Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dickens Ch.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Dickens Ch.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

Το όνειρο του Dickens


Στο Μουσείο Charles Dickens, που βρίσκεται σε ένα από τα σπίτια όπου κατοίκησε ο συγγραφέας μαζί με τη σύζυγό του Catherine, στον αριθμό 48 της οδού Daughty στο Holborn του Λονδίνου, εκτίθεται μια μισοτελειωμένη ακουαρέλα του βικτωριανού καλλιτέχνη Robert William Buss. Ένας πίνακας που είναι γνωστός ως Dickens’ Dream (Το όνειρο του Dickens).
Ο Buss είχε προσληφθεί από τους εκδότες του συγγραφέα να εικονογραφήσει τα Pickwick Papers (Τα χαρτιά του Pickwick). Ήταν ένα project που προτάθηκε στον εκδοτικό οίκο Chapman & Hall από τον εικονογράφο Robert Seymour, ο οποίος είχε δημιουργήσει μια σειρά εξαιρετικών σκίτσων. Όμως, έλειπε το κείμενο. Ο εικοσιπεντάχρονος Dickens κρίθηκε ο πιο κατάλληλος να αναλάβει αυτήν την ιδιαίτερη δουλειά. Ανάμεσα στον Μάρτιο του 1836 και στον Οκτώβριο του 1837 ο Dickens έγραψε ένα έξυπνο κείμενο με πολλούς σπουδαίους χαρακτήρες που τον καθιέρωσε ως συγγραφέα. Όμως, ο Seymour εν τω μεταξύ αυτοκτόνησε και οι εκδότες στράφηκαν στον Buss για να ολοκληρώσει το project. Η δουλειά του τους απογοήτευσε και τον απέλυσαν. Αυτή η ιστορία είχε δύο ακόμα συνέπειες, εκτός από το θορυβώδες λογοτεχνικό ντεμπούτο του Dickens. Πρώτα-πρώτα, ο Buss γνώρισε τον Dickens και στο εξής έγινε ενθουσιώδης θαυμαστής του. Κι έπειτα, ο εικονογράφος που προτιμήθηκε, ο Hablot Browne, έκανε πολύ καλή δουλειά, έτσι ώστε το πρώιμο αυτό λογοτεχνικό κόμικ γνώρισε τεράστια καλλιτεχνική και εισπρακτική επιτυχία.
Στην ακουαρέλα, ο Dickens κάθεται μπροστά από το γραφείο του, στη βιβλιοθήκη του πατρικού του σπιτιού στο Gads Hill, το οποίο αγόρασε το 1856 εύπορος πια από τη δουλειά του (εκεί μάλιστα τον βρήκε ο θάνατος to 1870). Το σκηνικό θυμίζει έντονα το χαρακτικό του Samuel Luke Fieldes με τίτλο The Empty Chair (Η άδεια καρέκλα), που χρονολογείται στα 1860 και βλέπετε πιο κάτω. Σε αυτό ο συγγραφέας είναι ηχηρά παρών μέσω της απουσίας του.


Η μορφή του συγγραφέα είναι αντιγραφή της φωτογραφίας που βλέπετε και η οποία είχε τραβηχτεί επίσης το 1860 από τους διάσημους αδελφούς φωτογράφους John και Octavious Charles Watkins.


Στο έργο του Buss, o  Dickens είναι άνετα καθισμένος, φορώντας τις παντόφλες του και ακουμπώντας τα πόδια του σε ένα χαμηλό υποπόδιο. Το δεξί χέρι του ακουμπάει στο μπράτσο της διάσημης καρέκλας του. Στο αριστερό του χέρι κρατάει ένα αναμμένο πούρο. Οι καπνοί από το πούρο δημιουργούν ένα σύννεφο σκέψεων που στροβιλίζονται πάνω από το κεφάλι του και γεμίζουν τους τοίχους του δωματίου με τα όνειρά του, με τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες των έργων του. Όλοι, μα όλοι, είναι εκεί. Από τον γεροανόητο κύριο Samuel Pickwick μέχρι τον κακομοίρη Edwin Drood.


Ο Buss άρχισε να ζωγραφίζει τον πίνακα μετά τον θάνατο του Dickens, αλλά πέθανε χωρίς να ολοκληρώσει το έργο του.

Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

Martha Nussbaum και κειμενική ηθική


Ο Πλάτων εξόρισε ακόμη και τον Όμηρο από την ιδεώδη πολιτεία του ακριβώς επειδή τον υποληπτόταν υπερβολικά. Πίστευε ότι η ηθική δύναμη της ποίησής του (με τον όρο, ας εννοούμε τη «λογοτεχνία» εν γένει) είναι τόσο μεγάλη ώστε μπορεί να διαφθείρει το πνεύμα των ανθρώπων. και ο Πλάτων ήθελε να κρατήσει τους φύλακες της πολιτείας του μακριά από τέτοιες επιρροές. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η πλατωνική επίθεση στην ποίηση δεν οφείλεται σε ελαττώματα σχετικά με τη σύνθεσή της, αλλά στο γεγονός ότι η επίδρασή της στους ανθρώπους είναι επιβλαβής: προκαλεί τον ενθουσιασμό αντί να τους κάνει να στοχάζονται, δημιουργεί στους αδαείς την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουν.
Η Martha Nussbaum  συμφωνεί με τον Πλάτωνα για την ισχυρή επίδραση που ασκεί η λογοτεχνία στους ανθρώπους, διαφωνεί όμως με εκείνον υποστηρίζοντας ότι η επιρροή της είναι τέτοια ώστε να μας κάνει ηθικότερους. Πρόκειται γι’  αυτό που άλλοι θα ονομάσουν «κειμενική ηθική» (textual ethics) και είναι ένα ζήτημα που άνοιξε με την έκδοση, από τον Ralph Cohen το 1983, ενός τεύχους του περιοδικού New Literary History το οποίο έφερε τον τίτλο “Literature and/as Moral Philosophy”. Η Nussbaum, καταπιάνεται με το θέμα παραπέμποντας παραδειγματικά στους δύο αγαπημένους της συγγραφείς, τον Henry James και τον Marcel Proust. Εξηγεί, λοιπόν, ότι αυτοί και οι υπόλοιποι σχολικοί της σύντροφοι λειτούργησαν γι’ αυτήν ως πηγές ηθικού στοχασμού πολύ πριν έρθει σε επαφή με τον δομημένο φιλοσοφικό λόγο.
Το κρίσιμο επιχείρημα της Nussbaum είναι ότι η ηθική αντίληψη σχηματίζεται βασισμένη όχι αποκλειστικά στη διανοητική δραστηριότητα (στην επίκληση, με άλλα λόγια, γενικών αρχών), αλλά εμπλέκει και τα συναισθήματα. Σε τούτο το σημείο η λογοτεχνία υπερέχει της φιλοσοφίας, ισχυρίζεται η Nussbaum, καθώς τα συναισθήματα (πρωτίστως ο έρωτας που κινείται εναλλακτικά μεταξύ έκστασης και οδύνης) και η φαντασία οξύνονται μέσω αυτής. η ενσυναίσθηση ενδυναμώνεται. Επιπλέον, η λογοτεχνία μας παρέχει τη δυνατότητα να εξερευνήσουμε βαθιά ποικίλες ηθικές θέσεις (σαν να ζούμε πολλές ζωές), όμως να τις εξερευνήσουμε από μακριά, από απόσταση ασφαλείας, διατηρώντας την ουδετερότητά μας. Τα μυθιστορήματα είναι έτσι μια πρόβα πριν από τη ζωντανή παράσταση.


Αν νοιαζόμαστε για την ανάδειξη των κοινωνικών αδικιών, ο Immanuel Kant ή ο John Stuart Mill είναι πιο κατάλληλοι και αποτελεσματικοί από –ας πούμε- τον Charles Dickens, καθώς οι πρώτοι χειρίζονται καλύτερα τα φιλοσοφικά επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία για να θεμελιώσουν την θέση τους, υποστηρίζουν κάποιοι φιλόσοφοι. Η Nussbaum διαφωνεί με αυτό, και φαίνεται ότι η θέση της επιβεβαιώνεται και από τα πράγματα, αν λάβουμε υπ’ όψιν την επίδραση που είχε, παραδείγματος χάριν, το έργο της Harriet Beecher Stowe Uncle Tom’s Cabin για τη μεταστροφή των Αμερικανών στο ζήτημα της δουλείας.  Έτσι, η Nussbaum σπάζει το νήμα του καντιανισμού και του ωφελιμισμού που εξοστρακίζουν τα συναισθήματα από τη σφαίρα της ηθικής φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία περιγράφει τα συναισθήματα είτε ως τυφλές, άλογες παρορμήσεις χωρίς καμιά σχέση με τη γνώση, καθώς χρειάζεται να ελεγχθούν από τη λογική, είτε θεωρεί ότι, ακόμη κι αν έχουν κάποια γνωστική αξία, το παραγόμενο από αυτά γνωστικό προϊόν είναι ψευδές. Η Nussbaum, αντίθετα, ισχυρίζεται ότι τα βιώματα, τα συναισθήματα και η φαντασία έχουν γνωστική αξία (περίπου ισοδύναμη με την παραγωγική και επαγωγική λογική του ανθρώπινου νοείν) και, άρα, είναι μέρος του υποστρώματος που θα αξιοποιήσει ο συλλογισμός (η προτεραιότητά του παραμένει αναμφισβήτητη) ώστε να καταλήξει στο τι πρέπει να πράξουμε και να υποστηρίξει τη συνεπόμενη ηθική πράξη.
Με την παραδοχή της αυτή η φιλόσοφος ξαναφέρνει στο προσκήνιο την παλιά συζήτηση για την αντίθεση μεταξύ περιεχομένου και φόρμας στην προσέγγιση του λογοτεχνικού έργου. Αν και δίχως διάθεση πολεμικής, η θέση της αποτελεί υπέρβαση του φορμαλισμού (μολονότι η  Nussbaum δεν αρνείται την ερμηνευτική δύναμη της μορφής, εφόσον, επιπλέον, αποφαίνεται ότι ορισμένες φόρμες είναι καταλληλότερες από άλλες στο να μεταφέρουν το περιεχόμενο) και στοίχιση στην άποψη εκείνη που θέλει τη λογοτεχνία φορέα μηνυμάτων, και μάλιστα μηνυμάτων με επίκεντρο τον κόσμο και τον άνθρωπο. Με τον κίνδυνο, πάντως, η λογοτεχνία να υποταχθεί σε εξωτερικές ως προς τη φύση της επιδιώξεις.


Επίσης, η Nussbaum επαναφέρει και μια άλλη συζήτηση, ιδιαιτέρως προσφιλή στη μετα-Barthes εποχή, για τον ρόλο του συγγραφέα. Μιλάμε για την ηθική διάσταση της λογοτεχνίας με τρόπο απρόσωπο, θεωρώντας ότι ο συγγραφέας είναι νεκρός, όπως μας το ανήγγειλε ο Roland Barthes.  Πριν, όμως, από την αναγγελία θανάτου του, ο συγγραφέας ήταν μια σεβάσμια πατριαρχική φιγούρα επιφορτισμένη να κηρύσσει το δέον. Αρκεί μάλιστα να βρεθεί ένας Staline για να τον παρουσιάσει ως «μηχανικό των ανθρώπινων ψυχών», και τότε, αιφνίδια, η ηθική διάσταση της λογοτεχνίας θα βρεθεί πολύ κοντά στον ηθικισμό ή σε κάτι ακόμα χειρότερο. Πώς, λοιπόν, να δεχτούμε ότι η λογοτεχνία είναι ηθική, χωρίς να διερευνήσουμε την πρόθεση του συγγραφέα; Και αν χρειάζεται να μάθουμε την πρόθεση συγγραφέα; Και αν χρειάζεται να μάθουμε την πρόθεση του συγγραφέα, τότε μήπως αυτός νεκρανασταίνεται και η θεωρία του λογοτεχνικού κειμένου ως ανοιχτού σε διαρκείς επανερμηνείες είναι εσφαλμένη; Αλλά, ας σκεφτούμε κι αυτό: εάν το νόημα είναι πράγματι, όπως υποστηρίζουν οι σύγχρονες αναγνωστικές θεωρίες, υπόθεση του αναγνώστη, μήπως χρειάζεται να εξετάσουμε και τη δική του ευθύνη στην ηθική του κειμένου;


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγές για τις εικόνες:

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

Το μυθιστορηματικό παράδοξο


Ένας αναγνώστης του Lord of the Rings νιώθει φόβο για το σκοτεινό μυστήριο της γης της Mordor. Ένας άλλος αγωνιά για την τύχη του μικρού Oliver Twist που τριγυρνά μόνος στους εχθρικούς δρόμους του Λονδίνου. Ένας τρίτος χαίρεται που όλα διευθετούνται και η νεαρή Emma βρίσκει τελικά την ευτυχία στον γάμο με τον κύριο Knightley. Ο Oscar Wilde μας πληροφορεί ότι ο θάνατος του μπαλζακικού Lucien de Rubempré προκάλεσε σ’ αυτόν μια θλίψη που ποτέ στη ζωή του δεν κατάφερε να ξεπεράσει. Όταν ο Sir Arthur Conan Doyle, μπουχτισμένος από την επιτυχία του ήρωά του, έλαβε την απόφαση να τον σκοτώσει, το κοινό αντέδρασε με τέτοια ένταση ώστε ο  Doyle αναγκάστηκε να αναθεωρήσει. Και αν ψάξει κανείς στο διαδίκτυο, ακόμα σήμερα, εκατόν πενήντα χρόνια μετά, θα βρει αγανακτισμένες αναγνώστριες που ποτέ δεν συγχώρησαν τη  Louisa May Alcott η οποία πήρε την –ομολογουμένως απαράδεκτη- απόφαση να παντρέψει την Jo με τον ασήμαντο καθηγητή Bhaer και τον Laurie με τη ματαιόδοξη μικρή αδελφή της Amy.


Αυτά τα αισθήματα που νιώθουμε για τους μυθιστορηματικούς ήρωες και τα μυθιστορηματικά συμβάντα παραβιάζουν μια βασική προϋποθετική αρχή. Ότι για να συμπάσχουμε με κάποιο πρόσωπο πρέπει να θεωρούμε αυτό το πρόσωπο υπαρκτό, πράγμα που δεν συμβαίνει με τους ήρωες της λογοτεχνίας. Κι όμως … μας κάνουν να συγκινούμαστε, να θυμώνουμε, να χαμογελάμε.
Ο Colin Radford, σε ένα άρθρο του 1975 που ξεκίνησε τη συζήτηση γι’ αυτό που ονομάστηκε «μυθιστορηματικό παράδοξο» (paradox of fiction), χαρακτήρισε τη συναισθηματική μας ανταπόκριση στους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες παράλογη, ασυνάρτητη και ασυνεπή. Και δεν δέχεται ως δικαιολογία το ότι, διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό έργο, μας συναρπάζει σε σημείο ώστε να ξεχνάμε ότι είναι φανταστικό. Αν το ξεχνούσαμε, λέει ο Radford, τότε, όπως θα κάναμε και στην πραγματική μας ζωή, θα σπεύδαμε να βοηθήσουμε τον ήρωα που ταλαιπωρείται ή κινδυνεύει, πράγμα που όμως καθόλου δεν συμβαίνει.
O Kendall Walton,  επίσης, θεωρεί τέτοια συναισθήματα ακατανόητα, αδύνατα και ψεύτικα, καθώς έχουμε απόλυτη επίγνωση ότι όλα όσα διαβάζουμε δεν είναι αληθινά. Το μόνο που, σύμφωνα με τον Walton, μπορεί να δικαιολογήσει αυτήν τη συναισθηματική μας ανταπόκριση, είναι το γεγονός ότι εμείς οι αναγνώστες συμμετέχουμε θεληματικά σε ένα παιχνίδι προσποίησης, μέσω του οποίου εισερχόμαστε και βυθιζόμαστε στον μυθιστορηματικό κόσμο. Ο φόβος, η χαρά ή η λύπη μας, αν και μοιάζουν με τέτοια, δεν είναι πραγματικά συναισθήματα σαν αυτά που θα μας προκαλούσαν οι περιπέτειες πραγματικών προσώπων. ο Walton τα ονομάζει οιονεί συναισθήματα (quasi-emotions).
Ο Peter Lamarque, στο δοκίμιό του «How Can We Fear and Pity Fictions»,  διαφωνεί με τις προηγούμενες θέσεις και διατυπώνει μια πολύ τολμηρή θεωρία. Δεν είμαστε εμείς που βυθιζόμαστε στον κόσμο των μυθιστορηματικών ηρώων, ώστε να συμπάσχουμε με αυτούς. είναι οι μυθιστορηματικοί ήρωες που εισέρχονται στον δικό μας κόσμο ως διανοητικές παραστάσεις και, αληθινές ως τέτοιες, επιτρέπουν στα συναισθήματά μας που συνδέονται με αυτές να είναι αληθινά. Και ο R. T. Allen, ακόμη πιο τολμηρά, υποστηρίζει ότι το πρόβλημα λύνεται αν πάψουμε να συνδέουμε τη λογοτεχνία με την παρουσίαση γεγονότων. Άπαξ και αντιληφθούμε ότι η αλήθεια δεν περιορίζεται στην πραγματικότητα των γεγονότων, το πρόβλημα εξαφανίζεται, γράφει. Ο Gregory Currie,  τέλος, προτείνει μια άλλη εξήγηση. Τα αισθήματά μας για τους μυθιστορηματικούς ήρωες είναι αυθεντικά, μόνο που δεν έχουν ως αποδέκτες τους μυθιστορηματικούς ήρωες. Καθώς η λογοτεχνία προκαλεί συνειρμούς με αληθινούς ανθρώπους, σε αυτούς –ισχυρίζεται- κατευθύνονται στ’ αλήθεια τα συναισθήματά μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:
https://gr.pinterest.com/pin/129197083033806874/

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Don't break the immersion


«Οι ταλαντούχοι ρεαλιστές θα έπρεπε, κυρίως αυτοί, να ονομάζονται ιλλουζιονιστές», γράφει το 1887 ο Guy de Maupassant στον πρόλογο του Pierre et Jean.
Καταλήγοντας σε αυτό το συμπέρασμα, ο συγγραφέας διατυπώνει στην ουσία μία αξιολογική κρίση για τη λογοτεχνία και τον λογοτέχνη: καλός λογοτέχνης είναι εκείνος που δημιουργεί έναν κόσμο αληθινό. Το κλειδί είναι η λέξη «δημιουργεί». Η λογοτεχνία δημιουργεί έναν κόσμο, δεν αναπαράγει (=αναδημιουργεί) τον αληθινό κόσμο. Ο αναγνώστης της λογοτεχνίας είναι ενήμερος γι’ αυτήν τη σύμβαση. “Don’t break the immersion”: αυτή η φράση αποτελεί βασικό κανόνα στα σύγχρονα RPGs (role playing games). Η ίδια φράση είναι ισχυρή και στο παιχνίδι της λογοτεχνίας. Όταν διαβάζουμε λογοτεχνία, βυθιζόμαστε σε αυτήν, αποκρούοντας τις επιθέσεις της λογικής (είναι δυνατόν ένας φυλακισμένος να επενδύσει τα  χρήματά του στη μόρφωση και στην κοινωνική ανέλιξη ενός φτωχού αγοριού, όπως ισχυρίζεται ο κ. Dickens; πόσες madeleine να καταβροχθίσω για να αναζητήσω τον χαμένο χρόνο μου; ένας τόσο δαιμόνιος ντετέκτιβ σαν τον κ. Holmes μπορεί να υπάρχει;). Χανόμαστε μέσα στο μυθιστόρημα, δραπετεύουμε από την «πραγματική» πραγματικότητα και εισχωρούμε για τα καλά στο λογοτεχνικό σύμπαν. Μάλιστα, όπως μας το υπέδειξε ο Maupassant, με την έκταση αυτής της «βύθισης» ζυγιάζουμε την αξία του έργου που μελετούμε.
Από την άλλη μεριά, ένας φιλόσοφος θα έλεγε πως κάτι τέτοιο δεν είναι καλό σημάδι, καθώς σημαίνει πως η λογοτεχνία μας οδηγεί στο να χάνουμε την επαφή μας με την πραγματικότητα, εφόσον δεχόμαστε για αληθινό κάτι που δεν είναι. Έτσι κι αλλιώς, η φιλοσοφία, από την απαρχή της και σε κάθε στιγμή της εξέλιξής της, δεν μπορεί να νοηθεί αποσυνδεδεμένη από την αλήθεια, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο αυτή συλλαμβάνεται. Χωρίς αλήθεια, φιλοσοφική διερώτηση δεν υπάρχει. η φιλοσοφία γίνεται πρακτικά ανύπαρκτη. Οι φιλόσοφοι είναι, λοιπόν, αυτοί που διαρκώς μας υπενθυμίζουν τη διαφορά ανάμεσα στη μυθιστορηματική και στην «πραγματική» πραγματικότητα, καθώς αυτοί διαρκώς αναρωτιούνται εάν κάτι υπάρχει πραγματικά. Εξ αυτού, ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα, τους απασχολεί η αλήθεια της λογοτεχνίας, τόσο αναφορικά με τη γλώσσα της όσο και αναφορικά με το περιεχόμενό της.

Henri Matisse, Liseuse à l’ombrelle (1921)
Λονδίνο, Tate Gallery

Αν η αλήθεια ενός λογοτεχνικού έργου είναι ίδιου τύπου με την αλήθεια του πραγματικού κόσμου, τότε πώς θα εξηγήσουμε το γεγονός ότι η λογοτεχνία ικανοποιεί την απαίτηση της αλήθειας χωρίς να χρησιμοποιεί δηλωτικές/αποφαντικές προτάσεις από αυτές που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας συνομιλία για να διατυπώσουμε έναν ισχυρισμό μας; Αν πάλι η λογοτεχνική αλήθεια είναι διαφορετικού τύπου, τότε τι είδους αλήθεια είναι; Οι φιλόσοφοι που ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία αυτό το ζήτημα έχουν να αντιμετωπίσουν. Η συνηθέστερη απάντηση είναι ότι η λογοτεχνία παράγει μια αλήθεια διαφορετική: καλλιτεχνική, ποιητική, η οποία, επιπλέον, τοποθετείται στο στόμα όχι του συγγραφέα, ενός προσώπου με σάρκα και οστά, αλλά στο στόμα ενός αφηγητή ή ενός μυθιστορηματικού ήρωα. Τοποθετείται, επίσης, σε έναν άλλο κόσμο από τον πραγματικό. Και αν κάποιος δεν βλέπει αυτήν τη διαφορά, τότε –ισχυρίζεται ο Michael Riffaterre- υποπίπτει σε «πλάνη αναφορικότητας» (referential fallacy). Ο κόσμος της λογοτεχνίας, προσθέτει ο Paul Ricoeur, είναι ένας κλειστός, αυτάρκης κόσμος, και οι δηλώσεις που γίνονται εντός του αυτόν τον κλειστό κόσμο έχουν ως αποκλειστική αναφορά. Ας προσθέσουμε: αυτός ο κόσμος γίνεται πιστευτός όταν πειθαρχεί σε περιορισμούς. Όμως, οι αναγκαίοι περιορισμοί δεν σχετίζονται με τον υποκείμενο αληθινό κόσμο, αλλά προσδιορίζονται από τις εντός του προκαθορισμένες δομές, ώστε αυτός ο μυθιστορηματικός κόσμος, αν και πλασματικός, να γίνει πιθανός.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: το κείμενο είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:
http://www.tate.org.uk/art/artworks/matisse-reading-woman-with-parasol-n04924

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Οι 4 εποχές της αστυνομικής λογοτεχνίας (Μέρος Α΄)


Το 1841 δημοσιεύεται στην Αμερική, στο Graham’s Magazine, το σύντομο διήγημα του Edgar Allan Poe με τίτλο: The Murders in the Rue Morgue (Διπλή δολοφονία στην οδό Μοργκ), το οποίο θεωρείται ως το πρώτο έργο μιας ιδιαίτερης λογοτεχνικής κατηγορίας, της αστυνομικής. Ο ίδιος o Poe μάλλον δεν είχε καμία πρόθεση να γράψει αστυνομική λογοτεχνία όπως την ορίζουμε εμείς σήμερα. Περισσότερο συνέχιζε το κλίμα μυστηρίου που ήταν οικείο από ιστορίες όπως αυτές της Charlotte Brontë (Jane Eyre), του Charles Dickens (Bleak House) και άλλων.


Θα ακολουθήσει ο Sir Arthur Conan Doyle, ο οποίος, το 1887, στην καρδιά της βικτωριανής Αγγλίας, θα δημοσιεύσει την πρώτη του ιστορία με ήρωα τον δαιμόνιο ντετέκτιβ-σύμβουλο Sherlock Holmes. Τίτλος της: A Study in Scarlet (Σπουδή στο κόκκινο). 


Μια γυναίκα, η επίσης Αγγλίδα Agatha Christie, θα απαντήσει το 1920, δημοσιεύοντας το έργο The Mysterious Affair at Styles (Η μυστηριώδης υπόθεση Στάιλς). Πρωταγωνιστής είναι ο μικρόσωμος, μυστακοφόρος Βέλγος ντετέκτιβ Hercule Poirot. 


Επτά χρόνια αργότερα θα εμφανιστεί στην κατεξοχήν ανδροκρατούμενη σκηνή της αστυνομικής λογοτεχνίας η άλλη ηρωίδα της Agatha Christie, η Miss Jane Marple. Το πρώτο έργο με πρωταγωνίστρια την πανέξυπνη γεροντοκόρη έχει τίτλο: The Thirteen Problems (Τα δεκατρία προβλήματα). 


Είναι και ο G. K. Chesterton, ο οποίος μας συστήνει τον ήρωά του, τον πατέρα Brown, στο έργο The Blue Cross (Ο γαλάζιος σταυρός) το 1910.


Τα έργα και των τριών αυτών συγγραφέων μπορούν να ενταχθούν στο λεγόμενο «ορθόδοξο» αστυνομικό αφήγημα, που αλλιώς θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε και «detective fiction». Ο ντετέκτιβ ήρωας είναι συνήθως ένας εκκεντρικός αλλά εξαιρετικά χαρισματικός άνθρωπος, ο οποίος, με όπλο την αναλυτική λογική ή/και τη διαίσθησή του, καταφέρνει να λύσει ακόμα και τα πιο περίπλοκα αστυνομικά αινίγματα. Πλάι του βρίσκεται συνήθως ένας σύντροφος, πιστός αλλά δίχως ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες, που έχει για ρόλο του να αναδεικνύει την ανωτερότητα του πρωταγωνιστή. Τον ίδιο ρόλο προορίζονται να παίξουν ο σκηνικός χώρος, που δημιουργεί την εντύπωση ότι το έγκλημα ήταν αδύνατο να συμβεί, και η λύση του εγκλήματος, εντελώς απροσδόκητη τις περισσότερες φορές. Ο αγώνας μεταξύ καλού και κακού λήγει πάντοτε με νίκη του πρώτου, και μάλιστα χωρίς να πλανάται καμία αμφιβολία περί αυτού. Η διασαλευμένη ηθική τάξη αποκαθίσταται και μαζί της καταλαγιάζει και η αγωνία του αναγνώστη.  
Ούτε αίματα, ούτε σφοδρά ερωτικά πάθη, ούτε λεπτομερής ψυχογραφία των ηρώων, ούτε κοινωνιολογική αναφορά. Ή, πάντως, πολύ μικρή δόση από όλα αυτά, επειδή ακριβώς δεν παίζουν σοβαρό ρόλο στην εξιχνίαση της υπόθεσης. Εδώ μετράει η σχεδόν μαθηματική λογική του ντετέκτιβ, ο οποίος διασταυρώνει πληροφορίες, αποκλείει υποθέσεις, επεξεργάζεται δεδομένα και, εν τέλει, τοποθετεί στη σωστή τους θέση όλα τα κομμάτια του puzzle.

Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Το θαύμα του Dickens


Πριν από 169 χρόνια, στις 19 Δεκεμβρίου, στη βικτωριανή Αγγλία, η οποία τότε, αφενός, ζούσε στον αστερισμό της Βιομηχανικής Επανάστασης και, αφετέρου, άρχιζε να στολίζει χριστουγεννιάτικα δέντρα (συνήθεια που την εισήγαγε ο σύζυγος της βασίλισσας, ο γερμανικής καταγωγής Αλβέρτος), εγκαταλείποντας τον πατροπαράδοτο εορτασμό των Χριστουγέννων, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Chapman & Hall το βιβλίο του Charles Dickens με τίτλο A Christmas Carol (Χριστουγεννιάτικα κάλαντα).


Πρωταγωνιστής ήταν ο τσιγγούνης και άσπλαχνος Ebenezer Scrooge, ο οποίος αδιαφορούσε για όλους τους ανθρώπους, τον ενδιέφερε μόνον το χρήμα και μισούσε τα Χριστούγεννα επειδή το μόνο που του προσέφεραν ήταν ένας ακόμα χρόνος στην πλάτη του.  Καμιά τρυφερότητα, καμιά ευαισθησία δεν είχαν θέση στη ζωή του.

Ο Jim Carrey ως Scrooge στην ταινία του Robert Zemeckis (2009)

Όταν αρχίζει η ιστορία είναι παραμονή Χριστουγέννων και ο Scrooge έχει κάμποσες κακές πράξεις να ενοχλούν τη συνείδησή του. Τότε ξαφνικά, ενώ βρίσκεται ολομόναχος στο σπίτι του, εμφανίζεται μπροστά του το φάντασμα του πεθαμένου συνεργάτη του, του Jacob Marley, που στη ζωή του ήταν εξίσου δύστροπος και άπληστος με τον Scrooge, για να τον προειδοποιήσει για τα μαρτύρια που τον περιμένουν αν δεν αλλάξει ζωή όσο ακόμα είναι καιρός. Τα τρία φαντάσματα που τον επισκέπτονται στη συνέχεια, το φάντασμα των περασμένων, των παροντικών και των μελλοντικών Χριστουγέννων, του δείχνουν ολοζώντανα πόσο άθλια ήταν και θα είναι η ζωή του αν εξακολουθήσει να συμπεριφέρεται με τον ίδιο μίζερο και άκαρδο τρόπο. Και τότε γίνεται το θαύμα! Ο Scrooge αλλάζει και μαθαίνει να γιορτάζει τα Χριστούγεννα κάνοντας τους γύρω του ευτυχισμένους.
Με αυτό του το έργο ο Dickens μας κληροδότησε τον διασημότερο τσιγγούνη της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ταυτόχρονα ανανέωσε τις χριστουγεννιάτικες παραδόσεις της πατρίδας του, αλλά βρήκε και την ευκαιρία να θίξει για μια ακόμα φορά το πρόβλημα της φτώχειας στη βιομηχανική Αγγλία του καιρού του.

Ο Disney εμπνεύστηκε τον τσιγγούνη ήρωά του Scrooge McDuck 
                               από το έργο του Dickens

Κυρίως όμως, ο Dickens μας διαβεβαιώνει πως η μαγεία είναι κομμάτι της ζωής μας και το θαύμα είναι δυνατόν.

         Σκίτσο του Dickens (1842)