Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Wittgenstein L.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Wittgenstein L.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

Αναλυτική και Ηπειρωτική Φιλοσοφία


«Γλωσσολογική καμπή» (linguistic turn) είναι ο όρος που εισηγήθηκε ο Richard Rorty το 1967 για να δηλώσει τη στροφή της φιλοσοφίας προς τα γλωσσικά ζητήματα. Ο όρος είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί από τον φιλόσοφο Gustav Bergmann, όμως η καθιέρωσή του οφείλεται στον Rorty.
Σε προηγούμενη ανάρτηση εξηγήσαμε ότι η φιλοσοφία έχει διανύσει τρεις περιόδους: η μεταφυσική παραχώρησε τα πρωτεία στη γνωσιολογία και αυτή σε μια φιλοσοφία της γλώσσας. Η πορεία ερμηνεύεται εύκολα, αν ληφθεί υπ’ όψιν η «απομάγευση» που σταδιακά συντελείται, συνοδευόμενη από το αίσθημα της χειραφέτησης του ανθρώπου και τη διαδικασία υποταγής της φύσης χάρη στις επιστημονικές προόδους και στις πολλαπλές εφαρμογές τους σε όλα τα πεδία. 
Η «γλωσσολογική καμπή» αρχίζει το 1884 με τον Gottlob Frege και το έργο του The Foundation of Arithmetic (Τα θεμέλια της αριθμητικής), συνεχίζεται με τον Bertrand Russell και, βέβαια, με τον Ludwig Wittgenstein και το περίφημο Tractatus Logico-Philosophicus (Λογικο-φιλοσοφική πραγματεία), και καταλήγει στη διάσταση ανάμεσα στην «ηπειρωτική» και στην «αναλυτική» φιλοσοφία. Απόλυτα σύνορα ανάμεσα στις δύο παραδόσεις δεν μπορεί κανείς να χαράξει. Για παράδειγμα, σε ποια από τις δύο παραδόσεις θα κατατάσσαμε τον Hans Georg Gadamer, κι ακόμα περισσότερο τον Paul Ricoeur; Εξάλλου, η μήτρα και των δύο παραδόσεων είναι κοινή: ο νεοκαντιανισμός του ύστερου 19ου αιώνα. 


Χοντρικά, πάντως, ως «αναλυτική» φιλοσοφία περιγράφουμε εκείνην που θέτει ως προτεραιότητα την επίτευξη γενικής συναίνεσης χάρη στην πρότερη συμφωνία πάνω στο νόημα των λέξεων, δηλαδή την υπαγωγή της γλωσσικής διασάφησης στο ιδεώδες της διυποκειμενικότητας. Έτσι, η μεν «αναλυτική» φιλοσοφία χαρακτηρίζει όλα τα μεταφυσικά προβλήματα ψευδοπροβλήματα, θεωρώντας τα ως προτάσεις που δεν ικανοποιούν τις συνθήκες οι οποίες απαιτούνται ώστε μια πρόταση να έχει νόημα, η δε «ηπειρωτική» φιλοσοφία επιμένει στη μεταφυσική διάσταση της φιλοσοφίας, αν και δεν παραλείπει να ασκεί κατά περίπτωση κριτική στην ίδια τη μεταφυσική, στις εννοιολογικές και θεσμικές της πραγμοποιήσεις, στους «αληθινούς» κόσμους και στους αιώνιους κανόνες τους. 

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

O Wittgenstein και η μασιά


Η αγένεια και η βιαιότητα του χαρακτήρα του Wittgenstein ήταν σε όλους γνωστή. Το ίδιο και ο δογματισμός του Popper. Γνωστή ήταν επίσης και η μεταξύ τους αντίθεση, για πολλούς άλλους λόγους, κυρίως όμως λόγω της διαφοράς των φιλοσοφικών τους απόψεων.


25 Οκτωβρίου 1946. Cambridge. King’s College. Αίθουσα Η3. Περίπου τριάντα άτομα έχουν συγκεντρωθεί, περιμένοντας να αρχίσει η τακτική εβδομαδιαία συνεδρίαση της Λέσχης Ηθικής Επιστήμης.
Παρών ο ιδρυτής της Λέσχης, ο Αυστριακός φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein. Διδάσκει στο Cambridge από το 1939 και είναι εξαιρετικά δημοφιλής, τόσο εξαιτίας των αντισυμβατικών του παραδόσεων όσο και εξαιτίας του αινιγματικού Tractatus logico-philosophicus (Λογικο-φιλοσοφική Πραγματεία). Σε αυτό το έργο, ο Wittgenstein  αντιμετωπίζει τα θεμελιώδη φιλοσοφικά προβλήματα ως αποτέλεσμα παρανόησης της λογικής της γλώσσας, ενώ εκθέτει τις απόψεις του για τη λογική δομή των προτάσεων, τη φύση του λογικού συμπερασμού και τα όρια της σκέψης υπό μορφήν αξιωμάτων ή αφορισμών, χωρίς καμία επιχειρηματολογία, καθώς πιστεύει πως οι θέσεις του είναι απρόσβλητες και οριστικές. Αλαζονικά ο Wittgenstein θεωρεί ότι ο ίδιος έχει καταφέρει να καθαρίσει τη φιλοσοφία από κάθε μεταφυσικό ψήγμα και επιθυμεί να προασπίσει αυτήν την καθαρότητα. Πιστεύει πως έχει βοηθήσει τη μύγα να βγει από το μπουκάλι στο οποίο έχει αυτοπαγιδευθεί, σύμφωνα με μια περίφημη δική του διατύπωση.
Καλεσμένος του εκείνη την ημέρα είναι ο επίσης Αυστριακός Karl Popper, διάσημος κυρίως λόγω του έργου του The Open Society and Its Enemies (Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της), στο οποίο επιχειρεί μια σφοδρή κριτική στον ολοκληρωτισμό και στον ιστορικισμό, επιτιθέμενος στον Marx, τον Hegel, ακόμα και στον Πλάτωνα. Πιστεύει επίσης πως υπάρχουν αυθεντικά φιλοσοφικά προβλήματα και δεν τα θεωρεί απλώς φιλοσοφικούς γρίφους. Ο τίτλος της διάλεξής του εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου 1946 είναι «Are there philosophical problems?» (Υπάρχουν φιλοσοφικά προβλήματα;) και πρόκειται, στην πραγματικότητα, για ανοιχτή πρόκληση προς τον οικοδεσπότη του.


Εκεί, ως διαιτητής, παραβρίσκεται και ο εξαιρετικά ευυπόληπτος Bertrand Russell. Δάσκαλος του Wittgenstein, αυτός που τον εισήγαγε στη μελέτη της λογικής, συνομιλητής, υποστηρικτής και μέγας θαυμαστής του στη συνέχεια. Ο μαθητής έχει στο παρελθόν παραπονεθεί πως ο Russell δεν μπορεί να κατανοήσει το έργο του κι εκείνος δεν το αρνείται.


Ο Popper παίρνει τον λόγο και αρχίζει να αναπτύσσει τη θέση του. Λίγα μόνον λεπτά έχουν περάσει, όταν ο Wittgenstein, έξαλλος, αρπάζει μια πυρωμένη μασιά και, κραδαίνοντάς την μπροστά στα μάτια του προσκεκλημένου του, κραυγάζει: «ΛΑΘΟΣ, Popper, κάνεις ΛΑΘΟΣ! Δώσε ένα παράδειγμα ηθικού κανόνα». «Να μην προκαλεί κάποιος τους φιλοξενούμενους ομιλητές με μασιές», του αντιγυρίζει ο Popper. Ακολουθεί χάος. Ο Russell ζητάει από τον Wittgenstein να αφήσει τη μασιά από τα χέρια του κι εκείνος εγκαταλείπει την αίθουσα βροντώντας πίσω του την πόρτα. 
Συνέβη άραγε το περιστατικό στ’ αλήθεια ή δεν συνέβη; Κι αν συνέβη, συνέβη με αυτόν τον τρόπο; Οι γνώμες διχάζονται, Οι μαρτυρίες είναι αλληλοσυγκρουόμενες. Υπήρξε νικητής σε αυτήν την μονομαχία; Ο Popper ισχυρίζεται στην αυτοβιογραφία του πως κατατρόπωσε τον αντίπαλό του. Ίσως. Γεγονός, πάντως, είναι πως ο ηττημένος Wittgenstein θεωρείται μέχρι σήμερα ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους μετά τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Kant και τον Nietzsche. Φαίνεται, μάλιστα, πως αυτήν τη γνώμη συμμερίζονται και οι ομότεχνοί του, αφού θεωρείται πως είναι από τους φιλοσόφους με τη μεγαλύτερη επιρροή στη φιλοσοφία του 20ού αιώνα.
Η σύγκρουση των δύο γιγάντων περιγράφεται και ερευνάται στο βιβλίο με τίτλο Wittgenstein’s Poker (Η οργή του Βιτγκενστάιν), το οποίο έγραψαν ο David Edmonds και ο John Eidinow και έχει εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.