράιχ και η φήμη του εντελώς άδικα κηλιδώθηκε. Ο νιτσεϊκός Übermensch, ο Υπεράνθρωπος που δεν εμποδίζεται από τη συμβατική ηθική, αλλά την υπερβαίνει δημιουργώντας νέες αξίες, ήταν μια ιδέα που ταίριαξε πολύ στη διεστραμμένη λογική των Ναζί, οι οποίοι την χρησιμοποίησαν, φορτώνοντας τον εμπνευστή της με ευθύνες που σε καμιά περίπτωση δεν είχε.
Ο  Nietzsche ήταν απλώς άτυχος. Επειδή αρρώστησε και επειδή η αδελφή του, που είχε τον έλεγχο του έργου του για πολλά χρόνια, ήταν μια εθνικίστρια που τον χρησιμοποίησε για να προωθήσει τον γερμανικό μιλιταρισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό.
Η Elisabeth πέθανε το 1935 (35 χρόνια μετά τον θάνατο του αδελφού της). Στην κηδεία της παρέστη ο ίδιος ο Adolf Hitler.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 19 Μαΐου 2019

Et in Arcadia Ego


Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς, πάντως κάπου μεταξύ 1618 και 1622, ο Ιταλός ζωγράφος Giovanni Francesco Barbieri, γνωστότερος ως Guercino, ζωγραφίζει έναν πίνακα με τίτλο Et in Arcadia Ego (Κι εγώ στην Αρκαδία), που σήμερα βρίσκεται στο Palazzo Barberini.


Το 1627, ο Nicolas Poussin, βασικός εκπρόσωπος του κλασικού γαλλικού Baroque, ζωγραφίζει κι αυτός έναν πίνακα με τον ίδιο τίτλο (σήμερα βρίσκεται στο Chatsworth House).


Λίγα χρόνια αργότερα, μεταξύ 1637-1638, ο Poussin θα δημιουργήσει και μια δεύτερη εκδοχή του ίδιου θέματος, που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου. Ο πίνακας έχει κι άλλο τίτλο: Les bergers d’ Arcadie (Οι βοσκοί της Αρκαδίας).


Στο ειδυλλιακό, αγνό, αγροτικό αρκαδικό τοπίο, κι ενώ όλα μοιάζουν ειρηνικά, ξάφνου, ένας τάφος με αναμνηστική επιγραφή ή ένα κρανίο θυμίζει ότι ακόμα κι εκεί είναι παρών ο θάνατος. Η παρουσία του είναι άμεση και ρητή. Αυτό το επίφοβο ego δεν αφήνει καμία αμφιβολία.
Το 1816-1817, ο Johann Wolfgang von Goethe επανέρχεται στο θέμα και τοποθετεί την επιγραφή, που οι αμέριμνοι Αρκάδες βοσκοί ανακαλύπτουν γραμμένη πάνω στον τάφο, ως moto στο ημερολογιακό έργο του Italienische Reise (Ιταλικό ταξίδι). Το 1880, το Et in Arcadia Ego τίθεται ως τίτλος στην ενότητα 295 του δεύτερου μέρους του δεύτερου τόμου του Human, All Too Human (Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο) που γράφτηκε από τον Friedrich Nietzsche. 
Πολλοί ακόμα, ζωγράφοι και συγγραφείς, στάθηκαν στο ζοφερό αναπόφευκτο του θανάτου. Πολλοί ακόμα ανακάλυψαν ότι δεν υπάρχει ευτοπία όπου υπάρχει θάνατος.

Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Λογοτεχνία και Φιλοσοφία


Η σχέση της λογοτεχνίας με τη φιλοσοφία είναι πολύ ανθεκτική και τα μεταξύ τους καυγαδάκια, που έλαβαν χώρα σε διάφορες εποχές, απλώς επιβεβαιώνουν και νοστιμίζουν αυτήν τη σχέση. Η λογοτεχνία δεν παύει ποτέ να τροφοδοτεί τη φιλοσοφία με υλικό, το οποίο ορισμένες φορές υποχρεώνει την τελευταία ακόμη και να αναθεωρήσει τις πρακτικές της. Αλλά και η φιλοσοφία, από την πλευρά της, εκφράζεται ποιητικά. 

Magritte René, Le visage du génie (1927)
Βρυξέλλες, Musée d’Ixelles

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Πλάτωνα. η λογοτεχνική του δεινότητα είναι ασφαλώς ένας από τους παράγοντες που κάνουν τη φιλοσοφία του να διατηρεί μέχρι σήμερα την ελκυστικότητά της. Βέβαια, από τη άλλη, είναι γνωστό ότι ο Πλάτων εξορίζει την ποίηση από την ιδεώδη πολιτεία του κατηγορώντας την ότι έχει τη δύναμη να διαφθείρει ηθικά την ψυχή των φυλάκων. Το τραύμα αυτής της καταδίκης είναι βαθύ, και το διαζύγιο της φιλοσοφίας από τη λογοτεχνία φαίνεται στο εξής οριστικό. Στους νεότερους χρόνους, η πεποίθηση ότι φιλοσοφία και τέχνη αποτελούν δύο αυτοτελή, διακριτά και ριζικά αντιτιθέμενα μεταξύ τους νοητικά σύνολα βρίσκει προσήκον θεμέλιο στην καρτεσιανή διχοτόμηση λογικής και συναισθήματος. Οι λογοτέχνες σκοτώνουν μέσα τους τον φιλόσοφο και οι φιλόσοφοι απαρνούνται τον λογοτέχνη εαυτό τους (παρότι με κάμποσα παραστρατήματα και από τις δυο πλευρές). Όλα αυτά μέχρι τον Nietzsche. Αυτός και μια γενιά μεταγενέστερων εικονοκλαστών φιλοσόφων θα πετύχουν την επαναπροσέγγιση των δύο πεδίων, αρνούμενοι να υποταχθούν ανεπιφύλακτα στις απαιτήσεις επιχειρηματολογίας και συνεκτικότητας που προσιδιάζουν στη φιλοσοφία και τολμώντας να εκφράσουν τις φιλοσοφικές τους απόψεις ποιητικά. Είναι μια κίνηση που πρόκειται να έχει συνέχεια. Τον 20ό αιώνα, ο Jacques Derrida επιχειρεί να αμφισβητήσει την πλατωνική τομή με τρόπο πιο ριζοσπαστικό, ξαναθυμίζοντας και αναδεικνύοντας τη σύνδεση της φιλοσοφίας με τη μεταφορά και την τροπικότητα, σύνδεση την οποία η φιλοσοφία συνήθως προτιμά να λησμονεί προκειμένου να κατοχυρώσει την επιστημονική της αυτονομία.
Να θυμίσουμε, επίσης, ότι, κατά το τέλος του 18ου αιώνα, η λογοτεχνία κερδίζει το ενδιαφέρον της φιλοσοφίας από άλλον δρόμο. Η τελευταία ασχολείται με το ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στις ιδέες και στον κόσμο που υπάρχει έξω από το ανθρώπινο μυαλό (το εάν ένας τέτοιος κόσμος υπάρχει, και αυτό επίσης ενδιαφέρει τη φιλοσοφία να το διερευνήσει). Και ακόμα πιο πρόσφατα, με την κατά Rorty «γλωσσολογική στροφή της φιλοσοφίας», τα δύο πεδία μοιράζονται την κοινή ουσία της γλωσσικής πρακτικής και το ζήτημα που απασχολεί είναι πια το νόημα που μεταφέρεται μέσω της γλώσσας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον ομώνυμο σελιδοδείκτη που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:
http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1772/1766

Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Friedrich Nietzsche: αιώνια επιστρέφοντας


Ο Διαφωτισμός και η επιστημονική επανάσταση που εκπροσωπήθηκε από τρεις κορυφαίες μορφές: τον Nicolaus Copernicus, τον Isaac Newton και τον Galileo Galilei, αποτελούν την εισαγωγή στην περίοδο που ονομάζουμε νεωτερικότητα. Ο άνθρωπος αφήνεται τώρα εντελώς μόνος. Ούτε ο κόσμος, άπειρος πλέον και χαοτικός, ούτε ο Θεός μπορούν να του προσφέρουν καμία βοήθεια. Στο εξής ο άνθρωπος αναλαμβάνει ο ίδιος να κατασκευάσει νόμους για να δώσει νόημα στο απομαγεμένο σύμπαν και, ως εκ τούτου, η ηθική προσδιορίζεται ελεύθερα από την «καλή βούληση» του ανθρώπου/υποκειμένου, με προϋποτιθέμενους όρους την ανιδιοτέλεια και την καθολικότητα. Ο νέος χώρος συμβίωσης που δημιουργείται έχει, λοιπόν, τρία βασικά χαρακτηριστικά: την τυπική ισότητα, τον ατομικισμό και την πρόταξη της ιδέας της εργασίας. Όμως, αυτό που προκάλεσε τη μεγαλύτερη αμηχανία είναι το θέμα της σωτηρίας. Αν ο κόσμος δεν είναι πια μια αρμονική τάξη και αν ο Θεός είναι νεκρός (Gott is tot), για ποια σωτηρία μπορούμε να μιλάμε;
Ο Friedrich Nietzsche αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να συγκροτήσει μια πνευματικότητα μετανεωτερικής κοπής. Δεν υπάρχει, λέει λοιπόν ο εικονοκλάστης φιλόσοφος, τίποτα έξω και πάνω από τη ζωή και, επομένως, δεν υπάρχει καμιά αντικειμενική αξιολογική κρίση. «Δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά μόνον ερμηνείες». Δεν υπάρχει καμιά κανονικότητα και κάθε τέτοια ιδέα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση και αυταπάτη. Η μεταφυσική, η θρησκεία, ακόμα και η επιστήμη, ως «αντενεργές δυνάμεις», αποδομούνται ριζικά από τον Nietzsche και οι «ενεργές δυνάμεις» επιστρατεύονται για να ιεραρχηθούν τα πολλαπλά στοιχεία που απαρτίζουν τη ζωή. Η ηθική του είναι ακριβώς αυτή η ιεράρχηση και η εναρμόνιση, ο μη-αποκλεισμός ακόμα και των πιο αντιθετικών στοιχείων, όπως είναι η λογική και τα πάθη. Και η σωτηρία που προτείνει είναι επίγεια. Είναι το να μάθουμε να διακρίνουμε αυτό που αξίζει να βιωθεί και αυτό που αξίζει να χαθεί. Τις αποδυναμωμένες μορφές της ζωής από τις έντονες και τις μεγαλειώδεις. Ποιο είναι το κριτήριο αυτής της διάκρισης; Είναι το κριτήριο της αιώνιας επιστροφής. Τι θέλουμε να επανέρχεται αιωνίως, αν όχι οι βιωμένες στιγμές χαράς, αγάπης, διαύγειας και ηρεμίας; Να ελπίζεις κάπως λιγότερο, να μετανιώνεις κάπως λιγότερο, να αγαπάς κάπως περισσότερο: σε αυτές τις τρεις προτροπές συνοψίζεται η νιτσεϊκή διδασκαλία.

Edvard Munch, Friedrich Nietzsche (1906) 

Η μετά τον Nietzsche φιλοσοφία έπρεπε ή να συνεχίσει την αποδόμηση ή να την υπερβεί. Και οι δυο τάσεις εκδηλώθηκαν στο πέρασμα των χρόνων. Όμως, αυτό που έχει σημασία είναι αν ο ανθρωπισμός μπορεί εκ νέου να μας απασχολήσει μετά την αποδόμηση. Με άλλα λόγια, το ερώτημα είναι αν μπορούμε να μιλάμε για ανθρωπισμό και ταυτόχρονα να δεχόμαστε ότι τα είδωλα έχουν καταρρεύσει.

Πηγή για τις εικόνες:

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Υπεράνθρωποι


Μεταξύ των ετών 1883-85 ο Γερμανός φιλόσοφος Friedrich Nietzsche γράφει το έργο του Also sprach Zarathustra (Τάδε έφη Ζαρατούστρα), στο οποίο προαναγγέλλεται η έλευση του υπερανθρώπου (Übermensch).
Σε προηγούμενα έργα του, ο φιλόσοφος είχε υποστηρίξει την ανατροπή κάθε ιεραρχίας που έως τότε κυβερνούσε την ηθική, την πολιτική και την αισθητική, προκειμένου έτσι να μπει φρένο στην παρακμή του ανθρώπινου είδους. Πρόκειται για έναν αντι-θεμελιωτισμό, ο οποίος θα αποτελέσει τη βάση της μεταμοντέρνας σκέψης, κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και του οποίου το περιεχόμενο είναι στενά συνδεδεμένο με δύο από τις βασικές φιλοσοφικές θέσεις του Nietzsche.


Η πρώτη είναι η αντίληψη για τον θάνατο του Θεού. Είναι λιγότερο μια θρησκευτική θέση και περισσότερο η αντίθεση στην πλατωνική θέση της ύπαρξης ενός ιδεώδους με ανώτερη αρμοδιότητα, το οποίο εγγυάται την πραγματικότητα του υλικού κόσμου. Ο Nietzsche ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει ούτε αφετηρία ούτε τέρμα. Πως δεν υπάρχουν μορφές, δεν υπάρχει νοούμενο (με την καντιανή έννοια), δεν υπάρχει Ιστορία. Άρα, δεν υπάρχει τίποτα με το οποίο εμείς οι άνθρωποι χρειάζεται να αναμετρηθούμε. Κανένας σκοπός, κανένα θεμέλιο, κανένα πλαίσιο δεν εμποδίζει τους ανθρώπους να ζήσουν. Να ζήσουν με δύναμη, με ένταση.
Η δεύτερη είναι η θεωρία της βούλησης για δύναμη. Είναι ταυτόχρονα μια δημιουργική αρχή αλλά και μια κατάληξη, εφόσον αποτελεί κίνητρο για δράση που έχει ως τελικό αποτέλεσμα την ίδια τη βούληση για δύναμη, οριζόμενη ως βίωμα κυριαρχίας και συνδεόμενη έτσι με την ελευθερία. Σε κάθε κοινωνία, υποστηρίζει ο Nietzsche, υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: οι κύριοι και οι δούλοι, βάσει των οποίων διαμορφώνεται και η αντίστοιχη ηθική. Κύριοι είναι όσοι διακατέχονται από τη βούληση για δύναμη και η ηθική τους περιλαμβάνει την επιθετικότητα, την παρατολμία, την ανάγκη για υπερίσχυση έναντι των άλλων, ενώ η ηθική των δούλων χαρακτηρίζεται από μνησικακία έναντι των κυρίων, που δεν εκδηλώνεται όμως λόγω της μετριοπάθειας, του φόβου και της ταπεινότητας οι οποίες ως αξίες τους χαρακτηρίζουν.  
Αν και σαφώς υπέρ της ηθικής των κυρίων, ο Nietzsche παραδέχεται ότι «πέρα από το καλό και το κακό, υπάρχει ένας άνθρωπος, που δικαιώνει τον άνθρωπο ως λυτρωτική μορφή, που εμπνέει πίστη στον άνθρωπο», κι αυτός είναι ο υπεράνθρωπος, στον οποίο η βούληση για δύναμη αποτελεί θεμελιώδες οντολογικό χαρακτηριστικό. Ο υπεράνθρωπος είναι ο λυτρωτής του ανθρώπου από την ηθική της δουλείας.


Πολλοί μίλησαν για την επίδραση που άσκησε η σκέψη του Nietzsche, και ιδιαίτερα η αντίληψη για τον υπεράνθρωπο, στη μεταγενέστερη φιλοσοφία, στην πολιτική, στην ψυχανάλυση, σε ό,τι θεωρούμε υψηλή λογοτεχνία. Λίγοι πρόσεξαν ότι ο υπεράνθρωπος είχε γεννηθεί πριν από τον Nietzsche και επιβίωσε μετά από αυτόν στα feuilleton, στα μυθιστορήματα με άλλα λόγια των επιφυλλίδων, στην αστυνομική και κατασκοπευτική λογοτεχνία, στα comics. Από τον πρίγκηπα Rodolphe στο έργο Les mystères de Paris (Τα μυστήρια των Παρισίων) του Eugène Sue και τον κόμητα Monte-Cristo του Alexandre Dumas (πατέρα) ως τον Arsène Lupin και αργότερα τον James Bond, τον Superman, τον Batman κ.ά., υπάρχει πάντοτε ένας ήρωας με εξαιρετικές ικανότητες που παρεμβαίνει για να αποκαταστήσει την κοινωνική δικαιοσύνη με πράξεις ιδιωτικής δικαιοσύνης. Χωρίς να είναι προφήτης της κοινωνικής πάλης, καταστρέφει τους κακούς και ανταμείβει τους καλούς, παρηγορώντας τους αναγνώστες με την προβολή της εικόνας μιας μυθικής δικαιοσύνης.


Πηγές:
Έκο Ου. (1989). Ο υπεράνθρωπος των μαζών. Μτφ.: Έφη Καλλιφατίδη. Αθήνα: Γνώση.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CF%81%CE%AF%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%87_%CE%9D%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B5#/media/File:Nietzsche1.jpg

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

O Wittgenstein και η μασιά


Η αγένεια και η βιαιότητα του χαρακτήρα του Wittgenstein ήταν σε όλους γνωστή. Το ίδιο και ο δογματισμός του Popper. Γνωστή ήταν επίσης και η μεταξύ τους αντίθεση, για πολλούς άλλους λόγους, κυρίως όμως λόγω της διαφοράς των φιλοσοφικών τους απόψεων.


25 Οκτωβρίου 1946. Cambridge. King’s College. Αίθουσα Η3. Περίπου τριάντα άτομα έχουν συγκεντρωθεί, περιμένοντας να αρχίσει η τακτική εβδομαδιαία συνεδρίαση της Λέσχης Ηθικής Επιστήμης.
Παρών ο ιδρυτής της Λέσχης, ο Αυστριακός φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein. Διδάσκει στο Cambridge από το 1939 και είναι εξαιρετικά δημοφιλής, τόσο εξαιτίας των αντισυμβατικών του παραδόσεων όσο και εξαιτίας του αινιγματικού Tractatus logico-philosophicus (Λογικο-φιλοσοφική Πραγματεία). Σε αυτό το έργο, ο Wittgenstein  αντιμετωπίζει τα θεμελιώδη φιλοσοφικά προβλήματα ως αποτέλεσμα παρανόησης της λογικής της γλώσσας, ενώ εκθέτει τις απόψεις του για τη λογική δομή των προτάσεων, τη φύση του λογικού συμπερασμού και τα όρια της σκέψης υπό μορφήν αξιωμάτων ή αφορισμών, χωρίς καμία επιχειρηματολογία, καθώς πιστεύει πως οι θέσεις του είναι απρόσβλητες και οριστικές. Αλαζονικά ο Wittgenstein θεωρεί ότι ο ίδιος έχει καταφέρει να καθαρίσει τη φιλοσοφία από κάθε μεταφυσικό ψήγμα και επιθυμεί να προασπίσει αυτήν την καθαρότητα. Πιστεύει πως έχει βοηθήσει τη μύγα να βγει από το μπουκάλι στο οποίο έχει αυτοπαγιδευθεί, σύμφωνα με μια περίφημη δική του διατύπωση.
Καλεσμένος του εκείνη την ημέρα είναι ο επίσης Αυστριακός Karl Popper, διάσημος κυρίως λόγω του έργου του The Open Society and Its Enemies (Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της), στο οποίο επιχειρεί μια σφοδρή κριτική στον ολοκληρωτισμό και στον ιστορικισμό, επιτιθέμενος στον Marx, τον Hegel, ακόμα και στον Πλάτωνα. Πιστεύει επίσης πως υπάρχουν αυθεντικά φιλοσοφικά προβλήματα και δεν τα θεωρεί απλώς φιλοσοφικούς γρίφους. Ο τίτλος της διάλεξής του εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου 1946 είναι «Are there philosophical problems?» (Υπάρχουν φιλοσοφικά προβλήματα;) και πρόκειται, στην πραγματικότητα, για ανοιχτή πρόκληση προς τον οικοδεσπότη του.


Εκεί, ως διαιτητής, παραβρίσκεται και ο εξαιρετικά ευυπόληπτος Bertrand Russell. Δάσκαλος του Wittgenstein, αυτός που τον εισήγαγε στη μελέτη της λογικής, συνομιλητής, υποστηρικτής και μέγας θαυμαστής του στη συνέχεια. Ο μαθητής έχει στο παρελθόν παραπονεθεί πως ο Russell δεν μπορεί να κατανοήσει το έργο του κι εκείνος δεν το αρνείται.


Ο Popper παίρνει τον λόγο και αρχίζει να αναπτύσσει τη θέση του. Λίγα μόνον λεπτά έχουν περάσει, όταν ο Wittgenstein, έξαλλος, αρπάζει μια πυρωμένη μασιά και, κραδαίνοντάς την μπροστά στα μάτια του προσκεκλημένου του, κραυγάζει: «ΛΑΘΟΣ, Popper, κάνεις ΛΑΘΟΣ! Δώσε ένα παράδειγμα ηθικού κανόνα». «Να μην προκαλεί κάποιος τους φιλοξενούμενους ομιλητές με μασιές», του αντιγυρίζει ο Popper. Ακολουθεί χάος. Ο Russell ζητάει από τον Wittgenstein να αφήσει τη μασιά από τα χέρια του κι εκείνος εγκαταλείπει την αίθουσα βροντώντας πίσω του την πόρτα. 
Συνέβη άραγε το περιστατικό στ’ αλήθεια ή δεν συνέβη; Κι αν συνέβη, συνέβη με αυτόν τον τρόπο; Οι γνώμες διχάζονται, Οι μαρτυρίες είναι αλληλοσυγκρουόμενες. Υπήρξε νικητής σε αυτήν την μονομαχία; Ο Popper ισχυρίζεται στην αυτοβιογραφία του πως κατατρόπωσε τον αντίπαλό του. Ίσως. Γεγονός, πάντως, είναι πως ο ηττημένος Wittgenstein θεωρείται μέχρι σήμερα ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους μετά τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Kant και τον Nietzsche. Φαίνεται, μάλιστα, πως αυτήν τη γνώμη συμμερίζονται και οι ομότεχνοί του, αφού θεωρείται πως είναι από τους φιλοσόφους με τη μεγαλύτερη επιρροή στη φιλοσοφία του 20ού αιώνα.
Η σύγκρουση των δύο γιγάντων περιγράφεται και ερευνάται στο βιβλίο με τίτλο Wittgenstein’s Poker (Η οργή του Βιτγκενστάιν), το οποίο έγραψαν ο David Edmonds και ο John Eidinow και έχει εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.