Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Andersen H. C.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Andersen H. C.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικα παραμύθια: H. C. Andersen, «Η βασίλισσα του χιονιού» (Μέρος Β΄)


Και συνεχίζουμε με το παραμύθι του Hans Christian Andersen:
Σε μια μεγάλη πόλη, σε μια γειτονιά με ανθισμένους κήπους, ζούσαν δίπλα-δίπλα ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.Τα ονόματά τους ήταν Kay και Gerda. Έπαιζαν μαζί όλη μέρα, ονειρεύονταν μαζί όλη μέρα, και ήσαν πολύ ευτυχισμένα. Ώσπου, μια μέρα, θρύψαλα από τον σπασμένο καθρέφτη των ξωτικών μπήκαν το ένα στο μάτι και το άλλο στην καρδιά του μικρού Kay. Από τότε όλα άλλαξαν. Τα τριαντάφυλλα του φαίνονταν άσχημα και άρχισε να τα ξεριζώνει. Τα παραμύθια της γιαγιάς του φαίνονταν ανόητα και τη διέκοπτε συνεχώς. Οι άνθρωποι του φαίνονταν αστείοι και τους ειρωνευόταν. Και κάποια μέρα εγκατέλειψε την πόλη και τη μικρή του φίλη. Η βασίλισσα του χιονιού, πανέμορφη αλλά με την καρδιά παγωμένη, αφού πρώτα τον φίλησε για να τον κάνει να ξεχάσει την προηγούμενη ζωή του και τη Gerda, τον πήρε μαζί της και με το έλκηθρό της τον μετέφερε στο παλάτι της, στην άκρη του κόσμου.


Η Gerda, με την καρδιά της σπασμένη που τον έχασε, ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι για να τον βρει και να τον φέρει πίσω. Διέσχισε έναν μαγικό ποταμό, φιλοξενήθηκε στο σπίτι μιας γριάς μάγισσας, μπήκε στον πύργο της πριγκίπισσας ενός μαγικού βασιλείου, αιχμαλωτίστηκε από ληστές, όμως δεν το έβαλε κάτω. Έφτασε τελικά στη Λαπωνία, όπου μια μάγισσα της εξήγησε τι είχε συμβεί στον Kay, της περιέγραψε τη δύναμη της βασίλισσας του χιονιού και της είπε ότι μόνο της όπλο για να αντιμετωπίσει την παγωμένη κυρά ήταν η αγάπη της για τον Kay και η αθώα της καρδιά.


Και νάτη κοντά στο παλάτι όπου ζούσε ο Kay. Ξεφεύγοντας από την επίθεση των νιφάδων του χιονιού που υπηρετούσαν τη βασίλισσα, η Gerda πολέμησε έχοντας για βοήθεια μια λεγεώνα αγγέλων που γεννήθηκαν από την ανάσα της. Ο δρόμος για το παλάτι ήταν πια ανοιχτός και η Gerda μπήκε. Εκεί βρήκε τον Kay να παίζει μόνος σε μια παγωμένη λίμνη που στο κέντρο της βρισκόταν ο θρόνος της βασίλισσας. Δουλειά του ήταν με τα λεία κομμάτια πάγου να φτιάχνει σχήματα και λέξεις, σαν να δούλευε ένα μεγάλο puzzle, και θα ελευθερωνόταν μόνον αν κατάφερνε να σχηματίσει τη λέξη «αιωνιότητα».


Η Gerda έτρεξε κοντά του και τον φίλησε γλυκά, κλαίγοντας με καυτά δάκρυα. Και τότε, ένα δάκρυ κύλησε στο στήθος του Kay και έφτασε στην καρδιά του, όπου έλιωσε τον πάγο και παρέσυρε το γυαλί που είχε σταθεί εκεί. Έκλαψε και το αγόρι κι έτσι το άλλο γυαλί βγήκε από το μάτι του. Τα δυο παιδιά σφιχταγκαλιάστηκαν και από την ευτυχία οι πλάκες γύρω τους σχημάτισαν τη λέξη «αιωνιότητα». Ο Kay ήταν πια ελεύθερος από τα μάγια της βασίλισσας.
Γύρισαν μαζί στη γειτονιά τους, όπου βρήκαν πως τίποτα δεν είχε αλλάξει, εκτός από τους ίδιους: αν και παιδιά στην καρδιά, είχαν μεγαλώσει, ενώ είχε φτάσει κιόλας το καλοκαίρι, ένα ζεστό, όμορφο καλοκαίρι.


Πηγή για τις εικόνες:

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικα παραμύθια: H. C. Andersen, «Η βασίλισσα του χιονιού» (Μέρος Α΄)


Τον Δεκέμβριο του 1944 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό New Fairy Tales ένα παραμύθι του Hans Christian Andersen με τίτλο «Snedronningen» («Η βασίλισσα του χιονιού»). Έχει τη μεγαλύτερη έκταση από όλα τα παραμύθια του Δανού παραμυθά και είναι χωρισμένο σε επτά ιστορίες.
Για σήμερα έχουμε την πρώτη, εισαγωγική, ιστορία, την ιστορία του σπασμένου καθρέφτη:
«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα παμπόνηρο στοιχειό, πιο πονηρό απ’ όλα τα ξωτικά. Μια μέρα είχε μεγάλα κέφια, γιατί είχε μόλις φτιάξει έναν καθρέφτη που έκανε καθετί καλό που καθρεφτιζόταν μέσα του να ζαρώνει και να χάνεται, κι όλα τα άσχημα κι άχρηστα πράγματα να μεγαλώνουν  και να φαντάζουν δέκα φορές χειρότερα από πριν. Στον καθρέφτη αυτόν τα πιο όμορφα τοπία έμοιαζαν σαχλά κι απαίσια κι οι πιο όμορφοι άνθρωποι φάνταζαν μισητοί. Τα χαρακτηριστικά τους ήταν τόσο αλλοιωμένα, που οι φίλοι τους ποτέ δε θα μπορούσαν να τους αναγνωρίσουν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αν κάποιος από αυτούς είχε μια φακίδα στο πρόσωπο, θαρρείς και πλάταινε και γέμιζε τη μύτη και το στόμα του. Κι αν μια ευγενική σκέψη περνούσε από το μυαλό του, ο καθρέφτης ράγιζε. Το στοιχειό πίστευε πως όλα τούτα ήταν απίστευτα διασκεδαστικά και καυχιόταν για το σπουδαίο του κατασκεύασμα.


Τα ξωτικά διέδωσαν τα νέα γι’ αυτόν το μαγικό καθρέφτη και είπαν πως για πρώτη φορά όσοι κατοικούσαν στη γη θα μπορούσαν επιτέλους να δουν με τι μοιάζουν στ’ αλήθεια. Ταξίδεψαν τον καθρέφτη σε κάθε άκρη της γης, ώσπου στο τέλος δεν υπήρχε χώρα ή άνθρωπος που να μην έχει καθρεφτιστεί κι αλλοιωθεί μέσα σ’ αυτόν. Ύστερα τον πήραν μαζί τους ψηλά στα ουράνια, για να δουν αν μπορούν κι εκεί ψηλά να διασκεδάσουν το ίδιο καλά. Όμως, όσο πιο ψηλά ανέβαιναν, τόσο πιο πολύ ράγιζε ο καθρέφτης, και με δυσκολία πια τον κρατούσαν για να μη γίνει θρύψαλα. Πετούσαν, πετούσαν αδιάκοπα, όλο και πιο ψηλά, ώσπου ο καθρέφτης άρχισε να τραντάζεται όλο και πιο δυνατά, ξέφυγε από τα χέρια τους κι έπεσε στη γη σπάζοντας σε χιλιάδες, μυριάδες απειροελάχιστα κομμάτια. Κι έτσι βέβαια προξένησε ακόμα πιο πολλή δυστυχία απ’ όση προξενούσε ως τότε, γιατί τα κομματάκια του, μικρά όσο οι κόκκοι της άμμου, τα πήρε ο αέρας και χώθηκαν στα μάτια των ανθρώπων, κάνοντάς τους να βλέπουν τα πάντα στραβά και να έχουν μάτια μονάχα για ό,τι ήταν κακό και διεφθαρμένο. Γιατί κάθε μικρό κομματάκι, βλέπετε, διατηρούσε τις αλλόκοτες ιδιότητες του καθρέφτη ολόκληρου. Μερικοί άνθρωποι, μάλιστα, ήταν πολύ άτυχοι, γιατί κάποιο κομμάτι χώθηκε στην καρδιά τους, κι αυτή γίνηκε κρύα και σκληρή, σαν μια μάζα από πάγο.
Μερικά θρύψαλα αυτού του απαίσιου καθρέφτη ακόμα πετούν στον αέρα και πολύ σύντομα θ’ ακούσουμε γι’ αυτά».
Μετά από αυτήν την εισαγωγή, ο Andersen θα ξετυλίξει μια ιστορία απώλειας, αγάπης, ενηλικίωσης, μια ιστορία για την αιώνια μάχη του καλού με το κακό.

Πηγές:

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικα παραμύθια: H. C. Andersen, «Το έλατο»


Πώς να το εξηγήσω; Τα Χριστούγεννα, μαζί με τον θόρυβο, τη μουσική, την πολυχρωμία, τα χαμόγελα, τα δώρα, εισβάλλει ανεπαίσθητα στη ζωή μας και μια μελαγχολία. Μικρή, διακριτική, αλλά παρούσα, σαν ένα λεπτό πέπλο που θολώνει λιγάκι την εικόνα. Είναι μια μελαγχολία για όσα δεν κάναμε καθόλου; Για όσα κάναμε, αλλά όχι σωστά; Για τους ανθρώπους που χάσαμε στον δρόμο; Για τον χρόνο που πέρασε; Γι’ αυτόν που θα έρθει;
Ένα παραμύθι θα διηγηθούμε σήμερα, γραμμένο από τον ξακουστό Δανό παραμυθά Hans Christian Andersen. Δημοσιεύτηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1844 κι ένα έλατο είναι το θέμα του.
Ένα έλατο που μεγαλώνει όμορφα στο δάσος. Που νιώθει στα κλαδιά του το αεράκι να πεταρίζει. Που φιλοξενεί πουλιά στα κλαδιά του να τερετίζουν. Πού το χαϊδεύει ο ζεστός ήλιος. Που μαζεύει παρέες παιδιών στον ίσκιο του να πολυλογούν και να τρώνε βατόμουρα και φράουλες. Τόσες χαρές, κι εκείνο αισθανόταν δυστυχισμένο. Του φαινόταν ότι μεγάλωνε αργά και ότι υστερούσε σε σύγκριση με τα πανύψηλα δέντρα που το περικύκλωναν.


Το φθινόπωρο έβλεπε τους ξυλοκόπους να κόβουν τους ολόισιους κορμούς για να τους στείλουν ταξίδι στο πέλαγος, ξύλα στο κορμί των πλοίων, τέλεια κατάρτια. Κι ήθελε κι εκείνο να ταξιδέψει στη θάλασσα, με το κορμί του γυμνό από κλαδιά, να φέρνει το άρωμα του δάσους καταμεσής στη θάλασσα. Και μετά ήρθαν τα Χριστούγεννα, και τα έλατα με τα πυκνά κλαδιά στόλισαν σπίτια και αυλές, ντυμένα με μπάλες πολύχρωμες και φωτάκια. Το ελατάκι απογοητεύτηκε. Πόσο άσχημο ήταν, ώστε κανείς δεν το καταδεχόταν. Το άφηναν εκεί, στο δάσος, μοναχό.
Να όμως που τα επόμενα Χριστούγεννα ήρθε και η σειρά του. Πήρε τη θέση του σε ένα μεγάλο δωμάτιο, πλάι σε κουνιστές πολυθρόνες, μεταξένιους καναπέδες και κομψά βάζα. Νεαρές κυρίες στόλισαν τα κλαδιά του με καραμέλες, φρούτα και κεριά. Κι έβαλαν στην κορυφή του το πιο φωτεινό αστέρι. Επιτέλους! Ήταν τόσο όμορφο με όλα τα φωτάκια του αναμμένα. Μέχρι που τα παιδιά άτσαλα τράβηξαν τα δώρα τους από τα κλαδιά του και κάθισαν στη βάση του για να πουν ιστορίες που παρόμοιές τους δεν είχε ποτέ ακούσει στο δάσος.


Αυτό ήταν. Την άλλη μέρα του έβγαλαν τα στολίδια και το πέταξαν σε μια σοφίτα παρέα με τα ποντίκια της. Κι εκεί ξανάφερε στον νου του τη ζωή του. Τότε που ήταν στο δάσος, με τη μικρή σημύδα πλάι του ίδια πριγκίπισσα, τότε που έλαμψε από το φως των κεριών για μια νύχτα, την πιο ευτυχισμένη του νύχτα.
Να όμως που η ζωή του θα γνώριζε κι άλλες περιπέτειες. Η σοφίτα έπρεπε να καθαριστεί και το έλατο ήταν κατάλληλο για να καεί στο τζάκι. Το μετέφεραν, λοιπόν, στην αυλή, το έκοψαν κομμάτια και άφησαν το αστέρι του στα χέρια των παιδιών. «Τι άσχημο, γέρικο έλατο», είπε ένας πιτσιρικάς και το δέντρο ξαναθυμήθηκε τη νιότη του στο δάσος κι ευχήθηκε με όλη του τη δύναμη να ξαναήταν εκεί.


Όμως, αντί για το δάσος, τα κομμάτια του τάισαν το τζάκι και κάθε φορά που άρπαζαν φωτιά ακουγόταν ένα «ποπ» σαν αναστεναγμός, καθώς του ερχόταν στον νου μια καλοκαιρινή ημέρα στο δάσος και το βράδυ των Χριστουγέννων, μέχρι που στο τέλος ... κάηκε.
«Τα αγόρια συνέχισαν να παίζουν στον κήπο και το μικρότερο φόρεσε στο στήθος του το χρυσό αστέρι, με το οποίο είχε στολιστεί το δέντρο το πιο ευτυχισμένο βράδυ της ύπαρξής του. Τώρα, όλα ήταν παρελθόν. Η ζωή του δέντρου ήταν παρελθόν και η ιστορία επίσης –γιατί όλες οι ιστορίες πρέπει κάποια στιγμή να φτάνουν στο τέλος τους».
Έτσι τελειώνει το παραμύθι του ο Hans Christian Andersen και αφήνει εμάς να σκεφτούμε για την ευτυχία και το παρελθόν, για τη θλίψη και το μέλλον.

Πηγές για τις εικόνες: