Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ricoeur P.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ricoeur P.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Don't break the immersion


«Οι ταλαντούχοι ρεαλιστές θα έπρεπε, κυρίως αυτοί, να ονομάζονται ιλλουζιονιστές», γράφει το 1887 ο Guy de Maupassant στον πρόλογο του Pierre et Jean.
Καταλήγοντας σε αυτό το συμπέρασμα, ο συγγραφέας διατυπώνει στην ουσία μία αξιολογική κρίση για τη λογοτεχνία και τον λογοτέχνη: καλός λογοτέχνης είναι εκείνος που δημιουργεί έναν κόσμο αληθινό. Το κλειδί είναι η λέξη «δημιουργεί». Η λογοτεχνία δημιουργεί έναν κόσμο, δεν αναπαράγει (=αναδημιουργεί) τον αληθινό κόσμο. Ο αναγνώστης της λογοτεχνίας είναι ενήμερος γι’ αυτήν τη σύμβαση. “Don’t break the immersion”: αυτή η φράση αποτελεί βασικό κανόνα στα σύγχρονα RPGs (role playing games). Η ίδια φράση είναι ισχυρή και στο παιχνίδι της λογοτεχνίας. Όταν διαβάζουμε λογοτεχνία, βυθιζόμαστε σε αυτήν, αποκρούοντας τις επιθέσεις της λογικής (είναι δυνατόν ένας φυλακισμένος να επενδύσει τα  χρήματά του στη μόρφωση και στην κοινωνική ανέλιξη ενός φτωχού αγοριού, όπως ισχυρίζεται ο κ. Dickens; πόσες madeleine να καταβροχθίσω για να αναζητήσω τον χαμένο χρόνο μου; ένας τόσο δαιμόνιος ντετέκτιβ σαν τον κ. Holmes μπορεί να υπάρχει;). Χανόμαστε μέσα στο μυθιστόρημα, δραπετεύουμε από την «πραγματική» πραγματικότητα και εισχωρούμε για τα καλά στο λογοτεχνικό σύμπαν. Μάλιστα, όπως μας το υπέδειξε ο Maupassant, με την έκταση αυτής της «βύθισης» ζυγιάζουμε την αξία του έργου που μελετούμε.
Από την άλλη μεριά, ένας φιλόσοφος θα έλεγε πως κάτι τέτοιο δεν είναι καλό σημάδι, καθώς σημαίνει πως η λογοτεχνία μας οδηγεί στο να χάνουμε την επαφή μας με την πραγματικότητα, εφόσον δεχόμαστε για αληθινό κάτι που δεν είναι. Έτσι κι αλλιώς, η φιλοσοφία, από την απαρχή της και σε κάθε στιγμή της εξέλιξής της, δεν μπορεί να νοηθεί αποσυνδεδεμένη από την αλήθεια, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο αυτή συλλαμβάνεται. Χωρίς αλήθεια, φιλοσοφική διερώτηση δεν υπάρχει. η φιλοσοφία γίνεται πρακτικά ανύπαρκτη. Οι φιλόσοφοι είναι, λοιπόν, αυτοί που διαρκώς μας υπενθυμίζουν τη διαφορά ανάμεσα στη μυθιστορηματική και στην «πραγματική» πραγματικότητα, καθώς αυτοί διαρκώς αναρωτιούνται εάν κάτι υπάρχει πραγματικά. Εξ αυτού, ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα, τους απασχολεί η αλήθεια της λογοτεχνίας, τόσο αναφορικά με τη γλώσσα της όσο και αναφορικά με το περιεχόμενό της.

Henri Matisse, Liseuse à l’ombrelle (1921)
Λονδίνο, Tate Gallery

Αν η αλήθεια ενός λογοτεχνικού έργου είναι ίδιου τύπου με την αλήθεια του πραγματικού κόσμου, τότε πώς θα εξηγήσουμε το γεγονός ότι η λογοτεχνία ικανοποιεί την απαίτηση της αλήθειας χωρίς να χρησιμοποιεί δηλωτικές/αποφαντικές προτάσεις από αυτές που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας συνομιλία για να διατυπώσουμε έναν ισχυρισμό μας; Αν πάλι η λογοτεχνική αλήθεια είναι διαφορετικού τύπου, τότε τι είδους αλήθεια είναι; Οι φιλόσοφοι που ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία αυτό το ζήτημα έχουν να αντιμετωπίσουν. Η συνηθέστερη απάντηση είναι ότι η λογοτεχνία παράγει μια αλήθεια διαφορετική: καλλιτεχνική, ποιητική, η οποία, επιπλέον, τοποθετείται στο στόμα όχι του συγγραφέα, ενός προσώπου με σάρκα και οστά, αλλά στο στόμα ενός αφηγητή ή ενός μυθιστορηματικού ήρωα. Τοποθετείται, επίσης, σε έναν άλλο κόσμο από τον πραγματικό. Και αν κάποιος δεν βλέπει αυτήν τη διαφορά, τότε –ισχυρίζεται ο Michael Riffaterre- υποπίπτει σε «πλάνη αναφορικότητας» (referential fallacy). Ο κόσμος της λογοτεχνίας, προσθέτει ο Paul Ricoeur, είναι ένας κλειστός, αυτάρκης κόσμος, και οι δηλώσεις που γίνονται εντός του αυτόν τον κλειστό κόσμο έχουν ως αποκλειστική αναφορά. Ας προσθέσουμε: αυτός ο κόσμος γίνεται πιστευτός όταν πειθαρχεί σε περιορισμούς. Όμως, οι αναγκαίοι περιορισμοί δεν σχετίζονται με τον υποκείμενο αληθινό κόσμο, αλλά προσδιορίζονται από τις εντός του προκαθορισμένες δομές, ώστε αυτός ο μυθιστορηματικός κόσμος, αν και πλασματικός, να γίνει πιθανός.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: το κείμενο είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:
http://www.tate.org.uk/art/artworks/matisse-reading-woman-with-parasol-n04924

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017

Αφηγούμαι, άρα υπάρχω


Κάνουμε μια παύση μέσα στους τρελούς ρυθμούς της ζωής μας για να αφηγηθούμε, να αναλογιστούμε την καταγωγή μας, τα στοιχεία που συγκρότησαν την ταυτότητά μας, τον τρόπο με τον οποίο μας μεταβιβάστηκαν οι αρχές και οι αξίες μας, μιλώντας για την ιστορία της οικογένειάς μας, για τις συναντήσεις μας με φίλους, δασκάλους κ.ά., για τους τόπους που μας καθόρισαν, για τα βιβλία που διαβάσαμε, για τις μουσικές και τις ταινίες που αγαπήσαμε, για τις μεγάλες μας νίκες και τις μικρές μας ήττες, για τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή μας.
Πρόκειται για μια διαδικασία αναστοχαστική.


Μέσα από αυτές τις αφηγήσεις ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, βρίσκουμε τα στοιχεία που μας ενώνουν, βιώνουμε μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία (με έμφαση στα αισθήματα συν-πάθειας), βρίσκουμε τον τρόπο να συνεννοηθούμε με τους άλλους χωρίς να αρνιόμαστε τις διαφορές μας, γινόμαστε εν τέλει πλουσιότεροι.
Μια μεγάλη τοιχογραφία από επιθυμίες, από δυσκολίες και αντιφάσεις, από συγκλίσεις και αποκλίσεις ..., για να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας, να ανακαλύψουμε «τον εαυτό μας ως έναν άλλο» (λέει ο Paul Ricoeur αναφερόμενος εκείνος σε identités narratives), δημιουργώντας δηλαδή το «κοινό».


Η βιογραφική προσέγγιση έχει αναπτυχθεί από την αρχή του 20ου αιώνα στο πεδίο της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ψυχολογίας, της εθνολογίας, της ανθρωπολογίας, της φιλοσοφίας κ.λπ.
Η βιογραφική προσέγγιση, μέσα από τη γνώση της ζωής μεμονωμένων ατόμων, μας επιτρέπει την κατανόηση των κοινωνικών δομών στα πλαίσια ενός δεδομένου κοινωνικο-ιστορικού συγκείμενου. Οι αφηγήσεις ζωής των μεμονωμένων ατόμων υπερβαίνουν το επίπεδο του «εγώ» και παραπέμπουν στην κοινωνική εγγραφή του ατόμου: στις σχέσεις του με την κοινωνική συλλογικότητα, στις σχέσεις κοινωνικών συλλογικοτήτων μεταξύ τους, στους τρόπους εσωτερίκευσης προτύπων και αξιών, αλλά και στους τρόπους με τους οποίους το μεμονωμένο άτομο τοποθετείται σε σχέση με τα τελευταία συμβάλλοντας στην εξέλιξή τους, στην αλλαγή.
Αφηγούμαι, άρα υπάρχω. Και επιβεβαιώνω την ύπαρξή μου στα μάτια των άλλων μέσω των αφηγήσεων της ζωής μου (προφορικών και γραπτών, μετασχηματίζοντάς τες ακόμα και σε σωματική έκφραση).

Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

Αναλυτική και Ηπειρωτική Φιλοσοφία


«Γλωσσολογική καμπή» (linguistic turn) είναι ο όρος που εισηγήθηκε ο Richard Rorty το 1967 για να δηλώσει τη στροφή της φιλοσοφίας προς τα γλωσσικά ζητήματα. Ο όρος είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί από τον φιλόσοφο Gustav Bergmann, όμως η καθιέρωσή του οφείλεται στον Rorty.
Σε προηγούμενη ανάρτηση εξηγήσαμε ότι η φιλοσοφία έχει διανύσει τρεις περιόδους: η μεταφυσική παραχώρησε τα πρωτεία στη γνωσιολογία και αυτή σε μια φιλοσοφία της γλώσσας. Η πορεία ερμηνεύεται εύκολα, αν ληφθεί υπ’ όψιν η «απομάγευση» που σταδιακά συντελείται, συνοδευόμενη από το αίσθημα της χειραφέτησης του ανθρώπου και τη διαδικασία υποταγής της φύσης χάρη στις επιστημονικές προόδους και στις πολλαπλές εφαρμογές τους σε όλα τα πεδία. 
Η «γλωσσολογική καμπή» αρχίζει το 1884 με τον Gottlob Frege και το έργο του The Foundation of Arithmetic (Τα θεμέλια της αριθμητικής), συνεχίζεται με τον Bertrand Russell και, βέβαια, με τον Ludwig Wittgenstein και το περίφημο Tractatus Logico-Philosophicus (Λογικο-φιλοσοφική πραγματεία), και καταλήγει στη διάσταση ανάμεσα στην «ηπειρωτική» και στην «αναλυτική» φιλοσοφία. Απόλυτα σύνορα ανάμεσα στις δύο παραδόσεις δεν μπορεί κανείς να χαράξει. Για παράδειγμα, σε ποια από τις δύο παραδόσεις θα κατατάσσαμε τον Hans Georg Gadamer, κι ακόμα περισσότερο τον Paul Ricoeur; Εξάλλου, η μήτρα και των δύο παραδόσεων είναι κοινή: ο νεοκαντιανισμός του ύστερου 19ου αιώνα. 


Χοντρικά, πάντως, ως «αναλυτική» φιλοσοφία περιγράφουμε εκείνην που θέτει ως προτεραιότητα την επίτευξη γενικής συναίνεσης χάρη στην πρότερη συμφωνία πάνω στο νόημα των λέξεων, δηλαδή την υπαγωγή της γλωσσικής διασάφησης στο ιδεώδες της διυποκειμενικότητας. Έτσι, η μεν «αναλυτική» φιλοσοφία χαρακτηρίζει όλα τα μεταφυσικά προβλήματα ψευδοπροβλήματα, θεωρώντας τα ως προτάσεις που δεν ικανοποιούν τις συνθήκες οι οποίες απαιτούνται ώστε μια πρόταση να έχει νόημα, η δε «ηπειρωτική» φιλοσοφία επιμένει στη μεταφυσική διάσταση της φιλοσοφίας, αν και δεν παραλείπει να ασκεί κατά περίπτωση κριτική στην ίδια τη μεταφυσική, στις εννοιολογικές και θεσμικές της πραγμοποιήσεις, στους «αληθινούς» κόσμους και στους αιώνιους κανόνες τους. 

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Οι τρεις περίοδοι της Φιλοσοφίας


Στο φιλοσοφικό πεδίο, η μεταφυσική αρχίζει να χάνει το πρωτείο της ήδη από τον 14ο αιώνα, όμως είναι τον 16ο αιώνα που επιχειρείται συστηματικά και γενικεύεται ο χωρισμός της μεταφυσικής από τη λογική, γεγονός που αποτελεί το πρώτο βήμα για την εκθρόνιση της μεταφυσικής από τον φιλοσοφικό θρόνο. Αυτή η εξέλιξη δεν αποτελεί απλό καπρίτσιο, αλλά αποτυπώνει το αίτημα της εποχής για έλλογη αποδεικτική γνώση με την οποία δεν συμβιβάζεται, καθώς το δείχνει η ιστορική της διαδρομή, η μεταφυσική. Ο 16ος αιώνας αποκόπτει τη λογική από τη διδασκαλία της ουσίας, την στρέφει προς την εμπειρία και ευνοεί την επινόηση της μεθόδου, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανατροπή της παραδοσιακής ιεράρχησης και την αναβάθμιση της φύσης. Ο 17ος αιώνας θα καταφέρει το οριστικό πλήγμα στην ήδη πληγωμένη μεταφυσική, καθιστώντας κενό περιεχομένου το πρώτο συνθετικό της –η ύπαρξη μιας εντελούς πραγματικότητας μετά τη(ν) (ασταθή και ατελή) φυσική πραγματικότητα αμφισβητείται ριζικά: η φυσική πραγματικότητα έχει έλλογη δομή και μπορεί, άρα, να αποτελέσει αντικείμενο νοητικής σύλληψης, ενώ και ο χαρακτηρισμός της μεταφυσικής ως «πρώτης φιλοσοφίας» (prima philosophia) υφίσταται ανεπανόρθωτη βλάβη. Συγχρόνως, με την ανάπτυξη του φυσικοεπιστημονικού προτύπου πλήττεται καίρια η καθησυχαστική αντίληψη περί της φιλοσοφίας ως αναπαράστασης της πραγματικότητας. Είναι σαν να υποστηρίζει κανείς ότι, σε τεχνικό επίπεδο, μεταξύ της τέχνης και της φωτογραφίας, η πρώτη είναι που αναπαριστά πιστότερα την πραγματικότητα από τη δεύτερη.



Πάντως, η φιλοσοφία, μετά από αλλεπάλληλες παλινωδίες, βρίσκει έναν ρόλο που της επιτρέπει να επανακάμψει. Η επιστημολογική αισιοδοξία, που είχε ως αφετηρία τον Newton, εύλογα προκάλεσε την αντίρροπη τάση της στοχαστικής αμηχανίας και, μέσα σε αυτό το κλίμα, η φιλοσοφία στρέφει το ενδιαφέρον της προς τη θεμελίωση της γνώσης. Η γνωσιολογία της αρχαίας φιλοσοφίας καθορίστηκε εν πολλοίς από την πλατωνική θεωρία της ανάμνησης: γνωρίζω σημαίνει ξαναθυμάμαι. Τώρα όμως, είτε ως ρεαλισμός είτε ως ιδεαλισμός, είτε ακόμα ως φαινομενολογία, η γνωσιολογία συνδέεται με μείζονες επιστημολογικές θέσεις και η φιλοσοφία ενδιαφέρεται πια για το πώς ο άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει τον κόσμο και να διατυπώσει την αλήθεια του. Πιο συγκεκριμένα, το νευτώνειο μοντέλο, παρά τις πρόδηλες αδυναμίες του, επιβάλλει, θα λέγαμε, στη φιλοσοφία αντιλήψεις όπως αυτήν του ενιαίου νόμου και αυτήν μιας διατεταγμένης φύσης που χαρακτηρίζεται από ακλόνητη νομιμότητα και συμπαντική αιτιοκρατία. από την άλλη, φαίνεται πως η φιλοσοφία προσφέρει στην αναδυομένη επιστήμη της φυσικής ένα «θεμέλιο».
Το επιστημολογικό ενδιαφέρον της φιλοσοφίας έχει συνέχεια: τον Frege και τη λεγόμενη «γλωσσολογική καμπή», που υποστηρίζει –το λέω χοντρικά– ότι τα μεταφυσικά προβλήματα μπορούν να νομιμοποιηθούν με τη βοήθεια ενός «θεραπευτικού θετικισμού».  Απαιτείται μεγάλη συζήτηση για να προσδιορίσουμε τις παραμέτρους και τα όρια αυτής της εξέλιξης, όπως και για να περιγράψουμε τη (γαλλική κυρίως) «φιλοσοφία της διαφοράς» που εμφανίστηκε ως το αντίπαλον δέος. Διασκευάζοντας, πάντως, τον Gadamer, μέσα στην έρευνα για τη γλώσσα εγγράφεται (να τολμήσω να προσθέσω: πρέπει να εγγράφεται) τόσο η επιστήμη όσο και η ηθική μέριμνα, αλλά και η βίωση της ζωής. Αλλά και η σύνθεση που επιχειρεί ο Ricœur ανάμεσα στην ερμηνευτική και στη φαινομενολογία είναι τόσο γοητευτική: η ζωή, λέει, είναι ένα κείμενο προς ανάγνωση. 


Για να διαβάσουμε οποιοδήποτε κείμενο, και τη ζωή βέβαια, χρειαζόμαστε εργαλεία: τη φιλοσοφία, την επιστήμη, και, να μην ξεχάσουμε, την τέχνη.

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Μέσα απ' τον καθρέφτη του Πλάτωνα


«Δεν ξέρω τι εννοείς λέγοντας “δόξα”» είπε η Αλίκη.
Ο Χάμπτι Ντάμπτι χαμογέλασε περιφρονητικά. «Και βέβαια δεν ξέρεις –μέχρι να σου πω. Εννοούσα: “Να ένα ωραίο, γερό επιχείρημα για σένα”».
«“Δόξα” όμως δε σημαίνει “ωραίο, γερό επιχείρημα”» διαμαρτυρήθηκε η Αλίκη.
«Όταν εγώ χρησιμοποιώ μια λέξη», είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι σε μάλλον υπεροπτικό τόνο, «η λέξη σημαίνει ό,τι εγώ διαλέγω να σημαίνει –τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο».
«Το ερώτημα είναι», είπε η Αλίκη, «αν μπορείς εσύ να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα».
«Το ερώτημα είναι», είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, «ποιος είναι τ’ αφεντικό –αυτό είν’ όλο».


Αν ο λόγος δεν αποκαλύπτει την ουσία των πραγμάτων, τότε μένει ισχυρή μόνον η δόξα  για τα πράγματα, εύθραυστη και ευμετάβολη. Να έχεις τα όπλα να επιβάλλεις τη δική σου δόξαν: αυτή είναι η ουσία της σοφιστικής διδασκαλίας, με την αλήθεια να μετατρέπεται σε θέαμα στο οποίο βαρύτητα αποκτούν ο τόνος της φωνής, οι χειρονομίες, η πόζα. Η γλώσσα υπερισχύει έναντι της ουσίας του αγαθού και νικητής αναγορεύεται εκείνος του οποίου η γνώμη θα υπερισχύσει.
Από τον Πλάτωνα, που σε όλη του τη ζωή τα έβαλε με τους σοφιστές και με το είδος της αλήθειας που εκείνοι δίδασκαν, μέχρι τον απολαυστικό διάλογο μεταξύ της Αλίκης και του Χάμπτι Ντάμπτι στον Lewis Carroll, κι ενώ η πρώτη βρίσκεται μέσα στον αντεστραμμένο κόσμο του καθρέφτη, η διάσταση ανάμεσα στην αλήθεια και στη γνώμη είναι κυρίαρχο ζήτημα. Σε κάθε επικοινωνιακή πράξη, αλλά κυρίως σε εκείνην που εκφράζεται με λόγο πειθούς, συμβάλλεται ο ανομολόγητος στόχος της ισχύος. Το επαναλαμβάνω: από τον Πλάτωνα μέχρι τον Lewis Carroll, από την πολιτική και τη δημοσιογραφία μέχρι τις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις, η δόξα παίρνει κεφάλι έναντι της αλήθειας. Καλύτερα: η δική μου δόξα.


Και τι παράξενο! Η γλώσσα, που συχνά ψεύδεται, αποκαλύπτει και αλήθειες. Δόξα είναι η γνώμη, αλλά και η φήμη που καθένας αποκτά επιβάλλοντας τη δική του γνώμη.
«Η τεχνική που βασίζεται στη γνώση των αιτιών που γεννούν τα αποτελέσματα της πειθούς χαρίζει φοβερή δύναμη σε εκείνον που τη χειρίζεται τέλεια: τη δύναμη να ελέγχει τις λέξεις χωρίς γνώση των πραγμάτων και να ελέγχει τους ανθρώπους ελέγχοντας τις λέξεις», είναι η ανάλογη διατύπωση του Paul Ricoeur.

Πηγές:
Lewis Carroll, Μέσα απ’ τον καθρέφτη, μτφ. Παυλίνα Παμπούδη, Αθήνα: Printa, 2003, σ. 254.
Paul Ricoeur, Η ζωντανή μεταφορά, μτφ. Κωστής Παπαγιώργης, επίμετρο Γιώργου Ξηροπαϊδη, Αθήνα: Κριτική, 1996, σ. 24.