Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rosset Cl.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rosset Cl.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Για την ουτοπία

Πότε, με ποια υλικά και γιατί η ουτοπία;
Ας ξεκινήσουμε ανάποδα: γιατί η ουτοπία; Η ουτοπία είναι ένα από τα μέσα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να απαλλαγεί από τη δυσάρεστη πραγματικότητα που τον περιβάλλει και του επιβάλλεται. Ένα μέσο που δεν είναι ούτε ακραίο ούτε επικίνδυνο, όπως είναι τα υπόλοιπα διαθέσιμα, δηλαδή η τρέλα και η αυτοκτονία. Η ουτοπία αποτελεί, αν τολμήσουμε να την ερμηνεύσουμε με όρους ψυχαναλυτικούς, μια μορφή απώθησης και, άρα, κατασκευάζεται με τους ίδιους πάνω-κάτω όρους με τους οποίους κατασκευάζεται και η αυταπάτη όπως την περιγράφει ο Clément Rosset. Ο χρόνος προσδιορίζει τις προσφορότερες συνθήκες που γεννούν την ανάγκη διαφυγής από μια πραγματικότητα στην οποία αρνούμαστε να παραχωρήσουμε χωρίς επιφυλάξεις τη δυναστική προτεραιότητα. Όμως, τα υλικά από τα οποία δημιουργείται είναι πάντοτε ίδια. Ένας φανταστικός τόπος, μια κοινωνία πολύ καλή για να είναι αληθινή: αυτό είναι η ουτοπία.

Hieronymus Bosch, 
The Garden of Earthly Delights (1480-1505)
Μαδρίτη, Museo National del Prado

Η λέξη –ελληνική (ου-τόπος)- γεννήθηκε το 1516 και είναι ο τίτλος ενός βιβλίου γραμμένου από τον Άγγλο φιλόσοφο Thomas More. Όμως οι ουτοπίες υπήρχαν avant la lettre: ήδη από την Αρχαία Ελλάδα. Και συνέχισαν να υπάρχουν σε όλους τους αιώνες, άλλοτε μόνες τους και άλλοτε μαζί με τις αντίθετές τους δυσ-τοπίες.
Κάποιες από τις επόμενες αναρτήσεις θα είναι αφιερωμένες σ’ αυτές. Αφού το ίδιο το πράγμα δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρξει χωρίς να ακυρώσει την ταυτότητά του, θα χτίσουμε έναν λόγο γι’ αυτό. Η ανυπαρξία της ουτοπίας θα εξισορροπηθεί από την ύπαρξη μιας μετα-ουτοπίας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η πίστη ότι μπορούμε τουλάχιστον να την οικοδομήσουμε με λέξεις.

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Η ζωή είναι ένα όνειρο


Ο Basilio, βασιλιάς της Πολωνίας, ζητάει χρησμό για τη μοίρα του νεογέννητου γιου του Segismundo και διαπιστώνει ότι τα αστέρια τον προορίζουν να γίνει ο πιο απάνθρωπος μονάρχης που έζησε ποτέ –«τέρας ανθρωπόμορφο»–, του οποίου η πρώτη μέριμνα θα ήταν να στρέψει την άγρια δύναμή του ενάντια στον βασιλιά πατέρα του και να τον τσακίσει.
Κατατρομαγμένος από τους δυσμενείς οιωνούς, ο Basilio διατάζει να φυλακίσουν τον Segismundo σε έναν απομονωμένο πύργο, απ’ όπου δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανένα ανθρώπινο πλάσμα εκτός από τον παιδαγωγό του Clotaldo. Μόλις o Segismundo ενηλικιώνεται, ο πατέρας του τον απελευθερώνει για μια μόνο ημέρα και τον διατάζει να παρουσιαστεί στην αυλή ως βασιλιάς, με σκοπό να εξακριβώσει την αλήθεια του χρησμού. Έξω φρενών από τα είκοσι χρόνια του εγκλεισμού του, ο Segismundo συμπεριφέρεται σύμφωνα με την πρόβλεψη. Αφού οδηγείται ξανά στον πύργο, απ’ όπου απελευθερώνεται λίγο αργότερα από μια λαϊκή εξέγερση, ο Segismundo –που δεν ξέρει πια αν ονειρεύεται ή αν είναι ξύπνιος– επαληθεύει πέρα για πέρα την πρόβλεψη του χρησμού: επικεφαλής της ανταρσίας, νικάει τον πατέρα του, ο οποίος για να σωθεί δεν έχει άλλη λύση παρά να πέσει στα πόδια του γιου του επικαλούμενος τον οίκτο του.
Όμως, ο χρησμός σταματούσε τις προβλέψεις του σ’ αυτό το σημείο και έτσι, σύμφωνα με τη συνήθη προφητική δομή, το δράμα ολοκληρώνεται με τρόπο απροσδόκητο και ταυτόχρονα σύμφωνο με την πρόβλεψη, εφόσον το τέλος του διαψεύδει την προσδοκία, παρότι συμφωνεί απολύτως με τον χρησμό: έχοντας συνετιστεί από τη δυσπιστία του απέναντι στην πραγματικότητα, ο Segismundo σηκώνει τον γονατισμένο πατέρα του και του αποδίδει τις τιμές που αρμόζουν στο βασιλικό του αξίωμα.


Αυτή είναι η ιστορία του Segismundo, κεντρικού ήρωα στο έργο La vida es sueño (Η ζωή είναι ένα όνειρο) του Ισπανού Pedro Calderón de la Barca. Το έργο είναι μια φιλοσοφική αλληγορία με θέμα την ανθρώπινη ζωή, τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη βούληση και στη μοίρα, την αντίθεση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Το πιθανότερο έτος δημοσίευσής του είναι το 1635, δηλαδή πενήντα χρόνια μετά την καταστροφή της περήφανης ισπανικής αρμάδας από το αγγλικό ναυτικό.
Ο χρησμός αιφνιδιάζει χωρίς ωστόσο να διαψεύδει καμιά πραγματική προσδοκία, ισχυρίζεται ο Clément Rosset, υπενθυμίζοντας και τον μύθο του Οιδίποδα. Πεπρωμένο δεν υπάρχει, λέει ο φιλόσοφος. Ελλείψει, λοιπόν, πεπρωμένου, υπάρχει τέχνασμα, αυταπάτη και εξαπάτηση. Επειδή όλα αυτά δεν μπορούν να καταλογιστούν σε ένα ανεύθυνο, καθόσον ανύπαρκτο, πεπρωμένο, απομένει να αναζητήσουμε την προέλευσή τους σε κάτι πιο υπεύθυνο και απτό. Αν πράγματι το συμβάν έχει διαψεύσει την προσδοκία, ενώ ακριβώς την ικανοποιούσε πλήρως, γι’ αυτό ευθύνεται η προσδοκία και όχι το συμβάν. Η εξαπάτηση δεν προέρχεται, επομένως, από το συμβάν, αλλά από την προσδοκία σε σχέση μ’ αυτό. Η ανάλυση της διαψευσμένης προσδοκίας αποκαλύπτει ότι, παράλληλα προς την αντίληψη του γεγονότος, δημιουργείται πράγματι αυθόρμητα η ιδέα ότι το συμβάν, ενώ πραγματοποιείται, έχει ακυρώσει κάποιαν άλλη εκδοχή του, εκείνην ακριβώς την οποία προεξοφλούσαμε.
Το αποτέλεσμα; Καμιά εκδοχή του συμβάντος δεν είχε στ’ αλήθεια προβλεφθεί ή εκφραστεί –εξάλλου, ούτε ήταν δυνατόν να προβλεφθεί ή να εκφραστεί προτού το συμβάν λάβει χώρα.

Πηγές:
Rosset, Cl. (2008). Το πραγματικό και το διπλό του. Μτφρ. Ζ. Αντωνοπούλου-Τρεχλή. Αθήνα: Αρμός.
https://en.wikipedia.org/wiki/Life_Is_a_Dream#/media/File:Monumento_a_Calder%C3%B3n_de_la_Barca_(Madrid)_03.jpg

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Απόψε στη Σαμαρκάνδη


«Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στη Βαγδάτη ένας Χαλίφης και ο Βεζίρης του ... Μια μέρα, ο Βεζίρης έφτασε μπροστά στον Χαλίφη ωχρός και τρεμάμενος: “Συγχώρεσε τον τρόμο μου, Φως των Πιστών, αλλά μπροστά στο παλάτι μια γυναίκα μέσα στο πλήθος με έσπρωξε. Γύρισα προς τα πίσω. Και αυτή η γυναίκα, με όψη ωχρή, μαλλιά σκούρα και τον λαιμό σκεπασμένο με μια κόκκινη εσάρπα, ήταν ο Θάνατος. Καθώς με κοίταζε, έκανε μια χειρονομία προς το μέρος μου. [...] Αφού ο Θάνατος με ψάχνει εδώ, Αφέντη, δώσμου την άδεια να φύγω και να κρυφτώ μακριά από ‘δω, στη Σαμαρκάνδη. Αν βιαστώ, θα είμαι εκεί πριν από το βράδυ”. Κι αμέσως απομακρύνθηκε καλπάζοντας γοργά με το άλογό του και εξαφανίστηκε μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης προς τη Σαμαρκάνδη. Ο Χαλίφης βγήκε τότε από το παλάτι του και συνάντησε κι αυτός τον Θάνατο: “Γιατί τρόμαξες τον Βεζίρη μου, που είναι νέος και υγιής;” τον ρώτησε. Και ο Θάνατος απάντησε: “Δεν ήθελα να τον τρομάξω, αλλά, βλέποντάς τον στη Βαγδάτη, μου ξέφυγε μια χειρονομία έκπληξης, γιατί εγώ τον περιμένω απόψε στη Σαμαρκάνδη”».
Αυτή η παραβολή είναι το θέμα του σημαντικότερου θεατρικού έργου του Jacques Deval, με τίτλο Ce soir à Samarcande (Απόψε στη Σαμαρκάνδη), το οποίο, σε σκηνοθεσία του Jean Darcante, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1959 στο ιστορικό Théâtre de la Renaissance.  


Στην ιστορία, λέει ο Clément Rosset, η πρόβλεψη πραγματοποιείται χάρη στην ίδια κίνηση που επιχειρεί να την ξορκίσει: ο Βεζίρης, καλπάζοντας προς τη Σαμαρκάνδη, κατευθύνεται προς τον θάνατο από τον οποίο προσπαθεί να ξεφύγει. Η προσοχή μας όμως πρέπει να στραφεί προς κατιτί βαθύτερο: ο Βεζίρης θα ήταν ανίκανος, αν κάποιος του το ζητούσε, να εξηγήσει τι του συνέβη. Οπωσδήποτε εξαπατήθηκε, αλλά δεν θα ήταν σε θέση να πει ποιο συμβάν ανέμενε, το οποίο σβήστηκε τελικά από το πραγματικό συμβάν κατά τρόπο απροσδόκητο, ή και «λοξό». Το τρομερό συμβάν συνέβη, αλλά συντελέστηκε διαψεύδοντας την προσδοκία του ίδιου συμβάντος για το οποίο πίστευε βέβαια ότι θα συνέβαινε, όμως με άλλον τρόπο.
Ο Βεζίρης περίμενε ότι θα πέθαινε το ίδιο βράδυ, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο ούτε σ’ αυτόν τον τόπο (στη Σαμαρκάνδη): φοβόταν ότι θα πέθαινε με άλλον τρόπο και σε άλλον τόπο. Ποιον άλλον τρόπο, ποιον άλλον τόπο; Πώς να ξέρει; Πάντως, ούτε απόψε, ούτε στη Σαμαρκάνδη.


Παίζει έτσι, όπως όλοι μας, το παιχνίδι μιας παντοδύναμης και πολύτροπης ειμαρμένης, η οποία καταφέρνει και ματαιώνει όλα τα μέσα που επιστρατεύουμε για να την αντιμετωπίσουμε. Ωστόσο, αυτή η ειμαρμένη συγκεκριμενοποιείται κάπως περισσότερο από τη στιγμή που παραδεχόμαστε την απροσδιοριστία της: το μοιραίο συμβάν μάς καταλαμβάνει εξ απήνης, διαγράφοντας ένα υποθετικό άλλο συμβάν για το οποίο τίποτα, ποτέ, δεν μας είχε περάσει από το μυαλό και ούτε είχαμε ποτέ καμιά ιδέα γι’ αυτό. Η έκπληξη προέρχεται από το γεγονός ότι απορρίπτουμε το πραγματικό συμβάν εν ονόματι μιας πραγματικότητας που δεν την έβαλε ούτε θα μπορούσε να την βάλει ποτέ ο νους μας. Θύμα της εξαπάτησης είναι, λοιπόν, όποιος αναμένει ένα συμβάν, αλλά εκπλήσσεται όταν το βλέπει να συμβαίνει. Υπάρχει βεβαίως κάποιου είδους απάτη, που εδρεύει ακριβώς στην ψευδαίσθηση ότι έχουμε εξαπατηθεί, στην ψευδαίσθησή μας να πιστεύουμε πως υπάρχει «κάτι» που τη θέση του πήρε τελικά η πραγματοποίηση του συμβάντος. Όμως, σ’ αυτήν την περίπτωση, απατηλή αποδεικνύεται εν τέλει η εντύπωσή μας ότι έχουμε εξαπατηθεί. Όταν ένα συμβάν πραγματοποιηθεί, δεν έχει κάνει τίποτα άλλο από το να πραγματοποιηθεί. Δεν έχει πάρει τη θέση ενός άλλου συμβάντος.


Πηγές:
Rosset Cl. (2008). Το πραγματικό και το διπλό του. Μτφρ. Ζ. Αντωνοπούλου-Τρεχλή. Αθήνα: Αρμός.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ


Λονδίνο. 1890. Στο περιοδικό Lippincott’s Magazine δημοσιεύεται μια νουβέλα γραμμένη από έναν τριανταεξάχρονο συγγραφέα ιρλανδικής καταγωγής. Τίτλος της The Picture of Dorian Gray (Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ) και το όνομά του συγγραφέα της Oscar Wilde.


Το έργο σκανδάλισε τους κριτικούς της εποχής, οι οποίοι το θεώρησαν ανήθικο και χυδαίο. Την επόμενη χρονιά, το έργο εκδόθηκε στην τελική του μορφή. Ήταν η εποχή, μέσα στην καρδιά της αυστηρής βικτωριανής περιόδου, που ο Oscar Wilde συνδέθηκε ερωτικά με τον νεαρό αριστοκράτη Alfred Douglas, τον επονομαζόμενο Bosie, γιο του 9ου Μαρκήσιου του Queensberry. Ο συγγραφέας φρόντισε, σε αυτήν τη νέα έκδοση, να απαλείψει πολλά από τα στοιχεία που ενόχλησαν το κοινό του στην πρώτη έκδοση. Ωστόσο, στη δίκη που έγινε το 1895, στην οποία ο Oscar Wilde καταδικάστηκε σε δύο ετών καταναγκαστικά έργα με την κατηγορία της ομοφυλοφιλίας, το βιβλίο αυτό υπήρξε ιδιαιτέρως επιβαρυντικό στοιχείο.

Ο Oscar Wilde και ο Alfred Douglas

Η υπόθεση του έργου. Ένας όμορφος νεαρός, ο Dorian Gray πείθεται από τον μέντορά του, τον λόρδο Henry Wotton, πως το μόνο πράγμα που αξίζει στη ζωή είναι η ομορφιά. Ο Dorian παρασύρεται στις πιο ταπεινές ηδονές και επιδίδεται στις πιο χαμερπείς πράξεις. Ποτό, χαρτοπαιξία, έρωτας, δολοφονίες. Ο αθώος νεαρός επαρχιώτης γίνεται ένας διεφθαρμένος άντρας της ανώτερης τάξης. Η ηθική δεν έχει γι’ αυτόν καμία αξία, ακριβώς όπως το πίστευε ο λόρδος Wotton. Το μόνο που μετράει είναι η ηδονή. Κι ενώ βουλιάζει όλο και περισσότερο στη χυδαιότητα και τη διαφθορά, η τέλεια ομορφιά του παραμένει ανέπαφη σε πείσμα του χρόνου που κυλάει. Όμως, η ψυχή του, που έχει εγκαταλείψει το ανθρώπινο σώμα του και έχει εγκατασταθεί στο πορτραίτο του, το οποίο φιλοτέχνησε ο ζωγράφος Basil Hallward, πάσχει. Σε κάθε του ατιμία μια ρυτίδα χαράζεται πάνω στον καμβά, σε κάθε του βρομιά μια γκριμάτσα τσαλακώνει το ζωγραφισμένο πρόσωπο. Το πορτραίτο φορτώνεται με τις αμαρτίες του Dorian, ενώ εκείνος παραμένει αιώνια νέος: ένα εντελώς φαουστικό θέμα.

 Ο Dorian Gray (Hurd Hatfield) μπροστά στο πορτραίτο του
                        στην ομώνυμη ταινία του 1945

Ο Dorian απελευθερώνεται από τα μάγια της σκληρότητας, της ματαιότητας και της απληστίας τη στιγμή που πεθαίνει. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, το πρόσωπο και το σώμα του δείχνουν επιτέλους την πραγματική του ηλικία, ενώ το πορτραίτο χάνει την τρομακτική του όψη και γίνεται και πάλι ένα άψυχο αντικείμενο.

Ο Dorian Grey (Ben Barnes) 
στην ομώνυμη ταινία του 2009

Ο εαυτός και η τυραννία του διπλού του, όπου το φάντασμα εμφανίζεται πιο πραγματικό από το εγώ και στο τέλος το καταπίνει (όπως το ανέλυσε ο Jacques Lacan και το περιέγραψε ο Clément Rosset), η υποκρισία, η βιτρίνα του καθωσπρεπισμού, η ηθική ευθύνη του ανθρώπου: αυτά είναι τα θέματα που θίγει σε τούτο το έργο ο αιρετικός Oscar Wilde, επεκτείνοντας και διευρύνοντας τον δρόμο που άνοιξαν πριν από αυτόν ο Goethe στον Faust (Φάουστ) και ο Balzac στο La peau de chagrin (Το μαγικό δέρμα).


Πηγές για τις εικόνες:
http://www.imdb.com/title/tt1235124/

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Clément Rosset (Μέρος Β΄)


Πόσες αυταπάτες ομορφαίνουν τη ζωή μας! Και πώς να απαλλαγεί κανείς από αυτές, όταν, κοιτάζοντας γύρω του και μέσα του, έρχεται αντιμέτωπος με την αβάσταχτη σκληρότητα του πραγματικού; Ο άνθρωπος νιώθει την ωμότητα του πραγματικού και, για να διαφυλάξει τη ζωή του (να μην αυτοκτονήσει) και την πνευματική του διαύγεια (να μην τρελαθεί), καταφεύγει σε ένα σωρό πονηριές.
Ολόκληρη η ανθρώπινη ζωή είναι ένα παιχνίδι παραμορφωτικού καθρέφτη. Στην καθημερινή μας ζωή, μια προδοσία ή μια απάτη, που θα έπρεπε αναπόφευκτα να αναποδογυρίσουν όλες μας τις παραδοχές, γίνονται αποδεκτές ως γεγονότα που μας πληγώνουν μεν, αλλά μας ανακουφίζει η σκέψη ότι τα γεγονότα αυτά δεν επηρεάζουν τη ζωή μας. Η προδοσία και η απάτη συνέβησαν, αλλά, παρόλα αυτά, θεωρούμε ότι τα πρόσωπα που τις διέπραξαν εξακολουθούν να μας είναι πιστά και αφοσιωμένα.

O Οιδίπους ζωγραφισμένος από τον Ingres
(1808, ελαιογραφία σε καμβά, Λούβρο, Παρίσι)

Όμως, και σε πεδίο γενικότερο από την ανθρώπινη καθημερινότητα, καλλιεργούμε καθησυχαστικές αυταπάτες. Πόσες φορές δεν έχουμε διαπιστώσει ότι η πραγματικότητα έχει μεγαλύτερη φαντασία από εμάς; Ελπίζουμε ότι το γεγονός που περιμένουμε θα συμβεί μεν, αλλά αλλού και με άλλον τρόπο. Η πραγματικότητα διαλέγει πάντα τον πιο απλό δρόμο για να εκπληρώσει ακόμα και την πιο «λοξή» πιθανότητα. Προσπαθούμε με νύχια και με δόντια να ξεγλιστρήσουμε από το πραγματικό, μηχανευόμαστε έναν σωρό ελιγμούς. Στο τέλος όλες μας οι υπεκφυγές δεν θα καταφέρουν τίποτα άλλο παρά να μας φέρουν πιο κοντά σε εκείνο που θέλαμε να αποφύγουμε. Το παιχνίδι του σκύλου και της γάτας, που φέρει το όνομα τραγική ειρωνεία και βρίσκει την πιο χαρακτηριστική εφαρμογή στην περίπτωση του Οιδίποδα, είναι βασική συνιστώσα της ανθρώπινης ζωής, καθώς υποδεικνύει την ευπάθεια και τους εγγενείς περιορισμούς της φύσης μας. Δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγουμε το πραγματικό. όσο κι αν του αποκλείσουμε τις διόδους, θα υπάρχουν πλευρές μας που θα μένουν αφύλαχτες, εύκολη λεία για κάθε εχθρό –και από τέτοιους άλλο τίποτα!
Μετά είναι η μεγάλη αυταπάτη της μεταφυσικής. Εδώ δεν πρόκειται πια μόνο για τη φθαρτή και εφήμερη ζωούλα μας, αλλά για ό,τι αναπότρεπτα έπεται: πρόκειται για τον θάνατό μας. Αυτόν κυρίως προσπαθούμε να απωθήσουμε ή να λησμονήσουμε με ένα πλήθος από υποκατάστατα. Αδύνατη προσπάθεια. Ο θάνατος είναι ένα ραντεβού στο οποίο όλοι θα παραβρεθούμε. Μπροστά στο ανέφικτο της προσπάθειας, μία λύση απομένει: να επινοήσουμε έναν άλλον κόσμο, ανέγγιχτο από τη φθορά και τον θάνατο. Από τον Πλάτωνα μέχρι σήμερα, οι πιο διαφορετικές φιλοσοφίες επιδιώκουν να μας προσφέρουν ελπίδα και παρηγοριά. Ο άλλος κόσμος, το anywhere out of the world του Baudelaire, στοιχειώνει τέτοιες μεταφυσικές προσπάθειες για να συγκαλυφθεί το αμείλικτο nowhere out of the world.
Και το πιο τραγικό: η αδυναμία μας να γνωρίσουμε και να αποδεχθούμε τον εαυτό μας, όχι μόνο σε ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις αλλά και, όπως μας το υποδεικνύει η λακανική ψυχανάλυση, μέσα στα πλαίσια της κανονικότητας, αδυναμία που μας υποχρεώνει να αναζητούμε έναν άλλο εαυτό απαλλαγμένο από εκείνη την ποιότητα του δικού μας εαυτού η οποία μας καταθλίβει. Ποιος είναι ο αληθινός; Εγώ ή ο Άλλος, το φάντασμά μου; Μόνο με τον θάνατο όλα τα φαντάσματα εξαφανίζονται. Ένα είναι το αναμφισβήτητα αληθινό: πεθαίνουμε μόνοι. Και το ζήτημα είναι να έχουμε τουλάχιστον ζήσει.


        Jacques Lacan

Αν ήταν να διαλέξω μια φράση από το έργο του Rosset που να συνοψίζει την τραγικότητα και μαζί τη χαρά της ζωής, θα ήταν αυτή: να έχουμε τουλάχιστον ζήσει (υπαινιγμός για το ότι το βάζουμε στα πόδια μπροστά στην αληθινή ζωή αλλά και και ευαγγέλιο δυνητικότητας –θα ήταν δυνατόν να έχουμε ζήσει. 
Είναι μια εχέφρων κατάφαση της ζωής που μοιάζει με το αίσθημα που έχει κανείς όταν ακούει, όπως άκουσε εκείνος, ο Clément Rosset, το Bolero του Ravel: η βαθιά δομή της ευτυχίας είναι να είναι κανείς, εν τούτοις και παρόλα αυτά, ευτυχισμένος.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το έργο του Clément Rosset, Το πραγματικό και το διπλό του έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τη Ζωή Αντωνοπούλου-Τρεχλή στις εκδόσεις Αρμός.

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Clément Rosset (Μέρος Α΄)


Η γνωριμία μου με τη σκέψη του Clément Rosset αρχίζει με το βιβλίο του Le réel et son double, δώρο ενός καλού μου φίλου. Κάναμε τότε μ’ εκείνον τον φίλο, επίμονα και τεκμηριωμένα άθεο, μακρές συζητήσεις σχετικά με τον ρόλο της θρησκείας στην ανθρώπινη ζωή. Η θρησκεία και η μεταφυσική, υποστήριζε ο φίλος μου ο Jean-François, είναι και οι δυο βολικές αυταπάτες.


Την ίδια εποχή, μια φράση του Luc Ferry στο βιβλίο του L’Homme-Dieu ou le sens de la vie (Paris, éd. Grasset <Le Livre de Poche> 1996, p. 10) με έστειλε πίσω στον Rosset: Chacune à leur façon, les grandes religions entendaient préparer les hommes à la mort, à la leur comme à celle de l’être aimé (οι μεγάλες θρησκείες, καθεμιά με τον τρόπο της, προσπαθούν να προετοιμάσουν τους ανθρώπους για τον θάνατο, τον δικό τους αλλά και τον θάνατο των αγαπημένων τους). Και πάλι είχα μπροστά μου την ίδια διασύνδεση: της θρησκείας, όπως την περιγράφει ο Ferry, με το διπλό και την αυταπάτη, όπως περιγράφονται από τον Rosset. Και δεν μπορούσα παρά να αναρωτηθώ τι σημαίνει η ετικέτα «άθεος» στην περίπτωση του καλού μου φίλου, που, σε μεγάλη ηλικία ο ίδιος, κάθε Τετάρτη αναμετριόταν γενναία με τη δυσάρεστη πλευρά της ζωής, προσφέροντας εθελοντικά τις υπηρεσίες του σε ένα γηροκομείο.
Δοκιμάζοντας, λοιπόν, τον προβληματισμό του Rosset σε επίπεδο άμεσο και καθημερινό και, κυρίως, σε επίπεδο προσωπικό, έθεσα υπό αμφισβήτηση κάθε δική μου βεβαιότητα. Μέτρησα τις αυταπάτες μου, όσες τουλάχιστον κατάφερα  να εντοπίσω ή να παραδεχτώ –γιατί αυτές, είναι αλήθεια, έχουν τον τρόπο τους να μας πιάνουν στον ύπνο.


Ο Rosset κάνει ακριβώς αυτό. Ανιχνεύει τον ελιγμό του ανθρώπου ενώπιον του πραγματικού, όπως μας εμφανίζεται σε περιοχές τις οποίες συνήθως σνομπάρει ή αγνοεί ένα σοβαρό φιλοσοφικό δοκίμιο: το μυθιστόρημα, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική. Και όμως, αυτές οι περιοχές είναι κατά τεκμήριο περισσότερο αποκαλυπτικές για την ανθρώπινη στάση, επειδή ακριβώς είναι περισσότερο αυθόρμητες και λιγότερο εξορθολογισμένες.
Δεν υπάρχουν διπλά στον- (όχι μόνο για τον-) Clément Rosset. Είναι αυτός που είναι και όλα τα άλλα αποτελούν, περισσότερο ή λιγότερο, απατηλά ίχνη. Η ληξιαρχική πράξη γέννησής του, για παράδειγμα, με γραμμένη πάνω της την ημερομηνία 1939. Επίσημα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι εργάστηκε από το 1967 έως το 1998 στο Πανεπιστήμιο της Νίκαιας. Οι φωτογραφίες του, που δείχνουν την εικόνα ενός χαμογελαστού γενειοφόρου κυρίου. Τα βιβλία του και το site του που αναπαράγουν τις έμμονες ιδέες του. Στην πραγματικότητα, τη μία και μοναδική έμμονη ιδέα του, ιδέα-ξενιστή, που φιλοξενεί μια σειρά από άλλες: σχετικές, κοντινές, όμοιες, ανάλογες ... Η ιδέα του «διπλού». Άλλοθι, φαντασιακός αντίζηλος, γελοίο αντιστάθμισμα στη δυσάρεστη και ωμή όψη της πραγματικότητας.


Από το 1976 έως το 2006 το ζητούμενο για εκείνον είναι πάντοτε το ίδιο. Ό,τι εκδόθηκε ενδιάμεσα –μια δεκαπενταριά βιβλία, όλα και πιο σύντομα, δηκτικά, σαρκαστικά συχνά- αναπτύσσει, επεκτείνει, διευρύνει, ανατέμνει, φωτίζει, από διάφορες πλευρές, το ίδιο και το ίδιο πάντα θέμα. Το βασικό θέμα της φιλοσοφίας. το καταστατικό θέμα μιας ορισμένης φιλοσοφίας: της μεταφυσικής.
Ο Rosset ξεσκεπάζει αδυναμίες μας, εκκρεμότητες, μικρές και μεγάλες απάτες. Μας λέει ξεκάθαρα ότι δεν κερδίζουμε τίποτα με τους θεατρινισμούς ή με το να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Αποδεικνύει ανόητη κάθε μας καταφυγή και κάθε μας παρηγοριά (ηθική, πολιτική ή θρησκευτική). Καταργεί κάθε διπλότητα: ανάμεσα στο γεγονός και τις συνέπειές του, το συμβάν και τις προσδοκίες,το εδώ και το αλλού, τον εαυτό μας και το άλλο. Αλλά, μολονότι θα φανταζόταν κανείς ότι ο άνθρωπος, θλιβερά αβοήθητος από κάθε διπλό, καταρρέει, παρόλα αυτά, ο Rosset δυο φορές υπογραμμίζει την ευφροσύνη που νιώθει κανείς, όταν η πρωινή καμπάνα χτυπά για να αναγγείλει το τέλος κάθε μαγγανείας. Οι καθρέφτες θραύονται. απομένει μόνον η πραγματικότητα: ανθρώπινη, ευάλωτη, σκληρή, αλλά πραγματική.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το έργο του Clément Rosset, Το πραγματικό και το διπλό του έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τη Ζωή Αντωνοπούλου-Τρεχλή στις εκδόσεις Αρμός.

Πηγές για τις εικόνες: