Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rorty R.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rorty R.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Λογοτεχνία και Φιλοσοφία


Η σχέση της λογοτεχνίας με τη φιλοσοφία είναι πολύ ανθεκτική και τα μεταξύ τους καυγαδάκια, που έλαβαν χώρα σε διάφορες εποχές, απλώς επιβεβαιώνουν και νοστιμίζουν αυτήν τη σχέση. Η λογοτεχνία δεν παύει ποτέ να τροφοδοτεί τη φιλοσοφία με υλικό, το οποίο ορισμένες φορές υποχρεώνει την τελευταία ακόμη και να αναθεωρήσει τις πρακτικές της. Αλλά και η φιλοσοφία, από την πλευρά της, εκφράζεται ποιητικά. 

Magritte René, Le visage du génie (1927)
Βρυξέλλες, Musée d’Ixelles

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Πλάτωνα. η λογοτεχνική του δεινότητα είναι ασφαλώς ένας από τους παράγοντες που κάνουν τη φιλοσοφία του να διατηρεί μέχρι σήμερα την ελκυστικότητά της. Βέβαια, από τη άλλη, είναι γνωστό ότι ο Πλάτων εξορίζει την ποίηση από την ιδεώδη πολιτεία του κατηγορώντας την ότι έχει τη δύναμη να διαφθείρει ηθικά την ψυχή των φυλάκων. Το τραύμα αυτής της καταδίκης είναι βαθύ, και το διαζύγιο της φιλοσοφίας από τη λογοτεχνία φαίνεται στο εξής οριστικό. Στους νεότερους χρόνους, η πεποίθηση ότι φιλοσοφία και τέχνη αποτελούν δύο αυτοτελή, διακριτά και ριζικά αντιτιθέμενα μεταξύ τους νοητικά σύνολα βρίσκει προσήκον θεμέλιο στην καρτεσιανή διχοτόμηση λογικής και συναισθήματος. Οι λογοτέχνες σκοτώνουν μέσα τους τον φιλόσοφο και οι φιλόσοφοι απαρνούνται τον λογοτέχνη εαυτό τους (παρότι με κάμποσα παραστρατήματα και από τις δυο πλευρές). Όλα αυτά μέχρι τον Nietzsche. Αυτός και μια γενιά μεταγενέστερων εικονοκλαστών φιλοσόφων θα πετύχουν την επαναπροσέγγιση των δύο πεδίων, αρνούμενοι να υποταχθούν ανεπιφύλακτα στις απαιτήσεις επιχειρηματολογίας και συνεκτικότητας που προσιδιάζουν στη φιλοσοφία και τολμώντας να εκφράσουν τις φιλοσοφικές τους απόψεις ποιητικά. Είναι μια κίνηση που πρόκειται να έχει συνέχεια. Τον 20ό αιώνα, ο Jacques Derrida επιχειρεί να αμφισβητήσει την πλατωνική τομή με τρόπο πιο ριζοσπαστικό, ξαναθυμίζοντας και αναδεικνύοντας τη σύνδεση της φιλοσοφίας με τη μεταφορά και την τροπικότητα, σύνδεση την οποία η φιλοσοφία συνήθως προτιμά να λησμονεί προκειμένου να κατοχυρώσει την επιστημονική της αυτονομία.
Να θυμίσουμε, επίσης, ότι, κατά το τέλος του 18ου αιώνα, η λογοτεχνία κερδίζει το ενδιαφέρον της φιλοσοφίας από άλλον δρόμο. Η τελευταία ασχολείται με το ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στις ιδέες και στον κόσμο που υπάρχει έξω από το ανθρώπινο μυαλό (το εάν ένας τέτοιος κόσμος υπάρχει, και αυτό επίσης ενδιαφέρει τη φιλοσοφία να το διερευνήσει). Και ακόμα πιο πρόσφατα, με την κατά Rorty «γλωσσολογική στροφή της φιλοσοφίας», τα δύο πεδία μοιράζονται την κοινή ουσία της γλωσσικής πρακτικής και το ζήτημα που απασχολεί είναι πια το νόημα που μεταφέρεται μέσω της γλώσσας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον ομώνυμο σελιδοδείκτη που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:
http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1772/1766

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

Αναλυτική και Ηπειρωτική Φιλοσοφία


«Γλωσσολογική καμπή» (linguistic turn) είναι ο όρος που εισηγήθηκε ο Richard Rorty το 1967 για να δηλώσει τη στροφή της φιλοσοφίας προς τα γλωσσικά ζητήματα. Ο όρος είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί από τον φιλόσοφο Gustav Bergmann, όμως η καθιέρωσή του οφείλεται στον Rorty.
Σε προηγούμενη ανάρτηση εξηγήσαμε ότι η φιλοσοφία έχει διανύσει τρεις περιόδους: η μεταφυσική παραχώρησε τα πρωτεία στη γνωσιολογία και αυτή σε μια φιλοσοφία της γλώσσας. Η πορεία ερμηνεύεται εύκολα, αν ληφθεί υπ’ όψιν η «απομάγευση» που σταδιακά συντελείται, συνοδευόμενη από το αίσθημα της χειραφέτησης του ανθρώπου και τη διαδικασία υποταγής της φύσης χάρη στις επιστημονικές προόδους και στις πολλαπλές εφαρμογές τους σε όλα τα πεδία. 
Η «γλωσσολογική καμπή» αρχίζει το 1884 με τον Gottlob Frege και το έργο του The Foundation of Arithmetic (Τα θεμέλια της αριθμητικής), συνεχίζεται με τον Bertrand Russell και, βέβαια, με τον Ludwig Wittgenstein και το περίφημο Tractatus Logico-Philosophicus (Λογικο-φιλοσοφική πραγματεία), και καταλήγει στη διάσταση ανάμεσα στην «ηπειρωτική» και στην «αναλυτική» φιλοσοφία. Απόλυτα σύνορα ανάμεσα στις δύο παραδόσεις δεν μπορεί κανείς να χαράξει. Για παράδειγμα, σε ποια από τις δύο παραδόσεις θα κατατάσσαμε τον Hans Georg Gadamer, κι ακόμα περισσότερο τον Paul Ricoeur; Εξάλλου, η μήτρα και των δύο παραδόσεων είναι κοινή: ο νεοκαντιανισμός του ύστερου 19ου αιώνα. 


Χοντρικά, πάντως, ως «αναλυτική» φιλοσοφία περιγράφουμε εκείνην που θέτει ως προτεραιότητα την επίτευξη γενικής συναίνεσης χάρη στην πρότερη συμφωνία πάνω στο νόημα των λέξεων, δηλαδή την υπαγωγή της γλωσσικής διασάφησης στο ιδεώδες της διυποκειμενικότητας. Έτσι, η μεν «αναλυτική» φιλοσοφία χαρακτηρίζει όλα τα μεταφυσικά προβλήματα ψευδοπροβλήματα, θεωρώντας τα ως προτάσεις που δεν ικανοποιούν τις συνθήκες οι οποίες απαιτούνται ώστε μια πρόταση να έχει νόημα, η δε «ηπειρωτική» φιλοσοφία επιμένει στη μεταφυσική διάσταση της φιλοσοφίας, αν και δεν παραλείπει να ασκεί κατά περίπτωση κριτική στην ίδια τη μεταφυσική, στις εννοιολογικές και θεσμικές της πραγμοποιήσεις, στους «αληθινούς» κόσμους και στους αιώνιους κανόνες τους. 

Πηγή για την εικόνα: