Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2021

Ανάμεσα στην ποίηση και στην πολιτική: John Cab Hobhouse

 

Ο John Cab Hobhouse, αργότερα 1ος Βαρόνος του Broughton, γεννήθηκε το 1786 κοντά στο Bristol και δύο είναι τα σημαντικότερα πράγματα που γνωρίζουμε γι’ αυτόν.

Το πρώτο είναι ότι ήταν σύντροφος του Lord Bayron, μαζί με τον οποίο ταξίδεψε στην Ισπανία, στην Τουρκία και στην Ελλάδα. Στη Αθήνα έφτασαν τα Χριστούγεννα του 1809 κι ενώ είχε προηγηθεί η επίσκεψή τους στην αυλή του Αλή Πασά στην Ήπειρο, στο Μεσολόγγι και στους Δελφούς. Ο Hobhouse αγαπούσε τα αρχαία μνημεία, γι’ αυτό και γοητεύτηκε από τα ίχνη του αρχαίου κόσμου που ανακάλυψε στην κατά τα άλλα ρημαγμένη Αθήνα, αλλά περιφρονούσε τους Έλληνες. Ο Bayron μετά βίας άντεχε την αερολογία και την ανούσια αρχαιοπληξία του Hobhouse, που και τα δύο τα σατίρισε στο ποίημά του με τίτλο My boy Hobby O! Ειρωνευόταν μάλιστα τη συνήθειά του να κρατάει ημερολόγιο, ειρωνεία που ευτυχώς δεν επηρέασε τον νεαρό Άγγλο, αφού εκείνος συνέχισε τις καταγραφές παραδίδοντάς μας μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών για συμβάντα και πρόσωπα της εποχής.

Όταν ο Hobhouse επέστρεψε στην Αγγλία, αποφάσισε να πάρει στα σοβαρά τον ρόλο του αριστοκράτη σωτήρα της πατρίδας του και αναμείχθηκε με την πολιτική. Το 1820 εισήλθε στο Κοινοβούλιο ως εκπρόσωπος του Westminster και από το 1830 και μετά, όταν στην εξουσία εκλέχτηκαν οι Whigs, ανέλαβε διάφορα υψηλά καθήκοντα. Μεταξύ των άλλων, έγινε μέλος του Φιλελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου και δραστηριοποιήθηκε για την υποστήριξη του ελληνικού αγώνα. Ωστόσο, στην Ελλάδα δεν ξαναγύρισε ποτέ.

Η ανάμιξή του στην πολιτική σχετίζεται με τον δεύτερο σημαντικό λόγο για τον οποίο τον γνωρίζουμε . Το 1826, σε μια αντιπαράθεσή του στη Βουλή των Κοινοτήτων με τον Υπουργό Εξωτερικών George Canning, ο Hobhouse χρησιμοποίησε τη φράση “His Majesty's (Loyal) Opposition” (=η νομιμόφρων αντιπολίτευση της Aυτού Μεγαλειότητας), που στα ελληνικά αποδόθηκε ως «αξιωματική αντιπολίτευση» και που έκτοτε καθιερώθηκε στο πολιτικό μας λεξιλόγιο.

Η λαμπρή σταδιοδρομία του Hobhouse συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια συνοδευόμενη και από πολλές τιμές. Η μεγαλύτερη, όμως, τιμή τού είχε ήδη αποδοθεί από τον φίλο των νεανικών του χρόνων, τον μεγάλο Ρομαντικό ποιητή Lord Bayron, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή στο Μεσολόγγι στις 7 Απριλίου 1824. Ο Bayron του αφιέρωσε το 4ο canto από το έργο του Childe Harold’s Pilgrimage (Το προσκύνημα του Childe Harold), που κυκλοφόρησε το 1818.

Ο  Hobhouse πέθανε στις 3 Ιουνίου του 1869.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:John_Cam_Hobhouse.jpg


Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

Αναδιανέμοντας τον πλούτο: η περίπτωση του Robin Hood

 

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μεγαλώσει με τον μύθο του Robin Hood. Δηλαδή, με τον μύθο ενός ευγενούς παράνομου, ο οποίος ζούσε στο δάσος Sherwood στο Nottingham και ο οποίος, μαζί με τους πρόσχαρους συντρόφους του, άρπαζε χρήματα από τους πλούσιους και τα μοίραζε στους φτωχούς. Δεν θέλω να καταστρέψω τη ρομαντική ιδέα που έχουμε για τον γεροδεμένο νεαρό, συνδεδεμένο στο μυαλό μας με το παρουσιαστικό του Errol Flynn, του Kevin Costner, του Sean Connery, του Russell Crowe και πολλών άλλων γοητευτικών χολιγουντιανών αρσενικών. Το ζήτημα, όμως, που με ενδιαφέρει είναι εάν, με βάση τις ηθικές θεωρίες που έχουν διατυπωθεί, ο Robin είχε το δικαίωμα να κάνει αναδιανομή πλούτου.

Καμία αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου δεν είναι επιτρεπτή, θα υποδείκνυαν οι φιλελεύθεροι, αυτοί που στην μεν Ευρώπη ονομάζονται liberals, στις δε Ηνωμένες Πολιτείες libertarians. Το να υποστηρίζονται οι φτωχοί από τους εύπορους είναι προφανώς επιθυμητό. Όμως, το αν θα το κάνουν είναι μια πρωτοβουλία για την οποία πρέπει να αποφασίζει το ίδιο το άτομο. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να την επιβάλουμε, εφόσον καθένας έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί με όποιον τρόπο θέλει όσα κατέχει. Σε αυτήν τη λογική, ο πατριάρχης του φιλελευθερισμού, ο Friedrich Hayek, τονίζει ότι η προσπάθεια να επιτύχουμε οικονομική ισότητα μπορεί να είναι θεάρεστη, αλλά κοινωνικά είναι καταστροφική και καταπιεστική.

Κι ακόμα περισσότερο: αυτήν την αναδιανομή δεν έχει δικαίωμα να την επιχειρεί ούτε το κράτος. Με απλά λόγια, το κράτος δεν μπορεί να υποχρεώνει τους εύπορους να χρηματοδοτούν τη στέγη, την ιατρική περίθαλψη ή την εκπαίδευση των απόρων. Εάν το κάνει, για παράδειγμα μέσω της φορολογίας, τότε το κράτος απλούστατα κλέβει, και μάλιστα χωρίς καν να είναι τόσο χαριτωμένο όσο ο Robin Hood. Ο Milton Friedman, ο άλλος γκουρού του φιλελευθερισμού, υποστηρίζει ότι πολλές κρατικές δραστηριότητες, που αποσκοπούν στην οικονομική εξίσωση των ανθρώπων, αποτελούν ωμές παραβιάσεις των ατομικών δικαιωμάτων όσων υποχρεώνονται να συνεισφέρουν σε αυτό το εγχείρημα δίχως να το έχουν ελεύθερα επιλέξει.

Ο Robert Nozick, τέλος, ακόμα πιο προωθημένα, υποστηρίζει ότι το κράτος καλύτερα να μην κάνει τίποτα και ότι πολύ πιο ωφέλιμο είναι να έχουμε ένα κράτος όσο γίνεται πιο περιορισμένο, με αρμοδιότητα μόνον την επιβολή των συμβολαίων και την προστασία των ανθρώπων από τη βία, την κλοπή και την απάτη. Η παρέμβασή του σε οποιονδήποτε άλλο τομέα απλούστατα δεν είναι νόμιμη. Επιπλέον, ισχυρίζεται ο Nozick, πρέπει να απαλλαγούμε από την αντίληψη ότι η ανισότητα των πόρων είναι άδικη και ότι οι πλούσιοι βαρύνονται με κάποιο είδος ενοχής, αρκεί να ισχύει μία κρίσιμη προϋπόθεση: να έχουν νομίμως αποκτήσει τα αγαθά τους. Και θα μπορούσε να δεχτεί τη φορολογία ως επανορθωτική για αδικίες που διαπράχθηκαν στην προσπάθεια απόκτησης περιουσίας, σε καμία περίπτωση, όμως, ως αναδιανεμητική για την εξασφάλιση μεγαλύτερης ισότητας.

Μετά από όλα αυτά, καταλήγουμε υποχρεωτικά στο συμπέρασμα ότι η ζωή είναι πιο πολύπλοκη από τη μυθοπλασία και ότι ο Robin Hood είναι –θα το πω ωμά- ένα κοινός λωποδύτης. Κι αυτό επειδή η φιλανθρωπία του δεν είναι ατομική, αλλά λειτουργεί οργανωμένα και συστημικά, σε μια προσπάθεια να υποκαταστήσει την κρατική αναδιανομή.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BD_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94%CE%B1%CF%83%CF%8E%CE%BD#/media/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Robin_shoots_with_sir_Guy_by_Louis_Rhead_1912.png


Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2021

Είναι δίκαιη η ζωή;

 

Είναι δίκαιη η ζωή; Σε αυτό το ερώτημα ο σπουδαίος Αμερικανός οικονομολόγος Milton Friedman απαντά «όχι», προσθέτοντας ότι, αντί να γκρινιάζουμε για την αδικία, είναι σκόπιμο να παραδεχτούμε ότι επωφελούμαστε από αυτήν. Επιχειρηματολογεί, μάλιστα, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του Cassius Clay, γνωστότερου με το όνομα Muhammad Ali. Ο Friedman, φλογερός θαυμαστής του laissez-faire και απολύτως επικριτικός στις εξισωτικές ιδέες, παραδέχεται, ωστόσο, ότι δεν είναι δίκαιο έναντι όλων των υπόλοιπων το ότι ο Muhammad Ali γεννήθηκε με την ικανότητα εκείνη που του επέτρεψε να γίνει μεγάλος πυγμάχος. Επιπλέον, ο Cassius Clay κέρδιζε σε μια νύχτα εκατομμύρια δολάρια, πολλά περισσότερα από όσα μπορεί να κερδίσει για τον ίδιο χρόνο εργασίας ένας λιμενεργάτης. Θα το λέγαμε αυτό δίκαιο; Αν η πρώτη απάντηση που σας έρχεται στο μυαλό είναι «όχι», ίσως θα συμφωνούσα μαζί σας, μόνο που πρέπει να σκεφτείτε και κάτι ακόμα: θα θεωρούσατε δίκαιο αν, στο όνομα ενός αφηρημένου ιδεώδους δικαιοσύνης, απαγορεύαμε στον Cassius Clay να αγωνίζεται και να κερδίζει εκατομμύρια δολάρια, στερώντας όμως έτσι από τους ανθρώπους την απόλαυση να τον παρακολουθούν;

Μήπως, λοιπόν, εάν εξαλείφαμε αυτό που στην αρχή θεωρήσαμε ως αδικία (το ξεχωριστό χάρισμα του Cassius Clay που του εξασφάλιζε κέρδος εκατομμυρίων), διαπράτταμε μια άλλη αδικία απέναντι τους οπαδούς του; Μα, θα μου πείτε, θα μπορούσαμε να υποχρεώσουμε τον Cassius Clay να αγωνίζεται με αμοιβή ίση προς εκείνη του λιμενεργάτη, διασώζοντας έτσι και την απόλαυση των ανθρώπων. Ποιος, όμως, θα υποστήριζε στα σοβαρά ότι η αγωνιστική δεινότητα του Cassius Clay θα ήταν ίδια αν οι απολαβές του ήσαν τόσο πενιχρές;

Εν τέλει, δεν είναι η οικονομία της ελεύθερης αγοράς που καθορίζει την αξία των αγαθών; Μπορείτε να επεκτείνετε το παράδειγμα και σε άλλες κατηγορίες ταλαντούχων ανθρώπων: τραγουδιστών, ηθοποιών κ.λπ.. Μπορείτε να το επεκτείνετε και σε διάφορες κατηγορίες, κατά γενική ομολογία «άχρηστων», αγαθών. Πιστεύετε πως είναι άδικο να αγοράζονται, παρόλο που καλύπτουν τις, έστω και «φανταστικές» ανάγκες των ανθρώπων; Μήπως θα έπρεπε να υπάρχουν συστάσεις ή επιβολή (από μια αδιευκρίνιστη κρατική ή ιδιωτική αυθεντία) για το τι αξίζει να αγοράζουμε; Δεν σας περνάει από το μυαλό ότι κάτι τέτοιο, όπου έχει συμβεί, συνδέεται με αυταρχικότητα και ολοκληρωτισμό;

Πάντως, ο  Milton Friedman, στο βιβλίο του με τίτλο Free to Choose (Ελεύθεροι να διαλέγουμε), το οποίο έγραψε μαζί με τη σύζυγό του, υπερασπίζεται με πάθος την ελεύθερη αγορά. Το βιβλίο του κυκλοφόρησε στην Αμερική το 1980, όταν υποψήφιος για την προεδρία ήταν ο Ronald Reagan. Έτσι κι αλλιώς, ο Milton Friedman εκτιμούσε ιδιαιτέρως την οικονομική πολιτική του προεδρικού υποψήφιου και μετέπειτα Προέδρου.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://en.wikipedia.org/wiki/Muhammad_Ali#/media/File:Zbigniew_Pietrzykowski_and_Muhammad_Ali_1960.jpg


Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2020

You have the right to remain silent ...


Όλοι έχουμε ακούσει, σε αμερικανικές αστυνομικές ταινίες, το κατεβατό που απαγγέλλουν οι αστυνομικοί την ώρα που συλλαμβάνουν κάποιον ύποπτο για παράνομες πράξεις. Είναι ένα κείμενο γνωστό με το όνομα «Προειδοποίηση Miranda» (Miranda Warning), του οποίου η υιοθέτηση είναι το αποτέλεσμα μιας ενδιαφέρουσας δικαστικής υπόθεσης.


Το 1966, λοιπόν, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, από το Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνεται μια πολύ σοβαρή απόφαση σε μια υπόθεση γνωστή ως Miranda v. Arizona.
Τρία χρόνια νωρίτερα, το φορτηγάκι του Ernesto Arturo Miranda αναγνωρίζεται από τον αδελφό της Lois Ann Jameson, μιας ανάπηρης 18χρονης η οποία είχε απαχθεί και βιαστεί από τον Miranda. Οι αστυνομικοί του Phoenix, Carroll Cooley και Wilfred Young, συλλαμβάνουν τον Miranda, χωρίς εκείνος να προβάλει καμία αντίσταση. Μετά από δύο ώρες ανάκρισης, η αστυνομία αποσπά από τον συλληφθέντα την ομολογία του και συνεχίζει οδηγώντας τον ενώπιον του θύματος για αναγνώριση. Το νεαρό κορίτσι επιβεβαιώνει ότι ο Miranda είναι ο δράστης των συγκεκριμένων πράξεων και εκείνος αποδέχεται την τέλεσή τους.
Η ομολογία του καταγράφεται. Στην κορυφή κάθε σελίδας υπάρχει η ένδειξη ότι αυτή δόθηκε εθελοντικά, χωρίς πίεση, χωρίς απειλές, χωρίς εξαναγκασμό, χωρίς υπόσχεση ασυλίας. Ο Miranda υπογράφει, επίσης, ότι κατανοεί πως οποιαδήποτε δήλωσή του θα μπορούσε αργότερα να χρησιμοποιηθεί εναντίον του και βεβαιώνει ότι έχει πλήρη γνώση των νομικών δικαιωμάτων του.
Ωστόσο, λίγο μετά, ισχυρίζεται πως δεν είχε ενημερωθεί για το δικαίωμά του να ζητήσει δικηγόρο, καθώς και για το δικαίωμά του να παραμείνει σιωπηλός. Δικηγόρος του αναλαμβάνει κατ’ ανάθεση ο 73χρονος Alvin Moore. Η υπόθεση του  Miranda οδηγείται την ίδια χρονιά στο δικαστήριο της κομητείας Maricopa, από το οποίο καταδικάζεται σε 20 χρόνια φυλάκισης με βασικό στοιχείο την ομολογία του. Η έφεση την οποία υπoβάλλει ο δικηγόρος του απορρίπτεται.
Το 1965 ο Miranda ζητάει επανεξέταση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Από την Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών δικηγόρος του άνευ πληρωμής ορίζεται ο John J. Flynn και η ομάδα του: ο John P. Frank, ο Paul G. Ulrich και ο Robert A. Jensen. Αυτοί συντάσσουν ένα κείμενο 2500 λέξεων, υποστηρίζοντας ότι τα δικαιώματα του Miranda σύμφωνα με την 5η και 6η Τροπολογία παραβιάστηκαν, και το στέλνουν στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο επανεισάγει την υπόθεση σε δίκη (Miranda v. Arizona), μαζί με άλλες τρεις παρόμοιες περιπτώσεις. Η δίκη διαρκεί δύο ημέρες και η απόφαση δικαιώνει τον Miranda.
Η απόφαση δημοσιεύεται στις 13 Ιουνίου 1966 και έκτοτε όλα τα αστυνομικά τμήματα μοιράζουν στο προσωπικό τους κάρτες με το γνωστό κατεβατό, για να το διαβάζουν μεγαλόφωνα σε όλους τους υπόπτους κατά τη στιγμή της σύλληψής τους.

Το κείμενο αυτό αναφέρει τα εξής:
You have the right to remain silent. Anything you say can be used against you in court. You have the right to talk to a lawyer for advice before we ask you any questions. You have the right to have a lawyer with you during questioning. If you cannot afford a lawyer, one will be appointed for you before any questioning if you wish. If you decide to answer questions now without a lawyer present, you have the right to stop answering at any time.

Και η μετάφρασή του:
Έχεις το δικαίωμα να παραμείνεις σιωπηλός. Οτιδήποτε πεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου στο δικαστήριο. Έχεις το δικαίωμα να μιλήσεις με δικηγόρο για να σε συμβουλεύσει πριν σου υποβάλουμε ερωτήσεις. Έχεις το δικαίωμα ο δικηγόρος να είναι παρών κατά την ανάκριση. Εάν δεν μπορείς να πληρώσεις δικηγόρο, θα οριστεί δικηγόρος πριν από την ανάκριση εφόσον το επιθυμείς. Εάν αποφασίσεις να απαντήσεις σε ερωτήσεις τώρα χωρίς την παρουσία δικηγόρου, έχεις το δικαίωμα να διακόψεις ανά πάσα στιγμή.


Μετά την αποδοχή ότι τα δικαιώματά του παραβιάστηκαν κατά τη σύλληψη και, άρα, η ομολογία του δεν μπορεί να αποτελέσει καταδικαστική βάση, το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνει την προηγούμενη καταδίκη του Miranda και τον εισάγει σε νέα δίκη για τα παλιά του αδικήματα. Αυτήν τη φορά εξαιρείται από τη διαδικασία η ομολογία του. Ωστόσο, η απόφαση είναι εκ νέου καταδικαστική.
Ο Miranda αποφυλακίζεται το 1972 και βγάζει τα προς το ζην πουλώντας αυτόγραφα στα οποία έχει τυπώσει τη Miranda Warning. Ξαναμπαίνει στη φυλακή για μικροαδικήματα και τελικά σκοτώνεται σε μια συμπλοκή σε μπαρ.

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Σκόρπιες σκέψεις για τον Επιτάφιο


Μερικές σκέψεις και απορίες που μας γεννάει ο Επιτάφιος. Έτσι σκόρπιες και αταξινόμητες.
Του Περικλή ή του Θουκυδίδη; Έχει άραγε τόση σημασία;
Έμφαση στους ζωντανούς (στη ζωή) αντί για τους νεκρούς. Γιατί;
Έμφαση στους πολίτες αντί για την ατομική περίπτωση. Γιατί;
Ο Επιτάφιος αυτονομήθηκε από το υπόλοιπο κείμενο των Ιστοριών του Θουκυδίδη, αποκτώντας ξεχωριστή οντότητα. Γιατί;
Αν και πρόκειται για κείμενο ρητορικό το οποίο, άρα, εκφράζει προσωπικές εκτιμήσεις του ρήτορα (ή του ιστορικού), εντούτοις το περιεχόμενό του ταυτίζεται στη συνείδηση των περισσοτέρων με την ιστορική αλήθεια. Δημιουργεί κάτι τέτοιο στρεβλώσεις;
Υπάρχουν τρόποι να ελεγχθεί η επιχειρηματολογία του Περικλή για την ανωτερότητα της αθηναϊκής δημοκρατίας;
Πώς, μετά τον έπαινο, δικαιολογείται η εξιστόρηση του λοιμού από τον Θουκυδίδη; Ήταν πράγματι η Αθήνα μια ιδεώδης δημοκρατία;
Η altera pars δεν εκπροσωπείται από τον Θουκυδίδη. Μήπως μπορούμε κάπου να αφουγκραστούμε τη φωνή της;


Κλέος (ατομικό και συλλογικό), ελευθερία, αυτάρκεια, ισότητα (ισηγορία, ισονομία, ισομοιρία), αξιοκρατία, σεβασμός της ιδιωτικής ζωής, ενεργητική συμμετοχή στα κοινά, σεβασμός της αισθητικής, σεβασμός της φιλοσοφίας, μέτρο, και υστεροφημία, είναι οι βασικές έννοιες που τέμνονται στο κείμενο.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 26 Μαΐου 2020

John Locke: ο πρίγκιπας και ο τσαγκάρης


Έχετε δει την ταινία Freaky Friday (Απίστευτη Παρασκευή), στην οποία μια μητέρα (η Jamie Lee Kurtis) αλλάζει σώμα με την κόρη της (τη  Lindsay Lohan) με αποτέλεσμα ένα σωρό ξεκαρδιστικά επεισόδια; Και, στο πιο δραματικό, θυμάστε τη Verwandlung (Μεταμόρφωση) του Franz Kafka, όπου ένας άνθρωπος, ο Gregor Samsa, μεταμορφώνεται σωματικά σε ένα γιγάντιο σιχαμερό σκαθάρι; Ο ήρωας, παρά τη μεταμόρφωσή του, δεν παύει να είναι ο ίδιος ο Gregor, να έχει τις ίδιες σκέψεις και συναισθήματα, να διατηρεί την προσωπική του ταυτότητα.
Φανταστείτε κάτι ανάλογο. Έναν πρίγκιπα και έναν τσαγκάρη που, όταν το βράδυ πέφτουν να κοιμηθούν, ανταλλάσσουν τις αναμνήσεις τους. Ο πρίγκιπας ξυπνάει το πρωί με τις αναμνήσεις του τσαγκάρη και ο τσαγκάρης με τις αναμνήσεις του πρίγκιπα. Και οι δυο ξυπνούν στον συνηθισμένο τους χώρο και η εξωτερική τους εμφάνιση δεν έχει καθόλου αλλάξει. Όλοι εξακολουθούν να τους βλέπουν ως πρίγκιπα και ως τσαγκάρη αντίστοιχα. Όμως, η σωματική συνέχεια, που σχετίζεται με την υλική υπόσταση και την εκτατότητα σε χώρο και χρόνο, δεν έχει καμιά σημασία. Ο πρίγκιπας με τις αναμνήσεις του τσαγκάρη νιώθει πως είναι τσαγκάρης και ο τσαγκάρης με τις αναμνήσεις του πρίγκιπα νιώθει πως είναι πρίγκιπας. Αυτό που μετράει είναι η ψυχολογική συνέχεια και η συνειδητή μνήμη. Μετράει τίνος τις αναμνήσεις έχουν. Ούτε έχει σημασία ότι καθένας είναι ο ίδιος άνθρωπος που ήταν και πριν. Μετράει ότι, παρόλο που καθένας είναι ο ίδιος άνθρωπος, δεν είναι το ίδιο πρόσωπο. Διότι πρόσωπο είναι ένα σκεπτόµενο νοήµον ον, που διαθέτει λόγο και αναστοχασµό και µπορεί να εξετάσει τον εαυτό του σαν τον εαυτό του, το ίδιο σκεπτόµενο πράγµα σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους. Εν τέλει, πρόσωπα μας κάνει η επίγνωση του εαυτού.
Φανταστείτε ακόμα ότι ο τσαγκάρης τυχαίνει να έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα. Ποιον θα θεωρήσουμε ένοχο και θα τιμωρήσουμε γι’ αυτό; Τον τσαγκάρη, που το διέπραξε μεν αλλά το έχει σβήσει από τη μνήμη του αφού ξύπνησε με τις πριγκιπικές αναμνήσεις, ή τον πρίγκιπα, που ναι μεν δεν το διέπραξε αλλά θυμάται ότι το έκανε, αφού ξύπνησε με τις αναμνήσεις του τσαγκάρη που είναι ο ένοχος; Αλίμονο στους δικαστές που πρέπει να αποφασίσουν!
Αυτό το νοητικό πείραμα, που το πρότεινε ο Άγγλος εμπειριστής φιλόσοφος John Locke, δείχνει πόσο το ζήτημα της ανθρώπινης ταυτότητας συνδέεται με την ηθική ευθύνη. Ο Locke πίστευε ότι ο Θεός τιμωρεί μόνο για τα εγκλήματα που θυμόμαστε ότι έχουμε διαπράξει. Και ας μην σκεφτούμε να κάνουμε στα ψέματα ότι έχουμε ξεχάσει τις κακές μας πράξεις. Δεν μπορούμε να ξεγελάσουμε τον παντογνώστη Θεό.
Και τι γίνεται με την Ανάσταση και τον Παράδεισο; Θα μπορέσει το ίδιο το σώμα μας να αναστηθεί αν, ας πούμε, μας κομματιάσει μια βόμβα ή αν γίνουμε γεύμα ενός κανιβάλου; Ο Locke μας καθησυχάζει. Δεν χρειάζεται να έχουμε το ίδιο σώμα, χρειάζεται μόνο να είμαστε το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή να έχουμε τις αναμνήσεις μας, έστω κι αν αυτές έχουν ενσωματωθεί στο σώμα του κανιβάλου που μας καταβρόχθισε.  
Το ζήτημα της ανθρώπινης ταυτότητας συνδέεται, όμως, και με την πολιτική ευθύνη, αφού πρέπει να ξέρουμε από ποιον θα ζητήσουμε να εκπληρώσει συγκεκριμένες ευθύνες και υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει.


Τελικά ποιοι είμαστε; Εγώ, με τα άσπρα μαλλιά και τις ελαφρές ρυτίδες, είμαι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο το χαμογελαστό ροδαλό κοριτσάκι με τα σκούρα καστανά μαλλιά που βλέπω όταν ανοίγω το άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες; Αλλά τι λέω; Θυμάμαι το φόρεμα που φορούσα τότε –Πάσχα ήταν- και την κορδέλα που μου είχε αγοράσει ο παππούς. Ναι, είμαι το ίδιο πρόσωπο, επειδή έχω τη μνήμη εκείνης της ημέρας που στήθηκα μπροστά από τον φωτογράφο για να απαθανατιστώ. Γυρίζοντας, όμως, τις σελίδες του άλμπουμ με βλέπω ακόμα πιο μικρή, είμαι δεν είμαι ενός χρόνου, και φωτογραφίζομαι λίγο πριν από τη βάφτισή μου. Είμαι η ίδια εγώ; Τίποτα δεν θυμάμαι από αυτό το γεγονός. Και, παρόλο που οι άλλοι προσπαθούν να μου θυμίσουν πόσο έκλαιγα στην επαφή με το παγωμένο νερό, η μνήμη μου δεν με βοηθάει. Για τον Locke εγώ και το μωρό που βαφτίζεται είμαστε το ίδιο άτομο, αλλά όχι το ίδιο πρόσωπο. Κι όσο μεγαλώνω και το παρελθόν αρχίζει να μου διαφεύγει, τόσο συρρικνώνεται το πρόσωπο που είμαι.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Για τη Mont Pelerin Society


Ο σπουδαίος ιστορικός, ακραιφνής φιλελεύθερος, πολέμιος κάθε πολιτικού και θρησκευτικού φανατισμού, John Emerich Edward Dalberg, 1ος βαρόνος Acton of Aldenham, είναι ο ένας από τους δύο ανθρώπους που παραλίγο να δώσουν το όνομά τους σε μια εταιρεία η οποία δημιουργήθηκε στις 10 Απριλίου 1947. Ο δεύτερος ήταν ο άλλος φιλελεύθερος, ο γνωστός Γάλλος Alexis-Charles-Henri-Clérel de Tocqueville, που έγραψε το δίτομο De la démocratie en Amérique (Η δημοκρατία στην Αμερική), μία από τις πρώτες πραγματείες στην κοινωνιολογία και στην πολιτική επιστήμη.
Η ιδέα για την εταιρεία που χρειαζόταν να βαφτιστεί προέκυψε σε ένα συνέδριο το οποίο είχε οργανώσει ένας τρίτος κλασικός φιλελεύθερος οικονομολόγος, ο Αυστριακός Friedrich August Hayek. Σε αυτό το συνέδριο συμμετείχαν 39 πανεπιστημιακοί ερευνητές, οικονομολόγοι πρωτίστως, αλλά και ιστορικοί και φιλόσοφοι. Ο σκοπός της συνάντησης; Το μέλλον του φιλελευθερισμού και ο πόλεμος ενάντια στην «κρατικιστική υπεροχή και στη μαρξιστική ή κευνσιανή αντίληψη περί κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας που εξαπλωνόταν στην υφήλιο» (state ascendancy and Marxist or Keynesian planning [that was] sweeping the globe).
Η εταιρεία, που ιδρύθηκε από τον Hayek με συνιδρυτές τον Karl Popper, τον Ludwich Heinrich Edler von Mises, τον George Stigler και τον Milton Friedman, δεν είχε κανέναν προπαγανδιστικό προσανατολισμό, ούτε επεδίωκε να εγκαθιδρύσει κάποια ορθοδοξία. Στόχευε στη διευκόλυνση ανθρώπων με όμοιες αντιλήψεις να ανταλλάσσουν ιδέες, σε μια προσπάθεια ενδυνάμωσης των αρχών της ελεύθερης κοινωνίας, καθώς και μελέτης της λειτουργίας, των αξιών και των ατελειών ενός οικονομικού συστήματος προσανατολισμένου στην αγορά.


Όσο για το όνομά της … Ο συνδυασμός Acton-Tocqueville (Acton-Tocqueville Society) απορρίφθηκε από δύο εξέχουσες προσωπικότητες. Από τον von Mises, ο οποίος εξέφρασε την ανησυχία του για το ότι η εταιρεία θα φορτωνόταν τα λάθη των επωνύμων της Lord Acton και Tocqueville. Και από τον Frank Knight, ο οποίος εξήγησε πόσο θα επηρεαζόταν το κύρος της εταιρείας αν έπαιρνε το όνομά της από δύο «ρωμαιοκαθολικούς αριστοκράτες»!
Ποιο όνομα πήρε τελικά; Πήρε το μάλλον αδιάφορο όνομα Mont Pelerin Society (MPS), από το ελβετικό χωριό όπου γινόταν η συνάντηση.
Το αδιάφορο, όμως, όνομα δεν την εμπόδισε να ασκήσει τέτοια επιρροή, ώστε πολλά μεταγενέστερα think tanks να χρωστάνε σε αυτήν τη δημιουργία τους. Επιπλέον, ανάμεσα στα κατά καιρούς μέλη της φιγουράρουν διάσημοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι, οικονομολόγοι και σύμβουλοι κυβερνήσεων. Χαρακτηριστικά, από τους 76 οικονομικούς συμβούλους του προσωπικού της προεκλογικής εκστρατείας του Αμερικανού Προέδρου Ronald Wilson Reagan το 1980, οι 22 ήσαν ενεργά μέλη της Mont Pelerin Society. Από την άλλη πλευρά, μαρξιστές θεωρητικοί την κατηγόρησαν ως υπεύθυνη όχι για την εξάπλωση του φιλελευθερισμού, όπως δηλωνόταν στην ιδρυτική της πράξη, αλλά του νεοφιλελευθερισμού, ενώ κάποιοι άλλοι θεωρητικοί την εγκάλεσαν για στροφή στον σοσιαλισμό (sic!).

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Η Guernica και ο πόλεμος


Στις 26 Απριλίου 1937 (σαν σήμερα), η Γερμανική αεροπορία, εξυπηρετώντας τον Αρχιστράτηγο Francisco Franco, βομβάρδισε τη βασκική πόλη Guernica στη βόρεια Ισπανία. Ένας μαζικός βομβαρδισμός χωρίς προηγούμενο, που κράτησε πάνω από τρεις ώρες. Ο άμαχος πληθυσμός, γυναίκες και παιδιά, χτυπήθηκαν ανελέητα. Η πόλη φλεγόταν για τρεις ημέρες, αφήνοντας χιλιάδες πολίτες νεκρούς και τραυματίες στα καπνισμένα συντρίμμια της. Οι οργανωτές του βομβαρδισμού γνώριζαν ότι η Guernica δεν είχε στρατηγική αξία, ήταν όμως το πολιτισμικό και θρησκευτικό κέντρο των Βάσκων. Η καταστροφή της είχε ως στόχο τον εκφοβισμό και την αποδυνάμωση της βασκικής αντίστασης. Ο βομβαρδισμός της Guernica είχε τεράστιο αντίκτυπο στον παγκόσμιο τύπο, με τους Times του Λονδίνου να τον χαρακτήρισαν ως σύμβολο της φασιστικής βαρβαρότητας.


Το ασπρόμαυρο έργο του Pablo Picasso, με τίτλο Guernica, βασίζεται στην ιδέα του τρίπτυχου, δηλαδή ένα μεσαίο ορθογώνιο παραλληλόγραμμο πλαισιωμένο από δύο μικρότερα. Δεν αποτυπώνονται σε αυτό αεροπλάνα ή βόμβες, αλλά η διακοπή της σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο.


Στην κορυφή, η λάμπα πετρελαίου που κρατά η γυναίκα μοιάζει με αέτωμα αρχαίου ναού. Μία  λάμπα πάνω από όλη τη σύνθεση, ηλεκτρική, σαν μάτι, είναι η βόμβα. Ο ταύρος είναι σύμβολο της Ισπανίας. Το λογχισμένο άλογο  που κραυγάζει είναι σύμβολο του βασανισμένου ισπανικού λαού. Ο νεκρός στρατιώτης με τα χέρια ανοιχτά παραπέμπει στον Εσταυρωμένο. Μια μητέρα θρηνεί το χαμένο παιδί της που το κρατά νεκρό στην αγκαλιά της. Μια άλλη γυναίκα υψώνει λάμπα πετρελαίου για να φωτίσει το σκοτάδι. Μια τρίτη γυναίκα είναι τυλιγμένη στις φλόγες. Μια ακόμα γυναίκα, λαβωμένη, σέρνεται πριν πέσει. Υπάρχει ένα παράθυρο κι έξω φως.
Η Guernica βρίσκεται σήμερα στη Μαδρίτη, στο Reina Sofia Museo.

Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2020

Walter Benjamin: αύρα


Το 1936, και ενώ ο φασισμός και ο ναζισμός κερδίζουν έδαφος σε όλους τους χώρους, κυκλοφορεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα κείμενα αισθητικής με τίτλο The Work of Art in the Age of Mechanical Reproduction (Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής του αναπαραγωγιμότητας). Συγγραφέας του είναι ο Walter Benjamin, μέλος της Σχολής της Φρανκφούρτης. Στο έργο αυτό, ο Benjamin αναφέρεται στις συνέπειες που έχουν για την τέχνη οι αναπαραγωγικές τεχνολογίες, σαν τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο, εξετάζοντας ταυτόχρονα και άλλα θέματα, όπως την αυθεντικότητα και την πρωτοτυπία.


Καταπώς μας προϊδεάζει ο τίτλος του δοκιμίου, ο Benjamin υποστηρίζει ότι ένα έργο τέχνης μπορούσε πάντοτε και εξακολουθεί να μπορεί –μάλιστα τώρα με περισσότερα και πιο αποτελεσματικά μέσα- να αναπαραχθεί. Ένας επιδέξιος καλλιτέχνης ήταν πάντοτε και είναι σε θέση να μιμηθεί το έργο ενός άλλου τόσο καλά ώστε οποιαδήποτε διαφορά να είναι εντελώς ανεπαίσθητη. Κι όμως, ονομάζουμε αυτές τις μιμήσεις έργα πλαστά και κανένας μας δεν θα έκανε τον κόπο να επισκεφθεί κάποιο μουσείο για να τις δει. Κι αυτό διότι ακόμη και από το πιο τέλειο αντίγραφο λείπει η ανεπανάληπτη παρουσία του στον χρόνο και στον τόπο, η οποία αποτελεί το στοιχείο της γνησιότητάς του.
Τι κάνει, λοιπόν, ένα πρωτότυπο έργο ανεκτίμητα πιο πολύτιμο από ένα τέλειο αντίγραφό του; Η αξία του, σύμφωνα με τον Benjamin, βρίσκεται στη μοναδικότητα και την πρωτοτυπία του, στην αυθεντικότητά του, σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «αύρα» (Aura). «Αύρα» είναι η ιδιομορφία του, η βαθιά ριζωμένη μοναδικότητα και αναντικατάστατη ύπαρξή του, είναι όλα όσα έχει κληρονομήσει από την καταγωγή του, την υλική του διάρκεια, την ιστορική του μαρτυρία του. Είναι ένα είδος ιδιαίτερης ατμόσφαιρας και γοητείας που περιβάλλει τα έργα τέχνης και τους δίνει τον χαρακτήρα του μακρινού και του απρόσιτου (όχι με τη χρονική και τη χωρική σημασία), κι αυτό παρά την άμεση υλική τους παρουσία. Είναι η αίσθηση του απλησίαστου, που έχει τις ρίζες της στο μαγικό πλαίσιο εντός του οποίου πρωτοδημιουργήθηκε η τέχνη και το οποίο παραμένει πάντοτε ενσωματωμένο σε αυτήν. Είναι το τελετουργικό στοιχείο που μας εμπνέει για το έργο μια ευλάβεια, έναν σεβασμό για ένα αντικείμενο που ενστικτωδώς το αντιμετωπίζουμε ως λατρευτικό και που δεν μπορεί να διατηρηθεί από τη στιγμή που η τέχνη αρχίζει να αναπαράγεται.
Ας χρησιμοποιήσουμε ως παράδειγμα έναν καθεδρικό ναό, του οποίου ο ιδιάζων χώρος είναι απολύτως συγκεκριμένος και προσδιορισμένος. Μια φωτογραφία (που είναι το πιο επαναστατικό αναπαραστατικό εργαλείο) αυτού του καθεδρικού ναού τον μεταφέρει σε συνθήκες που δεν είναι εφικτές στο πρωτότυπο. Δηλαδή, τον ξεκολλάει από τη θέση του και τον εγκαθιστά στο στούντιο του φιλότεχνου. Η λατρευτική αξία του καθεδρικού ναού αντικαθίσταται από την εκθετική του αξία. Το ίδιο συμβαίνει και με ένα χορωδιακό έργο που εκτελούνταν σε μια κλειστή αίθουσα ή στην ύπαιθρο, το οποίο, με την αναπαραγωγή του σε βινύλιο ή σε CD, μπορεί πλέον να το ακούσει κανείς στο δωμάτιό του. Ο κινηματογράφος συνολικά είναι ένα θαμπό αντίγραφο της μεγάλης θεατρικής τέχνης. Ναι μεν δίνει τη δυνατότητα να βλέπουμε και να ξαναβλέπουμε την αγαπημένη μας ταινία στο Αίγιο, στις Βρυξέλλες ή στο Παρίσι, όμως αυτή είναι πάντοτε ίδια και πάντοτε πλαστή. Της λείπει το «εδώ και τώρα» (hic et nunc), της λείπει η «αύρα». Πώς να συγκριθεί με μια θεατρική παράσταση, η οποία, όσες πρόβες κι αν έχουν προηγηθεί, ποτέ δεν είναι ίδια με την προηγούμενη, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αναπαραχθεί αυτούσια, είναι μοναδική.


Σύμφωνα λοιπόν με τον Benjamin, δεδομένου ότι από μια φωτογραφική πλάκα μπορεί κανείς να αποκτήσει ένα πλήθος από αντίγραφα, δεν έχει κανένα νόημα να αναζητηθεί το γνήσιο αντίγραφο. Με τη μαζική αναπαραγωγή χάνεται η αυθεντικότητα και η μοναδικότητα του έργου τέχνης και, άρα, αχρηστεύεται το μέτρο γνησιότητας στην καλλιτεχνική παραγωγή, με απώτερη συνέπεια μια ποιοτική αλλαγή (της οποίας προηγείται μια ιστορική ρήξη με την παράδοση), την ανατροπή γενικότερα της λειτουργίας της τέχνης και την απώλεια της καλλιτεχνικής αξίας συνολικά.
Τι μένει μετά από έναν τέτοιο σεισμό; Με τη δυνατότητα της μηχανικής αναπαραγωγής και έχοντας απολέσει τη θεμελίωσή της στη λατρεία, η τέχνη αποκτά ένα νέο θεμέλιο: την πολιτική. Ο Benjamin, απαντώντας στη φασιστική αισθητικοποίηση της πολιτικής όπως αυτή εκφραζόταν από τον Filippo Tommaso Emilio Marinetti, προβάλλει την κομμουνιστική πολιτικοποίηση της αισθητικής. Για τον Benjamin νόημα έχει όχι να σωθεί η τέχνη, αστική επιδίωξη την οποία θεωρεί αξιοκατάκριτα εγωκεντρική, αλλά να καταστεί η τέχνη ωφέλιμη για προοδευτικούς πολιτικούς σκοπούς, πράγμα που πιστεύει ότι είναι δυνατόν να συμβεί. Η τέχνη, κατά την εποχή της αναπαραγωγιμότητας, έχει μεν απολέσει την «αύρα», όμως επιτρέπει στο αντίγραφο να κινηθεί προς τον θεατή του. Η τέχνη γίνεται μαζική και, παρά τις αντιρρήσεις του Theodor Adorno που υποστηρίζει ότι η μαζική τέχνη συμφιλιώνει το κοινό με την καθεστηκυία τάξη, o Benjamin αισιόδοξα βλέπει μια πολιτικά προοδευτική δυναμική σχέση του κοινού με αυτήν, η οποία έτσι γίνεται ένα μέσον πολιτικής επικοινωνίας.

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

Για τη συμφωνία Sykes-Picot


Ο Sir Tatton Benvenuto Mark Sykes, 6ος βαρονέτος, είχε τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη το 1914, όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μέχρι τότε, είχε ήδη υπηρετήσει στη Νότια Αφρική κατά τον πόλεμο των Boers, είχε ταξιδέψει στην ασιατική Τουρκία για κάμποσα χρόνια, είχε εκδώσει τα ταξιδιωτικά του ημερολόγια και ήταν εκλεγμένο μέλος του Κοινοβουλίου με το συντηρητικό κόμμα από το 1911. Επειδή είχε πολλές γνώσεις και μεγάλη εμπειρία για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, στην αρχή του μεγάλου πολέμου η κυβέρνηση του ανέθεσε να εργαστεί στο τμήμα πληροφοριών του Υπουργείου Πολέμου, το οποίο διηύθυνε ο λόρδος Kitchener. Ο Sykes έκανε τη δουλειά του τόσο καλά, που γρήγορα απέκτησε μεγάλη επιρροή στη διαμόρφωση των αποφάσεων για ζητήματα της Ανατολής. Εξάλλου, αυτός ήταν που είχε από νωρίς προειδοποιήσει το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας του για την πρόθεση της Τουρκίας να συνταχθεί με τις Κεντρικές Δυνάμεις και όχι με τους Συμμάχους.
Ο Francois Marie Denis Georges-Picot σπούδασε νομικά και στη συνέχεια, το 1895, εντάχθηκε στο διπλωματικό σώμα. Υπηρέτησε στην Κοπεγχάγη, στο Πεκίνο και, λίγο πριν από την αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τοποθετήθηκε ως Γενικός Πρόξενος της Γαλλίας στη Βηρυτό. Με το ξέσπασμα του πολέμου πήγε στο Κάιρο, από όπου ανέπτυξε καλές σχέσεις με τους Μαρωνίτες του Λιβάνου.
Η διανομή των αραβικών εδαφών του «μεγάλου ασθενή», της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε πονοκέφαλο για τις τρεις ενδιαφερόμενες δυνάμεις, τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία, καθεμιά από τις οποίες επιθυμούσε να διατηρήσει σφαίρες επιρροής, εφόσον βέβαια ο μεγάλος πόλεμος είχε γι’ αυτές αίσιο τέλος. Προς αυτήν την κατεύθυνση έγιναν εντατικές διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή, στις 3 Ιανουαρίου 1916, κι ενώ ο πόλεμος δεν είχε ακόμα κριθεί, μιας μυστικής συμφωνίας μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας. Η συμφωνία είχε και τη συγκατάθεση της Ρωσίας, ελήφθησαν δε υπ’  όψιν και οι αξιώσεις της Ιταλίας. Η μυστική αυτή συμφωνία είναι γνωστή ως συμφωνία Sykes-Picot από τα ονόματα των δύο διπλωματών που ανέλαβαν να την συντάξουν εκ μέρους της Βρετανίας και της Γαλλίας και επικυρώθηκε από τις δύο κυβερνήσεις στις 9 και 16 Μαΐου της ίδιας χρονιάς.
Οι δύο διπλωμάτες φαίνεται να κατέληξαν εύκολα στη μοιρασιά. Ο τριανταεξάχρονος Sykes πήρε στα χέρια του έναν μαρκαδόρο και χάραξε πρόχειρα μια γραμμή πάνω στον χάρτη της Μέσης Ανατολής. Η γραμμή ξεκινούσε από την Άκρα του σημερινού Ισραήλ (στη βόρεια πλευρά του κόλπου της Χάιφα) και έφτανε στα βορειοανατολικά, μέχρι το Κιρκούκ του σημερινού Ιράκ. Όσες περιοχές βρίσκονταν στα νότια της γραμμής ετίθεντο υπό βρετανικό έλεγχο (ώστε η Βρετανία να έχει το απαραίτητο στρατηγικό βάθος που θα προστάτευε τη διώρυγα του Σουέζ) και όσες βρίσκονταν στα βόρεια υπό γαλλικό. Πρακτικά, η μεν Βρετανία προτίμησε το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής που σήμερα αποτελεί το Ιράκ μαζί με τα τεράστια πετρελαϊκά του αποθέματα, ενώ άφησε στους Γάλλους την περιοχή που σήμερα αποτελεί τη Συρία. Για τη Ρωσία κράτησαν τα αρμενικά βιλαέτια που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αφού η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά τής είχαν ήδη παραχωρηθεί με προηγούμενη συμφωνία.


Φυλές, εθνότητες, θρησκείες, ιστορικές παραδόσεις δεν έπαιξαν κανέναν ρόλο στη διανομή και στη συμφωνία. Ούτε έπαιξαν ρόλο οι υποσχέσεις που είχαν προηγουμένως δοθεί: οι Βρετανοί είχαν, για παράδειγμα, υποσχεθεί τη Συρία στον Σαρίφ Χουσεΐν Μπιν Αλί που είχε ξεσηκωθεί κατά Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όμως η συμφωνία την παραχωρούσε στη Γαλλία.
Όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, όταν τα σύνορα χαράζονται αυθαίρετα, τότε υπάρχει αιτία για βιαιότητα και εξτρεμισμό. 
Σήμερα, οι μεγάλες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή εκδηλώνονται ακριβώς στην καρδιά των εδαφών που ρυθμίστηκαν με τη Sykes-Picot.

Πηγή για την εικόνα: