Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλασική τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλασική τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι XIII


Εγώ, ο Παν ο αγγειογράφος, υπήρξα μαθητής του Μύσωνα, που υπήρξε μαθητής του Φιντία, και αυτός μαθητής του Ευφρόνιου. Ο Ευφρόνιος υπήρξε μαθητής του Ανδοκίδη, και αυτός του ζωγράφου Εξηκία. Χρόνια τώρα υπηρετούμε πιστά την τέχνη του αγγειογράφου. Είμαστε οι καλύτεροι, και οι πλούσιοι πολίτες της Αθήνας μας έχουν σε μεγάλη εκτίμηση, αφού ψυκτήρες, κάλπες, στάμνες, κύλικες, αμφορείς στολίζουν τα σπίτια τους και τους δείχνουμε με τις ζωγραφιές μας αυτό που πρώτοι οι θεοί μας δίδαξαν, δηλαδή να αγαπούν με εκλεπτυσμένο τρόπο το ωραίο και τα πάθη τους να εμπνέουν το καλό.



Και τώρα, εδώ στην Αγορά, πολίτες της Αθήνας, σας φέρνω αυτόν τον κρατήρα. Κοιτάξτε τον καλά από όλες τις μεριές και πέστε μου όλοι εσείς πόσο η γλυκιά παρθένα σ’ αυτόν τον κρατήρα, η Άρτεμις, η αδελφή του Φοίβου, εκλεπτύνει το πνεύμα σας. Όχι, δεν θέλω να σταθεί η σκέψη σας στον μύθο. σε όλους είναι γνωστό πως η θεά έβαλε τα σκυλιά του Ακταίονα να κατασπαράξουν τον πρίγκιπα και αφέντη τους επειδή τόλμησε να δει ολόγυμνο το θεϊκό κορμί της την ώρα που έκανε το μπάνιο της. Θέλω να σταθεί το βλέμμα σας σ’ αυτό το κορμί που πιάνει  όλο το ύψος του κρατήρα και που σαν τόξο λυγίζει από την αόρατη χορδή, με δύναμη τεντωμένη και έτοιμη να σπρώξει το βέλος της ωραιότητάς της κατευθείαν στην καρδιά σας. Κοιτάξτε το διάδημα, με πόση απλότητα στολίζει την απαλότητα των μαλλιών της. Κοιτάξτε το λεπτόσυρτο κορμί της. Μοιάζει να χορεύει. Κοιτάξτε πόσο απαλά γλιστρούν τα πόδια της πάνω στο πούσι των δασών. Κοιτάξτε τα χέρια της, με πόση χάρη, πόση τρυφερότητα και δύναμη αντάμα, κρατούν το τόξο, και πόσο γρήγορα περνούν το βέλος στη χορδή. Κοιτάξτε από πόσο μακριά έρχεται η μυθική μορφή της. χαμένη μέσα στον χρόνο είναι, αλλά συγχρόνως πόσο ζωντανή και δροσερή σας δείχνει. Κοιτάξτε πόσο ευγενική, πόσο μεγαλόπρεπη και απλή είναι. Πάνω από τον αρχαϊκό χιτώνα, που τόσο όμορφα τονίζει την κρυφή ομορφιά του θεϊκού κορμιού της, στολίζει τους ώμους  της η δορά ενός μικρού ελαφιού. Και αφού τα δείτε όλα αυτά, πολίτες των Αθηνών, κι αφού γεμίσουν τα μάτια σας από ομορφιά, πείτε μου, δεν είναι άδικο ο άμοιρος Ακταίων να είναι πεσμένος εκεί στην άκρη του κρατήρα και να τον τρώνε τα σκυλιά; Μόνον οι θεοί, πολίτες των Αθηνών, έχουν δικαίωμα να λιμπίζονται την ομορφιά των θνητών και να μηχανεύονται χίλιους τρόπους για να χαρούν μαζί τους; Την ομορφιά της Αρτέμιδας, της ωραιότερης παρθένας, πώς να μην την λιμπιστεί ο ευγενής Ακταίων, ο γιος του Αρισταίου και της Αυτονόης και εγγονός του Κάδμου, ο πιο σπουδαίος κυνηγός;

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πρόκειται για Aττικό ερυθρόμορφο κωδωνόσχημο κρατήρα. Αποδίδεται στον ζωγράφο του Πανός και χρονολογείται στο 470 π.Χ.. Βρίσκεται στο Museum of Fine Arts της Βοστώνης.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι Χ


Μόλις είχα κλείσει τα δεκαπέντε στα τελευταία Λήναια και, αφού πρόσφερα τα παιχνίδια μου μαζί και τις πλεξούδες μου στην Αρτέμιδα, αρραβωνιάστηκα με τον Ησίοδο τον ζωγράφο που τον λαχταρούσα από παιδούλα. Στην πανσέληνο του Γαμηλιώνα ο Ησίοδος ήρθε στο σπίτι μου για να με πάρει γυναίκα του. Ο πατέρας μου, ο Μύλων ο βοτανοθεραπευτής, αφού πρώτα έκανε τις πρέπουσες σπονδές, του έδωσε το χέρι μου και, αφού ψάλαμε όλοι μαζί τον Υμέναιο, με πήρε και πήγαμε στο δικό του σπίτι.
Την άνοιξη, μετά τις γιορτές του Αδώνιδος, ο άρχοντας Πελίδης, που είχε τα διπλάσια χρόνια από τον άντρα μου, έστειλε μια ομορφοφτιαγμένη κύλικα στον Ησίοδο και του παράγγειλε να ζωγραφίσει μέσα της μια όμορφη κιθαρωδό. Εμένα έβαλε απέναντί του ο άντρας μου. Μοντέλο με ήθελε στη ζωγραφιά του. Με την κιθάρα στα χέρια κάθισα στον δίφρο φορώντας το αραχνοΰφαντο φόρεμα που είχα φορέσει την πρώτη νύχτα του γάμου μας.
Δυο ημέρες έκανε να τελειώσει την κύλικα. Η ζωγραφιά ήταν πετυχημένη και τα χρώματα σωστά. Όλα έδειχναν αρμονικά και όμορφα πάνω στον λευκό άργιλο. Το πάθος του αγαπημένου μου για μένα πέρασε –μπορεί και άθελά του- πάνω στην εξαίσια ζωγραφιά. Το πέπλο επέτρεπε να μισοφανούν τα νεανικά μου στήθη και τα δάχτυλά μου, αν και ακίνητα, έδειχναν να τρέχουν πάνω στις χορδές. Οι ερυθρόχρωμοι βόστρυχοι είχαν ξαναμεγαλώσει και κυλούσαν γύρω από τους ώμους μου. Το πρόσωπό μου ήταν σοβαρό και η ματιά μου προσηλωμένη στις χορδές.


Ο άρχοντας Πελίδης είδε τη ζωγραφιά και αναστατώθηκε. Στη στιγμή την ερωτεύθηκε, μαζί και το μοντέλο.
«Θα σε πληρώσω με χρυσά», είπε στον Ησίοδο, «μόνο να φέρεις εδώ μπροστά μου το μοντέλο».
Ο ίσκιος του φόβου είχε καθίσει πάνω στα βλέφαρά του άντρα μου όταν γύρισε στο σπίτι.
«Είναι μικρή η Ερέτρια για μας», μου είπε δίχως να κρύβει τη στεναχώρια του.
Τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.
«Ο άρχοντας Πελίδης τρελάθηκε με τη ζωγραφιά και τώρα θέλει να γνωρίσει το μοντέλο».
Σκέφτηκα λίγο και ύστερα:
«Μην χολοσκάς, ακριβέ μου, και δεν θα αφήσουμε την αγαπημένη μας Ερέτρια».
Με κοίταξε απορημένος.
«Μα θέλει εσένα κι εγώ δεν θέλω να σε χάσω».
«Θα με δει αλλά δεν θα μ’ έχει», είπα και χαμογέλασα πικρά.
Πήγα το ίδιο βράδυ στο συμπόσιο. Δίπλα στον άρχοντα Πελίδη στάθηκα ντυμένη με το αραχνοΰφαντο φόρεμα και τη λεπτοφτιαγμένη  οινοχόη στα χέρια. Αυτός καμάρωνε και μ’ έδειχνε στους φίλους του σαν λάφυρο μετά από μάχη. Την κούπα με τη ζωγραφιά μου γέμιζα με κρασί όλο το βράδυ και τον παρακινούσα με τον τρόπο μου να την αδειάζει με τη μία. Κανείς δεν πρόσεξε τη σκόνη που κάθε τόσο έριχνα στην κύλικα.


Λίγο πριν ξημερώσει γύρισα στο σπίτι και έπεσα στην αγκαλιά του Ησίοδου. Δεν του είπα τίποτα για το δηλητήριο που έριχνα στην κούπα του άρχοντα. Δυο μέρες αργότερα όλη η Ερέτρια έμαθε πως ο άρχοντας Πελίδης πήρε το δρόμο για τον Άδη. Από το πολύ κρασί είπαν πως πέθανε. Από τον πατέρα μου είχα μάθει πως το υοσκίαμο προκαλεί παραφορά όμοια μ’ αυτή των μεθυσμένων.
Και τι ειρωνεία! Πάνω στη σορό του νεκρού κάποιος απόθεσε την κύλικα με την εικόνα μου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πρόκειται για την εικόνα μιας μούσας η οποία συγχρονίζει δύο κιθάρες. Είναι ζωγραφισμένη στο εσωτερικό αττικής κήλικας από την Ερέτρια και θεωρείται έργο του Ησιόδου. Χρονολογείται περίπου στα 470-460 π.Χ. και βρίσκεται στο Παρίσι, στο Μουσείο του Λούβρου.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι VIII


Ως δούλος ήρθα στην Αθήνα από την Πέργαμο. Θείας είναι το όνομά μου. Ιμάντες από δέρματα έφτιαχνα στα μέρη μου, αλλά ήξερα και γράμματα. Λίγες ημέρες απ’ όταν έφτασα στην Αθήνα με πήρε κοντά του ο Ελλάνικος ο υποκριτής.
«Μπορείς να μου φτιάξεις μια μάσκα από δέρμα;» με ρώτησε.
«Θα δοκιμάσω», του απάντησα.
Μου έδωσε ένα κομμάτι δέρμα από μοσχάρι. Το έπλυνα και το στέγνωσα πολλές φορές. Μετά, έφτιαξα σε πηλό το πρόσωπο του αφέντη μου. Το έψησα όπως ψήνουμε τα αγγεία και, έτσι ζεστό όπως ήταν, ακούμπησα πάνω του το δέρμα προσέχοντας να εφαρμόζει καλά. Έπειτα, τα έβαλα και τα δυο μαζί στον φούρνο για όση ώρα έτρωγα ένα μήλο, ούτε στιγμή παραπάνω. Όταν έβγαλα τη μάσκα, είχε σκληρύνει όσο έπρεπε. Την πέρασα από τη μέσα μεριά με λάδι και μαλάκωσε. Την έβαψα όπως μου είπε ο Ελλάνικος και τη στόλισα όπως απαιτούσε ο ρόλος του, με μαλλιά και γένια, αφήνοντας τρύπες για τα μάτια και το στόμα. Του άρεσε και με έβαλε να φτιάξω μάσκες για όλο τον θίασο και για όλους τους ρόλους που παράσταιναν.


Το πραγματικό πρόσωπο του Ελλάνικου του υποκριτή μόνον ο χορηγός του κι εγώ το είχαμε δει. Μυστήριο ήταν για τους θεατές αλλά και για τους άλλους υποκριτές το πρόσωπο που βρισκόταν πίσω από το προσωπείο.
«Γι’ αυτούς θα είμαι πάντα ο ρόλος μου», έλεγε.
Ποτέ δεν βγήκε στη σκηνή για δεύτερη φορά κι ας τον καλούσαν με τις φωνές τους οι θεατές. Ούτε στην αγορά περπάτησε ποτέ, ούτε πλήρωσε κλακαδόρους για να τον επευφημήσουν, όπως έκαναν πολλοί θεατρίνοι.
«Ποιος είσαι;» του φώναξε κάποια φορά ένας θεατής αμέσως μόλις είπε την τελευταία ατάκα από τον Κρέοντα που παράστησε εκείνο το πρωί.
Έμεινε ακίνητος. Τον κοίταξε και από το μυθικό του προσωπείο απάντησε η σπηλαιώδης φωνή του:
«Ένα φάντασμα, ένας ανάερος ίσκιος. Αυτό είμαι», είπε και αποχώρησε από τη σκηνή.
Μετά από αυτό το επεισόδιο χάθηκε για λίγες ημέρες.
Τον βρήκα στον λόφο να αγναντεύει τη θάλασσα. Δυο μέρες στάθηκα αμίλητος κοντά του. Την τρίτη ημέρα σηκώθηκε και μου είπε:
«Αν πεθάνω, μην αφήσεις το πρόσωπό μου βορά στα άπληστα μάτια του όχλου. Στόλισέ το με μια από τις μάσκες σου».
Και έτσι έκανα. Το ρόλο του Οδυσσέα είχε στον Αίαντα, στα τελευταία Διονύσια, όταν έχασε την πνοή του. Την αιώνια μάσκα τοποθέτησα με προσοχή στο πρόσωπό του. Αμέσως το λείψανο ζωντάνεψε καθώς το είδαν όλοι όσοι από αγάπη μαζεύτηκαν για να ακολουθήσουν την πομπή. Πρώτος εγώ τον ακολούθησα. Στα χέρια μου κρατούσα το πήλινο ανάθημα. Και μόνον εγώ, ο Θείας, ο δούλος, γνώριζα πως ακόμη και σ’ αυτήν την τελευταία του παράσταση ο Ελλάνικος ο υποκριτής ήθος ποιούσε.

Σημείωση: Πρόκειται για αναθηματική μάσκα του 4ου αιώνα π.Χ.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι V


Ένα ναυτάκι ήταν, πανέμορφο, λεβεντάκι με τα όλα του. Αμούστακο αγόρι ήταν όταν πρωτοπάτησε το πόδι του στα μέρη της Φοινίκης, κι εγώ μικρό κορίτσι. Μα μέσα σε δυο καλοκαίρια το χνούδι φούντωσε στο πρόσωπό του. Ήρθε και με βρήκε στο ιερό της Αστάρτης
«Έλα μαζί μου», είπε.                                              
«Βασίλισσα θα μ’ έχεις», του είπα πειραχτικά. «Αυτό λένε τ’ αγόρια».  
«Όχι», μου απάντησε σοβαρά. «Βασίλισσες στον κόσμο υπάρχουν πολλές και όλες ζουν στη σκιά του βασιλιά τους, εσύ θα είσαι κάτι παραπάνω».
«Μου κρύβεις τα καλύτερα και θες να σε πιστέψω;»
«Τίποτα δεν σου κρύβω. Να με αγαπήσεις, μόνο αυτό ζητώ».
«Μα είσαι νέος ακόμη. Μόλις φύτρωσε το χνούδι στο πηγούνι σου». 
«Τη θέληση που κρύβεται από κάτω θέλω να δεις».
«Και πού θα με πάει το πλοίο; Σε ποιο λιμάνι θα πιάσουμε; Πού μένουν οι δικοί σου;»
«Στο θεϊκό βουνό θα μας πάει. Εκεί όπου μεγάλωσε ο Δίας, ο βασιλιάς των θεών».
«Καράβι σε βουνό; Δεν ακούς συχνά τέτοιες παραδοξότητες. Μα πάλι σκέφτομαι: κι αν μείνω εδώ;»
«Το ξέρεις πως η πατρίδα σου θα χαθεί».
«Πώς το ξέρεις; Είσαι μάντης;»
«Είμαι ό,τι φαίνομαι στα μάτια σου».
«Δεν μπορώ να πω, ασκείς πάνω μου μια γοητεία μοναδική, μα από την άλλη σκέφτομαι κιόλας».
«Αυτή είναι η προίκα που σου έδωσαν οι θεοί, μεγαλομάτα μου».
«Κι αν έρθω μαζί σου;»
«Θα μπορούσα να σου πω πως θα σε κάνω αθάνατη, μα ποιος πιστεύει έναν ναύτη».
«Έχεις δίκιο. Θέλω να σε πιστέψω και θα το κάνω, όχι γιατί με έπεισες αλλά γιατί χθες το βράδυ είδα ένα παράξενο όνειρο».
«Πες μου τι είδες».
«Είδα τον αδελφό μου Κάδμο, που λείπει στο κυνήγι, μαζί με τον ποιητή Μουσαίο που μαντεύει του κόσμου τα δεινά, να μου λένε πως ένα πλοίο με περιμένει στο λιμάνι. Δικό σου πλοίο είναι;»
«Τρία καλοκαίρια πιάνω σκάλα στο λιμάνι της Βύβλου».
«Μου είπε ακόμη πως ένας άρχοντας από την Περσία με χιλιάδες πολεμιστές έρχεται να με κλέψει».
«Τα είπε όλα ο Μουσαίος. Τι άλλο μένει να πω εγώ;»
«Παρά την απειλή σε δίλημμα βρίσκομαι».
«Σκέψου πως ίσως γεννήθηκες για να βλέπεις όλο τον κόσμο και όχι ένα μικρό μέρος του».
«Ας γίνει τότε το θέλημα των θεών».
«Τώρα μιλάς σωστά. Βρες ένα λόγο να φθάσεις ως τη θάλασσα».
«Οι φίλες μου θα με συνοδεύουν. Καμιά δεν θα ξέρει τι πάω να κάνω».
«Έτοιμο θα έχω το καράβι».



Έτσι έγινε. Κατέβηκα στη θάλασσα με μια γιρλάντα στο λαιμό. Με τη βοήθεια του ναύτη μου πάτησα πάνω στο ξύλο. Το ακρόπρωρο τράβηξε τη ματιά μου. Ένας κατάλευκος ταύρος με χρυσά κέρατα στόλιζε το καράβι. Πήγα κοντά στο θεϊκό στολίδι. Του χάιδεψα την πονηρή μουσούδα και αφού ανέβηκα πάνω του πέρασα τη γιρλάντα στα χρυσά του κέρατα. Αμέσως το πλοίο άφησε πίσω τη στεριά. Τρίτωνες μας συνόδευαν και πανέμορφες Νηρηίδες έψελναν τον Υμέναιο. Τρομαγμένες έσυραν φωνή οι φίλες μου.
«Ευρώπη! Ευρώπη!» φώναζαν και τα χέρια τους μια ικέτευαν στον ουρανό και μια χτυπούσαν τα μηνίγγια τους.
«Μην φοβάστε», τους φώναξα. «Κανείς δεν χάνεται αν τον πιάσουν στο στόμα τους οι ποιητές».

Σημείωση: Η στάμνος είναι μεγάλο ανοιχτό αγγείο, με χαμηλό λαιμό και δύο μικρές οριζόντιες λαβές στο επάνω μέρος του σώματος, που προοριζόταν για την αποθήκευση υγρών. Η ερυθρόμορφη στάμνος που παρουσιάζεται εδώ, με διακοσμητικό θέμα την αρπαγή της Ευρώπης από τον ταύρο, κατασκευάστηκε πιθανόν το 480 π.Χ. και σήμερα βρίσκεται στο Museo Archeologico Nazionale Tarquiniense..
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:
https://en.wikipedia.org/wiki/Europa_(mythology)

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι Ι


Μια φορά κι έναν καιρό, στο Σούνιο, ένας νεαρός αθλητής κερδίζει την πρώτη νίκη του σε ναυτικούς αγώνες που έγιναν προς τιμήν του Ποσειδώνα. Είναι περήφανος, όπως κάθε αθλητής που αριστεύει, όπως κάθε πολεμιστής που βγαίνει νικητής. Η αμοιβή του, ένα στεφάνι ελιάς. Ο ένδοξος νέος, γνωρίζοντας πως έχει κερδίσει την αθανασία, περπατάει περήφανος προς τον ναό του Ποσειδώνα, ο οποίος δεσπόζει σε όλο το Αιγαίο, μπαίνει στο ναό και στέκεται ταπεινά μπροστά στο άγαλμα του θεού των θαλασσών. Με τελετουργικές κινήσεις βγάζει το στεφάνι από το κεφάλι του και το εναποθέτει στα πόδια του αγάλματος. Βγαίνοντας από το ναό το πλήθος τον αποθεώνει.
Λίγο καιρό αργότερα ο νεαρός αθλητής πεθαίνει. Οι γονείς του κλαίνε πάνω στο δοξασμένο λείψανο, μα ξέρουν πως στα σπίτια των δοξασμένων νικητών ο θρήνος δεν πρέπει να παρατραβά. Καλούν τότε τον πιο διάσημο γλύπτη της Αθήνας και του παραγγέλνουν να σμιλέψει την εικόνα του ένδοξου παιδιού τους στο μάρμαρο. Λίγες ημέρες αργότερα, ο γλύπτης,  τοποθετεί την επιτύμβια στήλη στον τάφο του.


Οι περαστικοί περνούν μπροστά από τη μαρμάρινη στήλη μνημονεύοντας κάθε φορά το δοξασμένο όνομά του, τα νιάτα του και τον άδικο χαμό του. Ο νεαρός αθλητής εικονίζεται  με γερτό το κεφάλι. Σκεφτικός. Ίσως και λίγο θλιμμένος.  Ο σοφός -και ανώνυμος- γλύπτης έχει αποτυπώσει πάνω στην ανάγλυφη στήλη τα δικά τους συναισθήματα και τις δικές τους σκέψεις. Για τη δόξα και τη μοίρα των ανθρώπων. Για τη ζωή -σε όλο της το μεγαλείο- και για το θάνατο.

Σημείωση: Ο Αυτοστεφανούμενος είναι αναθηματικό ανάγλυφο αθλητή. Βρέθηκε στο Σούνιο, κοντά στον ναό της θεάς Αθηνάς, και κατασκευάστηκε από πεντελικό μάρμαρο. Έχει ύψος 0,48 μέτρα και πλάτος 0.49 μέτρα. Το έργο χρονολογείται γύρω στο 460 π.Χ.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Αντικρίζοντας τα γλυπτά του Παρθενώνα


Μυθιστορηματική συνάντηση του Ανδρέα Κάλβου με τα γλυπτά του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο το 1817.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Βλάσση Τρεχλή: Ανδρέας Κάλβος. Το χαμένο πορτραίτο, Αθήνα: Κέδρος, 2014.
«Πλησίαζαν Χριστούγεννα, όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Βρετανικό Μουσείο, το οποίο πριν από μερικούς μήνες είχε ανοίξει για το κοινό την αίθουσα με τα γλυπτά του Παρθενώνα. Την πρώτη του επίσκεψη ακολουθεί μια δεύτερη και μετά μια τρίτη.
Κάθεται για ώρες απέναντι στη ζωφόρο και στις μετόπες και παρατηρεί αχόρταγα τα κλεμμένα μάρμαρα. Πρώτη φορά βλέπει ελληνικά αγάλματα. Για πρώτη φορά έρχεται μπροστά στα μάτια του η αρχαία τέχνη. Πλησιάζει τα γλυπτά. Είναι το μόνο χειροπιαστό κομμάτι από μια Ελλάδα που μέχρι εκείνη τη στιγμή γνώριζε μέσα από τα κείμενα και την οποία μπορούσε τώρα, για πρώτη φορά, να αγγίξει. Αυτή η παρθενικότητα της σχέσης τον συγκλονίζει. Αγγίζει με τα ακρόρωγά του τα ανάγλυφα. Οδηγεί τα δάχτυλά του ανάμεσα στις φθαρμένες γραμμές, στις σπασμένες ακμές, στα κοίλα και στις καμπύλες. Οι πέτρες είναι κρύες, μα δεν αναριγεί από αυτό. Είναι εκεί, αυτός κι αυτές. Η περηφάνια της ακριβής συγγένειας του ανάβει το νου, και αυτό του θολώνει τα μάτια.


Θλίψη, αλλά συγχρόνως και ανομολόγητη χαρά, τον κυριεύουν. Ταυτίζεται μαζί τους, έτσι όπως τα βλέπει γεμάτα πληγές. Η έρημη πατρίδα γαντζώνεται στο νου του. Πόσο μακριά της βρίσκονται τα Μάρμαρα και ο ίδιος! Περιφέρει τη ματιά του πάνω στα ανάγλυφα και, χωρίς να το καταλάβει, ζωντανεύει μπροστά του η πομπή των Παναθηναίων. Ανασύρονται, από ένα παρελθόν που φαίνεται ξεχασμένο, σκηνές μοναδικές. Παρακολουθεί την πομπή να ανηφορίζει προς την Ακρόπολη. Ακούει τα άλογα να χλιμιντρίζουν καθώς γλιστρούν στο καλντερίμι. Τα βόδια της θυσίας μουκανίζουν. Βλέπει να ανασαίνουν τα γεμάτα σφρίγος ημίγυμνα κορμιά των ανδρών και οι συνεσταλμένες φιγούρες των αγνών κοριτσιών. Γυμνά αγόρια, κρατώντας από ένα κλαδί δάφνης, τραγουδούν με τη συνοδεία αυλών. Τα τύμπανα δίνουν το ρυθμό. Φτάνουν στ’ αυτιά του, σε μια γλώσσα που δεν του είναι άγνωστη, οι επιδοκιμασίες των πολιτών. Οι θεές και οι θεοί βρίσκονται ανάμεσά τους. Ο Απόλλων, η Ήρα, ο Ερμής, η Ήβη, η Ίρις, ο Ηρακλής. Η αρχαία λιτανεία, ακολουθώντας το ίδιο ιερό μονοπάτι, πορεύεται μέσα στους αιώνες».

Πηγή για την εικόνα:

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Για τα γλυπτά του Παρθενώνα


Μετά από κάμποσο καιρό σχετικής αποχής, είμαι πάλι εδώ, ελπίζω με μεγαλύτερη συνέπεια, και πάντως με ακόμα περισσότερη καλή διάθεση.

Για σήμερα, ένα βίντεο που κυκλοφόρησε ευρέως στο διαδίκτυο, με τον εξαιρετικό ηθοποιό Stephen Fry να αποτίει φόρο τιμής στην Ελλάδα και να επιχειρηματολογεί για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα: 


Πηγή:

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Clément Rosset (Μέρος Β΄)


Πόσες αυταπάτες ομορφαίνουν τη ζωή μας! Και πώς να απαλλαγεί κανείς από αυτές, όταν, κοιτάζοντας γύρω του και μέσα του, έρχεται αντιμέτωπος με την αβάσταχτη σκληρότητα του πραγματικού; Ο άνθρωπος νιώθει την ωμότητα του πραγματικού και, για να διαφυλάξει τη ζωή του (να μην αυτοκτονήσει) και την πνευματική του διαύγεια (να μην τρελαθεί), καταφεύγει σε ένα σωρό πονηριές.
Ολόκληρη η ανθρώπινη ζωή είναι ένα παιχνίδι παραμορφωτικού καθρέφτη. Στην καθημερινή μας ζωή, μια προδοσία ή μια απάτη, που θα έπρεπε αναπόφευκτα να αναποδογυρίσουν όλες μας τις παραδοχές, γίνονται αποδεκτές ως γεγονότα που μας πληγώνουν μεν, αλλά μας ανακουφίζει η σκέψη ότι τα γεγονότα αυτά δεν επηρεάζουν τη ζωή μας. Η προδοσία και η απάτη συνέβησαν, αλλά, παρόλα αυτά, θεωρούμε ότι τα πρόσωπα που τις διέπραξαν εξακολουθούν να μας είναι πιστά και αφοσιωμένα.

O Οιδίπους ζωγραφισμένος από τον Ingres
(1808, ελαιογραφία σε καμβά, Λούβρο, Παρίσι)

Όμως, και σε πεδίο γενικότερο από την ανθρώπινη καθημερινότητα, καλλιεργούμε καθησυχαστικές αυταπάτες. Πόσες φορές δεν έχουμε διαπιστώσει ότι η πραγματικότητα έχει μεγαλύτερη φαντασία από εμάς; Ελπίζουμε ότι το γεγονός που περιμένουμε θα συμβεί μεν, αλλά αλλού και με άλλον τρόπο. Η πραγματικότητα διαλέγει πάντα τον πιο απλό δρόμο για να εκπληρώσει ακόμα και την πιο «λοξή» πιθανότητα. Προσπαθούμε με νύχια και με δόντια να ξεγλιστρήσουμε από το πραγματικό, μηχανευόμαστε έναν σωρό ελιγμούς. Στο τέλος όλες μας οι υπεκφυγές δεν θα καταφέρουν τίποτα άλλο παρά να μας φέρουν πιο κοντά σε εκείνο που θέλαμε να αποφύγουμε. Το παιχνίδι του σκύλου και της γάτας, που φέρει το όνομα τραγική ειρωνεία και βρίσκει την πιο χαρακτηριστική εφαρμογή στην περίπτωση του Οιδίποδα, είναι βασική συνιστώσα της ανθρώπινης ζωής, καθώς υποδεικνύει την ευπάθεια και τους εγγενείς περιορισμούς της φύσης μας. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγουμε το πραγματικό. όσο κι αν του αποκλείσουμε τις διόδους, θα υπάρχουν πλευρές μας που θα μένουν αφύλαχτες, εύκολη λεία για κάθε εχθρό –και από τέτοιους άλλο τίποτα!
Μετά είναι η μεγάλη αυταπάτη της μεταφυσικής. Εδώ δεν πρόκειται πια μόνο για τη φθαρτή και εφήμερη ζωούλα μας, αλλά για ό,τι αναπότρεπτα έπεται: πρόκειται για τον θάνατό μας. Αυτόν κυρίως προσπαθούμε να απωθήσουμε ή να λησμονήσουμε με ένα πλήθος από υποκατάστατα. Αδύνατη προσπάθεια. Ο θάνατος είναι ένα ραντεβού στο οποίο όλοι θα παραβρεθούμε. Μπροστά στο ανέφικτο της προσπάθειας, μία λύση απομένει: να επινοήσουμε έναν άλλον κόσμο, ανέγγιχτο από τη φθορά και τον θάνατο. Από τον Πλάτωνα μέχρι σήμερα, οι πιο διαφορετικές φιλοσοφίες επιδιώκουν να μας προσφέρουν ελπίδα και παρηγοριά. Ο άλλος κόσμος, το anywhere out of the world του Baudelaire, στοιχειώνει τέτοιες μεταφυσικές προσπάθειες για να συγκαλυφθεί το αμείλικτο nowhere out of the world.
Και το πιο τραγικό: η αδυναμία μας να γνωρίσουμε και να αποδεχθούμε τον εαυτό μας, όχι μόνο σε ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις αλλά και, όπως μας το υποδεικνύει η λακανική ψυχανάλυση, μέσα στα πλαίσια της κανονικότητας, αδυναμία που μας υποχρεώνει να αναζητούμε έναν άλλο εαυτό απαλλαγμένο από εκείνη την ποιότητα του δικού μας εαυτού η οποία μας καταθλίβει. Ποιος είναι ο αληθινός; Εγώ ή ο Άλλος, το φάντασμά μου; Μόνο με τον θάνατο όλα τα φαντάσματα εξαφανίζονται. Ένα είναι το αναμφισβήτητα αληθινό: πεθαίνουμε μόνοι. Και το ζήτημα είναι να έχουμε τουλάχιστον ζήσει.


        Jacques Lacan

Αν ήταν να διαλέξω μια φράση από το έργο του Rosset που να συνοψίζει την τραγικότητα και μαζί τη χαρά της ζωής, θα ήταν αυτή: να έχουμε τουλάχιστον ζήσει (υπαινιγμός για το ότι το βάζουμε στα πόδια μπροστά στην αληθινή ζωή αλλά και και ευαγγέλιο δυνητικότητας –θα ήταν δυνατόν να έχουμε ζήσει. 
Είναι μια εχέφρων κατάφαση της ζωής που μοιάζει με το αίσθημα που έχει κανείς όταν ακούει, όπως άκουσε εκείνος, ο Clément Rosset, το Bolero του Ravel: η βαθιά δομή της ευτυχίας είναι να είναι κανείς, εν τούτοις και παρόλα αυτά, ευτυχισμένος.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το έργο του Clément Rosset, Το πραγματικό και το διπλό του έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τη Ζωή Αντωνοπούλου-Τρεχλή στις εκδόσεις Αρμός.

Πηγές για τις εικόνες: