Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bernhardt S.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Bernhardt S.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η κιβωτός του Sacha Guitry: Ceux de chez nous


Στις 22 Νοεμβρίου 1915 δημιουργήθηκε ένα φιλμάκι με τον παράξενο τίτλο: Ceux de chez nous, που είχε δημιουργό τον ιδιότυπο Sacha Guitry. Πώς να μεταφραστεί ο τίτλος στα ελληνικά; Ίσως: Οι δικοί μας άνθρωποι; Οι συμπατριώτες μας;
Ήταν ένα ντοκιμαντέρ. Καλύτερα … ήταν μια κινηματογραφική εγκυκλοπαίδεια.
Η ταινία ανοίγει με τον Guitry καθισμένο στο γραφείο του να εξηγεί πώς του ήρθε η ιδέα της ταινίας. Γύρω του, το δωμάτιο γεμίζει από τη συλλογή του με έργα τέχνης.
Ο Anatole France, η Sarah Bernhardt, ο Claude Monet, ο Octave Mirbeau, ο Edgar Degas, ο Edmond Rostand, ο Auguste Rodin, ο André Antoine, ο Camille Saint-Saens, o Pierre-Auguste Renoir, ο Henri Robert, όλοι τους στενοί φίλοι του Guitry και όλοι τους πια νεκροί. Όλοι αυτοί πρωταγωνιστούν σε ένα έργο με θέμα τον εαυτό τους και όχι μόνο ... Ο Sacha Guitry, μέσα στη φωτιά του πολέμου, «χαράζει εικόνες» για όλες τις μελλοντικές γενιές, δείχνοντας στον φακό αυτές τις προσωπικότητες στην οποίες η Γαλλία οφείλει τη λάμψη της. Μας ξεναγεί, διαβάζοντας τις σημειώσεις του, με τρόπο αποκαλυπτικό στον κόσμο αυτών των ανθρώπων, κινηματογραφώντας τους, επιπλέον, σε στιγμές οικείας καθημερινότητας: στο σπίτι, στο γραφείο, στο ατελιέ τους. Να κινούνται, να εργάζονται, να δημιουργούν, να απορούν τι θέλει αυτός ο περίεργος τύπος με την κάμερα μέσα στον ιδιωτικό τους χώρο.


Κρατάει κάτι από την στιβαρή προσωπικότητα του Rostand, την πάλη του Rodin με το μάρμαρο, την απλότητα και την αφοσίωση στην τέχνη του Monet, τη θεατρικότητα του νομικού Henri Robert, την ευφυΐα του Anatole France, τη χάρη του Degas, τη «συντηρητική καινοτομία» του Antoine, την τόλμη και την καυστικότητα του Octave Mirbeau, τη μυθική ιδιοφυΐα της Sarah Bernhardt, τη μουσική πρωτοτυπία του Saint-Saens, το πείσμα του Renoir για την τέχνη ενάντια στην ασθένεια και την αγάπη του για τα πιο καθημερινά θαύματα, τον ξεχωριστό χαρακτήρα του πατέρα του, του Lucien Guitry.
Ο Sacha Guitry επεξεργάστηκε αρκετά την ταινία. Χωρίς ήχο αρχικά και πιο σύντομη, της προσέθεσε ήχο στη συνέχεια και την έκανε εκτενέστερη. Το 1952 έγινε η τελική επεξεργασία με τη συνεργασία του Frédéric Rossif. Η ταινία έχει πια διάρκεια 55 λεπτών και είναι μια πραγματική κιβωτός που σώζει ό,τι έπρεπε να σωθεί από έναν κόσμο που αλλιώς μπορεί να άρχιζε να ξεθωριάζει.

Πηγή:

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Όταν ο Alphonse Mucha συνάντησε τη Sarah Bernhardt


Παραμονή των Χριστουγέννων του 1894. Εκείνη την ημέρα, το τυπογραφείο Lemercier λαμβάνει μια επείγουσα παραγγελία από τη διασημότερη Παριζιάνα σταρ, τη «θεϊκή» Sarah Bernhardt, η οποία ζητούσε κατεπειγόντως μια διαφημιστική αφίσα για την παράσταση Gismonda του Victorien Sardou που ανέβαινε στο Théâtre de la Renaissance στις 5 Ιανουαρίου του 1895.  Η απαίτηση ήταν σαφής: χρειάζονταν 4000 αφίσες που θα κοσμούσαν τους δρόμους του Παρισιού την πρώτη μέρα του νέου έτους. Ο τυπογράφος βρέθηκε σε απόγνωση. Όλοι του οι καλλιτέχνες ήσαν σε χριστουγεννιάτικες διακοπές. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να εμπιστευθεί τον άσημο τριαντατετράχρονο Τσέχο ζωγράφο  Alphonse  Mucha, ο οποίος είχε φτάσει στην πόλη επτά χρόνια νωρίτερα για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ακαδημία Julian.


Ο Mucha υπήρξε συνεπέστατος στη χρονική προθεσμία που του τέθηκε, ενώ η πρωτοτυπία της αφίσας και η ιεροπρέπεια που εξέπεμπε εξέπληξε το θεατρόφιλο κοινό και ικανοποίησε απολύτως ακόμα και την πολύ δύσκολη ντίβα, η οποία φρόντιζε μετά μανίας την εικόνα της. Η Sarah Bernhardt πραγματικά ενθουσιάστηκε και υπέγραψε εξαετές συμβόλαιο με τον Mucha.


Βάση της σύνθεσης ήταν η σκηνή της πανηγυρικής παρέλασης από την τελευταία πράξη του έργου, τοποθετημένη σε ένα νεωτεριστικό μακρόστενο σχήμα αφίσας, το οποίο ευνοεί την εντύπωση του μεγαλείου που θέλει να δώσει στην τραγωδό. Η Sarah Bernhardt λάμπει, ντυμένη με ένα μεγαλόπρεπο κοστούμι, τοποθετημένη σε ψηφιδωτό φόντο που την σπρώχνει, στην κυριολεξία, προς τον θεατή και με το όνομά της να σχηματίζει πάνω στο κεφάλι της ένα είδος φωτοστέφανου, ενώ το όνομα του θεάτρου της μπερδεύεται με τις πτυχώσεις του μανδύα της.  Ο Mucha εγκαταλείπει τα ζωηρά χρώματα του Toulouse-Lautrec, κατάλληλα για τα καμπαρέ που εκείνος ζωγράφιζε, και επιλέγει χρώματα γήινα που, μαζί με το λεπτοδουλεμένο σχέδιό του, δίνουν στην αφίσα μια ιεροπρέπεια βυζαντινή.

              Πράγα, Nàrodni Galeri

Μετά από αυτό το έργο του Mucha η τέχνη της αφίσας δεν θα είναι ποτέ ξανά ίδια.