Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουκιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουκιανός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

Για έναν ωραίο θάνατο: Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος


Συνηθίζουμε στην καθημερινότητά μας να μιλάμε για «ωραίο θάνατο». Όμως, ποιος θάνατος μπορεί να είναι ωραίος; Ή μάλλον … μπορεί ο θάνατος να είναι ωραίος; Δύσκολη η απάντηση. Τουλάχιστον, ίσως μπορεί ο θάνατος να μην είναι και τόσο άσχημος.

Ο Εμπεδοκλής, ένας από τους σημαντικότερους Προσωκρατικούς φιλοσόφους, έδειξε τι πραγματικά σημαίνει ένας άσχημος -όμως, εξόχως θεαματικός- θάνατος.

Ο Εμπεδοκλής, λοιπόν, ο Ακραγαντίνος εισηγήθηκε τέσσερα κοσμογονικά ριζώματα: γη, νερό, φωτιά και αέρας, τα οποία ενώνονται και χωρίζονται με την επενέργεια δύο αντιθετικών δυνάμεων που τις ονομάζει φιλότης (=συμφιλίωση) και του νεῖκος (=διαμάχη). Το έμμετρο φιλοσοφικό του έργο ήταν υψηλότατης ποιότητας και στον ίδιο τον φιλόσοφο αποδίδονταν μεγάλες τιμές. Κυκλοφορούσαν, επίσης, πολλές ιστορίες περί μετενσάρκωσής του. Ο Εμπεδοκλής είχε μάλλον πάρει στα σοβαρά τους μύθους γύρω από τον εαυτό του, αφού φαινόταν να πιστεύει πως ήταν πεπτωκώς θεός που θα ξανάβρισκε, ωστόσο, κάποτε, μετά από πολλούς κύκλους, την αρχική θεϊκή του φύση.

Ως άνθρωπος ήταν ταπεινός (δεν συμφωνούν βέβαια όλοι σ’ αυτό) και οι υπερβολές στον δημόσιο βίο του δεν ήσαν τεκμήρια κακού χαρακτήρα, αλλά οφείλονταν πιθανότατα στην ειλικρινή του πίστη πως ήταν πλάσμα εξαιρετικό. Κυκλοφορούσε πορφυροντυμένος, με χρυσό ζωνάρι, μπρούτζινα σανδάλια (αυτό ήταν το σημαντικότερο αξεσουάρ του και θα μάθετε πιο κάτω γιατί) και δάφνινο στεφάνι. Τον φρόντιζαν πρόθυμοι νεαροί οι οποίοι τον ακολουθούσαν παντού. Τα πυκνά του μαλλιά ανέμιζαν καθώς περπατούσε.

Και ιδού τώρα πώς τερματίστηκε αυτή η χαρισάμενη ζωή. Ο Εμπεδοκλής, που πίστευε ότι θάνατος επέρχεται όταν το αίμα χάσει τη θερμότητά του, αποφάσισε και να εξακριβώσει την ορθότητα αυτής της άποψης, αλλά και να αποδείξει τη θεϊκή του φύση. Θέλοντας, λοιπόν, να πετύχει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, ντύθηκε με τα καλά του ρούχα και ρίχτηκε από μόνος του στο ηφαίστειο της Αίτνας. Κι έτσι αποδείχτηκε περίτρανα ότι ούτε η ζέστη είναι φορέας της ζωής ούτε εκείνος αθάνατος. Το ηφαίστειο τι σκανδαλώδες!- άφησε άθικτο και έφτυσε στην πλαγιά μόνον το ένα από τα μπρούτζινα σανδάλια του.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον περιέλαβε και ο Λουκιανός στους Νεκρικούς διαλόγους του, παρουσιάζοντας τον να κατεβαίνει μισοκαμένος στον Άδη για να λουστεί τις προσβολές του Μένιππου που τον κατηγορεί για ματαιοδοξία και έπαρση.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Empedocles_in_Thomas_Stanley_History_of_Philosophy.jpg


Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2020

Όταν ο Botticelli συνάντησε τον Απελλή

 

Ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους της Αρχαιότητας ήταν ο Απελλής. Το πού γεννήθηκε είναι άγνωστο. Για το πότε άκμασε μας πληροφορεί ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος. Φαίνεται ότι η ακμή του συνέπεσε με την 112η Ολυμπιάδα, δηλαδή τοποθετείται στα ελληνιστικά χρόνια, μεταξύ 332 και 329 π.Χ..

Ο Αντίφιλος, που καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε την ίδια εποχή, ήταν κι αυτός σπουδαίος ζωγράφος και μέγας αντίπαλος του Απελλή.

Ο Λουκιανός, στην πραγματεία του με τίτλο «Περί τοῦ μὴ ῥᾳδίως πιστεύειν διαβολῇ», η οποία βρίσκεται στον 4ο τόμο από τα σωζώμενα έργα του, παραδίδει ότι ανάμεσα στα έργα του Απελλή ήταν και ένα με τίτλο Η συκοφαντία. Σε αυτό, ο ζωγράφος αποτυπώνει την οργή που ένιωσε όταν ο Αντίφιλος τον διέβαλε στον βασιλιά Πτολεμαίο Α΄ τον Σωτήρα για δήθεν συμμετοχή του σε συνωμοσία εναντίον του. Το έργο δεν σώθηκε, όμως η περιγραφή του Λουκιανού ενέπνευσε τον Φλωρεντινό ζωγράφο Sandro Botticelli, πολλούς αιώνες αργότερα.

Το 1495, ο Botticelli ζωγραφίζει έναν πίνακα, που βρίσκεται σήμερα στην Galleria degli Uffizi, με τίτλο La Calumnia de Apeles (Η Συκοφαντία του Απελλή). Σε αυτόν, διατηρεί τη σκηνοθεσία του αρχικού πίνακα με βάση τις πληροφορίες του Λουκιανού. Ο βασιλιάς, με γαϊδουρινά αυτιά, σύμβολα της απερίσκεπτης φύσης του, είναι καθισμένος σε υπερυψωμένο θρόνο. Πλάι του, δυο γυναίκες, η Άγνοια και η Καχυποψία, του ψιθυρίζουν τις συκοφαντικές φήμες. Ο ίδιος κρατάει τα μάτια του χαμηλά, δεν βλέπει τα γεγονότα, και το χέρι του στρέφεται προς τη μαυροντυμένη μορφή που στέκεται μπροστά του και που απεικονίζει τον Δόλο. Το νεαρό θύμα δεν έχει τίποτα να κρύψει, γι’ αυτό εικονίζεται γυμνό. Από τα μαλλιά το τραβάει η Συκοφαντία, η οποία κρατάει στο άλλο της χέρι έναν δαυλό, ανάβοντας φωτιές από τα ψέματα που ασταμάτητα ξεστομίζει. Οι δυο κοπέλες, που πλέκουν τα μαλλιά της κυράς τους, της Συκοφαντίας, είναι η Κακοπιστία και η Απάτη. Δουλειά τους είναι να περιπλέκουν τα πράγματα, να εμπλέκουν αθώους και να στολίζουν με ψέματα (που στον πίνακα αποδίδονται ως άνθη) την κάθε κακολογία. Είναι όμορφες, κρύβοντας με το χαριτωμένο παρουσιαστικό τους την εσωτερική τους κακία και διπροσωπία. Η δεύτερη μαυροφορεμένη μορφή, στα αριστερά, είναι η Μεταμέλεια. Γριά και με κουρελιασμένα ρούχα, στρέφει τη ματιά προς την πανέμορφη γυμνή Αλήθεια, που δεσπόζει στην άκρη του πίνακα. Με το χέρι της δείχνει ψηλά, εκεί όπου όλες οι πράξεις θα κριθούν.

Ποιον λόγο είχε άραγε ο αναγεννησιακός καλλιτέχνης να ζωγραφίσει έναν πίνακα με αυτό το θέμα; Έγινε κάτι που τον συνέδεε με τον αρχαίο ομότεχνό του, τον Απελλή;

Πάντως, ο Απελλής απαλλάχτηκε από την κατηγορία, αποκαταστάθηκε από τον Πτολεμαίο και μάλιστα ο Αντίφιλος, ο συκοφάντης του, υποχρεώθηκε να γίνει δούλος του.

 

Πηγή για την εικόνα:

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Apeles_Botticelli_01.JPG


Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Ποιητικές ουτοπίες


Ο Αριστοφάνης και η θαυμαστή του Νεφελοκοκκυγία (Νεφέλες=Σύννεφα + Κόκκυγες=Κούκοι) στους Όρνιθες είναι η πρώτη γνωστή ποιητική ουτοπία. Στα ρωμαϊκά χρόνια την έμπνευση του Αριστοφάνη αξιοποίησε ο Λουκιανός. Στην Αληθή Ιστορίαν ο ήρωας επισκέπτεται τη Νεφελοκοκκυγία, όμως το κωμικό αποτέλεσμα δεν είναι ανάλογο με εκείνο της αριστοφανικής κωμωδίας. Στο Βυζάντιο, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ΄, λάτρης του κρασιού και των οργίων, οργανώνει ιερόσυλες φάρσες, στις οποίες παρωδεί τα μυστήρια και τους ιερείς όπως κάνει στους Όρνιθες ο Αριστοφάνης. Η συγγένεια είναι οπωσδήποτε μακρινή, δεδομένου ότι η τολμηρή αριστοφανική σάτιρα δεν βρίσκει συνέχεια ή έστω μίμηση. Ωστόσο, ο Αριστοφάνης είναι ο πρώτος Έλληνας δραματουργός του οποίου το έργο τυπώνεται στο εργαστήριο του Aldus Manutius από τον Μάρκο Μουσούρο. Το 1498 εκδίδεται η editio princeps των αριστοφανικών έργων –αν και όχι όλων. Οι Όρνιθες, πάντως, δεν είναι το αγαπημένο έργο του Μεσαίωνα. Χαλαρή αναφορά στην τριμελή επιτροπή των θεών που καταφθάνει στη Συννεφούπολη (τώρα δεν είναι πια θεοί, αλλά μάγισσες) υπάρχει, τον 13ο αιώνα, στο Jeu de la Feuillée (Παιχνίδι της Φυλλωσιάς) του Adam de la Halle.
Χρειάζεται να φτάσει ο 16ος αιώνας για να ξαναζεσταθεί το ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη αριστοφανική κωμωδία. Έτσι, το 1578, ο Pierre de Loyer γράφει τη δική του Νεφελοκοκκυγία, στην οποία οι δύο ήρωες, ο Gerrin και ο Conrad, βγαίνουν για να αναζητήσουν κι αυτοί την πόλη των κούκων. Και ο François Rabelais στο έργο του Pantagruel δημιουργεί την πρώτη ουτοπία της γαλλικής λογοτεχνίας, το Abbaye de Thélème (από την ελληνική λέξη «θέλημα»), όπου οι κάτοικοι είναι πουλιά όπως και της αριστοφανικής Συννεφούπολης.

Abbaye de Thélème

Από τον 18ο αιώνα και μετά, ο άνθρωπος είναι, καταπώς φαίνεται, πιο επιρρεπής στη φυγή. Ο Goethe, στο έργο του με τον πανομοιότυπο αριστοφανικό τίτλο Die Vögel (Οι Όρνιθες), δίνει στους ήρωές του, που χτίζουν μια πόλη στα σύννεφα, τα ονόματα των αριστοφανικών ηρώων (ως Treufreund αποδίδεται το όνομα Πεισθέταιρος), ορίζει για οδηγό τους μια κουκουβάγια, ενώ ο Έποψ ονομάζεται Maximus Polycacaromerdicus. Ο Goethe απομακρύνεται βέβαια αρκετά από τον Αριστοφάνη, αλλά το χιούμορ του αρχαίου κωμικού φαίνεται ότι εμπνέει ακόμα. Ο ρομαντικός 19ος αιώνας επιδιώκει ακόμα πιο ακραίες -«θανατηφόρες»- φυγές. Το αριστοφανικό έργο, όμως, είναι παρόν, ως θεματική αλλά και ως γλωσσικό ιδίωμα, κατά τον 20ό αιώνα. Πρώτα-πρώτα, στο θεατρικό έργο Chantecler του Edmond Rostand κι έπειτα στη θρυλική κωμωδία του Jules Romain Donogoo. Η πόλη Mahagonny από το έργο του Berthold Brecht Aufstieg und Fall der Stadt Mahagonny (Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχάγκοννυ) έχει δυο αρχηγούς που θυμίζουν πολύ τον Πεισθέταιρο και τον Ευελπίδη. Το 1927 ο Αμερικανός Donald Oenslager  κατασκευάζει επιτέλους την πόλη των πουλιών.

Chantecler

Και μια τελευταία επιβίωση –ελληνικής κοπής- ποιητικής ουτοπίας, που, αν και δεν έχει σχέση με την αριστοφανική ουτοπία των ορνίθων, κουβαλάει ένα κάποιο ειδωλολατρικό στοιχείο. Είναι η εμπειρίκεια ουτοπία του Μεγάλου Ανατολικού. Στη δική του «ανθρωπότητα της νέας εποχής» μόνος θεός θα είναι ο οργιώδης Παν και πρόεδρος ο «γενάρχης» Walt Whitman.

Πηγές για τις εικόνες: