Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουτοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουτοπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Μαΐου 2019

Et in Arcadia Ego


Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς, πάντως κάπου μεταξύ 1618 και 1622, ο Ιταλός ζωγράφος Giovanni Francesco Barbieri, γνωστότερος ως Guercino, ζωγραφίζει έναν πίνακα με τίτλο Et in Arcadia Ego (Κι εγώ στην Αρκαδία), που σήμερα βρίσκεται στο Palazzo Barberini.


Το 1627, ο Nicolas Poussin, βασικός εκπρόσωπος του κλασικού γαλλικού Baroque, ζωγραφίζει κι αυτός έναν πίνακα με τον ίδιο τίτλο (σήμερα βρίσκεται στο Chatsworth House).


Λίγα χρόνια αργότερα, μεταξύ 1637-1638, ο Poussin θα δημιουργήσει και μια δεύτερη εκδοχή του ίδιου θέματος, που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου. Ο πίνακας έχει κι άλλο τίτλο: Les bergers d’ Arcadie (Οι βοσκοί της Αρκαδίας).


Στο ειδυλλιακό, αγνό, αγροτικό αρκαδικό τοπίο, κι ενώ όλα μοιάζουν ειρηνικά, ξάφνου, ένας τάφος με αναμνηστική επιγραφή ή ένα κρανίο θυμίζει ότι ακόμα κι εκεί είναι παρών ο θάνατος. Η παρουσία του είναι άμεση και ρητή. Αυτό το επίφοβο ego δεν αφήνει καμία αμφιβολία.
Το 1816-1817, ο Johann Wolfgang von Goethe επανέρχεται στο θέμα και τοποθετεί την επιγραφή, που οι αμέριμνοι Αρκάδες βοσκοί ανακαλύπτουν γραμμένη πάνω στον τάφο, ως moto στο ημερολογιακό έργο του Italienische Reise (Ιταλικό ταξίδι). Το 1880, το Et in Arcadia Ego τίθεται ως τίτλος στην ενότητα 295 του δεύτερου μέρους του δεύτερου τόμου του Human, All Too Human (Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο) που γράφτηκε από τον Friedrich Nietzsche. 
Πολλοί ακόμα, ζωγράφοι και συγγραφείς, στάθηκαν στο ζοφερό αναπόφευκτο του θανάτου. Πολλοί ακόμα ανακάλυψαν ότι δεν υπάρχει ευτοπία όπου υπάρχει θάνατος.

Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Πολιτικές ουτοπίες (Μέρος Β΄)


Από τον Διαφωτισμό το επόμενο βήμα μας φέρνει στα ιδανικά μοντέλα των σοσιαλιστών και των αναρχικών του 19ου αιώνα. Ο Robert Owen υποστήριζε ότι ο ανθρώπινος χαρακτήρας διαμορφώνεται από το περιβάλλον. Ο Henri de Saint-Simon, Γάλλος κόμης, μαθητής του Jean-Baptiste d’ Alembert, πιστεύει στην ατέρμονη πρόοδο της ανθρωπότητας που επιτυγχάνεται με την υποταγή των υλικών συμφερόντων στις αξίες και ονειρεύεται τη μεταμόρφωση της «σιχαμερής κάμπιας που αλλάζει σε ολόλαμπρη πεταλούδα». Και ο Charles Fourier μιλάει για τη «θελκτική εργασία» στα «φαλανστήρια» –λέξη που κάτι φέρνει στον νου από μοναστήρια-, καθώς αυτοανακηρυσσόταν «Χριστόφορος Κολόμβος του ηθικού κόσμου».

Απόδοση του φαλανστηρίου του Charles Fourrier

Οι στοχαστές του 19ου αιώνα χτύπησαν την αυθεντία, τα παλαιά είδωλα και τον πλούτο και, μολονότι ο σοσιαλισμός τους δεν ήταν ακόμα επιστημονικός, σύμφωνα με την κατάταξη του Friedrich Engels, –ο Karl Marx τους θεωρεί αναρχικούς- επιθυμούν την εγκαθίδρυση μιας καινούργιας τάξης, ικανής να αποδώσει την πραγματικότητα στο αληθινό της γίγνεσθαι. Ακολουθεί ο Marx και η δική του μεγαλεπίβολη «επιστημονική» ουτοπία. Από τις ουτοπικές συλλήψεις των πρώτων σοσιαλιστών δεν διαφοροποιείται στο περιεχόμενο, στον τελικό στόχο. Το όραμά του για μια αταξική κοινωνία στο τέλος της ιστορίας είναι όμοιο με το όραμα των πρώτων σοσιαλιστών και επιπλέον έχει εσχατολογική χροιά που δεν απέχει πολύ από τη χριστιανική εσχατολογία της μέλλουσας πόλης και της θριαμβευτικής δεύτερης έλευσης. Ο σοσιαλισμός του Marx διαφοροποιείται μόνο στα μέσα: προτείνει επιστημονική ανάλυση των κοινωνιών για να προσδιοριστούν οι νόμοι που διέπουν την ιστορική τους εξέλιξη.


Οι σοσιαλιστικές ιδέες, με την ουτοπική τους διάσταση μιας μελλοντικής ευτυχισμένης κοινωνίας χωρίς κοινωνικές αδικίες και συγκρούσεις, έγινε προσπάθεια να εφαρμοστούν στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το εγχείρημα ήταν από την αρχή καταδικασμένο. Αν η ουτοπία πραγματοποιηθεί εν τόπω, τότε ακυρώνεται το αρνητικό μόριο που την εισάγει. Η ου-τοπία παύει να είναι ουτοπία. Γίνεται πραγματικότητα και μένει ανοιχτή στην ίδια δυσαρέσκεια για την πραγματικότητα που τη γέννησε. Όχι μόνο να την συλλάβεις, αλλά και να προσπαθείς να μετατρέψεις τη φαντασιοκοπία σε πραγματικότητα, αυτό κι αν είναι φαντασιοκοπία. Εις το τετράγωνο. Αν δεν είναι απλώς παραφροσύνη. Το είπαμε κιόλας: μοναδικό υλικό της ουτοπίας μπορεί να είναι ο λόγος. Δεν είναι τυχαίο ότι, από την εποχή του Αριστοφάνη και μετά, όταν πρόκειται για την ουτοπία, η πολιτική ρητορική αντικαθίσταται από τη λυρική περιγραφή. Το μυθιστόρημα αποδεικνύεται καταλληλότερο να διαγράψει τον ιδεώδη ανθρώπινο βίο από το πολιτικό μανιφέστο .
Τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού απέτυχαν παταγωδώς να ανταποκριθούν στην αξίωση για υπέρβαση των αντιθέσεων, για δίκαιη κατανομή των αγαθών, για απουσία εκμετάλλευσης. Αν και οι λόγοι που κατέρρευσαν ήσαν λόγοι πρακτικής πολιτικής και όχι η αποτυχία τους να πραγματώσουν την ουτοπία, αυτή η τελευταία θεωρήθηκε υπεύθυνη για την αποτυχία. Έτσι, η αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού –που ταυτίστηκε με αποτυχία της ουτοπίας: εκ του μέρους το όλον- και η μετατροπή του σε μια αυταρχική ολοκληρωτική γραφειοκρατία είχε και μια παράπλευρη απώλεια: μια σημασιακή διολίσθηση. Η ουτοπία αποκτά αρνητικό πρόσημο και ταυτίζεται με ένα ελκυστικό μεν ιδεώδες, στο οποίο όμως αγνοούνται τα πραγματικά δεδομένα της ανθρώπινης φύσης και οι πραγματικές συνθήκες της ζωής. Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού είχε και μια δεύτερη παράπλευρη απώλεια: ένα απαισιόδοξο συμπέρασμα. Αν η μαρξιστική ουτοπία απέτυχε, ανάλογη μοίρα περιμένει κάθε ουτοπία. Η εποχή μας αγαπάει να υποδεικνύει το τέλος πολλών πραγμάτων: της ιδεολογίας, της ιστορίας κ.λπ. Ας προσθέσουμε ακόμα ένα: το τέλος της ουτοπίας. Τουλάχιστον: το τέλος μιας πολιτικής ουτοπίας.

Πηγές για τις εικόνες:

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

Πολιτικές ουτοπίες (Μέρος Α΄)


Η πλατωνική ουτοπία βρήκε συνεχιστές. 
Ο Θεόπομπος ο Χίος, τον 4ο αιώνα, περιγράφει μια παράδοξη χώρα, τη Μεροπίδα Γη, σ’ ένα κεφάλαιο του έργου του που φέρει τον τίτλο «Θαυμάσια». Ο Εκαταίος περιγράφει την Κιμμερίδα πόλη και στην Ιεράν Αναγραφήν ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος, ο φίλος του Κασσάνδρου, διηγείται για ένα νησί των Παγχαίων στον Ινδικό Ωκεανό. Τον Ιάμβουλο, που γράφει στην αυτοκρατορική περίοδο της Ρωμαϊκής ιστορίας, οι περιπέτειές του τον φέρνουν μέσω της Αιθιοπίας σ’ ένα μακρινό νησί, κάπου στον Νότο, όπου οι άνθρωποι ζουν σ’ ένα παραμυθένιο περιβάλλον. Η κοινοκτημοσύνη είναι ένα μόνον από τα στοιχεία που θυμίζουν την πλατωνική ουτοπία του ιδανικού κράτους.
Με ένα άλμα φτάνουμε στον 16ο αιώνα. Το 1516 ο Άγγλος ουμανιστής Thomas More, αφού πρώτα περιγράφει με τα πιο σκοτεινά χρώματα τη δυστυχία της εποχής του, πλάθει τη δική του ουτοπία, όμοια σε πολλά σημεία με την αριστοφανική Νεφελοκοκκυγία και την πλατωνική Καλλίπολη. Πρόκειται για ένα φανταστικό νησί στο οποίο η ευδαιμονία έχει επιτευχθεί, και μάλιστα χωρίς τις διαφοροποιήσεις των τάξεων του πλατωνικού προτύπου. Ο More υποστηρίζει την αξίωση όλων των πολιτών για ισότητα και η κατάργηση της ιδιοκτησίας, που εμφανίζεται ως μέσο για την περιστολή του εγκλήματος, στηρίζεται στην αρχή πως όλοι οι πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα για συμμετοχή στη συνολική περιουσία. 

Χάρτης της Ουτοπίας του Thomas More
από τον Abraham Ortelius

Ανάλογη αισιοδοξία, η οποία όμως έχει διαφορετικό σημείο εκκίνησης, εκφράζει και ο Άγγλος φιλόσοφος και πολιτικός Francis Bacon. Γι’ αυτόν, οι διαγνωσμένες αδυναμίες της κοινωνικής ζωής θα μπορούσαν να εξαλειφθούν με την υλική άνοδο του πολιτισμού, που με τη σειρά της θα στηριζόταν στην επιστήμη. Είναι φανερό ότι οι εντυπωσιακές εφευρέσεις εκείνων των χρόνων οδήγησαν στην ουτοπία της κυριαρχίας πάνω στη φύση με τη βοήθεια των δυνατοτήτων που προσέφερε η επιστήμη, κυριαρχία η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα μια ζωή απαλλαγμένη από φροντίδες και μέριμνες, γεμάτη χαρά και ευδαιμονία. Έτσι, ο Bacon οραματίζεται τον λαό ενός μικρού νησιού, της Νέας Ατλαντίδας, να ζει απομονωμένος αλλά πληροφορημένος για τις προόδους στην έρευνα και στις επιστημονικές ανακαλύψεις. Το κλειδί της ευτυχίας τους δεν είναι η πολιτειακή οργάνωση –την οποία ο Bacon μόνον πρόχειρα περιγράφει- αλλά η ικανοποίηση των πρακτικών αναγκών μέσα από την κυριαρχία στη φύση με επιστημονικά μέσα.


Αντίθετα με τον Bacon, ο Ιταλός Tommaso Campanella, πρόδρομος του Διαφωτισμού, σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια το σοσιαλιστικό κράτος του μέλλοντος στη δική του Πολιτεία του Ήλιου. Είναι ενδιαφέρον ότι (προφητικά;) περιγράφει τις πολιτειακές δομές ενός κράτους που δεν διστάζει να παραβιάσει κατάφωρα τις ατομικές ελευθερίες χάριν του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Περιγράφει ακόμα (προφητικά;) ένα σύνθετο γραφειοκρατικό σύστημα, που βασίζεται στην κλιμάκωση της γνώσης. Σκοπός και αυτής της ουτοπικής κατασκευής είναι η άρση των κοινωνικών αδυναμιών. Βέβαια, υπάρχουν και αντιρρήσεις, με σημαντικότερες εκείνες του άλλου Ιταλού, του Gerolamo Cardano, ο οποίος δεν ενδιαφέρεται για την ουτοπία, αλλά στρέφει το ενδιαφέρον του στα πραγματικά ιστορικά κράτη με σκοπό να κατανοήσει την αναγκαιότητα που τα γεννά και τα διαμορφώνει.
Στην περίοδο του Διαφωτισμού η ουτοπία αναβιώνει, περισσότερο ως λατρεία του πρωτόγονου και του εξωτικού. Τώρα, αυτά τα πρότυπα, τα οποία αντιμετωπίζονται ως ενσαρκώσεις της καθαρής φύσης, επιστρατεύονται για να χτυπηθεί το κατεστημένο, που χαρακτηρίζεται ως παράλογο επειδή θεωρείται α-φύσικο. Είναι τυπική, στην ποίηση, στο θέατρο και στην πολιτική, η περίπτωση του «ευγενούς αγρίου», ο οποίος έχει οργανώσει αρμονικές κοινωνίες –ζει δηλαδή μια «πολιτισμένη βαρβαρότητα- και προβάλλεται έτσι ως πρότυπο αντίθετο προς την ανηθικότητα και τη διαφθορά της αριστοκρατίας. Ο Jean-Jacques Rousseau είναι ένας από τους Γάλλους Διαφωτιστές στον οποίο τέτοιες αντιλήψεις άσκησαν εξαιρετικά μεγάλη επίδραση. Ζητούμενο στην εποχή του Διαφωτισμού ήταν να βρεθεί τρόπος ώστε να συμφιλιωθεί ο πολιτισμός με τη φύση, έτσι ώστε και ο πρώτος να εξυγιανθεί και η φύση να διευρυνθεί για να ταυτιστεί με τον λόγο και την ηθική όπως αυτά πραγματώθηκαν στη διαδικασία του πολιτισμού. Κάτι τέτοιο αποδεικνύεται με το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Rousseau. Δεν θα υπήρχε ανάγκη κοινωνικού συμβολαίου, αν δεν γινόταν καταρχήν αποδεκτός ο πολιτισμός, όμως υπό τον όρο ότι καθετί αφύσικο θα εξοβελιζόταν.

Πηγή για τις εικόνες:

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Πλατωνική ουτοπία


Το 374 π.Χ. ο Πλάτων, ώριμος πια, γράφει την Πολιτεία του. Ο φιλόσοφος σχεδιάζει εκεί την Καλλίπολή του, μια πολιτική ουτοπία αρμονικής και δίκαιης συνύπαρξης. Αποκλείει και ενσωματώνει. Έτσι κι αλλιώς, κάθε ουτοπική σύνθεση συνδέεται με αποκλεισμούς και ενσωματώσεις, με τις πρώτες να καθορίζουν τις δεύτερες –το ίδιο δεν έκανε και ο αριστοφανικός Πεισθέταιρος; Χωρίζει λοιπόν ο Πλάτων τους ανθρώπους σε τάξεις (άρχοντες – φύλακες – δημιουργούς), τάξεις που αποτυπώνουν την τριμερή διάκριση της ψυχής (λογιστικό – θυμοειδές – επιθυμητικό) και προσδιορίζονται από τις αντίστοιχες αρετές (σοφία – ανδρεία – σωφροσύνη). Μια τέταρτη, η βασικότερη, αρετή, η δικαιοσύνη, συγκρατεί την αρμονία του συνόλου. Σκοπός είναι να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία για όλους. Στην πρώτη θέση της ιεραρχικής κλίμακας τοποθετείται ο φιλόσοφος/βασιλιάς. Εφαρμόζεται εδώ η θεωρία του Πλάτωνα, την οποία ωστόσο η πράξη απέδειξε απραγματοποίητη (ή ακόμα και επικίνδυνη), ότι για να φτάσουν οι άνθρωποι στην ευτυχία μέσα στις οργανωμένες κοινότητες που ιδρύουν μία είναι η λύση: να κυβερνήσουν οι φιλόσοφοι ή να φιλοσοφήσουν οι κυβερνήτες.


Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Ποιητικές ουτοπίες


Ο Αριστοφάνης και η θαυμαστή του Νεφελοκοκκυγία (Νεφέλες=Σύννεφα + Κόκκυγες=Κούκοι) στους Όρνιθες είναι η πρώτη γνωστή ποιητική ουτοπία. Στα ρωμαϊκά χρόνια την έμπνευση του Αριστοφάνη αξιοποίησε ο Λουκιανός. Στην Αληθή Ιστορίαν ο ήρωας επισκέπτεται τη Νεφελοκοκκυγία, όμως το κωμικό αποτέλεσμα δεν είναι ανάλογο με εκείνο της αριστοφανικής κωμωδίας. Στο Βυζάντιο, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄, λάτρης του κρασιού και των οργίων, οργανώνει ιερόσυλες φάρσες, στις οποίες παρωδεί τα μυστήρια και τους ιερείς όπως κάνει στους Όρνιθες ο Αριστοφάνης. Η συγγένεια είναι οπωσδήποτε μακρινή, δεδομένου ότι η τολμηρή αριστοφανική σάτιρα δεν βρίσκει συνέχεια ή έστω μίμηση. Ωστόσο, ο Αριστοφάνης είναι ο πρώτος Έλληνας δραματουργός του οποίου το έργο τυπώνεται στο εργαστήριο του Aldus Manutius από τον Μάρκο Μουσούρο. Το 1498 εκδίδεται η editio princeps των αριστοφανικών έργων –αν και όχι όλων. Οι Όρνιθες, πάντως, δεν είναι το αγαπημένο έργο του Μεσαίωνα. Χαλαρή αναφορά στην τριμελή επιτροπή των θεών που καταφθάνει στη Συννεφούπολη (τώρα δεν είναι πια θεοί, αλλά μάγισσες) υπάρχει, τον 13ο αιώνα, στο Jeu de la Feuillée (Παιχνίδι της Φυλλωσιάς) του Adam de la Halle.
Χρειάζεται να φτάσει ο 16ος αιώνας για να ξαναζεσταθεί το ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη αριστοφανική κωμωδία. Έτσι, το 1578, ο Pierre de Loyer γράφει τη δική του Νεφελοκοκκυγία, στην οποία οι δύο ήρωες, ο Gerrin και ο Conrad, βγαίνουν για να αναζητήσουν κι αυτοί την πόλη των κούκων. Και ο François Rabelais στο έργο του Pantagruel δημιουργεί την πρώτη ουτοπία της γαλλικής λογοτεχνίας, το Abbaye de Thélème (από την ελληνική λέξη «θέλημα»), όπου οι κάτοικοι είναι πουλιά όπως και της αριστοφανικής Συννεφούπολης.

Abbaye de Thélème

Από τον 18ο αιώνα και μετά, ο άνθρωπος είναι, καταπώς φαίνεται, πιο επιρρεπής στη φυγή. Ο Goethe, στο έργο του με τον πανομοιότυπο αριστοφανικό τίτλο Die Vögel (Οι Όρνιθες), δίνει στους ήρωές του, που χτίζουν μια πόλη στα σύννεφα, τα ονόματα των αριστοφανικών ηρώων (ως Treufreund αποδίδεται το όνομα Πεισθέταιρος), ορίζει για οδηγό τους μια κουκουβάγια, ενώ ο Έποψ ονομάζεται Maximus Polycacaromerdicus. Ο Goethe απομακρύνεται βέβαια αρκετά από τον Αριστοφάνη, αλλά το χιούμορ του αρχαίου κωμικού φαίνεται ότι εμπνέει ακόμα. Ο ρομαντικός 19ος αιώνας επιδιώκει ακόμα πιο ακραίες -«θανατηφόρες»- φυγές. Το αριστοφανικό έργο, όμως, είναι παρόν, ως θεματική αλλά και ως γλωσσικό ιδίωμα, κατά τον 20ό αιώνα. Πρώτα-πρώτα, στο θεατρικό έργο Chantecler του Edmond Rostand κι έπειτα στη θρυλική κωμωδία του Jules Romain Donogoo. Η πόλη Mahagonny από το έργο του Berthold Brecht Aufstieg und Fall der Stadt Mahagonny (Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχάγκοννυ) έχει δυο αρχηγούς που θυμίζουν πολύ τον Πεισθέταιρο και τον Ευελπίδη. Το 1927 ο Αμερικανός Donald Oenslager  κατασκευάζει επιτέλους την πόλη των πουλιών.

Chantecler

Και μια τελευταία επιβίωση –ελληνικής κοπής- ποιητικής ουτοπίας, που, αν και δεν έχει σχέση με την αριστοφανική ουτοπία των ορνίθων, κουβαλάει ένα κάποιο ειδωλολατρικό στοιχείο. Είναι η εμπειρίκεια ουτοπία του Μεγάλου Ανατολικού. Στη δική του «ανθρωπότητα της νέας εποχής» μόνος θεός θα είναι ο οργιώδης Παν και πρόεδρος ο «γενάρχης» Walt Whitman.

Πηγές για τις εικόνες:

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Για την ουτοπία

Πότε, με ποια υλικά και γιατί η ουτοπία;
Ας ξεκινήσουμε ανάποδα: γιατί η ουτοπία; Η ουτοπία είναι ένα από τα μέσα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να απαλλαγεί από τη δυσάρεστη πραγματικότητα που τον περιβάλλει και του επιβάλλεται. Ένα μέσο που δεν είναι ούτε ακραίο ούτε επικίνδυνο, όπως είναι τα υπόλοιπα διαθέσιμα, δηλαδή η τρέλα και η αυτοκτονία. Η ουτοπία αποτελεί, αν τολμήσουμε να την ερμηνεύσουμε με όρους ψυχαναλυτικούς, μια μορφή απώθησης και, άρα, κατασκευάζεται με τους ίδιους πάνω-κάτω όρους με τους οποίους κατασκευάζεται και η αυταπάτη όπως την περιγράφει ο Clément Rosset. Ο χρόνος προσδιορίζει τις προσφορότερες συνθήκες που γεννούν την ανάγκη διαφυγής από μια πραγματικότητα στην οποία αρνούμαστε να παραχωρήσουμε χωρίς επιφυλάξεις τη δυναστική προτεραιότητα. Όμως, τα υλικά από τα οποία δημιουργείται είναι πάντοτε ίδια. Ένας φανταστικός τόπος, μια κοινωνία πολύ καλή για να είναι αληθινή: αυτό είναι η ουτοπία.

Hieronymus Bosch, 
The Garden of Earthly Delights (1480-1505)
Μαδρίτη, Museo National del Prado

Η λέξη –ελληνική (ου-τόπος)- γεννήθηκε το 1516 και είναι ο τίτλος ενός βιβλίου γραμμένου από τον Άγγλο φιλόσοφο Thomas More. Όμως οι ουτοπίες υπήρχαν avant la lettre: ήδη από την Αρχαία Ελλάδα. Και συνέχισαν να υπάρχουν σε όλους τους αιώνες, άλλοτε μόνες τους και άλλοτε μαζί με τις αντίθετές τους δυσ-τοπίες.
Κάποιες από τις επόμενες αναρτήσεις θα είναι αφιερωμένες σ’ αυτές. Αφού το ίδιο το πράγμα δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρξει χωρίς να ακυρώσει την ταυτότητά του, θα χτίσουμε έναν λόγο γι’ αυτό. Η ανυπαρξία της ουτοπίας θα εξισορροπηθεί από την ύπαρξη μιας μετα-ουτοπίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η πίστη ότι μπορούμε τουλάχιστον να την οικοδομήσουμε με λέξεις.

Πηγή για την εικόνα: